← Κύπρος

Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) ν. Μιχαήλ Σάββα Σάουρο

Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) ν. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6081/04, 5/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6081/04 Μεταξύ :- Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα, συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) εκ Λυμπιών Εναγούσης και

  1. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  2. Κώστα Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Ε. Δ. Λευκωσίας ημερ.2.10.11 Μεταξύ:- Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) εκ Λυμπιών Εναγούσης και
  3. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  4. Κώστα Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  5. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών ως Διαχειριστού της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριάνας (άλλως Ανδριανής) Κωστή Λοίζου τέως από τα Λύμπια Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.5.17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα : κ. Α Πετουφάς Για τους εναγόμενους : κ. Α. Γεωργιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χ΄Ανδρέα, συζύγου Κωστή Λοϊζου, στην συνέχεια η Μαρία, επιδιώκει την ακύρωση της μεταβίβασης εγγραφής ακινήτου που έγινε στο όνομα των εναγομένων. Η αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2, Θ.6), την 25.6.
  6. Έχει ιδιαίτερη σημασία ολόκληρο το ιστορικό της υπόθεσης, όχι μόνο γιατί η αγωγή εκκρεμεί εδώ και 13 χρόνια, αλλά γιατί προκύπτουν εκ του φακέλου πολλά και διάφορα θέματα στα οποία απαραιτήτως θα πρέπει να γίνει αναφορά. Εκ του φακέλου της υπόθεσης εξάγεται ότι, οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως ήταν τότε, καταχώρισαν την υπεράσπιση τους την 7.1.05 (πρώτη υπεράσπιση). Βασική τους θέση, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών της ενάγουσας, ήταν α. ότι επίδικο ακίνητο απεκτήθη από την αποβιώσασα, ο διαχειριστής της δεν ήταν ακόμα διάδικος, νόμιμα δυνάμει εχθρικής κατοχής για περίοδο πέραν των 30 ετών και β. ότι οι ίδιοι, οι εναγόμενοι 1 και 2, το απέκτησαν δυνάμει δωρεάς από την αποβιώσασα μητέρα τους. Στην συνέχεια, την 4.6.09, οι εναγόμενοι υπέβαλαν και πέτυχαν εκ συμφώνου διάταγμα για την τροποποίηση της υπεράσπισης. Την 12.6.09 καταχωρήθηκε η δεύτερη υπεράσπιση. Ακολούθως οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση με την οποία επιζητούσαν όπως η καταχωρηθείσα αγωγή θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε σε τύπον Δ.2, Θ.1 και να δοθούν οδηγίες για την καταχώριση εκθέσεως απαιτήσεως και των άλλων αναγκαίων δικογράφων και να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να θεραπεύεται η εν λόγω παρατυπία. Οι εναγόμενοι αρχικά έφεραν ένσταση, στην συνέχεια όμως, την 22.12.09, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα άρσης της παρατυπίας εν σχέση με τον τύπο έναρξης της αγωγής. Ακολούθησε στην συνέχεια, την 5.1.10, αίτηση εκ μέρους των εναγομένων, όπως η αγωγή στην έκταση που στρέφεται εναντίον της Ανδριανής Κωστή Λοίζου, χωρίς να ενάγεται για ψευδείς παραστάσεις και δόλο όπως νομικά επιβάλλεται, διαγραφούν. Έτυχε της ένστασης της ενάγουσας και η αίτηση αυτή την φορά οδηγήθηκε σε ακρόαση. Την 23.2.10 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση των εναγομένων απερρίφθη. Υπεβλήθη έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Προτού εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και την 2.11.10, κατόπιν ακρόασης, εγκρίθηκε η αίτηση δια της προσθήκης του εναγομένου 3, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριάνας (άλλως Ανδριανής) Κωστή Λοίζου τέως από τα Λύμπια, στη συνέχεια η Ανδριανή, καθώς και της τροποποιήσεως του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Καταχωρήθηκε τόσο το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, όσο και τροποποιημένη υπεράσπιση (τρίτη υπεράσπιση). Στην συνέχεια, την 3.10.12, εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου δια της οποίας ακυρώθηκε η ενδιάμεση ρηθείσα απόφαση του δικαστηρίου και εκδόθηκε διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 της εκθέσεως απαιτήσεως. Δικογραφικά το τοπίο όπως διαμορφώθηκε, μετά την απόφαση του Εφετείου, είναι να υπάρχει μεν στον τίτλο της αγωγής ο εναγόμενος 3 ως διαχειριστής της αποβιωσάσης, πλην όμως οι αντίστοιχες παράγραφοι της εκθέσεως απαιτήσεως να έχουν διαγραφεί. Ως αποτέλεσμα και μετά την ρηθείσα απόφαση του Εφετείου, η ενάγουσα υπέβαλε νέα αίτηση για επαναφορά των διαγραφέντων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατόπιν ακρόασης το αίτημα απερρίφθη και υπεβλήθη νέα έφεση επί της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου. Την 20.2.15 εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου με την οποία ακυρώθηκε η ενδιάμεση απόφαση και δόθηκε άδεια στην ενάγουσα να τροποποιήσει την έκθεση απαιτήσεως. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Εφετείου και καταχώρισαν αντιστοίχως τα τροποποιημένα δικόγραφα, ήτοι η μεν ενάγουσα την έκθεση απαιτήσεως την 25.2.15 οι δε εναγόμενοι την υπεράσπιση την 18.3.15 (τέταρτη υπεράσπιση). Προστέθηκε για πρώτη φορά στην υπεράσπιση θέμα προικοσυμφώνου. Με διαμορφωμένο πλέον δικογραφικά το τοπίο, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 4.6.
