Εναγόμενη 3 να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.19 κ.14, 26, Δ.48 κ.1-12, Δ.64 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά καταγράφεται ότι βασίζεται επί γεγονότων τα οποία εμφαίνονται στον δικαστικό φάκελο. Ένσταση Η Ενάγουσα συμπεριέλαβε 11 λόγους
ένσταση της, για τους οποίους ζητά απόρριψη της αίτησης και οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
παρούσα περίπτωση, αναφέρονται στο Annual Practice 1958 στη σελ. 471 τα εξής: ""New Ground". This means that a party's second pleading must not contradict his first. If a plaintiff claims rent on his writ, he cannot claim the same sum in his reply as damages for unlawfully "holding over". Or, if the statement of claim alleges merely a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. Such inconsistent claims should be pleaded, if at all, alternatively in the statement of claim and the plaintiff may amend his statement of claim". Η δυνατότητα προσθήκης νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, δια τροποποιήσεως επιβεβαιώνεται από τα παρατιθέμενα στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's PRECEDENTS OF PLEADINGS, 12η έκδοση, σελ. 127 ως εξής: «Thus, before the trial, leave to amend is readily granted on the usual terms that the costs of and occasioned by the amendment, including the costs of the application, are to be paid by the party amending in any event. So, the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο ίδιο σύγγραμμα και ειδικά για το δικόγραφο της Απάντησης εξηγείται στη σελ. 107: "The plaintiff must not set up in his reply a new cause of action which is not raised either on the writ or in the statement of claim, since the plaintiff must not in his reply make any allegation of fact, raise any new ground of claim inconsistent with his statement of claim. Inconsistent for this purpose does not mean "mutually exclusive" but merely new or different. In other words the reply must not contradict or "depart" from the statement of claim, or it will be ground for an application to strike out the reply in which the defect occurs". Όπως προκύπτει, δηλαδή, η σχετική απαγόρευση ειδικά για την Απάντηση δεν καλύπτει μόνο αλληλοαναιρούμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες βάσεις απαίτησης αλλά κάθε νέα ή διαφορετική βάση από προηγούμενη. Όντως το θέμα τέθηκε πολύ γλαφυρά και από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Eurogoal Surveys Ltd v. D Trade International Ltd, Πολ. Έφ. 348/09, ημ. 17.10.14 όπου λέχθηκε ότι: «Η απάντηση, ("reply") ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε
έκθεση απαίτησης». Έκθεση Απαίτησης
παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα
20σέλιδη Έκθεση Απαίτησης της προέβαλε μεταξύ άλλων: (α) Ότι ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καταθέτης
Εναγόμενη 2 ποσών ύψους US$33.218 και €181.820. (β) Ότι στη βάση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17
Ενάγουσα αφήνοντας διαθέσιμο μόνο το ποσό των €100.000 και συγκεκριμένα έχουν δεσμεύσει και ή απομειώσει ποσό €240.100, επιτρέποντας την παραμονή μόνο του ποσού των €100.000
Εναγομένη 2 (§5 και 6 της Ε/Α). (δ) Ότι οι Εναγόμενοι 1-5 και ή οποιοσδήποτε εξ αυτών έχουν προβεί σε κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας και ή προέβησαν αντικανονικά και ή παράνομα και ή λανθασμένα και ή αναληθώς και ή δολίως
