← Κύπρος

Σταύρος Σωτηρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5291/09, 31/5/2017

Σταύρος Σωτηρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5291/09, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5291/09 Μεταξύ: Σταύρος Σωτηρίου, Μακρυγιάννη Ιωάννη 10, Π. Λακατάμια. Ενάγοντας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας, Απελλή

  1. Εναγόμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαΐου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Χριστοφόρου Για τον Εναγόμενο: κα Παπαστεφάνου Απόφαση Η Αγωγή και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που την περιβάλλουν Στις 28 Δεκεμβρίου του έτους 2006, επεσυνέβη, σε εργοτάξιο ανεγειρόμενης οικοδομής, εργατικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά ο Γεώργιος Παύλου (στο εξής "ο Παύλου"). Κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε το Υπουργείο Εργασίας, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η ποινική υπόθεση με αριθμό 30777/07 (στο εξής ''η ποινική υπόθεση'') με κατηγορούμενο 2, τον ενάγοντα της παρούσας αγωγής και κατήγορο, το διευθυντή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ως ονομαζόταν τότε). Ο ενάγοντας, στην εν λόγω ποινική υπόθεση, αντιμετώπισε 3 κατηγορίες, όλες σχετιζόμενες με ευθύνες και/ή υποχρεώσεις ενός εργοδότη. Και τούτο γιατί, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, τούτος (ο ενάγοντας), θεωρήθηκε ως ο εργοδότης του Παύλου κατά το χρόνο που επεσυνέβη το εργατικό ατύχημα. Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, εκδόθηκαν δύο ενδιάμεσες αποφάσεις (Τεκμήρια 4Α και 4Β στην παρούσα υπόθεση), εκ των οποίων η μία (το Τεκμήριο 4Β), καταπιάστηκε με το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Με τη ρηθείσα απόφαση του, το Δικαστήριο κάλεσε τον ενάγοντα σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Κατά την τελική του απόφαση, το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον ενάγοντα και από τις τρεις αυτές κατηγορίες. Η τελική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην παρούσα υπόθεση. Η αθώωση του ενάγοντα στην ποινική υπόθεση, πυροδότησε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την οποία, τούτος (ο ενάγοντας), επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα (ως ο κατά Νόμο εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας), επί της νομικής βάσης της κακόβουλης δίωξης, προβάλλοντας τη θέση ότι, η δίωξη του στην ποινική υπόθεση 30777/07, αν όχι ήρχισε, τουλάχιστον συνεχίστηκε κακόβουλα, μιας και ο κατήγορος γνώριζε ότι ο ενάγοντας ουδέποτε είχε την ιδιότητα του εργοδότη του Παύλου. Ακροαματική Διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του, ο ενάγοντας κάλεσε 3 μάρτυρες, ενώ από πλευράς του εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε δια ζώσης μαρτυρία. Κατατέθηκαν δε συνολικά 8 έγγραφα ως τεκμήρια, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση ως προς την αποδεκτότητά τους. Αναφορικά με τους μάρτυρες, πρώτος κατέθεσε ο ενάγοντας, δεύτερος, ο δικηγόρος, Δημήτριος Παυλίδης (Μ.Ε.2) και τρίτος, ο επιθεωρητής εργασίας, από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ως ονομαζόταν τότε), Κλάδος Επιθεωρήσεως Εργοστασίων, Χρύσανθος Νικολάου (Μ.Ε.3). Όσον τώρα αφορά στα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 1, κατατέθηκε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 30777/07, ως Τεκμήριο 2, η τελική απόφαση στην εν λόγω ποινική υπόθεση, ως Τεκμήριο 3, η κατάθεση που έλαβε ο Μ.