Χρίστος Λουλής κ.α. ν. M.C. Michael Development Ltd, Αρ. Αγωγής: 3684/09, 15/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3684/09 Μεταξύ:
- Χρίστος Λουλής
- Αγγέλα Λουλή Εναγόντων -και- M.C. Michael Development Ltd Εναγομένης Αίτηση ημερ. 22.11.16 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Μ. Ψάλτη για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ης: κα Σ. Παπουή για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Ενάγοντες ζητούν την αντικατάσταση των §13.2 και 13.3 των Λεπτομερειών Ειδικών Ζημιών και της §15Β της αξίωσης με τις ακόλουθες αντίστοιχες παραγράφους: «
- Λόγω της κατάστασης της οικίας οι Ενάγοντες θα αναγκαστούν να προβούν σε διορθωτικά μέτρα και επισκευές με πρόσθετο κόστος και ζημιά που ανέρχεται στις €8.104,00 πλέον Φ.Π.Α.»
- Λόγω της κατάστασης της οικίας η αγοραστική αξία του ακινήτου έχει μειωθεί από €215.000 σε € 104.
- 15.Β. Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους € 125.203 ένεκα της αμέλειας και/ή παράβαση (sic) των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης των εργοδοτουμένων/ υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργολάβων και/ή υπεργολάβων της σε σχέση με την μελέτη επίβλεψη και/ή κατασκευή και/ή εν γένει ανέγερση/περάτωση της εν λόγω πολυκατοικίας». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 κ.1-6, Δ.48 κ.1-9, Δ.64 κ.1, 2 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι μετά την παλαιότερη εγκριθείσα αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 4.11.11 ζήτησε εκ νέου κοστολόγηση ζημιών και προσφορά για επιδιόρθωση ζημιών ενόψει του ότι επιδεινώθηκαν οι ζημιές. Η εταιρεία ΑΝΑΔΟΜΗ ΛΤΔ στην οποία ανέθεσε το θέμα τού παρέδωσε την έκθεση της περί τις 14.10.16 (Τεκμήριο Α). Παράλληλα εξασφάλισε και εκτιμητική έκθεση της Stavros Christoforou Valuers L.L.C. ημερ. 14.10.16 εν σχέσει με τη μείωση της αγοραστικής αξίας του ακινήτου. Ισχυρίζεται ότι στη βάση των πιο πάνω χρήζουν τροποποίησης οι §13.2 και 13.3 των Λεπτομερειών Ειδικών Ζημιών και συνεπεία τούτου και η §15Β που αφορά το συνολικό αξιούμενο ποσό των Ειδικών Ζημιών. Η Εναγόμενη στην ένσταση της προέβαλε 11 λόγους για απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
- Η αίτηση είναι αβάσιμη
- Η αίτηση είναι παραπλανητική
- Η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα
- Δεν αιτιολογείται η καθυστέρηση
- Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, ασαφής και ανεπαρκής
- Η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και στοχεύει στην καθυστέρηση
- Οι Αιτητές δεν έπεισαν για την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος
- Δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος.