απομείωση και ή μεταβίβαση (§7 της Ε/Α). Παρατίθενται δε σχετικές λεπτομέρειες που περιλαμβάνουν ισχυρισμούς - για παραβιάσεις άρθρων του Συντάγματος, της σχετικής Νομοθεσίας και της ΕΣΔΑ - για πλάνη, έλλειψη έρευνας ή αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου - για παραβίαση Ευρωπαϊκών Οδηγιών - για παραβίαση της αρχής του pari passu και ή για το ότι υπήρξε προνομιακή και ή δόλια προτίμηση πιστωτών - για παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (ε) Ότι η απομείωση αποτελεί επακόλουθο των πράξεων και ή παραλείψεων και ή αμέλειας της Εναγομένης 4 και ή υπαλλήλων της και ή του Διοικητή της (§8 της Ε/Α). Παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες. (στ) Ότι η απομείωση ήταν επακόλουθο πράξεων ή παραλείψεων ή αμέλειας των Εναγομένων 1, 2 και 3 και ή οποιασδήποτε εξ αυτών (§9 της Ε/Α). Παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες οι οποίες περιλαμβάνουν ισχυρισμούς για - παραχώρηση δανείων σε διασυνδεόμενα με το Δ.Σ. εκάστης πρόσωπα ή σε μέλη του Δ.Σ. - μη τήρηση του Πρωτοκόλλου για αμοιβές - αδικαιολόγητες αυξήσεις αμοιβών - εφαρμογή αμελώς πολιτικής αντίθετης με την πάγια οικονομική αρχή περί αποφυγής κινήτρων για αλόγιστη ανάληψη υπερβολικών κινδύνων - αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου χωρίς τη δέουσα έρευνα, τα οποία και συνέχισαν να κατέχουν παρά τις υποδείξεις περί του αντιθέτου - μετατόπιση δραστηριοτήτων
Ελλάδα με τεράστιους κινδύνους - αδυναμία διαχείρισης εκάστης τράπεζας - αμέλεια και ανευθυνότητα κατά τη συγχώνευση τους με Ελληνικές τράπεζες (ζ) Ότι διαζευκτικά και άνευ βλάβης η απομείωση ήταν αποτέλεσμα αμέλειας της Εναγομένης 2 (§10 της Ε/Α). Παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες. (η) Ότι διαζευκτικά και άνευ βλάβης η απομείωση ήταν αποτέλεσμα αμέλειας του Εναγομένου 5 (§11 της Ε/Α). Παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες. Μετά τα πιο πάνω η Έκθεση Απαίτησης καταλήγει με τη διατύπωση αξιώσεων - για αναγνωριστικές δηλώσεις δικαιώματος προώθησης της αγωγής και αντισυνταγματικότητας των σχετικών Κ.Δ.Π., - για διάταγμα ακυρώνον τις μεταβιβάσεις στοιχείων της Εναγομένης 1 - για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και ή παράβαση καθήκοντος και ή παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ή για παραβιάσεις συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 2 - αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή δυνάμει δόλου και ή απάτης και ή αμέλειας. Υπεράσπιση Εναγομένης 3 Η Εναγόμενη 3 με την Υπεράσπιση της κατ΄ αρχάς ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ουσιαστικά πέραν της παραδοχής κάποιων γεγονότων τα οποία σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα κατά τον Μάρτιο του 2013, αρνήθηκε το υπόλοιπο μέρος των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Μεταξύ των όσων παραδέχθηκε ήταν και το ότι περιήλθαν εις αυτή κάποιες υποχρεώσεις και ή περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 βάσει της Κ.Δ.Π.97/13 και δια Συμφωνίας Πώλησης και Αγοράς έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Παραδέχεται επίσης ότι οι καταθέτες της Εναγομένης 2 υπέστησαν απομείωση αλλά αρνείται ότι η ίδια είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο θέμα ή ότι είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Ενάγουσα. Απάντηση Ενάγουσας (προς Εναγόμενη 3)
της Απάντησης της η Ενάγουσα, πέραν της άρνησης (με την πρώτη πρόταση) κάποιων παραγράφων της Υπεράσπισης, προβάλλει ότι: «Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η έκδοση των σχετικών διαταγμάτων έγινε δολίως ή και παρανόμως και με την μετοχή των Εναγομένων 3 ή και εκπροσώπων ή και αντιπροσώπων ή και άλλως πως προσώπων ενεργούντων εκ μέρους αυτών με σκοπό την αισχροκέρδεια ή και προστασία των Εναγομένων 3 και δη των Ελληνικών Τραπεζών ή και των καταθέσεων ή και περιουσιακών στοιχείων εν Ελλάδι, εις βάρος και των Εναγόντων - προσώπων με καταθέσεις
Κύπρο». Υπό τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ Ή ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3» ακολουθούν πέντε υποπαράγραφοι υπό Α-Ε με σχετικές λεπτομέρειες. Αυτές περιλαμβάνουν ισχυρισμούς για εκμετάλλευση της κρίσης, μεθόδευση, δόλια υπερ-υποτίμηση με οφέλη δισεκατομμυρίων, εξασφάλιση κερδών και φερεγγυότητας και γενικά για δόλιες, επί σκοπώ και παράνομες πράξεις της Εναγομένης 3 με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Εναγομένη 3 εις βάρος της Ενάγουσας.