Ε.3 από τον Παύλου, στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαγε, ως Τεκμήριο 4Α, η πρώτη ενδιάμεση απόφαση στην ποινική υπόθεση (σε σχέση με αίτημα για απάλειψη κατηγοριών), ως Τεκμήριο 4Β, η έτερη ενδιάμεση απόφαση στην ποινική υπόθεση (ως προς το εκ πρώτης όψεως), ως Τεκμήριο 5Α, επιστολή ημερομηνίας 23 Ιουλίου του 2007 του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ενημερώνετο ο ενάγοντας ότι, κατόπιν εξέτασης παραπόνου που υποβλήθηκε από τον Παύλου περί μη καταβολής εισφορών από τον εργοδότη του (προφανώς και για το χρόνο που επεσυνέβη το εργατικό ατύχημα), οι υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποφάσισαν να απαιτήσουν από τον ενάγοντα την καταβολή των σχετικών εισφορών, μιας και τούτος (ο ενάγοντας) κρίθηκε ότι απασχολούσε τον Παύλου ως μισθωτό προσωπικό, ως Τεκμήριο 5Β, επιστολή ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου του 2008, επίσης των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανακαλείτο η ακριβώς πιο πάνω απόφασή τους, περί του ότι ο ενάγοντας οφείλει να καταβάλει εισφορές για την απασχόληση του Παύλου, και ως Τεκμήριο 6, η έκθεση γεγονότων που ετοίμασε ο Μ.Ε.3, ως ο επιθεωρητής εργασίας που ερεύνησε το εργατικό ατύχημα. Εκδοχές των Μερών Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω, με συνοπτικό τρόπο, τις θέσεις των δύο μερών. Κατά τον ενάγοντα, ανεξαρτήτως του μαρτυρικού υλικού που κατείχε η Κατηγορούσα Αρχή πριν την καταχώρηση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης, σε κάποιο στάδιο, και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2008, ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχοντας πλέον αποφασίσει ότι ο ενάγοντας λανθασμένα θεωρήθηκε ως ο εργοδότης του Παύλου, ανακάλεσε (βλ. Τεκμήριο 5Β), την προγενέστερη απόφαση του και ήταν πλέον γνωστό στην Κατηγορούσα Αρχή ότι ο ενάγοντας δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του εργοδότη του Παύλου. Τούτο, πάντα κατά τον ενάγοντα, θα έπρεπε να οδηγήσει μονοδρομικά στην απόσυρση της εναντίον του, εκκρεμούσας τότε, ποινικής υπόθεσης, μιας και όλες οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ως συστατικό στοιχείο, είχαν, την ισχυριζόμενη ιδιότητα του, ως ο εργοδότης του Παύλου. Ως είναι η θέση του ενάγοντα, από εκείνο το χρονικό σημείο (Σεπτέμβριο του 2008) και έπειτα, η Κατηγορούσα Αρχή γνώριζε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να κριθεί ένοχος στα αδικήματα που αντιμετωπίζει και κακόβουλα προώθησε και συνέχισε την εναντίον του ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα, τούτη, εκ των υστέρων, ευκόλως να κρίνεται κακόβουλη και να δικαιούται ο ίδιος σε σχετικές αποζημιώσεις στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Στην αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, τόσο η καταχώρηση, όσο και η συνέχιση της ποινικής δίωξης του ενάγοντα, ήταν καθ' όλα δικαιολογημένη, μιας και αυτή βασίστηκε (α) επί παραδοχών του ιδίου, (β) επί σχετικών δηλώσεων του Παύλου, (γ) επί σχετικών αναφορών του διευθυντή της εταιρείας Οικοδομικαί Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ (πρόκειται για την εταιρεία υπεύθυνη του εργοταξίου στο οποίο επεσυνέβη το ατύχημα, η οποία ήταν και η κατηγορούμενη 1 στην ποινική υπόθεση 30777/07 - στο εξής «η εταιρεία Φραντζίδη») και γενικά των περιστατικών που περιέβαλλαν την όλη υπόθεση. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι, η ανάκληση της προγενέστερης απόφασης του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 5Β), δεν οφείλετο σε νέα αντίληψη περί του ότι ο ενάγοντας δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εργοδότης του Παύλου, αλλά τούτη απεφασίστη, με σκοπό το όλο ζήτημα να επανεξεταστεί. Τέλος, προωθείται και η θέση ότι, ως προκύπτει και από το λεκτικό της τελικής απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου, η αθώωση του ενάγοντα επήλθε έγινε λόγω αμφιβολιών ως προς το εάν ήταν ή όχι ο εργοδότης του Παύλου και όχι λόγω ανυπαρξίας σχετικής μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντας Αναφορικά με τη μαρτυρία του ενάγοντα, κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί ότι τούτη, στον βαθμό που αφορά την όποια ισχυριζόμενη σωματική και/ή οικονομική βλάβη που υπέστη συνεπεία της δίωξής του, τούτη (η μαρτυρία του), είναι εντελώς γενική και αόριστη, μιας και καμιά απολύτως λεπτομέρεια και/ή στοιχείο, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι που να δυνηθεί το τελευταίο να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών του. Ενδεικτικά σημειώνω ότι, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι