Αδαμίδης Εμμανουήλ κ.α. ν. Κολιαντρής Γεώργιος, Αρ. Αγωγής: 659/2010, 3/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 659/2010 Μεταξύ:
- Αδαμίδης Εμμανουήλ
- Κυριάκος Κεραμυδάς Ενάγοντες -και- Κολιαντρής Γεώργιος Εναγομένου 3 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα εξ ανταπαιτήσεως: κος Ιωαννίδης. Για τον εναγόμενο εξ ανταπαιτήσεως: κος Γκούντρας. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση έχει πληρωθεί και προς εκδίκαση παρέμεινε μόνο η ανταπαίτηση. Τα μέρη δηλώσαν εξ' αρχής ότι οι ζημιές της ανταπαίτησης ανέρχονται στο ποσό των €9.000,
- Παρέμεινε μόνο το ζήτημα της ευθύνης για το τροχαίο δυστύχημα στα πλαίσια της ανταπαίτησης επειδή η απαίτηση έχει αποσυρθεί. Πρόκειται για δύο οδηγούς που εισήλθαν στη διασταύρωση στη συμβολή των οδών Λεωφόρου Δημοσθένη Σεβέρη και οδού Σπύρου Λάμπρου οι οποίες ελέγχονται με φώτα τροχαίας. Τα δυο οχήματα εισήλθαν στη διασταύρωση και συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Ο ενάγοντας, εξ' ανταπαίτησεως, Γιώργος Κολιαντρής, οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής KNC596 εισήλθε στην διασταύρωση από την Λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη με σκοπό να κινηθεί απέναντι της διασταύρωσης. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΤΚSZ502 και εισήλθε στην διασταύρωση από την οδό Σπύρου Λάμπρου. Δέχθηκε σύγκρουση στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματός του. Ήταν εμφατικός ότι παρά το περασμένο της ώρας ότι είχε την δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο και βέβαιος ότι έλεγξε τα φώτα τροχαίας και ήταν πράσινο το φανάρι γι' αυτό και εισήλθε στη διασταύρωση.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα Αντίκρυσα τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος με προβληματισμό. Δεν θεωρώ ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην κυρίως εξέταση, είχε αναφέρει ότι ο άλλος οδηγός του οχήματος ταξί με αρ. εγγραφής TKSZ502 πρέπει να έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Το ταξί που οδηγούσε ο εξ-ανταπαιτήσεως εναγόμενος μετά την σύγκρουση παρεξέκκλινε της πορείας του και συγκρούστηκε και με τα γύρω περιτοιχίσματα στην Λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι το συμπέρασμα του ότι ο εναγόμενος έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα είναι εικασίες διότι δεν είδε το όχημα αυτό πριν την σύγκρουση και έτσι δεν μπορούσε να γνωρίζει την ταχύτητά του. Ανέφερε ότι δεν είδε άλλο μάρτυρα στην σκηνή του δυστυχήματος κατά την ώρα της σύγκρουσης. Αμφισβητεί ότι υπήρχε μάρτυρας συνάδελφος του εναγομένου που είδε το δυστύχημα. Καταχωρήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ΜΕ1 από την αστυνομία. Ανέφερε ότι τέτοιος μάρτυρας ουδέποτε παρουσιάσθηκε στην ποινική υπόθεση να δώσει μαρτυρία εναντίον του στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης. Σε σχέση με την ποινική διαδικασία ανέφερε ότι εξαιτίας απουσίας κατ' ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα του δυστυχήματος στην ποινική διαδικασία η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία ότι ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας πέρασε τη διασταύρωση με κόκκινο φανάρι στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η κατηγορία ότι ο ενάγοντας πέρασε με κόκκινο φως αποσύρθηκε και στην συνέχεια αυτός παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της αμέλειας για το δυστύχημα. Δεν κατατέθηκε πρακτικό εκείνης της διαδικασίας όπου να φαίνονται τα γεγονότα που λέχθηκαν στην ποινική διαδικασίας βάση των οποίων ο ενάγοντας παραδέχτηκε την κατηγορία της αμέλειας. Όμως, ο ενάγοντας εξήγησε ότι παραδέχτηκε ενοχή για αμέλεια στη βάση ότι δεν είδε τον άλλο οδηγό όταν εισήλθε στην διασταύρωση, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τον άλλο οδηγό. Δηλαδή, απέτυχε να αποτρέψει το δυστύχημα. Ως τεκμήριο κατατέθηκε έκθεση σε σχέση με τις ζημιές που προκληθήκαν στο όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας KNC