της Απάντησης της η Ενάγουσα πέραν της άρνησης (με την πρώτη πρόταση) κάποιων παραγράφων της Υπεράσπισης παραθέτουν έξι παραγράφους στις οποίες προβάλλονται ισχυρισμοί για πράξεις και παραλείψεις της Εναγομένης 3, για αμέλεια, πρόκληση συνδρομή και ευθύνη της στα διαδραματισθέντα κατά τον Μάρτιο του 2013, καταλήγοντας ότι επέδειξε εγκληματική αμέλεια ή και δόλο. Καθίσταται σαφές από την ως άνω σύνοψη πως την Εναγόμενη 3 την αφορούν από πλευράς βάσης αγωγής οι §7 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Έχει διαφανεί πως με την §7 αποδίδεται συλλήβδην στις Εναγόμενες 1, 2 και 3 ευθύνη για κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας και για αντικανονικές, παράνομες λανθασμένες, αναληθείς και δόλιες ενέργειες για τις οποίες παρατίθενται λεπτομέρειες. Είναι ενδεικτικό πως στη μόνη από τις 22 παραγράφους (στις οποίες υποδιαιρούνται οι λεπτομέρειες)
οποία γίνεται αναφορά σε δόλο είναι η §7xvi η οποία έχει ως εξής: «Κατά τις ενέργειες και/ή πράξεις τους, οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν υπόψιν και/ή παραβίασαν την αρχή του pari passu ή/και υπό τις περιστάσεις συνιστά προνομιακή ή/και δόλια προτίμηση πιστωτών γνωστή υπό την ορολογία «illegal - Fraudulent preference»».
δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε δόλο, ούτε
εισαγωγική παράγραφο, αλλά ούτε και στις λεπτομέρειες. Η παράγραφος αυτή περιορίζεται
επίκληση αμέλειας, βαρειάς αμέλειας ή εγκληματικών παραλείψεων, όπως καταγράφεται και στον υπέρτιτλο των λεπτομερειών. Εξετάζοντας όλα τα πιο πάνω και συγκρίνοντας τα σχετικά δικόγραφα δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία
κρίση κάθε καλόπιστου παρατηρητή πως η Ενάγουσα: i. Με το επίμαχο μέρος της §2 της Απάντησης της για πρώτη φορά αναφέρεται σε συμμετοχή της Εναγομένης 3
έκδοση των σχετικών διαταγμάτων και για πρώτη φορά αποδίδει σε αυτή δολιότητα και ή παρανομία κατά την έκδοση τους, με περαιτέρω σκοπό την αισχροκέρδεια. Επίσης για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σε «εκμετάλλευση στο έπακρο» της κατάστασης, σε «μεθόδευση», σε «δόλια υπερυποτίμηση», σε «αισχροκέρδεια» και σε «παράνομη μεταβίβαση». ii. Με το επίμαχο μέρος της §3 της Απάντησης της η ίδια (η Ενάγουσα) δέχεται ότι προβαίνει σε «περαιτέρω» ισχυρισμούς. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως εκθέτει αναλυτικά πλέον τα γεγονότα Μαρτίου του 2013 αφενός προβάλλοντας πρωταγωνιστικό - καθοριστικό ρόλο για την Εναγομένη 3 και αφετέρου, κυρίως, διανθίζοντας αυτά τα γεγονότα με περαιτέρω ισχυρισμούς για υπαίτια συμμετοχή της Εναγομένης σε πράξεις και παραλείψεις από κοινού με τους υπόλοιπους εναγομένους, για υφαρπαγή καταθέσεων και για αισχροκέρδεια ενώ
Στ επαναφέρεται ο ισχυρισμός περί δόλου της εναγομένης 3 είτε αφ΄ εαυτής είτε με συνεργούς τους υπόλοιπους Εναγομένους. Στη βάση των ως άνω επισημάνσεων δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία πως η Ενάγουσα με την Απάντηση της έπραξε ακριβώς αυτό το οποίο δεν επιτρέπεται. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει μνεία στη Δ.19 κ.5 η οποία επιτάσσει ότι όταν κάποιος διάδικος στηρίζεται μεταξύ άλλων σε δόλο ή υπαίτια παράλειψη θα πρέπει να παραθέτει στο δικόγραφο του πλήρεις λεπτομέρειες αυτών (full particulars thereof). Ειδικά για την περίπτωση δόλου προβλέπεται πως οι κατ΄ ισχυρισμόν δόλιες πράξεις πρέπει να παρατίθενται ειδικώς και πρέπει να δηλώνεται ότι αυτές έγιναν δολίως (". must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudently"). Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 450, για την αντίστοιχη O.19 r.6: "And whenever either party is imputing fraud, negligence, or misconduct to his opponent the facts must be stated with special particularity and care". Ειδικά δε ως προς την αμέλεια αναφέρεται στη σελ. 456: "Negligence.—Particulars must always be given in the pleading, showing in what respects the defendant was negligent. The statement of claim "ought to state the facts, upon which the supposed duty is founded, and the duty to the plaintiff with the breach of which the defendant is charged". Then should follow an allegation of the precise breach of that duty, of which the plaintiff complains, and, lastly, particulars of the damage sustained". Είναι κατά τη γνώμη μου εμφανές πως τα επίμαχα τμήματα των §2 και §3 της Απάντησης θα έπρεπε στα πλαίσια ορθής δικογράφησης να συνιστούν μέρος της Έκθεσης Απαίτησης και όχι της Απάντησης. Μια ορθή δικογράφηση θα έδιδε - ως ώφειλε - το δικαίωμα και την ευκαιρία
Εναγόμενη 3 αφενός να γνωρίζει με ακρίβεια τι συγκεκριμένα τής αποδίδεται από την Ενάγουσα και αφετέρου να υπερασπιστεί τον εαυτό της, πράγμα που δεν δύναται να πράξει σήμερα από δικογραφικής πλευράς. Η θέση της Ενάγουσας ότι όλοι οι επίμαχοι ισχυρισμοί και λεπτομέρειες παρατέθηκαν εις απάντηση ισχυρισμών της Εναγομένης 3 (ήτοι αφενός ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και αφετέρου ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στις επίμεμπτες πράξεις), ασφαλώς και δεν ευσταθεί καθότι πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι εξαρχής έπρεπε να τίθενται
Έκθεση Απαίτησης καθ΄ ην έκταση στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα και την ευθύνη της Εναγομένης 3, σύμφωνα με την εκδοχή της ίδιας της Ενάγουσας. Παρέλκει βεβαίως να τύχει ιδιαίτερου σχολιασμού το επιχείρημα της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 3 θα απαντήσει αυτούς τους ισχυρισμούς «ασφαλώς, λέγοντας τη θέση της κατά την ακροαματική διαδικασία». Αρκεί να λεχθεί πως η ακρόαση θα προχωρήσει μόνο στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της κάθε πλευράς και η στέρηση μιας τέτοιας ευκαιρίας όχι μόνο τείνει να επηρεάσει αλλά εν τοις πράγμασι επηρεάζει δυσμενώς και θέτει σε αμηχανία την Εναγομένη 3 εν τη εννοία της Δ.19 κ.26, αφού παραμένουν δικογραφικά αναπάντητοι ουσιώδεις ισχυρισμοί της άλλης πλευράς, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί παρά να έχει τη σημασία του κατά την προσαγωγή μαρτυρίας, την προώθηση θέσεων, την εξέταση τους και εν τέλει την επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Δεν θα συμφωνήσω ότι εγείρεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα επί τω ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Είναι αυταπόδεικτο πως η Δ.19 κ.14 θέτει κανόνα ορθής δικογράφησης ενώ η Δ.19 κ.26, (σύμφωνα με την οποία συντάχθηκε το αιτητικό της παρούσας αίτησης) παρέχει το ειδικότερο δικονομικό υπόβαθρο διαγραφής δικογράφου. Σύμφωνα δε με τη Δ.48 κ.9(j) αίτηση στη βάση της Δ.19 κ.26 δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει
παρούσα δεν απαιτείτο η στοιχειοθέτηση οποιουδήποτε πραγματικού γεγονότος με ένορκη δήλωση, αφού όλα τα απαραίτητα στοιχεία υπήρχαν στον δικαστικό φάκελο. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι θα πρέπει να επιτύχει η αίτηση και να διαγραφούν τα επίμαχα σημεία από την Απάντηση της Ενάγουσας ημερ. 8.11.16
Υπεράσπιση της Εναγομένης 3. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η §(α) της αίτησης. Τροποποιημένη ως ανωτέρω Απάντηση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται προς όφελος της Εναγομένης 3 έξοδα ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.