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν είναι γεγονότα τα οποία υφίσταντο κατά τον επίδικο για την αγωγή χρόνο
- Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εισάγονται νέες απαιτήσεις
- Η τροποποίηση σε τόσο καθυστερημένο στάδιο θα επιφέρει βλάβη στην Εναγομένη. Ο διευθυντής της Εναγομένης κ. Μιχάλης Μιχαήλ στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του αρνείται τα όσα υποστηρίζουν οι Ενάγοντες, επαναλαμβάνει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Προβάλλει ότι με την τροποποίηση το μεγαλύτερο μέρος της αξίωσης θα αφορά τη μείωση της αγοραστικής αξίας και συναφώς ότι την ευθύνη για την κατάσταση του διαμερίσματος την είχαν οι Ενάγοντες. Προσθέτει ότι η τιμή πώλησης προς τον αρχικό αγοραστή ήταν πολύ χαμηλότερη από την ισχυριζόμενη σημερινή αξία και άρα δεν είναι δυνατό να ευσταθεί ο ισχυρισμός για μείωση. Ο δε ισχυρισμός για επιδείνωση των ζημιών δεν ευσταθεί διότι οι ένοικοι των υπολοίπων διαμερισμάτων δεν έχουν παραπονεθεί και η κατάσταση της πολυκατοικίας είναι πολύ σταθερή. Οι δε ένοικοι έχουν την ευθύνη συντήρησης για τις φυσικές φθορές, λόγω του ότι το κτήριο είναι 18 ετών. Η πτώση στην τιμή οφείλεται στην ηλικία, καθώς και στην οικονομική κρίση. Κατά τον ίδιο οι Ενάγοντες επιδιώκουν να αλλάξουν την αρχική απαίτηση τους, την όλη ουσία της αγωγής και να καθορίσουν άλλο επίδικο θέμα, καθότι με την αίτηση το μεγαλύτερο ποσό το οποίο αξιώνουν είναι η μεγάλη αλλαγή των τιμών εν αντιθέσει με την απαίτηση που αφορούσε ζημιές. Νομική Πτυχή Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης."» Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 23.6.09 και εντός ολίγων ημερών υπήρξε εμφάνιση. Μετά από αίτηση της Εναγομένης η αρχική έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 7.5.
- Στις 13.12.10 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της αφενός δια της προσθήκης λεπτομέρειας αμέλειας (ως προς τη μη διερεύνηση της καταλληλότητας υπεδάφους) και αφετέρου δια της αντικατάστασης των υποπαραγράφων της §13 με τις ακόλουθες οι οποίες είναι χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιες: «
- Λόγω της κατάστασης της οικίας οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να προσλάβουν πολιτικό μηχανικό για να διενεργήσει μελέτη προς εξακρίβωση της αιτίας των ζημιών και/ή επιδιόρθωση τους με πρόσθετο κόστος και ζημιά όπου το κόστος ανήλθε στο ποσό των ευρώ 2.562,
- Περαιτέρω, οι Ενάγοντες θα χρειαστούν να πληρώσουν το ποσό των ευρώ 3536,80 (£2070) για γεωτεχνική μελέτη και εργαστηριακό έλεγχο ως η εισήγηση του πολιτικού μηχανικού.
- Λόγω της κατάστασης της οικίας οι Ενάγοντες θα αναγκαστούν να προβούν σε διορθωτικά μέτρα και επισκευές με πρόσθετο κόστος και ζημιά που ανέρχεται στις €4.979,
- Λόγω της κατάστασης της οικίας η αγοραστική αξία του ακινήτου έχει μειωθεί από €264,000 σε €200,000». Κατόπιν νεώτερης αίτησης εγκρίθηκε και πάλι εκ συμφώνου στις 27.10.11 δεύτερη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δια της οποίας, πέραν από κάποιες αλλαγές στους ισχυρισμούς για την ακαταλληλότητα του υπεδάφους, αφενός τα ποσά στην §13.3 για την αγοραστική αξία αντικαθίσταντο με τα ποσά των €226.800 και €156.000 αντίστοιχα και αφετέρου οι αξιώσεις διαχωρίστηκαν σε Γενικές Αποζημιώσεις (§15Α) και Ειδικές Αποζημιώσεις. Οι τελευταίες προσδιορίστηκαν πλέον σε €81.079 (§15Β). Η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 24.5.12, η Απάντηση στις 15.4.13 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 23.5.