υπέστη σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, σε βαθμό που αδυνατούσε να εργαστεί ή ακόμα και να κοιμηθεί, και ότι για αυτά επισκέφθηκε συγκεκριμένο γιατρό που τον εξέτασε, πλην όμως, κανένα σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό δεν παρουσίασε, ούτε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την οποιανδήποτε γνώμη του γιατρού, που κατ' ισχυρισμό του τον εξέτασε. Ως προς δε την ισχυριζόμενη οικονομική βλάβη, περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί, εντελώς γενικά και αόριστα, ότι το ημερομίσθιο του ανήρχετο στις λίρες Κύπρου 60 και ότι δύο, περίπου μήνες μετά το εργατικό ατύχημα, δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ως προς το ύψος των απολαβών του και/ή την απουσία του από την εργασία. Μετέωρος, έμεινε και ο ισχυρισμός του περί αδυναμίας του να εργαστεί, μιας και κανένα αποδεικτικό μέσο (λόγου χάρη κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό και/ή γνώμη) παρουσίασε προς υποστήριξή του. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, και τούτο σε σχέση με την εν προκειμένω συζήτηση, ότι, με βάση τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. παράγραφος 21), ειδικός ψυχολόγος - ψυχίατρος έχει εκδώσει ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά, προφανώς, με τη ψυχική υγεία του ενάγοντα. Ως προς τη δικηγορική αμοιβή που κατέβαλε στο συνήγορο που τον εκπροσώπησε στην ποινική υπόθεση, προώθησε τον εντελώς γενικό ισχυρισμό περί καταβολής του χρηματικού ποσού των €4.000,00 χωρίς να παρουσιάσει κανένα άλλο στοιχείο προς υποστήριξη του. Ως δε θα διαφανεί κατωτέρω, με βάση τη σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.2, το ποσό που καταβλήθηκε, είναι μεγαλύτερο των €4.000,
  2. Αναφορικά τώρα με τις όποιες πεποιθήσεις και/ή προθέσεις της Κατηγορούσας Αρχής καθ΄ ον χρόνο καταχωρούσε και/ή προωθούσε την εναντίον του ποινική δίωξη, ο ενάγοντας, πέραν της επίκλησης του περιεχομένου του τεκμηρίου 5Β, καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσίασε προς υποστήριξη της θέσης του ότι η Κατηγορούσα Αρχή γνώριζε, καθ΄ ον χρόνο τον δίωκε ποινικά, ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να κριθεί ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Τουναντίον, σημειώνω ότι δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι, τόσο ο Παύλου, όσο και ο διευθυντής της εταιρείας Φραντζίδη κατονόμασαν τον ίδιο ως τον εργοδότη του πρώτου. Ούτε και αμφισβήτησε τη θέση ότι, συνεπεία δικών του αναφορών (του ενάγοντα) προς τον Μ.Ε.3, ο τελευταίος θεώρησε ότι και ο ίδιος ο ενάγοντας παραδεχόταν ότι ο Παύλου ήταν εργοδοτούμενός του. Ως γενική παρατήρηση, αξίζει να σημειωθεί ότι η όλη μαρτυρία του ενάγοντα, χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα και αοριστία επί όλων των θεμάτων στα οποία αναφέρθηκε, χωρίς ίχνος λεπτομερειών και/ή στοιχείων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τη διενέργεια ελέγχου ως προς την ορθότητα και/ή αληθεία τους. Επομένως, στο βαθμό που με τη μαρτυρία του ο ενάγοντας προσπάθησε να αποδείξει ότι υπέστη σωματικές βλάβες ή οικονομική ζημιά συνεπεία της δίωξής του, αποτελεί κρίση μου ότι απέτυχε να το αποδείξει. Ως προς την καταβολή δικηγορικών εξόδων για την εκπροσώπησή του στην ποινική υπόθεση, αν και η σχετική θέση του περί καταβολής δεν αμφισβητήθηκε, συνεπεία της γενικότητας με την οποία προωθήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός ως προς το ύψος της εν λόγω αμοιβής, τούτη (η σχετική μαρτυρία του), δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την κατάληξη σε ασφαλές εύρημα, αναφορικά με το ακριβές ποσό που κατέβαλε στο συνήγορό του. Ως δε θα διαφανεί ευθύς αμέσως, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 επαρκεί για κατάληξη σε σχετικό εύρημα. Όσον τώρα αφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5Β, το οποίο ο ενάγοντας επικαλείται προς υποστήριξη των θέσεων του, ως προς την ισχυριζόμενη κακοβουλία εκ μέρους του εναγομένου, με τούτο θα καταπιαστώ σε κατοπινό στάδιο της παρούσας απόφασης. Μ.Ε. 2 Ο Μ.Ε.2, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και εν πάση περιπτώσει, η βασική του θέση ότι ο ενάγοντας κατέβαλε προς αυτόν, ως δικηγορική αμοιβή, το συνολικό ποσό των €4.410,00, δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα, με βάση σχετική δήλωση της συνηγόρου που εκπροσώπησε τον εναγόμενο, έγινε αποδεκτό ότι ο ενάγοντας κατέβαλε προς τον Μ.Ε.2, το ποσό των €2.385,