  7. Σε ενδιάμεσο στάδιο, και ενώ ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης, ήτοι την 17.9.15, καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας αίτηση με την οποία επιζητούσε διάταγμα που να επιτρέπει την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του προικοσυμφώνου. Έτυχε της ένστασης των εναγομένων, με αποτέλεσμα την 30.11.15, μετά από ακρόαση να εκδοθεί ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου. Στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, ενώ υπεδείχθη η παγιωμένη αρχή ότι ουδεμία επέμβαση στα δικόγραφα επιτρέπεται ειμί μόνο κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση, κρίθηκε ότι η ενάγουσα όχι μόνο αποδέχτηκε τους νέους ισχυρισμούς, αλλά αποτάθηκε περαιτέρω και για την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του εγγράφου που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην υπεράσπιση, παρατυπία που συνεπώς θεραπεύτηκε και ως εκ τούτου παραγνωρίστηκε από το δικαστήριο. Είχε υποδειχθεί επίσης, κατόπιν μελέτης των διαφόρων δικογράφων που κατά καιρούς καταχωρούντο με βάση τις ενδιάμεσες αποφάσεις του δικαστηρίου και των αποφάσεων του Εφετείου και κυρίως των τεσσάρων υπερασπίσεων, ότι υπάρχουν διαφορές και προσθήκες, κάθε φορά, στις καταχωρηθείσες υπερασπίσεις. Πέραν της προσθήκης της ύπαρξης προικοσυμφώνου, υπάρχει ακόμα ένας ισχυρισμός που προστέθηκε στην τελευταία υπεράσπιση. Ηγέρθη θέμα παραγραφής δια νέας παραγράφου
  8. Ειδικότερα αναφέρεται ότι το δικαίωμα για έγερση της παρούσας αγωγής έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου του Περί Παραγραφής Νόμου και του άρθρου 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Αναφορά θα γίνει στην συνέχεια και στο κατάλληλο στάδιο. Καταγράφεται όμως από τώρα ως μέρος του ιστορικού της υπόθεσης, γιατί για τους λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια, η υπεράσπιση αυτή άρρηκτα συνδέεται με το ιστορικό της υπόθεσης όπως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω. Εκκρεμούσης της ακροάσεως και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς της ενάγουσας και πριν κληθεί ο τελευταίος μάρτυρας των εναγομένων, υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους της υπεράσπισης για την επιτόπια εξέταση (αυτοψία) του επιδίκου ακινήτου για την εξακρίβωση αν η ακίνητη ιδιοκτησία είναι η ίδια με αυτή που καταγράφεται στο προικοσύμφωνο και την επανακλήτευση των ΜΥ1 και 2 καθώς και της ενάγουσας για να υποδείξουν και να αναγνωρίσουν την ακίνητη ιδιοκτησία. Έτυχε της ένστασης της πλευράς της ενάγουσας και μετά από ακρόαση, την 31.8.16, εκδόθηκε ενδιάμεση απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου. Η αγωγή αφορά ακύρωση της εγγραφής του ρηθέντος ακινήτου στο όνομα της αποβιωσάσης και στην συνέχεια στα παιδιά της εναγόμενους 1 και
  9. Η γιαγιά Μαρία Χατζηανδρέα, σύζυγος Κωστή Λοίζου (Μενού), αποβιώσασα, διαχειρίστρια της περιουσίας της οποίας είναι η ενάγουσα, δυνάμει εγγράφων διαχειρίσεως που της παραχωρήθηκαν στην Διαχείριση Αρ.438/02 απεβίωσε το 1970 (τεκ.20, 23, 25-28). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση για παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως ημερ.12.9.02 (τεκμ.23 και 25), η ενάγουσα στην παράγραφο 7 αναφέρει ότι τώρα ανευρέθη ακίνητος περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα της αποβιωσάσης. Στην καταχωρηθείσα την 8.1.07 απογραφή της περιουσίας, η ενάγουσα - διαχειρίστρια κάτω από τον τίτλο Ακίνητα, στο υπό στοιχείο 5 αναφέρει, Χωράφι υπ' αριθμό εγγραφής 12173 (προγενεστέρα εγγραφή 4383), τεμ.228, Φ/ΣΧ/40/18, κείμενον εις την τοποθεσία Φτέλλια, του