- Στην έκθεση σημειώνεται ότι οι ζημιές βρίσκονται στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Οπότε φαίνεται ότι ο ενάγοντας κτύπησε μετωπικά το άλλο όχημα που εισήλθε στην διασταύρωση από αριστερά από την οδό Σπύρου Λάμπρου. Λαμβανομένου υπόψη το σημείο σύγκρουσης ως και επίσης και το γεγονός ότι η σύγκρουση φαίνεται να ήταν μετωπική, δεν δικαιολογείται ο ενάγοντας να μην είχε προσέξει το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος με αριθμούς εγγραφής TKSZ502 πριν την σύγκρουση εντός της διασταύρωσης. Συνεπώς, δικαιολογείται η απόφασή του να παραδεχθεί την κατηγορία της αμέλειας σε σχέση με το δυστύχημα στο ποινικό Δικαστήριο. Δεν θεωρώ ότι είπε την αλήθεια σε σχέση με το χρώμα των φώτων τροχαίας στην διασταύρωση. Παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον άλλο οδηγό προτού επέλθει η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Επιπρόσθετα, παραδέχθηκε ότι το δικό του όχημα συγκρούστηκε μετωπικά με το άλλο όχημα εξού και οι ζημιές του οχήματος KNC596 παρουσιάζονται στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Στην περίπτωση που ο εξ' ανταπαίτησεως ενάγοντας είχε την απαιτούμενη προσοχή στον δρόμο δεν θα παρέλειπε να προσέξει την παρουσία του οχήματος ταξί εντός της διασταύρωσης. Στην περίπτωση που είχε παρατηρήσει έγκαιρα στην διασταύρωση το όχημα ταξί θα απέφευγε την σύγκρουση. Βασική αιτία για την πρόκληση του δυστυχήματος λοιπόν ήταν η έλλειψη παρατηρητικότητας που επέδειξε ο ενάγοντας όταν διέσχιζε την διασταύρωση του δρόμου. Η παρατηρητικότητα του ήταν τόσο ελλιπής που παράλειψε να δει τον άλλο οδηγό, με αποτέλεσμα να επισυμβεί η σύγκρουση. Εφόσον, η προσοχή του στο δρόμο ήταν τόσο ελλιπής δύσκολα γίνεται πιστευτός ότι πρόσεξε και το χρώμα των φωτών τροχαίας προτού εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Η προσοχή του στον δρόμο δεν ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Αμφισβητώ τη θέση του ενάγοντα ότι ήταν βέβαιος ότι τα φώτα τροχαίας έδειχναν πράσινο, την στιγμή που οδήγησε το όχημα του εντός της διασταύρωσης. Η προσοχή του στον δρόμο ήταν τόσο ελλιπής που δεν παρατήρησε τον άλλο οδηγού προτού συγκρουστεί μετωπικά μαζί του συνεπώς, δεν θεωρώ ότι είπε την αλήθεια ότι παρατήρησε το χρώμα των φωτών τροχαίας προτού εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Εφόσον δεν αποδέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα των φαναριών τροχαίας που ελέγχουν την κυκλοφορία οχημάτων εντός της διασταύρωσης και ο ίδιος παραδέχθηκε εμμέσως ότι η προσοχή του στον δρόμο ήταν ελλιπής αποδεικνύεται ότι εν όλο ή εν μέρει ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος.
- Σημασία της παραδοχής του εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα στην κατηγορία της αμέλειας στο ποινικό Δικαστήριο. Ο ενάγοντας παραδέχθηκε την κατηγορία της αμέλειας στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας στο Ποινικό Δικαστήριο. Όμως δεν τέθηκαν ενώπιον μου τα πρακτικά εκεινής της διαδικασίας για να διαπιστώσω επί ποιων γεγονότων ο ενάγοντας προέβηκε σε παραδοχή της κατηγορίας της αμέλειας. Η παραδοχή του ενάγοντα είναι μαρτυρία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του για να θεμελιωθεί το πραγματικό συμπέρασμα ότι υπήρξε αμελής με αποτέλεσμα να προκληθεί το δυστύχημα. Όμως η παραδοχή του ενάγοντα στην ποινική διαδικασία δεν αποτελεί κώλυμα για να εξετάσω το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας του εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου στα πλαίσια αυτής της αστικής διαδικασίας. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Χρίστος Πουρίκκος ν. Βάσου Βασιλείου[1] η παραδοχή του ενάγοντα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, είναι μαρτυρία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του και πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μέρος του συνολικής μαρτυρίας, που θα ληφθεί υπόψη για να αξιολογηθεί το ζήτημα της αμέλειας για το δυστύχημα που προκλήθηκε. Όμως, αυτή η παραδοχή δεν γίνεται υπό όρους ή υπό επιφύλαξη κατά την ποινική διαδικασία όπου κρίνεται η ενοχή του ενάγοντα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατηγορία και έτσι τίποτε δεν αποκλείει την εξέταση του ζητήματος της συντρέχουσας αμέλειας μεταγενέστερα στα πλαίσια μίας αστικής διαφοράς. Παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα της ποιο πάνω απόφασης: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο είδε το θέμα διαφορετικά. Έκρινε ότι, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η παραδοχή του εφεσιβλήτου "ουδεμία σημασία έχει καθότι για την αμέλεια του το Δικαστήριο αποφασίζει βάσει της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον και όχι τί έγινε σε κάποια άλλη διαδικασία". Παρέθεσε ως αποκαλυπτικό αυτής της θέσης εκτεταμένο απόσπασμα από την υπόθεση Nicolaou v. Louca[2]. Αυτή η καθοδήγηση ήταν λανθασμένη. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε εντελώς το αντίθετο. Εξηγήθηκε ότι η παραδοχή ενοχής ήταν πάντα αποδεκτή ως μαρτυρία κατά του προσώπου που την έκαμε. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η προγενέστερη υπόθεση Athienou Bus Co Ltd v. Kyriacos Vassiliou and another[3] όπως και οι μεταγενέστερες Philippou v. Odysseos[4] και Ηλίας Κώστα Αγησιλάου ν. Ανδρέας Χρίστου[5]. Είναι προφανές ότι υπήρξε σύγχυση ως προς τις επιπτώσεις της υπόθεσης Hollington v. F. Hewthorn and Co Ltd[6], αποσπάσματα από την οποία παρατέθηκαν στην υπόθεση Nicolaou v. Louca. Εκείνο που, σύμφωνα με την αγγλική αυτή υπόθεση, δεν μπορεί να προσαχθεί ως μαρτυρία, είναι η καταδίκη και όχι η παραδοχή ενοχής σε προηγούμενη ποινική υπόθεση. Η υπόθεση Hollington v. F. Hewthorn Co Ltd, όπως σημειώθηκε και στην υπόθεση Philippou v. Odysseos (ανωτέρω), υπέστη έντονη κριτική. Τελικά, στην Civil Evidence Act[7] περιλήφθηκαν πρόνοιες αναιρετικές της προσέγγισης που υιοθέτησε. (Αρθρα 11, 12 και 13). Στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another [8], στο βαθμό που η υπόθεση Hollington δεν είχε επηρεασθεί από τις νομοθετικές πρόνοιες, ουσιαστικά αποκηρύχθηκε ως αυθεντία θέτουσα οποιονδήποτε γενικό κανόνα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ομόφωνα πως η έναρξη διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου με σκοπό την προσβολή τελικής απόφασης, επιβαρυντικής για τον προτιθέμενο ενάγοντα, που λήφθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο σε προηγούμενη διαδικασία στην οποία ο ενάγων είχε πλήρη ευκαιρία να αντιδράσει πάνω στο θέμα, ήταν, ως θέμα δημόσιας πολιτικής, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας· εκτός αν υπάρχει νέα μαρτυρία, μεταβάλλουσα πλήρως την όψη της υπόθεσης, που δεν ήταν διαθέσιμη ή που δεν μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να αποκαλυφθεί αρχικά. (Βλ. σχετικά και Arnold and Others v. National Westminster Bank plc[9]). Η υπόθεση Hunter είχε να κάμει με καταδίκη και όχι με παραδοχή ενοχής ενώπιον Δικαστηρίου. Εν τούτοις, θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι, κατά το σκεπτικό της, όπως εφαρμόστηκε μεταγενέστερα στην υπόθεση Somasundaram v. Melchior & Co[10], η προσέγγιση του θέματος πάνω στη βάση της δημόσιας πολιτικής που αναφέρθηκε, έχει τη θέση της και στις περιπτώσεις παραδοχής ενοχής. Όμως, η παρούσα υπόθεση δεν συζητήθηκε από αυτή τη σκοπιά σε κανένα στάδιο της διαδικασίας και δεν θα επεκταθούμε. Ούτως ή άλλως, όπως υποδείξαμε με την αναφορά μας στην Κυπριακή Νομολογία, ο τρόπος με τον οποίο ο πρωτόδικος Δικαστής είδε το θέμα, ήταν εσφαλμένος. Ο δικηγόρος του εφεσιβλήτου εισηγήθηκε πως η νομολογία ως προς το αποδεκτό της παραδοχής ενοχής ως μαρτυρίας δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση γιατί ο εφεσίβλητος παραδέχθη μεν ενοχή στην ποινική δίκη, αλλά με επιφύλαξη. Δεν είναι γνωστή στο δίκαιο τέτοιας μορφής παραδοχή. Ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη παραδέχεται ή δεν παραδέχεται ενοχή άνευ όρων, περιορισμών ή επιφυλάξεων. Η παραδοχή ή η άρνηση ενοχής είναι οι μόνες απαντήσεις που αναγνωρίζονται. Στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, γίνεται αναφορά σε ειδικές απαντήσεις (special pleas). Όπως παρατηρείται στη σελίδα 84 του συγγράμματος των Λοΐζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus, αυτές οι ειδικές απαντήσεις δεν είναι ακριβώς απαντήσεις στην κατηγορία αλλά προδικαστικές ενστάσεις. Η παραδοχή ενοχής με ταυτόχρονη διατύπωση οποιασδήποτε επιφύλαξης ως συστατικού της, είναι ανεπίτρεπτη. Στην παρούσα υπόθεση η απάντηση του εφεσίβλητου λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο. Ο εφεσίβλητος απλώς παραδέχθη ενοχή. Αργότερα, όταν ο δικηγόρος του αγόρευε προς μετριασμό της ποινής, διευκρίνησε πως ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματός του να ισχυριστεί και να αποδείξει συντρέχουσα αμέλεια του εφεσείοντα, παραπονούμενου τότε. Αυτή η δήλωση δεν αφαιρεί ο,τιδήποτε από την άνευ όρων παραδοχή που έγινε ως προς τη δική του ενοχή που ήταν και το ζήτημα στο οποίο κλήθηκε να απαντήσει. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι όσο και αν αναμένεται η επίκληση της συντρέχουσας αμέλειας άλλου, ως παράγοντα σχετικού προς την επιμέτρηση της ποινής, η παράλειψη επίκλησης της δεν σημαίνει και, χωρίς άλλο, αδυναμία έγερσης τέτοιου θέματος σε μεταγενέστερη διαδικασία». Με την πιο πάνω αρχή ως δεδομένο, κρίνω ότι η παραδοχή του ενάγοντα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας είναι ακόμη ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του που να δικαιολογεί το συμπέρασμα μου ότι οδήγησε αμελώς με αποτέλεσμα να προκαλέσει το δυστύχημα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να εξετασθεί και το ενδεχόμενο ο εξ'ανταπαίτησεως εναγόμενος να είναι εν μέρει υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος βάση της αρχής της συντρέχουσας αμέλειας.
- Αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγόμενου Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν με βοήθησε να εξάξω συμπέρασμα σε σχέση με το χρώμα των φώτων τροχαίας ως η πορεία του. Ήταν στην οδό Σπύρου Μάρκου στην αριστερή λωρίδα για να κατευθυνθεί απέναντι στην οδό Μιαούλη. Οι δύο αυτοί δρόμοι είναι μονόδρομοι. Η οδός Μιαούλη είναι στενός δρόμος και έχει κύρτωμα σε αυτή την οδό επειδή πιο κάτω υπάρχει σχολείο. Επίσης, ο δρόμος είναι στενός επειδή υπάρχουν εκεί σταθμευμένα οχήματα στα αριστερά. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε επιβάτη στο ταξί. Σκοπός του ήταν να οδηγήσει απέναντι να διασχίσει την διασταύρωση και να αφήσει τον επιβάτη κοντά στο σχολείο. Ήταν η θέση του ότι επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή στον δρόμο υπό τις περιστάσεις. Ήταν παρατηρητικός σε σχέση με τον δρόμο και επέμενε ότι δεν ήταν κουρασμένος παρά το περασμένο της ώρας, ήταν 2.30π.μ., επειδή είναι οδηγός ταξί πολλά χρόνια και είναι συνηθισμένος να οδηγά πολλές ώρες το βράδυ. Παρόλο τούτο δεν με ικανοποίησαν οι απαντήσεις του σε σχέση με την δική του εκδοχή των γεγονότων ότι πρόσεχε τον δρόμο και ότι ήταν βέβαιος ότι τα φώτα τροχαίας ήταν πράσινο ως η πορεία του προτού εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση. Δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι συνέχισε να εισέρχεται στην διασταύρωση και να την διασχίζει παρόλο που είδε όπως είπε να έρχεται ο ενάγοντας εξ'ανταπαίτησεως από τα αριστερά με μεγάλη ταχύτητα. Ούτε ήταν πειστικός ότι ο ενάγοντας εξ'ανταπαίτησεως ήταν πολύ μακριά από την διασταύρωση ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να επέλθει σύγκρουση μεταξύ δύο οχημάτων εντός της διασταύρωσης. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 8 μέχρι 10 μέτρα από την είσοδο της διασταύρωσης και για τους δύο οδηγούς. Οι δύο οδηγοί είχαν διανύσει παρόμοια απόσταση εντός της διασταύρωσης μέχρι να επέλθει η σύγκρουση. Συνεπώς, δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγησε για το γεγονός ότι ενώ είχε καλή ορατότητα και είδε τον ΜΕ1 να έρχεται γιατί του δόθηκε η εντύπωση ότι είχε το περιθώριο να διασχίσει απέναντι χωρίς τον κίνδυνο να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέταση ήταν θέση του ότι ο ΜΕ1 του ομολόγησε δύο φορές ότι ήταν κουρασμένος και απρόσεκτος. Κατά την αντεξέταση προσάρμοσε την εκδοχή του και είπε ότι ο ΜΕ1 δεν του ανέφερε κάτι τέτοιο αλλά υπέθεσε μόνος του ότι ο ΜΕ1 ήταν κουρασμένος με αποτέλεσμα να είναι και απρόσεκτος. Η προσαρμογή της εκδοχής του και η διαστρέβλωση των γεγονότων είναι μία ένδειξη ότι ο ΜΥ1 δεν ήρθε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Το άλλο που προβληματίζει σε σχέση με την εκδοχή εναγόμενου είναι ότι ισχυρίσθηκε ότι σταμάτησε στα φώτα με πρόθεση να περάσει απέναντι. Στο σημείο εισόδου της διασταύρωσης υπάρχουν δύο λωρίδες. Στην μια σταματάει το όχημα για να δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά και στην άλλη αριστερά και ευθεία. Ο επιβάτης που ισχυρίσθηκε ότι καθόταν πίσω δεν του είχε πει σε ποια κατεύθυνση ήθελε να πάει μέχρι που ο εναγόμενος σταμάτησε στα φώτα. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποια λωρίδα έπρεπε να σταματήσει για να περιμένει για να εισέλθει στην διασταύρωση. Εφόσον δεν γνώριζε προτού εισέρθει στην διασταύρωση σε ποια κατεύθυνση θα οδηγούσε, είναι αμφίβολο ότι σταμάτησε σε μία από τις δύο λωρίδες προτού εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση. Γι'αυτό έχω σοβαρές επιφυλάξεις για την εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο ότι σταμάτησε το όχημα του προτού εισέλθει μέσα στην διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Το επιχείρημα που ανέπτυξε ο κ. Γκούτρας κατά την τελική του αγόρευση ότι η πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης συγκλίνει με την εκδοχή που πρόβαλε ο εναγόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης δεν είναι τέτοια που να με βοηθά να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με την οδική ταχύτητα των δυο οδηγών. Ακόμη και να δεχθώ ότι υπήρξαν κυρτώματα στην οδό Μιαούλη, αυτή δεν είναι πραγματική μαρτυρία που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αναπόφευκτα ο εναγόμενος οδηγούσε με λογική ταχύτητα. Η ύπαρξη των κυρτωμάτων δεν είναι πραγματική μαρτυρία που να με οδηγεί υπό τις περιστάσεις σε οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου. Η εκδοχή του εναγόμενου, εξάλλου, ήταν ότι δεν γνώριζε σε ποια κατεύθυνση θα πήγαινε προτού σταματήσει στην διασταύρωση. Επομένως, η ύπαρξη κυρτωμάτων απέναντι δεν είναι κάτι που αναπόφευκτα θα επενεργούσε στην κρίση του σε σχέση με την οδική του συμπεριφορά. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την τελική θέση του οχήματος TKSZ
- Αυτό το όχημα πράγματι κτύπησε σε περιτοίχισμα στα αριστερά ως η πορεία του. Κατά την άποψή μου χρειάζεται η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η τελική θέση του οχήματος TKSZ502 είναι μαρτυρία που επιβεβαιώνει την εκδοχή του εναγομένου ότι ο ενάγοντας οδηγούσε αλόγιστα και με υπερβολική ταχύτητα. Δεν έχω τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις και ούτε υπάρχει άλλη πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου που να με οδηγεί λογικά στο συμπέρασμα ότι η τελική θέση του οχήματος TKSZ502 είναι πραγματική μαρτυρία που αποδεικνύει την οδική συμπεριφορά του ενάγοντα. Στην υπόθεση Conway v Νεοφυτου[11] το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει ευρήματα γεγονότων βασιζόμενο σε γεγονότα που δεν έχουν αποδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία ή από την μαρτυρία κάποιου εμπειρογνώμονα. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό ελλείψει επιστημονικής μαρτυρίας δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ή ότι οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την μη ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης. Θα μπορούσα να κάνω πολλές υποθέσεις σε σχέση με το αρνητικό πραγματικό γεγονός της μη ύπαρξης τροχοπέδησης στην άσφαλτο κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Αλλά η μη ύπαρξη τέτοιας πραγματικής μαρτυρίας δεν μπορεί να με οδηγήσει σε οποιοδήποτε ασφαλής συμπέρασμα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του ενάγοντα. Εν κατακλείδι τα επιχειρήματα του κ. Γκούτρα που βασίζονται σε κομμάτια της πραγματικής μαρτυρίας της υπόθεσης, δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή του εναγόμενου σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Ως εξήγησα, πιο πάνω, η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν αλλοπρόσαλλη και αντιφατική σε ορισμένα σημεία με αποτέλεσμα να μην μπορώ να στηριχθώ στα λεγόμενα τα του για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ειδικότερα, δεν μπορώ να στηριχθώ στην μαρτυρία του για να εξάξω το συμπέρασμα ότι έλεγξε τα φώτα τροχαίας την δεδομένη στιγμή και βεβαιώθηκε ότι αυτό έδειχνε πράσινο χρώμα προτού εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Δεν γίνεται πιστευτός ότι σταμάτησε στα φώτα τροχαίας για να ελέγξει τα φώτα τροχαίας προτού εισέλθει στην διασταύρωση και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας ήταν σταματημένος προτού εισέλθει στη διασταύρωση. Ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε επιβάτη του ταξί που ήταν άγνωστος (δεν ανέφερε το όνομα του) και άφαντος (δεν παρουσιάσθηκε ποτέ να υποστηρίξει την εκδοχή του). Αυτό δημιουργεί υπόνοιες κατά του εναγόμενου ότι επιχείρησε να κατασκευάσει μαρτυρία για να υποστηρίξει την δική του εκδοχή των γεγονότων.