  3. Ακολούθως, ο Μ.Ε.2 προώθησε και τον ισχυρισμό ότι, πέραν του μόλις πιο πάνω αναφερόμενου ποσού, ο ενάγοντας, σε διάφορες ημερομηνίες, του κατέβαλε και το συνολικό ποσό των €2.025,00, για το οποίο όμως, δεν του καταβλήθηκε το ποσοστό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, το οποίο οφείλει ακόμα προς τον ίδιο. Ως προς αυτήν του τη θέση, η συνήγορος του εναγομένου, περιορίστηκε απλά στο να ρωτήσει τον Μ.Ε.2 κατά πόσο κατέχει οποιανδήποτε απόδειξη περί του ότι τα συγκεκριμένα χρήματα καταβλήθηκαν. Ο Μ.Ε.2, αφού εξήγησε ότι δεν εξέδωσε σχετικές αποδείξεις καθ' ότι εκκρεμεί ακόμα η καταβολή από τον ενάγοντα, του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, επικαλέστηκε σχετική λογιστική κατάσταση που είχε στην κατοχή του, το περιεχόμενο της οποίας, κατά τον ίδιο, απεδείκνυε την καταβολή των χρημάτων από τον ενάγοντα. Εξέφρασε δε την επιθυμία να καταθέσει τούτην ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Η συνήγορος του εναγόμενου, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την κατάθεση του εγγράφου, και δεν έθεσε οποιανδήποτε άλλη ερώτηση προς το μάρτυρα. Τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, την αποδέχομαι στην ολότητα της, με αποτέλεσμα να προβαίνω και στο εύρημα ότι, ο ενάγοντας, ως δικηγορικά έξοδα προς τον Μ.Ε.2, για σκοπούς της εκπροσώπησης του στην ποινική υπόθεση, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €4.410,
  4. Μ.Ε. 3 Ως προς τον Μ.Ε.3, και οι δύο πλευρές ζήτησαν από το Δικαστήριο να κρίνει τούτον ως αξιόπιστο. Ούτως ή άλλως, και οι δύο πλευρές, ως τέτοιον τον αντιμετώπισαν. Η πλευρά του ενάγοντα, θέτοντας προς αυτόν ερωτήσεις με σκοπό να παρουσιάσει τη θέση ότι τον Σεπτέμβριο του 2008, οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανακάλεσαν την απόφαση τους, με την οποία θεωρούσαν τον ενάγοντα εργοδότη του Παύλου, η δε πλευρά του εναγόμενου, με το να θέσει προς αυτόν διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις, ώστε να ενημερωθεί το Δικαστήριο σχετικά με τα δεδομένα που οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχαν υπόψη, τόσο κατά την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα, όσο και κατά τη συνέχισή της μέχρι και την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Προώθησε σαφέστατες θέσεις και η μαρτυρία του χαρακτηρίζετο από σιγουριά, αλλά και την απαραίτητη περιγραφικότητα. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, στο Δικαστήριο, ενόρκως, είπε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στη γνώση του. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.3, ο ίδιος ορίστηκε ως επιθεωρητής για να εξετάσει τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος του Παύλου. Κατά την επίσκεψη του στη σκηνή, παρών ήταν και ο ενάγοντας, με τον οποίο είχε συγκεκριμένη στιχομυθία. Κατά το Μ.Ε.3, στα πλαίσια της εν λόγω στιχομυθίας τους, ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ο Παύλου ήταν εργοδοτούμενος του. Ακολούθως, έλαβε και κατάθεση από τον Παύλου (βλ. Τεκμήριο 3), στα πλαίσια της οποίας, ο τελευταίος του ανέφερε ότι εργοδοτείτο από τον ενάγοντα. Αφού κατά την έρευνα του, διεφάνη ότι εργολάβος του έργου και υπεύθυνος του εργοταξίου ήταν η εταιρεία Φραντζίδη, συνομίλησε και με τον διευθυντή της, Σάββα Φραντζίδη, ο οποίος επίσης ισχυρίστηκε ότι, εργοδότης του Παύλου ήταν ο ενάγοντας. Με τούτα ως δεδομένα, ο Μ.