χωρίου Λύμπια, μερίδιον το όλον. Αυτό προέκυψε από πιστοποιητικό έρευνας ημερ.15.3.04 (τεκμ.22), σύμφωνα με το οποίο το ρηθέν ακίνητο, που αποτελεί το επίδικο ακίνητο της παρούσης αγωγής, ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Μαρίας Χατζηανδρέα, έκτασης 6 δεκάρια και 689τμ. Στις 16.1.1986 ενεγράφη στο όνομα της Αντριάνας Κωστή Λοίζου, συζύγου Σάββα Μ. Σάουρου από τα Λύμπια, η οποία το απέκτησε δυνάμει δωρεάς από την μητέρα της. Στη συνέχεια το ακίνητο, το 1990, μεταβιβάστηκε στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 δυνάμει δωρεάς από την μητέρα τους, εξ ημισείας. Την 27.3.84 η μακαρίτισσα Ανδριανή αιτήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της, «καθότι το κατέχω αδιαφιλονικήτως πέραν των 40 ετών» (τεκμ.2). Επισύναψε προς τούτο και σχετικό πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό αυτό ημερ.25.3.84 ο Πρόεδρος και 2 μέλη πιστοποιούσαν ότι η Ανδριανή κατέχει πέραν των 40 ετών το επίδικο τεμάχιο (τεκμ.1). Στην συνέχεια, η Ανδριανή με αίτηση της προς το κτηματολόγιο αιτήθηκε να της επιτραπεί η δημοσίευση της αίτησης της για το επίδικο κτήμα, γιατί αδυνατούσε να προσκομίσει εγγράφους συγκαταθέσεις των κληρονόμων της μητέρας της Μαρίας, καθότι είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα μέρη της Αγγλίας (τεκμ.3). Την 27.6.84 το κτηματολόγιο δι' επιστολής του προς την Ανδριανή την ενημέρωνε ότι χρειάζεται να γίνει δημοσίευση σε μια εφημερίδα της Λευκωσίας. Μετά την σχετική γνωστοποίηση και την ειδοποίηση τύπος Ν.25 που τοιχοκολλήθηκε στο χωριό Λύμπια καθώς και την δημοσίευση σε μια εφημερίδα, το κτηματολόγιο με επιστολή του ημερ.11.5.85 ενημέρωνε την Ανδριανή ότι το ακίνητο βαρυνόταν από το 1929 με υποθήκη εκ Λ.Κ.18.47 πλέον τόκους 12% από 27.2.30 προς όφελος του Κακουλλή Χ΄Τομάζου και θα έπρεπε να φροντίσει την εξάλειψη της υποθήκης, εντός 30 ημερών (τεκμ.13 και 14). Προκύπτει από το τεκμ.24 ότι η Ανδριάνα, την 19.11.85 αποτάθηκε στο Δικαστήριο δια του δικηγόρου της για την ακύρωση της υποθήκης. Στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της Ανδριάνας αναφερόταν ότι αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για την εγγραφή του ακινήτου δυνάμει κατοχής, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβώσει αν ο ενυπόθηκος δανειστής ζεί ή απέθανε και ποίους κληρονόμους άφησε. Την 29.11.85 το δικαστήριο ακύρωσε την υποθήκη υπό την προϋπόθεση της κατάθεσης του ποσού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπερ και έγινε την 3.12.85 δια της καταθέσεως του ποσού των Λ.Κ.37 από τον δικηγόρο της. Προηγήθηκε, εξ όσων συνάγεται από το πιστοποιητικό του κοινοτάρχη ημερ.19.4.84 (τεκμ.15και 16) ότι ο κτηματολόγος κ. Νίκος Σιακαλλής εξήγησε «εις ημάς όλους» τις λεπτομέρειες του τύπου Ν.63 Αρ.1 και «όλαι είναι ορθαί». Ακολούθως πιστοποιείται ότι η Μαρία Χατζηανδρέα απεβίωσε το 1972 και στην συνέχεια αναφέρονται οι κληρονόμοι της, οι οποίοι εξ όσων καταγράφεται, οι πλείστοι ευρίσκονταν στην Αγγλία. Παρεμβάλλεται ότι τα διάφορα τεκμήρια στα οποία έχει γίνει αναφορά κατατέθηκαν, από μεν την πρωτοκολλητή Κυριακή Αντωνιάδου (ΜΕ4) τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της Μαρίας με αριθμό 438/02, τα δε έγγραφα εκ μέρους της Ανδριανής προς ακύρωση της υποθήκης από την Θέκλα Βασιλείου (ΜΕ3), υπάλληλο στο καθ' ύλη πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα κτηματολογικά έγγραφα κατατέθηκαν από τον Λευτέρη Μαύρο (ΜΕ1) κτηματολογικό γραφέα στο κτηματολόγιο Λευκωσίας. Επεξηγηματικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έγινε επιτόπια εξέταση την 19.4.84 και ελήφθη το πιστοποιητικό τεκμ.