- Δεν υπάρχει άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την εκδοχή των δύο εμπλεκόμενων οδηγών του δυστυχήματος. Δυστυχώς ο αστυνομικός ΜΥ2 Αστ.2999 που κλήθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος να το διερευνήσει δεν ήταν βοηθητικός διότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τις λεπτομέρειες της διερεύνησης και δεν κράτησε σημειώσεις. Θυμάται ότι πιθανόν να είχε λάβει μαρτυρία από κάποιο ότι ο ενάγοντας εξ' ανταπαιτήσεως είχε διασχίσει την διασταύρωση με κόκκινο φανάρι αλλά δεν θυμάται να αναφέρει την προέλευση της μαρτυρίας. Ως συνέπεια της κακής ποιότητας της μαρτυρίας των δύο οδηγών που ήταν οι μόνοι αυτόπτες μάρτυρες της σκηνής του δυστυχήματος δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με το χρώμα των φωτών στην διασταύρωση. Μπορώ όμως να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με τη αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος που δεν είναι άλλο παρά την έλλειψη προσοχής στον δρόμο που επέδειξαν και οι δύο οδηγοί με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση μεταξύ τους, με δεδομένο ότι και οι δυο οδηγοί εισήλθαν μέσα σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας χωρίς να ελέγξουν το χρώμα του φαναριού στα φώτα τροχαίας ως η πορεία τους. Στην υπόθεση Κρυσιμένος ν. Σωφρονίου[12], το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι απόλυτα θεμιτό το Δικαστήριο να αντικρύσει τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της κοινής λογικής για να διαπιστώσει την αιτία της σύκρουσης. Επίσης ο Δικαστής Νικολαϊδης στην υπόθεση Ποτσή v. Γενικός Εισαγγελέας[13], ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αξιολογήσει πραγματική μαρτυρία χωρίς τη βοήθεια του εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. Αυτή η αρχή της νομολογίας είναι δυνατόν να τυγχάνει εφαρμογής όταν η πραγματική μαρτυρία είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του δυστυχήματος και μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα ούτε βέβαια να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα». Στην υπόθεση Γιαννάκης Νεοφύτου ν Αστυνομίας[14], ο Δικαστής Δ. Νικολάου επεξήγησε ότι ζητήματα που έχουν σχέση με οδική συμπεριφορά, με προβλήματα οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του δικαστηρίου ως προς το πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται όπως ανέφερε σε σχέση με τέτοια θέματα οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη εκτός βέβαια όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο οδηγών επισυνέβη σε μία διασταύρωση. Δεν υπήρχε περιορισμός ή εμπόδιο στην ορατότητα των δύο οδηγών εντός της διασταύρωσης. Συνεπώς είναι λογικό ότι ο ενάγοντας εάν είχε το απαιτούμενο επίπεδο προσοχής στο δρόμο θα πρέπει να είχε δει το όχημα του εναγόμενου έγκαιρα και να είχε κάνει κάποια αποτρεπτική κίνηση για να αποφύγει την σύγκρουση. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν πέραν του ορίου ταχύτητας στην περιοχή. Παρόλο τούτου είναι απομακρυσμένο το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να είχε εισέλθει στην διασταύρωση πριν τον ενάγοντα εφόσον ο ενάγοντας κάλυψε 8.20 μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης και ο εναγόμενος κάλυψε την απόσταση των 10 μέτρων μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Εάν ο εναγόμενος επεδείκνυε τη δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις θα έβλεπε ότι υπήρχε άλλο όχημα στην διασταύρωση από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν έτρεχε και ο εναγόμενος δεν έχει αποδείξει με αντίθετη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψη το όριο ταχύτητας. Το κριτήριο για το τι συνιστά αμέλεια εξαρτάται από το πιο θα ήταν το καθήκον του λογικού οδηγού να πράξει ή να μην πράξει υπό τις δεδομένες περιστάσεις. Το κριτήριο αυτό είναι αντικειμενικό διότι το Δικαστήριο εξετάζει το τι θα έκανε ένας λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις και εξετάζει ποιους ενδεχόμενους κινδύνους θα προέβλεπε και θα απέφευγε ένας λογικός οδηγός. Τα πιο πάνω λέχθηκαν