Ε.3, εισηγήθηκε την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του ενάγοντα επί το ότι, ως εργοδότης του Παύλου, ενήργησε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και/ή δεν ενήργησε, ως όφειλε, με βάση τη σχετική νομοθεσία. Ερωτηθείς ειδικά αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 5Β, με την οποία ανακλήθηκε η απόφαση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων περί του ότι ο ενάγοντας ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδότης του Παύλου, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω ανάκληση δεν έγινε λόγω οριστικής αλλαγής της σχετικής απόφασης των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά για σκοπούς επανεξέτασης της όλης υπόθεσης, επανεξέταση στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5Β. Ανέφερε ακόμα ότι, και να είχε υπόψη του περί μιας τέτοιας ανάκλησης κατά την ετοιμασία της έκθεσής του (δεν ήταν σε γνώση του τότε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5Β), αυτό δεν θα επηρέαζε την κρίση του να εισηγηθεί την ποινική δίωξη του ενάγοντα, καθ' ό,τι τα στοιχεία που περισυνέλλεξε και η σχετική με το ζήτημα μαρτυρία που έλαβε, ήθελαν τον ενάγοντα να είναι ο εργοδότης του Παύλου. Ερωτηθείς δε ειδικά για το κατά πόσο γνώριζε προηγουμένως τον ενάγοντα και εάν, ναι, κατά πόσο είχε οποιεσδήποτε διαφορές και/ή διαφωνίες με αυτόν, απάντησε αρνητικά. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, τα κίνητρα του, τόσο κατά τη διερεύνηση του εργατικού ατυχήματος, όσο και κατά τη σύνταξη της έκθεσης του και γενικά την εισήγηση του για ποινική δίωξη του ενάγοντα, δεν ήταν αλλότρια και ότι σε αυτήν την κρίση, οδηγήθηκε από το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιόν του. Τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, την αποδέχομαι στο σύνολο της και προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Τελικά Ευρήματα Με γνώμονα πλέον τη μόλις πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα τελικά ευρήματα: Κατά τις 28.12.2006, σε εργοτάξιο ανέγερσης οικοδομής στην οδό Εζεκία Παπαϊωάννου στη Λευκωσία, επεσυνέβη εργατικό ατύχημα συνεπεία πτώσης του Παύλου από υπό κατασκευή βεράντα στον δεύτερο όροφο, στο κενό. Ο Παύλου τραυματίστηκε σοβαρά. Κατόπιν ενημέρωσης των Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, ο Μ.Ε.3 επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος, ώστε να διεξάγει έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη. Στην εκεί επίσκεψη του, παρών ήταν και ο ενάγοντας με τον οποίο συνομίλησε. Στα πλαίσια της συνομιλίας τους, ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ο Παύλου ήταν εργοδοτούμενος του. Ο Μ.Ε.3, συνομίλησε, σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το εργατικό ατύχημα, και με τον διευθυντή της εταιρείας Φραντζίδη, ο οποίος, επίσης, ισχυρίστηκε ότι, τον Παύλου εργοδοτούσε ο ενάγοντας. Ακολούθως, ο Μ.Ε.3 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Παύλου (βλ. Τεκμήριο 3), στην οποία, ο τελευταίος, ως εργοδότη του, αναφέρει, και αυτός τον ενάγοντα. Της πιο πάνω ενημέρωσης και λήψης μαρτυρίας, ακολούθησε η σύνταξη σχετικής έκθεσης γεγονότων από τον Μ.Ε.3 (βλ. Τεκμήριο 6), και η επακόλουθη εισήγηση του προς τους προϊσταμένους του να διώξουν ποινικά τον ενάγοντα για παράβαση των προνοιών (α) του περί Ατυχημάτων και Επαγγελματικών Νόσων (Γνωστοποίηση) Νόμου, Κεφ. 176, (β) των περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) κανονισμών του 2002 και του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, του 1996 - 2003 και (γ) του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989 - 2003[1]. Της εισήγησης του Μ.Ε.3, ακολούθησε η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 30777/07, η οποία εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το Δικαστήριο που εκδίκασε την ποινική υπόθεση, έκρινε ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή επαρκούσε για να καλέσει τον ενάγοντα σε απολογία, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (τεκμήριο 4(β)). Κατά την τελική του απόφαση (τεκμήριο 2), το εν λόγω Δικαστήριο, αθώωσε και απάλλαξε τον ενάγοντα από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, αφού έκρινε ότι, στην περίπτωση του (σε αντιδιαστολή με το τι αποφασίστηκε για την εταιρεία Φραντζίδη - κατηγορούμενη 