- Έκτοτε δόθηκαν επτά δικάσιμοι για ακρόαση, μέχρι τις 22.11.16 που καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση. Με την επιχειρούμενη τροποποίηση οι Ενάγοντες στην πραγματικότητα επιθυμούν να αλλάξουν δύο ποσά (τα οποία διεκδικούντο ήδη ως ειδικές αποζημιώσεις) ήτοι: (α) Κατά πρώτον το ποσό το οποίο κατ΄ ισχυρισμόν τους θα χρειαστεί για «διορθωτικά μέτρα και επισκευές», ισχυριζόμενοι τώρα ότι θα ανέλθει στις €8.104 (αντί €4.979,50). (β) Κατά δεύτερον την αγοραστική αξία χωρίς τις ζημιές και την αγοραστική αξία λόγω της κατάστασης και κατά συνέπειαν τη διεκδικούμενη (ως ειδική ζημιά) μείωση η οποία κατ΄ ισχυρισμόν τους έχει επέλθει, ισχυριζόμενοι τώρα ότι η αξία θα ήταν €215.000 και μειώνεται σε €104.000, εννοώντας ότι η μείωση είναι €111.000 (αντί €70.800 που είχαν καταγράψει κατά το 2011). Στη βάση των πιο πάνω η Εναγόμενη δεν έχει δίκαιο όταν ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν εξηγούν επακριβώς πως προκύπτει το ποσό των €125.203 το οποίο αξιώνουν ως συνολικές αποζημιώσεις, αφού είναι προφανές πως αυτό αποτελεί το άθροισμα των επιμέρους ποσών ειδικών ζημιών (2.562,90 + 3.536,80 + 8.104 + 111.000 = €125.203). Είναι όντως γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος της αξίωσης για ειδικές ζημιές αφορά την κατ΄ ισχυρισμόν μείωση της αγοραστικής αξίας του διαμερίσματος (€111.000), πλην όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αφ΄ εαυτού βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης. Παρέλκει βεβαίως να λεχθεί πως το κατά πόσον όντως υπήρξε οποιαδήποτε μείωση της αξίας, το πόση είναι και το ποιος ευθύνεται για μια τυχόν μείωση είναι ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής, όπως ορθώς και ο ίδιος ο διευθυντής της Εναγομένης δέχεται στην §11 της ένορκης δήλωσης του. Το ίδιο κατ΄ αναλογίαν ισχύει και για διάφορα άλλα ζητήματα τα οποία προβάλλει η Εναγόμενη εν σχέσει με το αξιούμενο ποσό για ζημιές, όπως π.χ. τη μη ύπαρξη παραπόνων από άλλους ενοίκους - ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, τη μη ύπαρξη πρόσβασης ή υποχρέωσης της (Εναγομένης) για έλεγχο και συντήρηση του επίδικου διαμερίσματος, τον ισχυρισμό της για φυσική φθορά, την αξία των αναγκαίων εργασιών συντήρησης κ.λ.π.. Κατ΄ ακολουθίαν, δεν συμφωνώ με την εισήγηση ότι οι Ενάγοντες «. επιδιώκουν να αλλάξουν την αρχική τους απαίτηση», τουλάχιστον σε όποιο βαθμό η σύγκριση γίνεται με την υφιστάμενη από το 2011 έκθεση απαίτησης. Είναι σαφέστατο πως οι ειδικές ζημιές είχαν δικογραφηθεί και οι δύο από τότε. Οι μόνες αλλαγές οι οποίες επιχειρούνται αφορούν το ύψος τους και όχι την ουσία τους. Εάν δε, με τον όρο «αρχική απαίτηση» εννοείται η αρχικώς δικογραφηθείσα αξίωση, δηλαδή στην πρώτη έκθεση απαίτησης είναι αυτονόητο πως μια τέτοια ένσταση θα είχε τη θέση της στην πρώτη ή και στη δεύτερη αίτηση για τροποποίηση και όχι σήμερα. Σαφέστατα η επιδιωκόμενη τώρα τροποποίηση δεν εισάγει καμιά νέα βάση αγωγής ούτε τη μετατρέπει σε οποιουδήποτε άλλου είδους που θα ήταν πιο βολικό να αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής, όπως επικαλείται η Εναγόμενη (". would change the action into one of a substantially different character."). Περαιτέρω η αγωγή έχει ως κύρια βάση την αμέλεια και την παράβαση καθηκόντων κατά τη μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή της πολυκατοικίας και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα αιτία αγωγής και μάλιστα αιτία η οποία δεν υπήρχε κατά την καταχώριση της αγωγής δεδομένου ότι αυτή ήταν η αιτία εξαρχής (".. or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ."). Όπως έχει εξηγηθεί, οι Ενάγοντες επιζητούν να διαφοροποιήσουν την έκθεση απαίτησης εν σχέσει με δυο ποσά, ήτοι για