DE.LE.MA CONSULTANTS LTD ν. ROSSETER HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 9148/2010, 25/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9148/2010 Μεταξύ: DE.LE.MA CONSULTANTS LTD Ενάγοντες -και- ROSSETER HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων 25 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα Λοΐζου. Για τους εναγόμενους: κος Παπαθεοδώρου. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας είναι μόλις για το ποσό των €1.288,42, και αφορά τιμολόγια που απεστάλησαν στην εναγομένη εταιρεία για εργασίες που η ενάγουσα εταιρεία εκτέλεσε προς όφελος της εναγομένης εταιρείας. Δια να αποδειχθεί η απαίτηση η πλευρά των εναγόντων κάλεσε τον οικονομικό διευθυντή της και υπεύθυνο του λογιστηρίου, Κώστα Κωνσταντίνου. Η εταιρεία ασχολείται με την παροχή διαφημιστικών εργασιών. Τον Σεπτέμβριο του 2001 οι εναγόμενοι προσέλαβαν τους ενάγοντες να παρέχουν διαφημιστικές εργασίες και υπηρεσίες στα πλαίσια συμποσίου που οργάνωσαν οι ενάγοντες με θέμα «Commercializiing Nanotechnology». Μεταξύ άλλων, οι ενάγοντες σχεδίασαν λογότυπο για το συμπόσιο καθώς και την ετοιμασία αρχικής σελίδας στην ιστοσελίδα των εναγομένων. Ξεκίνησε μία συνεργασία όπου οι εναγόμενοι παρείχαν διάφορες υπηρεσίες στους εναγόμενους, η οποία συνεργασία είχε διάρκεια από τον Σεπτέμβριο 2001 μέχρι τον Μάρτιο
- Οι ενάγοντες απέστειλαν τιμολόγια για τις εργασίες που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2 μέχρι 6, και τα οποία ο ΜΕ1 εξήγησε αναλυτικά για ποια εργασία αφορούσε το κάθε τιμολόγιο. Οι ενάγοντες στο λογιστικό τους σύστημα διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού όπου καταχωρούνταν οι χρεοπιστώσεις των συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων. Αυτή την κατάσταση την εξήγησε αναλυτικά ο ΜΕ1 για να εξηγήσει ποια αντικείμενα εργασιών είχαν εξοφληθεί αλλά και για να εξηγήσει με απόλυτο τρόπο πως προκύπτει το σημερινό υπόλοιπο. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο της αποστολής των τιμολογίων καθώς και της αποστολής της κατάστασης λογαριασμού οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν την οφειλή και πως προέκυψε. Η συνεργασία με την εναγομένη εταιρεία διακόπηκε εξαιτίας αδυναμίας, άρνησης και/ή παράλειψης των εναγομένων να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Ο ΜΕ1 απέρριψε την θέση των εναγομένων, ως αυτή δικογραφείται, ότι αυτά τα τιμολόγια συμπεριλαμβάνονται σε μία προσφορά των Λ.Κ.5.879,00, και εξήγησε ότι αυτή η θέση των εναγομένων είναι σκέψη εκ των υστέρων, επειδή οι εργασίες για τις οποίες διεκδικείται πληρωμή, δεν έγιναν στα πλαίσια της προσφοράς για το συμπόσιο αλλά αφορούσαν έτερη εργασία η οποία τιμολογήθηκε. Το επιχείρημα ότι αυτές οι εργασίες εντάσσονται στην αρχική προσφορά, σε σχέση με το συμπόσιο, δεν είναι πειστικό διότι η συνεργασία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων είχε διάρκεια μέχρι 2004, ενώ το συμπόσιο στα πλαίσια του οποίου έγινε και η προσφορά έγινε το
- Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ1, ήταν σε θέση να περιγράψει ένα προς ένα τα τιμολόγια που κατατέθηκαν και να εξηγήσει την κάθε εργασία που έγινε καθώς και να συσχετίσει τα τιμολόγια και τον αριθμό αναφοράς της εργασίας με την κατάσταση του λογαριασμού που περιέχει όλες τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού του συγκεκριμένου πελάτη, ήτοι το τεκμήριο
- Μετά την πρώτη εργασία και την πληρωμή των Λ.Κ.2.169,05 στις 28.09.2001 οι εναγόμενοι κατέβαλαν πληρωμές έναντι συγκεκριμένων τριών τιμολογίων, όμως, παρέμειναν απλήρωτα τιμολόγια που αφορούν συγκεκριμένες εργασίες που περιέγραψε και που περιγράφονται αναλυτικά στα τιμολόγια που επισυνάπτονται στην δήλωση του. Ο ΜΕ1 συμφώνησε με τον κ. Παπαθεοδώρου ότι το τεκμήριο 10 που είναι έγγραφο της συμφωνηθείσας εργασίας για το σεμινάριο που έγινε το 2001 αφορά τις εργασίες που περιγράφονται στα πρώτα τέσσερα τιμολόγια που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Συμφώνησε επίσης ότι ο τρόπος που γινόταν η συνεργασία για την εκτέλεση εργασίας, ήταν με συναντήσεις μεταξύ των μερών όπου τηρούνταν πρακτικά και κατέγραφαν τις συγκεκριμένες εργασίες που θα εκτελούσαν οι ενάγοντες προς όφελος των εναγομένων. Εξήγησε ότι τα μέρη συμφωνούσαν στην εκτέλεση και άλλων εργασιών