1 στην εν λόγω ποινική υπόθεση), συνέτρεχαν αμφιβολίες αναφορικά με το κατά πόσο υπήρξε ή όχι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδότης του Παύλου. Θεώρησε το Δικαστήριο ότι, οι διάφορες δηλώσεις του ιδίου του ενάγοντα, του Παύλου, αλλά και του διευθυντή της εταιρείας Φραντζίδη, δεν επαρκούσαν για να αποδείξουν το ζητούμενο και ότι, αναμενόμενο ήταν, εάν η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμούσε να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, να παρουσίαζε και περαιτέρω σχετική μαρτυρία. Για την κατάληξη του, το Δικαστήριο επικαλέστηκε και τη συνέπεια, ηρεμία, σταθερότητα και λογική που χαρακτήριζε τον λόγο του ενάγοντα, τον οποίο έκρινε ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν ακριβώς επί της μαρτυρίας του ενάγοντα, που το Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα αναφορικά με το κατά πόσο τούτος ήταν ή όχι εργοδότης του Παύλου. Στην ουσία, με την αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα, κατέληξε στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι τούτος ήταν εργοδότης του Παύλου, με αποτέλεσμα να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου, εκδόθηκε στις 31 Αυγούστου του 2009, και δη έναν περίπου χρόνο μετά την ανάκληση, από πλευράς των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της προγενέστερής τους απόφασης, να απαιτήσουν από τον ενάγοντα την καταβολή εισφορών μισθωτού, επί το ότι θεωρείτο τούτος ως ο εργοδότης του Παύλου. Κανένας εκ των προσώπων που αποφάσισαν τη δίωξη του ενάγοντα και/ή είχαν την ευθύνη της προώθησης και συνέχισης της, δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές και/ή διαφωνίες μαζί του. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: «
  5. Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή- (α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και (β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ: Νoείται ότι καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη δεv εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τo λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή η oπoία και άρχισε oπoιαδήπoτε διαδικασία.» Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσες, πρόνοιες του άρθρου 32 του Κεφ. 148 και τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση συστατικά στοιχεία του αστικού, αυτού, αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η έναρξη ή η συνέχιση της ποινικής διαδικασίας κατά του ενάγοντα, Δεύτερον, η ύπαρξη, από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, κακόβουλης πρόθεσης και έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας για την ρηθείσα έναρξη και/ή συνέχιση της διαδικασίας, Τρίτον, η πρόκληση προς τον ενάγοντα σκανδάλου για την υπόληψή του ή, η δημιουργία πιθανότητας απώλειας της ελευθερίας του, και, Τέταρτον, η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας, δια της αθώωσης του ενάγοντα. Το τι συνιστά «κακοβουλία» και «χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία», απασχόλησε, τόσο τα κυπριακά, όσο και τα αγγλικά δικαστήρια, καθώς επίσης και διάφορους συγγραφείς που ασχολήθηκαν, γενικότερα, με το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις σχετικές αναφορές, κακόβουλη, είναι η ποινική δίωξη που αρχίζει ή συνεχίζει πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της Δικαιοσύνης. Είναι αναγκαίο, να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη από πλευράς της κατηγορούσας αρχής στην ύπαρξη πιθανής αιτίας και ότι, το ελατήριο για την ποινική δίωξη του ενάγοντα είναι ακριβώς τούτη η κακοβουλία. Αν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία του κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης, τότε, ευλόγως μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι στην ποινική δίωξη υπάρχει κακοβουλία. Χρειάζεται, στην ουσία, να αποδειχθεί ότι το κίνητρο του κατηγόρου είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο και εν πάση περιπτώσει, άλλο από την γνήσια και έντιμη επιθυμία για την τιμωρία του ενάγοντα και τη, συγχρόνως