τα διορθωτικά μέτρα και για τη μείωση αγοραστικής αξίας. Για το πρώτο ισχυρίζονται ότι έλαβαν προσφορά ημερ. 14.10.16 από την εταιρεία ΑΝΑΔΟΜΗ ΛΤΔ και για το δεύτερο ότι έλαβαν εκτίμηση και πάλι ημερ. 14.10.16 από τη Stavros Christoforou Valuers L.L.C., οπότε προχώρησαν στην αίτηση. Όντως δεν δίδεται ιδιαίτερη εξήγηση για τον χρόνο ετοιμασίας της προσφοράς και της έκθεσης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι στην παρούσα υπάρχει καθυστέρηση ως προς τη διαπίστωση της αναγκαιότητας τροποποίησης και κατά συνέπειαν και στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Θα έπρεπε να εξηγηθεί με μεγαλύτερη επάρκεια ο λόγος για τον οποίον τόσο η προσφορά όσο και η εκτίμηση ετοιμάστηκαν τόσο καθυστερημένα. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται καθαρά πως το θέμα διασυνδέεται με την αποκρυστάλλωση κάποιων κατ΄ ισχυρισμόν ζημιών, καθώς και με τη διαφοροποίηση στις κατ΄ ισχυρισμόν αξίες του ακινήτου, σε συνδυασμό όμως με την πάροδο σημαντικού χρόνου χωρίς να έχει ξεκινήσει η ακρόαση. Θα πρέπει επ΄ αυτού να διευκρινιστεί πως κατά τις επτά δικασίμους για ακρόαση στις δύο υπεβλήθη αίτημα από κοινού, στις τρεις αναβλήθηκε από το Δικαστήριο και μόνο τις δύο τελευταίες ζητήθηκε αναβολή από τους Ενάγοντες, χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά. Το αίτημα μάλιστα κατά την τελευταία δικάσιμο (24.10.16) σχετίζετο με την πρόθεση υποβολής αίτησης τροποποίησης. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ 543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως στοιχεία του είδους της ζημιάς (η οποία επιχειρείτο να καλυφθεί δικογραφικά) είχαν ήδη δικογραφηθεί πριν κατά τρόπο γενικό στην έκθεση απαίτησης, πως όσο εκτενής και αν ήταν η τροποποίηση δεν επιδιώκετο η εισαγωγή νέου είδους ζημιάς, πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς εναγόντων και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των εναγομένων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των εναγόντων από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο πως πέραν των πιο πάνω θεμάτων, η Εναγόμενη δεν ανέπτυξε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα κατά την αγόρευση της, πράγμα που βεβαίως εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης. Η καταληκτική θέση της Εναγομένης είναι πως το σύνολο της συμπεριφοράς των Εναγόντων καταδεικνύει το κακόπιστο των προθέσεων τους και ότι με την αίτηση τους στοχεύουν στην καθυστέρηση. Η καλή πίστη συνδέεται άμεσα με το κατά πόσον επιδιώκεται να τεθούν οι πραγματικές διαφορές προς εκδίκαση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's PRECEDENTS OF PLEADINGS, 12η έκδοση, σελ. 130: «. good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό που δύναται να λεχθεί είναι πως το ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα απορρίπτετο λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα συνεκτιμώντας ότι η ακρόαση δεν έχει αρχίσει, ότι η εναγόμενη δύναται δεόντως να αποζημιωθεί λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέου είδους ζημιάς και ότι με αυτή τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής των εναγόντων. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ιδιαίτερα το είδος των αλλαγών και εν τη ασκήσει της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί ως έχει. Κατά συνέπειαν εκδίδονται διατάγματα ως οι §Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την παραλαβή της Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν τροποποιημένη Απάντηση των Εναγόντων να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την παραλαβή της Υπεράσπισης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α.. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