με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή, πραγματοποιούσαν συναντήσεις όπου τηρούσαν και πρακτικά. Σε σχέση με το τεκμήριο 4 που είναι μικρή εργασία για εκτύπωση προσωπικών καρτών υπαλλήλου της εταιρείας δεν έγινε συνάντηση προτού συμφωνηθεί οι ενάγοντες να εκτυπώσουν κάρτες εργασίας για μέλος του προσωπικού της εναγόμενης εταιρείας. Δεν προηγήθηκε συνάντηση για την παραγγελία των καρτών του προσωπικού επειδή ήταν μικρή εργασία και απλή. Η πληροφόρηση του ΜΕ1, ήταν ότι αυτή η εργασία έγινε κατόπιν οδηγιών της εναγομένης εταιρείας. Σε σχέση με την εργασία σχεδιασμού ιστοσελίδας, τεκμήριο 5, ανέφερε ότι σχετίζεται με πρακτικά συνάντησης που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήριο 9). Παραδέχθηκε ότι κάποιες εργασίες που καταγράφηκαν στο τεκμήριο 9 δεν έγιναν. Δεν είχε προσωπική γνώση των εργασιών που δεν έγιναν αλλά πληροφορήθηκε από άλλους υπαλλήλους της ενάγουσας εταιρείας. Πρόσεξα ότι γραμμή της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση αρχικά ήταν ότι αυτή η εργασία δεν έγινε ποτέ. Στην συνέχεια και κατά την αντεξέταση οι εναγόμενοι προσάρμοσαν την θέση τους και υπέβαλαν διαζευκτικά ότι σχεδιασμός της ιστοσελίδας των εναγόμενων έγινε από τρίτο άτομο. Για το τεκμήριο 6 επεξήγησε ότι αφορούσε μία εργασία που εκτέλεσαν οι ενάγοντες αξίας ΛΚ100,00, που τελικά την χάρισαν στους εναγόμενους και χρέωσαν μόνο το κόστος του Cd επί του οποίου θα γινόταν η εκτύπωση της σχετικής εργασίας. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους υπήρχε τέτοια καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, ενόψει και του γεγονότος ότι το 2008 έγινε ανακαίνιση της ενάγουσας εταιρείας, με αποτέλεσμα πολλά έγγραφα που αφορούσαν την συνεργασία να απολεσθούν και/ή να καταστραφούν. Όμως, ενδεχομένως η ολιγωρία να οφείλεται και στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν να πληρώσουν τα απλήρωτα τιμολόγια που τους είχαν αποσταλεί από τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι, δεν έχουν επηρεασθεί δυσμενώς από την καθυστέρηση. Αντιθέτως, έχουν επωφεληθεί από την καθυστέρηση καθότι έχουν αποφύγει την πληρωμή των τιμολογίων εξαιτίας της αδυναμίας των εναγόντων μέχρι στιγμής να διεκδικήσουν την οφειλή δικαστικά. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν έχουν τεκμηριώσει την θέση ότι έχουν χάσει μαρτυρία πολύτιμη για την στοιχειοθέτηση της υπεράσπισής τους. Αντιθέτως, εκείνοι που έχουν επηρεασθεί δυσμενώς από την καθυστέρηση είναι οι ενάγοντες, επειδή έχουν απωλέσει έγγραφα που θα τους ήταν βοηθητικά να αποδείξουν την απαίτηση τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ο ΜΕ1 αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως πραγματική βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η ΜΕ2, Χριστιάνα Χρυσοστόμου, ήταν υπεύθυνη της ομάδας που εκτελούσε τις εργασίες προς όφελος των εναγομένων. Επειδή έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκτέλεσης των εργασιών και επειδή οι ενάγοντες δεν έχουν κρατήσει αρχεία όλων των εγγράφων, προσχεδίων και εργασία που έκαναν δεν μπορούσε να θυμάται όλες τις λεπτομέρειες της εκτελεσθείσας εργασίας αλλά σε γενικές γραμμές ήταν θετικός μάρτυρας και πειστική ότι η εταιρεία της, δεν εκτελούσε εργασία για την οποία δεν είχε ρητή έγκριση από την Μαρία Ξενοφώντος, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας. Παραδέχθηκε ότι εργασία που ενσωματώνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 7 με καταχώρηση ημερομηνίας 30.04.2002 για το ποσό των ΛΚ418,00 είναι λάθος διότι μέρος της εργασίας που ενσωματώθηκε στην κατάσταση του λογαριασμό δεν εκτελέσθηκε. Συγκεκριμένα, επιβεβαίωσε ότι οι ενάγοντες ετοίμασαν προσχέδια λογότυπου για συγκεκριμένο συμπόσιο, όμως, δεν προσκόμισε θετική μαρτυρία να αποδείξει ότι ετοιμάσθηκε και ιστοσελίδα για το εν λόγω συμπόσιο το οποίο εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε. Συνεπώς, το ποσό των ΛΚ180,00 πλέον ΦΠΑ, που είναι χρέωση για την ετοιμασία της ιστοσελίδας (βλέπε τεκμήριο 16), θα πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο
- Επιβεβαίωσε ότι οι εργασίες για τα πρώτα 4 τιμολόγια που καταγράφηκαν στο τεκμήριο εκτελέσθηκαν και πληρώθηκαν πλην του ποσού των ΛΚ16,
- Γι' αυτές τις εργασίες πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις 02.08.