με σαφήνεια στην απόφαση Nicolaou v Charalambous[15]: «It has been said time after time that negligence is a specific tort, and in any given circumstances is the failure to exercise that care which the circumstances demand. It is equally important to add that what amounts to negligence depends on the facts of each particular case and that the categories of negligence are never closed. It may consist in omitting to do something which ought to be done , or in doing something which ought to be done in a different manner or not at all. Where there is a duty to exercise care , reasonable care must be taken to avoid acts or omissions which can be reasonably foreseen to be likely to cause physical injury to persons or property. The standard of foresight of the reasonable man is in one sense an impersonal test .The degree of care required in the particular case depends on the accompanying circumstances and may vary according to the amount of the risk to be encountered and the magnitude of the propespective injury». Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι οι δύο διάδικοι δεν συμπεριφέρθηκαν ως συνετοί οδηγοί επειδή δεν επέδειξαν τη δέουσα προσοχή στον δρόμο υπό τις περιστάσεις. Όφειλαν να είχαν σταματήσει τα οχήματα τους, να ελέγξουν τα φώτα τροχαίας, και να βεβαιωθούν ότι η διασταύρωση ήταν καθαρή προτού εισέλθουν. Δεδομένου την καλή ορατότητα που υπήρχε, δεν υπάρχει καμία ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι απέτυχαν να παρατηρήσουν τον άλλο οδηγό στην διασταύρωση για να αποφύγουν την σύγκρουση. Εκεί όπου η διασταύρωση ελέγχεται με φώτα τροχαίας ή με σήμα «ΑΛΤ» υπάρχει νομικά το καθήκον του οδηγού να ελέγξει την τροχαία κυκλοφορία προτού εισέλθει στην διασταύρωση. Το Δικαστήριο έχει βρει οδηγούς που παρέλειψαν να σταματήσουν σε σήμα «ΑΛΤ» αποκλειστικά υπεύθυνους για τροχαία δυστυχήματα σε πολλές περιπτώσεις. (Βλ. Karikakou v Soteriou v Apseros[16], Hji Georgiou and another v Rodinis[17], Vakanas v Thomas and another[18]). Στην Karikakou, πιο πάνω, επεξηγήθηκε ότι στην περίπτωση που η εκδήλωση κινδύνου είναι μόνο μία πιθανότητα, που δεν θα προέβλεπε ο συνετός οδηγός, τότε δεν υπάρχει αμέλεια εάν αυτός ο οδηγός δεν πάρει ιδιαίτερες προφυλάξεις γι' αυτόν τον κίνδυνο. Στην περίπτωση μας αποδεικνύεται η αμέλεια του εξ' ανταπαίτησεως ενάγοντα διότι εισήλθε εντός της διασταύρωσης χωρίς να ελέγξει τα φώτα τροχαίας και χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία της τροχαίας εντός της διασταύρωσης προτού εισέλθει στον δρόμο. Το μόνο ζήτημα που έχει απομένει προς εξέταση είναι κατά πόσο και ο εναγόμενος υπήρξε αμελής με δεδομένο ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με το φως τροχαίας της διασταύρωσης την δεδομένη στιγμή. Το ζήτημα του καταμερισμού της ευθύνης για την πρόκληση ενός δυστυχήματος δύσκολα υπολογίζεται επακριβώς. Στην απόφαση Kyriacou v Aristotelous [19] το Εφετείο επεξήγησε ότι ο τρόπος υπολογισμού του καταμερισμού της ευθύνης δεν μπορεί να αναχθεί σε επιστήμη καθότι λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες. «The question of the apportionment of blame is often one of impression and not susceptible to precise calculation. It is a question of degree of fault depending on a trained and expert judgment considering all the circumstances ,and it is different in essence from a mere finding of fact in the ordinary sense. It is a question not of principle or of positive findings of fact or law, but of proportion, of balance and relative emphasis and of weighing different considerations , it involves an individual choice or discretion, as to which there may well be differences of opinion by different minds». Στην Ποινική Εφεση Δημητρακης ν Συλβεστρου[20], το Εφετείο επεξήγησε το καθήκον του οδηγού να προσέχει τον δρόμο για να αποφύγει κινδύνους και εμπόδια στην πορεία του. «Η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή. Η έλλειψη της θεμελιώνει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης το οποίο δημιουργεί ο Νόμος. Το μέτρο της προσήκουσας προσοχής είναι εκείνο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Το κριτήριο της προσοχής λειτουργεί στο πλαίσιο των αντικειμενικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης (Βασιλείου ν. Αστυνομίας[21]). Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. (Murrel ν. Αστυνομίας[22])». Οι δύο οδηγοί είχαν εισέλθει σε διασταύρωση που ελεγχόταν με φώτα τροχαίας. Κανείς από τους δύο προτού εισέλθουν στην διασταύρωση δεν ήταν βέβαιος ότι το χρώμα ήταν πράσινο ως η πορεία τους. Εφόσον η προσοχή τους στο δρόμο ήταν τόσο ελλιπής, που δεν ήταν βέβαιοι ότι το χρώμα των φώτων τροχαίας ήταν πράσινο, ως η πορεία τους, ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και ένας προβλεπτός κίνδυνος ότι με τον να εισέλθουν στην διασταύρωση υπήρχε η πιθανότητα να συγκρουστούν με όχημα που θα ερχόταν από την αντίθετη πορεία, με αποτέλεσμα η ευθεία πορεία του κάθε οδηγού να ανακοπεί. Εφόσον κανείς από τους δύο οδηγούς δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν είχε προτεραιότητα να εισέλθει στην διασταύρωση, που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τότε όφειλαν να γνωρίζουν ότι υπήρχε εμφανής κίνδυνος να εισέλθει από την αντίθετη κατεύθυνση, άλλο όχημα και να τους ανακόψει την πορεία τους. Το επίπεδο προσοχής τους στον δρόμο, έπρεπε να ήταν αυξημένο με δεδομένη την πιθανότητα αυτή, και παρά το περασμένο της ώρας και την αραιά κίνηση που επικρατούσε στον δρόμο εκείνη την ώρα. Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Συλβέστρου, η πιθανότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής τότε ο οδηγός οφείλει να πάρει όλα εκείνα τα μέτρα να αποφύγει την σύγκρουση. «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις (Fardon v. Harcourt-Rivington[23]). Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα. Ορθά, κατά την άποψη μας, κρίθηκε ένοχος αμελούς οδήγησης. Ακολουθεί πως η έφεση του πρέπει να απορριφθεί». Εφόσον, κανείς από τους δύο δεν γνώριζε με βεβαιότητα ποιο ήταν το χρώμα των φωτών τροχαίας της διασταύρωσης, εφόσον δεν ήταν κάτι που απέδειξαν με θετική μαρτυρία, δεν έπρεπε να εισέλθουν στην διασταύρωση. Δυστυχώς, και οι δύο δεν μερίμνησαν για πιθανόν κίνδυνο στον δρόμο με αποτέλεσμα να εισέλθουν στην διασταύρωση κανονικά και χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα και χωρίς να προσέξουν επαρκώς την κίνηση του δρόμου από την αντίθετη κατεύθυνση ώστε να αποφύγουν την σύγκρουση με το άλλο όχημα που ερχόταν από απέναντι. Ως εκ τούτου, το δυστύχημα επισυνέβη επειδή οι δύο οδηγοί εισήλθαν σε μία διασταύρωση χωρίς να ελέγξουν τα φώτα τροχαίας, και χωρίς να επιδείξουν την δέουσα παρατηρητικότητα, ώστε να αποφύγουν τον πιθανόν κίνδυνο άλλο όχημα να διέσχιζε την διασταύρωση από απέναντι την ίδια ώρα. Καταλήγω ότι ευθύνονται και οι δύο για το δυστύχημα στο ίδιο ποσοστό ευθύνης, ήτοι το 50%. Οι ζημιές της ανταπαίτησης έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των €9.000,
- Ο εναγόμενος στην ανταπαίτηση θα πληρώσει το ½ του ποσού των €9.000,
- Εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου της ανταπαίτησης για το ποσό των €4.500,
- Τα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας ενόψει του αποτελέσματος της ανταπαίτησης όπου έχει αποδοθεί ευθύνη στο εναγόμενο κατά 50% πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Το ήμισυ των εξόδων επιδικάζεται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1993)1 ΑΑΔ 256 [2]
(1985)1 C.L.R. 91 [3]
(1970)1 C.L.R. 365 [4]
(1989)1 C.L.R. 1 [5]
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)713 [6] [1943] 2 All E.R. 35 [7] 1968 [8] [1981] 3 All E.R. 727 [9] [1991] 3 All E.R. 41 (HL) [10] [1989] 1 All E.R. 129 [11] 1 ΑΑΔ 540
(2003)[12] Πολιτική Έφεση 10001 ημερ. 20.07.2000 [13] Ποινικές Εφέσεις 6874, 6876 ημερ. 25.04.2000 [14] 2 AAΔ 120
(2006)[15] 1 CLR 117,121
(1979)[16]
(1979)1 CLR 150 [17]
(1978)1 CLR 175 [18]
(1982)1 CLR 530 [19] 1 CLR 172,178
(1970)[20] 2 ΑΑΔ 151
(1996)[21]
(1994)2 Α.Α.Δ. 202 [22]
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 [23] [1932] All E.R. Rep. 81, 83 (H.L.)