προάσπιση του δικαίου. Το γεγονός ότι τον κατήγορο μιας ποινικής δίωξης συνοδεύει θυμός ή αγανάκτηση ή εχθρότητα ή πείσμα ή μοχθηρία, δεν σημαίνει, αφ' εαυτών, κατ' ανάγκη, ότι τούτος ενεργεί κακόβουλα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τις ενέργειες του συνοδεύει απρεπές και ανάρμοστο κίνητρο. Ως προς την έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη και/ή συνέχιση μιας ποινικής δίωξης, εκείνο που πρέπει να αποδείξει ο ενάγοντας που την επικαλείται, είναι ότι ο κατήγορος, έχοντας υπόψη του συγκεκριμένους λόγους, είτε κατά το χρόνο που ήρχισε την ποινική δίωξη, είτε σε χρόνο πριν την περάτωσή της, γνώριζε και/ή πίστευε ότι ο ενάγοντας δεν διέπραξε τα αδικήματα που κατηγορείται. Αν διαφανεί, ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδικάζει μια αγωγή για κακόβουλη δίωξη, ότι ο κατήγορος στην ποινική υπόθεση, βασισμένος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πίστευε ότι ο ενάγοντας ευθύνεται για τις ποινικά κολάσιμες πράξεις για τις οποίες και εδιώχθη, έστω και αν δεν ήταν πεπεισμένος για τη βέβαιη καταδίκη του, και έστω και αν δεν προέβη σε εξονυχιστική διερεύνηση των ισχυρισμών της υπεράσπισης, το Δικαστήριο που εξετάζει την αγωγή, θα πρέπει να καταλήξει ότι ο ενάγοντας, απέτυχε να αποδείξει ότι η εναντίον του ποινική δίωξη άρχισε και/ή συνεχίστηκε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Αρκεί, η ειλικρινής πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντα ήταν κατάλληλη για να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου και να δικαστεί για τα αδικήματα που κατηγορείτο. Αυτή η προϋπόθεση κρίνεται πάντοτε με βάση τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση και το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος, με γνώμονα τους πιο πάνω αναφερόμενους παράγοντες. Σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, και τούτο ως παράγοντας που πρέπει να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο, είναι και το κατά πόσο η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, κρίθηκε επαρκής για να κληθεί ο ενάγοντας σε απολογία κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Το σίγουρο είναι ότι, για να αποφασιστεί ότι η δίωξη άρχισε και/ή συνεχίστηκε επί εύλογης και πιθανής αιτίας, δεν απαιτείται, η μαρτυρία που κατέχει ο κατήγορος, να διασφαλίζει την καταδίκη, ούτε και να έχει (ο κατήγορος) προβεί σε πλήρη αξιολόγηση και/ή έλεγχο της αξιοπιστίας της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Τέλος, ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει και ότι, συνεπεία της ποινικής του δίωξης, υπέστη ζημιά. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, τέτοια ζημιά μπορεί να αφορά στην βλάβη στη φήμη και/ή αξιοπρέπεια του ατόμου του, στον κίνδυνο αναφορικά με τη σωματική του ακεραιότητα και/ή ακόμα και για τη ζωή του, στον κίνδυνο απώλειας της προσωπικής του ελευθερίας και τέλος, την όποια τυχόν πραγματική οικονομική ζημία υπέστη. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γενικά επί του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις ακόλουθες υποθέσεις και συγγράμματα: Μαρίνος Κώστα Κλεάνθους ν. Μαρίνας Χρίστου Μιλτιάδης

(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1111, Φυλακτή Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 728, Μόδεστος Πίτσιλλος, Αρχηγός Κόμματος Δικαιοσύνης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Paikkos v. Kontementiotis
(1989)1 C.L.R. 50, A v. State of New South Wales [2007] HCA10, Coudrat v. Revenue and Customs Commisioners [2005] EWCA Civ 616, Gibbs v. Rea
(1998)A.C. 797, Thomson v. Commissioners of the Police of the Metropolis [1998] Q.B. 498, Martin v. Watson [1995] 3 All Er 559 Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, 766-7, Dawson v. Vansandou
(1863)11 W.R. 516, Haddrick v. Heslop
(1848)12 Q.B. 267, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 105-8, Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-39 και 16-40, Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2002, παρα. 19.