- Μετά από αυτή την συνάντηση και την διεκπεραίωση αυτών των εργασιών υπήρξαν και μεταγενέστερα δύο συναντήσεις με τους εναγόμενους στις οποίες τηρήθηκαν πρακτικά και συμφωνήθηκαν μεταγενέστερες εργασίες. Αυτές οι εργασίες είχαν άλλο αριθμό αναφοράς και αφορούν δύο καταχωρήσεις με ημερομηνία 28.02.2002 επί του τεκμηρίου
- Αυτές οι εργασίες που δεν ενσωματώνονται στα πρώτα 4 τιμολόγια επί του τεκμηρίου 7, αναγνωρίσθηκαν από τους εναγόμενους διά της πληρωμής τους και εξόφλησης τους. Στις 6.3.2002 στάληκε προσχέδιο επαγγελματικής κάρτας που ετοίμασε τμήμα των εναγόντων στους εναγόμενους και θυμάται ότι μίλησε με την αντιπρόσωπο των εναγομένων, την Μαρία Ξενοφώντος, η οποία ενέκρινε την συγκεκριμένη κάρτα για επιστημονικό συνεργάτη, των εναγομένων. Στη συνέχεια, αυτή η εργασία εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η συνεργασία της με την κα Ξενοφώντος ήταν άψογη και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, μεταξύ των δύο γυναικών, συνεπώς, ορισμένες φορές εγκρίθηκε εργασία μόνο με τηλεφωνική επικοινωνία. Κατά τον επίδικο χρόνο ουδέποτε τέθηκε θέμα ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασία, η οποία δεν είχε εγκριθεί από τους εναγομένους. Θυμάται ότι έγινε και προσχέδιο λογοτύπου, όχι της εταιρείας, αλλά λογότυπο για συμπόσιο που θα γινόταν στην Ιαπωνία. Αυτό έγινε σε συνάντηση στα γραφεία των εναγομένων στις 14.03.2002, στην παρουσία και της Μαρίας Ξενοφώντος. Επίσης, έγινε και προσχέδιο και εκτύπωση λογότυπου, τεκμήριο 21, που θα τοποθετείτο σε 200 μπουκάλια δείγματα τα οποία θα χρησιμοποιούσαν στη διάρκεια του συγκεκριμένου συμποσίου στην Ιαπωνία. Αυτές οι εργασίες περιγράφονται αναλυτικά στα πρακτικά συνάντησης, τεκμήριο
- Η ΜΕ2, παραδέχθηκε ότι κάποιες από τις εργασίες που αναφέρονται σ' αυτό το τεκμήριο δεν εγκρίθηκαν, έτσι δεν εκτελέσθηκαν. Περαιτέρω, εγκρίθηκαν και εκτελέσθηκαν εργασίες που αφορούσαν το τιμολόγιο με αριθμό 22037 και το τιμολόγιο με αριθμό
- Άλλη απτή απόδειξη ότι οι εργασίες αυτές εγκρίθηκαν και εκτελέσθηκαν είναι ότι οι ενάγοντες πλήρωσαν εξωτερικούς τους συνεργάτες για την εκτέλεση της εργασίας. Σε καμία περίπτωση δεν θα προχωρούσαν στην υλοποίηση και εκτέλεση εργασίας που δεν είχε εγκριθεί εκ των προτέρων από τους εναγομένους. Δεν ήταν εφικτό κάθε φορά να παίρνει γραπτή έγκριση για κάθε εργασία αλλά η σχέση της με Μαρία Ξενοφώνντος ήταν τέτοια που σε κάποιες περιπτώσεις η έγκριση των εναγομένων γινόταν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αλλά και με τηλεφωνική επικοινωνία. Ποτέ δεν υπήρξε παρεξήγηση σε σχέση με εργασία που είχε εκτελεστεί προς όφελος των εναγομένων εξαιτίας της άψογης συνεργασίας μεταξύ των δύο. Με βάση τη μαρτυρία της ΜΕ2 η οποία ως ανωτέρω κρίνεται αξιόπιστη προκύπτει ότι οι εργασίες που περιγράφονται στα τιμολόγια της απαίτησης εγκρίθηκαν και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολών των εναγομένων. Α. Μαρτυρία των εναγομένων Μοναδικός μάρτυρας των εναγομένων ήταν η Μαρία Ξενοφώντος. Η θέση της είναι διευθύντρια των εναγομένων. Η εκδοχή της ήταν ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών που δεν αφορούσαν το συνέδριο που έγινε το
- Επιπρόσθετα ανέφερε ότι οι εργασίες του συνεδρίου 2001 ξοφλήθηκαν τον Σεπτέμβριο 2001 (βλ. τεκμήριο 25). Στις 09.11.201 εξοφλήθηκε με το ποσό των ΛΚ2.169,05 το τιμολόγιο, τεκμήριο
- Είναι θέση της ότι, ουδέποτε εξουσιοδότησε την ενάγουσα εταιρεία να ετοιμάσει ψηφιακό δίσκο για λογαριασμό των εναγομένων. Σε σχέση με τα τιμολόγια, τεκμήρια 14 και 15, τα οποία οι εναγόμενοι φαίνεται να πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ496,10 η ΜΥ1 δεν τα θυμάται αλλά και δεν θυμάται τι αφορούσαν. Εφόσον δεν τα θυμάται κρίνω ότι δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει κατά πόσο αυτές οι εργασίες έγιναν κατόπιν εντολών των εναγομένων. Η ουσία της δικογραφημένης υπεράσπισης των εναγομένων είναι ότι δεν έγιναν οι εργασίες που τιμολογήθηκαν μετά το συμπόσιο του 2001 για λογαριασμό των εναγομένων. Οι εργασίες αυτές περιγράφονται αναλυτικά στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Ήταν θέση των εναγομένων (βλ. παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης), ότι η υπεύθυνη των εναγόντων μίλησε με την διευθύντρια των εναγομένων και απολογήθηκε για το λάθος της, δηλαδή, που χρεώθηκαν για τις εργασίες που αναφέρονται στα τιμολόγια που περιγράφονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Όμως, όταν ήρθε να δώσει μαρτυρία η διευθύντρια των εναγομένων δεν τεκμηρίωσε αυτό τον ισχυρισμό που δικογραφείται. Αυτή η αντίφαση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης των εναγομένων, με την οποία δεσμεύθηκαν σε συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων, και της ένορκης μαρτυρίας της ΜΥ1, επηρεάζει την αξιοπιστία της συγκεκριμένης μάρτυρος αλλά και εγείρει ζήτημα σε σχέση με το γνήσιο της θέσης των εναγομένων ότι η μόνη εργασία που εγκρίθηκε είναι αυτή που αφορά το συμπόσιο του
- Θέση της υπεράσπισης ήταν ότι οι ενάγοντες παραδέχθηκαν το λάθος τους και ότι χρέωσαν τους εναγομένους για εργασία που δεν είχε εγκριθεί. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν αυτόν τον ισχυρισμό. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι η εργασία που περιγράφεται στα πέντε τιμολόγια που καταγράφονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεν εκτελέσθηκε από τους ενάγοντες. Η ΜΥ1 απέτυχε να καταρρίψει την θετική μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες ότι η εργασία που περιγράφεται στα απλήρωτα τιμολόγια είχε εκτελεσθεί και παραδοθεί στους εναγόμενους. Η γενική ασαφής μαρτυρία της ΜΥ1, δεν ήταν ικανοποιητική για να καταρρίψει την λεπτομερή και συγκεκριμένη μαρτυρία των δύο μαρτύρων των εναγόντων. Αυτοί ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη εργασία εκτελέσθηκε προς όφελος των εναγομένων στην συνέχεια αυτή η εργασία τιμολογήθηκε ώστε να απαιτηθεί και η πληρωμή. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι πλήρωσαν έναντι τιμολογίων που δεν αφορούσε το συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 2001, και έτσι η θέση των εναγομένων ότι ενέκρινε εργασίες μόνο σε σχέση με το συμπόσιο του 2001, καταρρίπτεται. Συνεπώς, το μόνο ερώτημα που παραμένει προς επίλυση, και που είναι καθοριστικό για το αποτέλεσμα της αγωγής, είναι κατά πόσο υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας που έχει τιμολογηθεί και εκτελεσθεί προς όφελος των εναγομένων.