  1. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Με γνώμονα τα πιο πάνω αναφερόμενα τελικά ευρήματα μου, αλλά και τo σχετικό με την παρούσα υπόθεση νομικό πλαίσιο, προκύπτει αβίαστα ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει, στον βαθμό που είναι αναγκαίο στα πλαίσια μιας αστικής υπόθεσης, το δεύτερο συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αστικού αδικήματος. Συγκεκριμένα, απέτυχε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος και/ή ο οποιοσδήποτε κρατικός αξιωματούχος εκ μέρους του οποίου και ενάγεται, ενήργησε κακόβουλα όταν καταχώρησε και/ή συνέχισε την ποινική δίωξη εναντίον του και ότι δεν είχε εύλογη και πιθανή αιτία για να αρχίσει και/ή να συνεχίσει τούτη. Τίποτα δεν τέθηκε από πλευράς του ενάγοντα που να υποδηλοί την ισχυριζόμενη από αυτόν κακοβουλία από πλευράς του εναγόμενου. Επίσης, τίποτα δεν τέθηκε από πλευράς του ενάγοντα που να υποστηρίζει τη θέση του ότι ο εναγόμενος δεν είχε εύλογη και πιθανή αιτία για την έναρξη, αλλά και για τη συνέχιση της ποινικής του δίωξης. Τουναντίον, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, μέχρι και την πλήρη περάτωση της ποινικής υπόθεσης, δεν φαίνεται τα άτομα που ήθελαν τον ενάγοντα να είναι ο εργοδότης του Παύλου, να άλλαξαν καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις σχετικές θέσεις τους. Επίσης, σημειώνεται ότι, ο ίδιος ο ενάγοντας, κατά τη συνομιλία του με τον Μ.Ε.3, αποδέχτηκε ότι ήταν ο εργοδότης του Παύλου. Η δε κρίση του ποινικού Δικαστηρίου να αθωώσει και να απαλλάξει τον ενάγοντα από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, δεν βασίστηκε σε ανυπαρξία, μαρτυρίας, αλλά στην αποδοχή των δικών του θέσεων, επί των οποίων και προέβη σε ευρήματα, τα οποία οδήγησαν, τελικά, στην αθώωση του. Το Δικαστήριο, έκρινε, στο μεταξύ, ότι, αν και η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία εναντίον του ενάγοντα, τούτη (η σχετική μαρτυρία), δεν ήταν επαρκής για σκοπούς απόδειξης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ενοχής του τελευταίου. Ας μη λησμονείται, επίσης, ότι, το ποινικό Δικαστήριο, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, έκρινε το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή ως επαρκές υπόβαθρο για να καλέσει τον ενάγοντα σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Το γεγονός ότι με την απόφαση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 5Β) ανακλήθηκε η προγενέστερη απόφαση τους να απαιτήσουν από τον ενάγοντα την καταβολή εισφορών λόγω εργοδότησης του Παύλου, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω κρίσεις του Δικαστηρίου για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον γιατί, με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η εν λόγω απόφαση, δεν ήταν το αποτέλεσμα οριστικής αντίληψης των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων περί του ότι ο ενάγοντας δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εργοδότης του Παύλου, δεύτερον γιατί, το κατά πόσο ο ενάγοντας θα έπρεπε να καταβάλει ή όχι εισφορές προς το κράτος, ως εργοδότης του Παύλου, ήταν θέμα το οποίο θα επανεξεταζόταν και τρίτον γιατί, όλα τα πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν να διαφωτίσουν περί του ζητουμένου, κατονόμασαν τον ενάγοντα ως το εργοδότη του. Ακόμα και ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσιάσθηκε στο Μ.Ε.3 ως ο εργοδότης του εν λόγω προσώπου. Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν επανεξετάστηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων το κατά πόσο ο ενάγοντας οφείλει να καταβάλει εισφορές σχετικές με την εργοδότηση του Παύλου, επίσης δεν θεωρώ ότι υπέχει ουσιαστικής σημασίας, μιας και θεωρώ ότι η ρηθείσα μη επανεξέταση, δεν είναι άσχετη με την τελική κρίση του ποινικού Δικαστηρίου στην υπόθεση 30777/
  2. Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η ποινική του δίωξη έγινε κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου, καθιστά μη αναγκαία την περαιτέρω ενασχόληση αναφορικά με το κατά πόσο, υπό διαφορετικές περιστάσεις, θα δικαιούτο σε οποιανδήποτε θεραπεία, μεταξύ των οποίων και των ειδικών ζημιών που σχετίζονται με την καταβολή των δικηγορικών εξόδων για εκπροσώπηση του στην ποινική υπόθεση. Εκ του περισσού και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι, με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το πρώτο, τρίτο (τουλάχιστον ως προς τον κίνδυνο, ο ενάγοντας, να στερηθεί την ελευθερία του) και τέταρτο συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, (ως τούτα προσδιορίστηκαν, ειδικώς, ανωτέρω), έχουν αποδειχθεί. Κατάληξη Με βάση τα ανωτέρω, η υπό εξέταση αγωγή απορρίπτεται και μη έχοντας οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα της κάθε διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα της, τούτα, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Μ.Α.Σ. [1] Πρόκειται για τις νομοθετικές πρόνοιες που αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος των τριών κατηγοριών που αντιμετώπισε ο ενάγοντας (βλ. τεκμήριο 1).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.