- Οι εργασίες που έχουν τιμολογηθεί είχαν συμφωνηθεί να γίνουν μεταξύ των μερών Δεν υπάρχει συγκεκριμένη γραπτή συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των μερών, ώστε να εξαχθεί η πρόθεση των μερών σε σχέση με την εργασία που εξουσιοδοτήθηκε να εκτελεσθεί. Στην υπόθεση Amethyst Distributors Ltd ν. Ιερας Μονής Κύκκκου[1], το Εφετείο επεξήγησε ποιοι είναι οι ερμηνευτικές κανόνες που χρησιμοποιούνται για να εξαχθεί η πραγματική πρόθεση των μερών όταν ένας όρος στην συμφωνία είναι ασαφής ή όταν η συμφωνία είναι ημιτελής. Διευκρίνισε το εφετείο ότι εξωγενής μαρτυρία σε σχέση με την πρόθεση των μερών επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που η συμφωνία δεν είναι ολοκληρωμένη ή υπάρχει ασάφεια σε όρο της συμφωνίας που χρήζει επεξήγησης. «Είναι φανερό ότι η έφεση αφορά στην ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης. Πρόκειται για νομικό θέμα για το οποίο το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια. Σκοπός είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας[2]). Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd[3], Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ[4] και Saab a.o. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos[5])». Δεν υπήρχε συγκεκριμένη γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών που να καθορίζει επακριβώς ποια εργασία θα εκτελούσαν οι ενάγοντες προς όφελος των εναγομένων. Όμως, τα μέρη είχαν μία συνεχιζόμενη συνεργασία. Η ΜΕ2 εξήγησε αναλυτικά την διαδικασία που ακολουθούσε για να προβεί σε εκτέλεση της εργασίας. Σε κάθε περίπτωση είχε εξασφαλίσει έγκριση της εργασίας από τους αντιπροσώπους των εναγομένων προτού προβεί σε εκτέλεση της εργασίας. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είχε εξασφαλίσει έγκριση για τις συγκεκριμένες εργασίες, διαφορετικά δεν θα πλήρωνε έξοδα σε άλλα τρίτα πρόσωπα συνεργατών των εναγόντων ώστε να εκτελεσθεί η συγκεκριμένη εργασία. Είναι γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν συσκέψεις μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων προς τον σκοπό να αποφασισθεί ποιες εργασίες θα εκτελούνταν και ποιες όχι, αλλά αυτή η διαδικασία έγκρισης της εργασίας δεν είναι η οδός που ακολουθούσε κάθε φορά. Υπήρχαν μικρές εργασίες, όπως η εκτύπωση προσωπικών καρτών συνεργατών των εναγομένων που εκτελέστηκαν με μόνο προφορική έγκριση των αντιπροσώπων των εναγομένων. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι η συνεργασία της με τους εναγόμενους υπήρξε άψογη και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, έτσι δεν τίθετο θέμα να αμφισβητήσει τα λεγόμενα των αντιπροσώπων της εταιρείας όταν αυτοί είχαν εγκρίνει την διεξαγωγή συγκεκριμένης εργασίας. Οι εναγόμενοι όχι μόνο δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι η εργασία δεν εξουσιοδοτήθηκε να γίνει, αλλά αντιθέτως με την συμπεριφορά τους διά της αποδοχής της εργασίας αυτής, απέδειξαν ότι υπήρχε συμφωνία για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Αφής στιγμής, υπήρχε συνεννόηση μεταξύ των μερών (Meeting of the minds), για την εκτέλεση αυτών των εργασιών και στην συνέχεια εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, αποδεικνύεται και η ύπαρξη συμφωνίας για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, εκτός και εάν οι εναγόμενοι προσκομίσουν αντίθετη μαρτυρία ότι ουδέποτε ενέκριναν την συγκεκριμένη εργασία. Οι εναγόμενοι, δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αποδείξουν ότι δεν ενέκριναν την συγκεκριμένη εργασία που οι ενάγοντες πράγματι εκτέλεσαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους. Λόγω της συμπεριφοράς των εναγόμενων προς τους ενάγοντες κατά την σύναψη της συμφωνίας και την παράδοση των συγκεκριμένων εργασιών κωλύονται σ' αυτό το στάδιο να αποποιηθούν την συμβατική τους υποχρέωση να πληρώσουν για τις συγκεκριμένες εργασίες. Πιο κάτω, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[6] καταγράφεται χαρακτηριστικό παράδειγμα που επεξηγεί την αρχή ότι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να επωφεληθεί της εργασίας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους της συμφωνίας και μετέπειτα ανέντιμα να προβάλει επιχείρημα ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η συμφωνία ως αποτέλεσμα της οποία επωφελήθηκε της εργασίας: «Where A has so conducted himself that a reasonable person would believe that he is unambiguously assenting to the terms as proposed by the other party , A is precluded from setting up his real intention and is bound by the contract as if he had intended to agree to B's terms». Ελεύθερη μετάφραση «Όταν ο Α συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που να προκαλεί ένα λογικό άνθρωπο να πιστεύει ότι έχει επέλθει συμφωνία με τους όρους που έχει θέσει εκείνο το μέρος, τότε ο Α κωλύεται από του να αποκαλύψει την πραγματική του πρόθεση σε κατοπινό στάδιο και δεσμεύεται από την συμφωνία ως την είχε επινοηθεί και θέσει ο Β». Εξαιτίας της συνεργασίας των εναγόντων με τους εναγομένους, και την αμοιβαία εμπιστοσύνη που υπήρχε μεταξύ της ΜΕ2 και της διευθυντρίας των εναγομένων, θεωρώ, ότι ήταν λογικό για τους ενάγοντες να πιστεύουν ότι οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να εκτελέσουν οι ενάγοντες τις συγκεκριμένες εργασίες προς όφελος των εναγομένων. Οι ενάγοντες βασίσθηκαν στις παραστάσεις των εναγομένων και εκτέλεσαν τις εν λόγω εργασίες. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν αυτή την εργασία, χωρίς όμως να πληρώσουν το αντίτιμο για την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας. Οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει καμία θετική μαρτυρία για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι αυτή η εργασία πράγματι εκτελέσθηκε και παραδόθηκε στους εναγόμενους. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την αγωγή με την οποία διεκδικούν μικρό ποσό χρημάτων που οφείλεται για εργασίες που πραγματοποιήθηκαν τα έτη 2001 μέχρι
- Όμως, ο ΜΕ1, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους επήλθε αυτή η καθυστέρηση, και δεν είναι επειδή αυτή η οφειλή δεν είναι γνήσια. Αυτά τα τιμολόγια στάλθηκαν στους εναγόμενους, κατά τον χρόνο που εκδόθηκαν, και οι εναγόμενοι από τότε αρνούνται και/ή παραλείπουν να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους δεν έχουν αρνηθεί ότι παρέλαβαν τα συγκεκριμένα τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν τα έτη 2001-
- Στην περίπτωση που η εργασία, δεν είχε γίνει ή δεν είχε εξουσιοδοτηθεί, θα ήταν λογικό, οι εναγόμενοι να είχαν διαμαρτυρηθεί τότε για τις χρεώσεις επί των τιμολογίων. Ως ανέφερα, και πιο πάνω, οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει καμία μαρτυρία για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι οι εναγόντες αποδέχθηκαν ότι τα τιμολόγια ήταν λάθος. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά των εναγομένων με την σιωπηρή αποδοχή των εργασιών και την λήψη των τιμολογίων, χωρίς διαμαρτυρία, είναι ακόμη μία απτή απόδειξη ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών, για την εκτέλεση και την παράδοση της συγκεκριμένης εργασίας. Ως εκ τούτου, δεν δύναται οι εναγόμενοι να επωφεληθούν των εργασιών των εναγόντων και να μην τηρήσουν τα συμφωνηθέντα για την εργασία που έχει εκτελεσθεί και παραδοθεί.
- Το Ζήτημα της Παραγραφής Δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του χρέους, λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων, προκύπτει ότι το χρέος απαιτήθηκε αρκετές φορές, χωρίς όμως οι εναγόμενοι να ανταποκριθούν στο κάλεσμα των εναγόντων, να πληρώσουν αναγνωρισμένη οφειλή. Οι εναγόμενοι επωφεληθήκαν της αδυναμίας των εναγόντων να διεκδικήσουν την μικρή οφειλή έγκαιρα. Αυτός δεν είναι καλός λόγος για να παραγραφεί το χρέος, αντιθέτως, θα προκληθεί αδικία εις βάρος των εναγόντων. Δεν τίθεται ζήτημα νομικής παραγραφής του νόμου διότι κατά την έγερση της αγωγής ο Περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 βρισκόταν υπό αναστολή, και έπειτα θεσπίσθηκε ο Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66
(1)/12 που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016. Στην περίπτωση που το ζήτημα της παραγραφής διέπεται από συγκεκριμένο νόμο δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος βάση των αρχών της επιείκειας δηλαδή με «laches». Αυτή η αρχή και το σκεπτικό της επεξηγήθηκε αναλυτικά στην υπόθεση Νάσα Χριστοφίδου ν Δημητρη Παπαχρυσοστομου ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου[7]. Αυτό το σκεπτικό είναι ότι το δίκαιο της επιείκειας δεν θέτει συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση αγώγιμου δικαιώματος. Μόνο όταν διαπιστώνεται ότι ο ενάγοντας με την συμπεριφορά του έχει απεμπολήσει το δικαίωμα να διεκδικεί νομικό δικαίωμα εξαιτίας της καθυστέρησης δημιουργείται κώλυμα στην προώθηση του αγώγιμου δικαιώματος. Επιπρόσθετα, η υπεράσπιση της καθυστέρησης δεν πρέπει να εξετασθεί διότι οι εναγόμενοι δεν έχουν εγείρει το ζήτημα της καθυστέρησης στα δικόγραφα της αγωγής. Η πρώτα φορά, που εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα, ήταν κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων της αγωγής. Ούτε υποβλήθηκαν ερωτήσεις στους μάρτυρες των εναγόντων, που να σχετίζονται με το ζήτημα της καθυστέρησης, ώστε να γνωρίζουν ότι αυτό ήταν επίδικο θέμα της αγωγής. Στην υπόθεση Θεοφίλης Παπαδοπούλου, πιο πάνω, το Εφετείο επεξήγησε ότι το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να δικογραφείται ρητώς και με αρκετή λεπτομέρεια ως υπεράσπιση στην αγωγή. Στην παρούσα αγωγή, το ζήτημα της καθυστέρησης δεν δικογραφείται καθόλου και οι ενάγοντες έχουν τεθεί εξαπίνης, με την έγερση της υπεράσπισης της καθυστέρησης, με γενικό και ασαφή τρόπο, κατά το στάδιο της τελικής τους αγόρευσης. Η παράλειψη των εναγόμενων, να στοιχειοθετήσουν αυτή την υπεράσπιση στο δικόγραφο τους, είναι ικανοποιητικός λόγος για να απορρίψω και να αγνοήσω τέτοιο επιχείρημα, που εγείρεται για πρώτη φορά στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Όμως, θα απέρριπτα αυτό το επιχείρημα ως λόγο υπεράσπισης και για λόγους ουσίας. Οι εναγόμενοι, ουδέποτε αμφισβήτησαν την εν λόγω οφειλή κατά τον επίδικο χρόνο. Αντιθέτως, έδωσαν την εντύπωση στους ενάγοντες ότι αποδέχονταν την οφειλή, και τους έδωσαν και την εντύπωση για μεγάλο χρονικό διάστημα ότι θα τακτοποιούσαν την οφειλή. Ο ΜΕ1, ως εξήγησα, πιο πάνω, δικαιολόγησε την καθυστέρηση των εναγόντων να διεκδικήσουν τα νομικά τους δικαιώματα, μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Ως προκύπτει από το σκεπτικό της υπόθεσης Θεοφίλης Παπαδοπούλου, πιο πάνω, η υπεράσπιση της καθυστέρησης μπορεί να πετύχει μόνο όταν αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας με την συμπεριφορά του εγκατέλειψε και/ή παραιτήθηκε του νομικού δικαιώματός του. «Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος αλλά το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England[8]). Η υπεράσπιση όμως της καθυστέρησης (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Αν προνοείται, από το Νόμο, παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά από την παρέλευση κάποιου συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τότε ο ενάγοντας δικαιούται στην πλήρη χρονική περίοδο, την οποίαν προβλέπει ο Νόμος, πριν καταστεί η αξίωση του μη προωθήσιμη (unenforceable) (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παράγραφος 1181, σελ. 641). Στην προκείμενη περίπτωση, καθορίζεται περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, τα 15 χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποίαν προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε Άρθρον 3
(1)(α) του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15). Επίσης, δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64, αναστάληκαν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας. Η αναστολή (της παραγραφής) καταργήθηκε το 2002 δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 110(I)/
- Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έστω και αν η δικογράφηση της υπεράσπισης της καθυστέρησης και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται, ήταν επαρκής, πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν συμβαίνει, (διότι στην προαναφερόμενη παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης 2-εφεσείουσας δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα επαρκώς), και πάλι η υπεράσπιση αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει, εφόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε δικαίωμα να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά της, που πηγάζει από το προαναφερόμενο γραμμάτιο, μέσα σε 15 χρόνια από την γέννησή του, δηλαδή από την 1.8.1988, και αυτό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πρόνοιες των προαναφερόμενων νόμων του 1964 και
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.10.2000 και επομένως, εν πάση περιπτώσει, από την 1.8.1988 δεν είχαν συμπληρωθεί τα 15 χρόνια τα οποία προνοούνται για την εκπνοή του αγώγιμου δικαιώματος της αποβιώσασας. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει». Το δικαίωμα των ενάγοντων να καταχωρήσουν την συγκεκριμένη απαίτηση, ήτοι για την παραχώρηση υπηρεσιών και άλλων αγαθών, διέπεται από τον νόμο της παραγραφής κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Αυτό το δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί. Αναγνωρίζω ότι έχει επέλθει υπέρμετρος χρόνος από τη γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων, όμως, δεν έχει απολεσθεί μαρτυρία της υπόθεσης, που να προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση των εναγομένων. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι η μαρτυρία των εναγομένων έρχεται σε αντίθεση με την δικογραφημένη τους θέση, ήτοι ότι οι ενάγοντες τους χρέωσαν κατά λάθος για υπηρεσίες που δεν έγιναν ποτέ. Εκείνο που προέκυψε από την μαρτυρία, είναι ότι οι εργασίες έγιναν και ότι οι εναγόμενοι επωφελήθηκαν αυτών των υπηρεσιών χωρίς να τα πληρώσουν. Μετά επωφελήθηκαν από το γεγονός της αδυναμίας των εναγόντων να διεκδικήσουν έγκαιρα την αξίωσή τους στο Δικαστήριο. Διαγραφή της απαίτησης κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα ήταν άδικο, διότι θα επιβράβευε τους εναγόμενους, οι οποίοι έχουν επωφεληθεί δωρεάν τις υπηρεσίες των εναγόντων. Η αδυναμία των εναγόντων να προωθήσουν τα δικαιώματά τους έγκαιρα, στην παρούσα περίπτωση, δεν συνιστά συμπεριφορά που δείχνει ότι έχουν απεμπολήσει τα δικαιώματα τους. 3.Υπολογισμός του υπολοίπου λογαριασμού. Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει με θετική μαρτυρία ότι οι εργασίες που καταγράφονται στο τεκμήριο 7, ήτοι κατάσταση λογαριασμού, και που αφορούν τα τιμολόγια που καταγράφονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως έχουν πραγματοποιηθεί. Περαιτέρω, ως έχω εξηγήσει στο σημείο 2, πιο πάνω, οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να γίνουν οι συγκεκριμένες εργασίες με σχετικές οδηγίες προς τους ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτές οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν και παρεδόθηκαν προς στους εναγόμενους. Συμφωνώ με την θέση του κ. Παπαθεωδώρου ότι το ποσό των Λ.Κ.180,00 πλέον ΦΠΑ θα πρέπει να αφαιρεθεί από την συνολική οφειλή ως αυτή παρουσιάζεται στο τεκμήριο
- Υπήρξε παραδοχή των εναγόντων, κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι εργασία που περιγράφεται στο τεκμήριο 16, ως ιστοσελίδα, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Με βάση την μαρτυρία της ΜΕ2, προκύπτει ότι η χρέωση για ιστοσελίδα που αφορά το τιμολόγιο 18344, δεν είναι εργασία που τελικά πραγματοποιήθηκε από τους ενάγοντες. Οπότε το ποσό των Λ.Κ.180,00 πλέον ΦΠΑ, θα πρέπει να αφαιρεθεί από την συνολική οφειλή των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Σε σχέση με το τις κάρτες του κ. Tomanek και τη χρέωση των Λ.Κ.63,25, η ΜΕ2 ουδέποτε συμφώνησε με τον κ. Παπαθεωδώρου ότι αυτή η εργασία εξοφλήθηκε. Αντιθέτως, εξέφρασε επιφυλάξεις κατά πόσο αυτή η εργασία περιλαμβάνεται στο Job Number
- Συνεπώς, στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας στα πλαίσια της υπεράσπισης, δεν έχει αποδειχθεί το επιχείρημα που πρόβαλε ο κ. Παπαθεωδόρου, για πρώτη φορά στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης ότι το ποσό των Λ.Κ.63,25 εξοφλήθηκε. Το ποσό αυτό, δεν θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της οφειλής ως αυτό προκύπτει από το τεκμήριο 7, ήτοι την κατάσταση λογαριασμό. Σε σχέση με το τεκμήρια 7, κρίνω ότι οι ενάγοντες με την θετική και αξιόπιστη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει έχουν αποδείξει την οφειλή ως εκκαθαρισμένη οφειλή. Το τεκμήριο 7, συνιστά εκκαθαρισμένη οφειλή που αφορά υπηρεσίες που έχουν εκτελεστεί και παραδοθεί στους εναγόμενους. Την ίδια θεώρηση των πραγμάτων είχε και το Εφετείο στην υπόθεση Demil Exports Ltd v Κωνστανίνου[9], όταν αποδέχθηκε στην ολότητα του την μαρτυρία των εναγόντων ως αξιόπιστη πραγματική βάση για να θεμελιώσει την απαίτηση της αγωγής. Αναλύεται η έννοια του όρου εκκαθαρισμένου λογαριασμού με λεπτομέρεια στην πιο πάνω απόφαση ως ακολούθως: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Ως εξήγησα, πιο πάνω, εφόσον, η μοναδική δικογραφημένη υπεράσπιση που προβάλαν οι εναγόμενοι, έχει καταρριφθεί, και οι ενάγοντες έχουν αποδείξει με θετική μαρτυρία, ότι η εργασία για την οποία έχουν εκδοθεί τιμολόγια κατά τον επίδικο χρόνο πραγματοποιήθηκε και παραδόθηκε στους ενάγοντες, η οφειλή έχει αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ως απαιτείται σε αστικές υποθέσεις. Οι εναγόμενοι, αποδέχθηκαν αυτή την εργασία, την επωφελήθηκαν και δεν ήγειραν κατά τον επίδικο χρόνο οποιανδήποτε ένσταση προτού αποδεχθούν τις συγκεκριμένες εργασίες. Ως εκ τούτου, το ποσό οφείλεται πλην του ποσού των ΛΚ180,00 (Λ.Κ.180,00 Χ 1,71 ισοτιμία) πλέον ΦΠΑ ως εξήγησα πιο πάνω. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.280,00 πλέον ΦΠΑ πλέον νόμιμο τόκο και αφαιρεμένου του ποσού των ΛΚ180,00 (180 Χ 1,71 ισοτιμία) πλέον ΦΠΑ, ως εξήγησα πιο πάνω (€1.288,42 - Λ.Κ.180,00 (180 Χ 1,71) = €1.288,42 - €307,80 = €980,62 πλέον ΦΠΑ). Συνακόλουθα, η απόφαση που εκδίδεται είναι για το ποσό των €980,62 (€1.288,42 - €307,80 = €980,62), πλέον ΦΠΑ πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενων και υπέρ των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ 199
(2011)[2]
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, 44 [3]
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1156 [4]
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, 413 [5]
(1982)1 C.L.R. 499 [6] 4th edition, Volume 9
(1)Contract, Offer and Acceptance, paragraph 631 [7] 1 ΑΑΔ 1360
(2009)[8] 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641 [9]
(2011)1 Α.Α.Δ. 402