  10. Ο Τύπος Ν.63 είναι η αποτύπωση της επιτόπιας κατάστασης την συγκεκριμένη ημέρα. Πρόκειται για το τεκμ.
  11. Εκεί που αναγράφεται Title Acquired, αναφέρεται ο τρόπος απόκτησης του ακινήτου. Καταγράφεται ότι « in possession since she acquired it by gift in 1930 from her mother Maria Hji Andrea deceased in 1972 who had it by regon (registration)». Ανέφερε επίσης ότι επί των τεκμ.5 και 6, που είναι η επιστολή του κτηματολογίου για την δημοσίευση, καταγράφεται το όνομα του εναγομένου 2, αλλά δεν γνώριζε ποιος παρουσίασε τις δημοσιεύσεις στο κτηματολόγιο. Από τον φάκελο του κτηματολογίου δεν προκύπτει να προσκομίστηκε έγγραφο δωρεάς, ούτε και προικοσύμφωνο. Εξήγησε επίσης ότι δεν ήταν παρόν στις διαδικασίες που έλαβαν χώρα και στον φάκελο δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα που να αφορούν την εγγραφή του ακινήτου. Η καταγραφή του ονόματος του εναγομένου 2, πιστεύει ότι είναι το άτομο που παρουσίασε στο κτηματολόγιο τις δημοσιεύσεις. Τέλος και σύμφωνα με τα τεκμ.17 και 18, η Ανδριανή την 1.9.90 μεταβίβασε εξ ημισείας το επίδικο ακίνητο στους υιούς της, εναγόμενους 1 και
  12. Τα πιο πάνω όπως προκύπτουν από τα διάφορα έγγραφα και την σχετική αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των ΜΕ1, 3 και 4 και ως εκ τούτου γίνονται πλήρως αποδεκτά και καθίστανται αναλόγως ευρήματα του δικαστηρίου. Η αγωγή έχει ως βάση τον δόλο και την απάτη που έγινε εκ μέρους της Ανδριανής και των εναγομένων 1 και 2 με αποτέλεσμα να πετύχουν την μεταβίβαση του ακινήτου, αρχικά στο όνομα της Ανδριανής και αυτή στην συνέχεια στους εναγόμενους 1 και
  13. Καταλογίζεται στην Ανδριανή δόλος και ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσει τα αναγκαία πιστοποιητικά κατοχής από την χωρητική αρχή. Ομοίως ότι παραπλάνησε τον κτηματολογικό λειτουργό με ψευδή γεγονότα που του προσκόμισε. Στην παράγραφο 7Α της απαιτήσεως καταγράφονται οι ενέργειες της Ανδριανής, οι οποίες κατ' ισχυρισμό αποτελούν δόλο και ψευδείς παραστάσεις, επικεντρωμένες προς την χωρητική αρχή και το κτηματολόγιο. Προβάλλεται επίσης ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 μαζί με την Ανδριανή, ενέργησαν με δόλο και απάτη και απέσπασαν με ψευδείς παραστάσεις και με έντεχνο τρόπο πιστοποιητικό από την χωρητική αρχή και δυνάμει αυτού επέτυχαν εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της Ανδριανής. Στην συνέχεια οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχθηκαν την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους δυνάμει δωρεάς από την μητέρα τους, την Ανδριανή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ενέργησαν κακόπιστα και απέσπασαν τα δικαιώματα των κληρονόμων. Καταλογίζονται τέλος και σε αυτούς ανάλογες ενέργειες δόλου και ψευδών παραστάσεων. Η υπεράσπιση των εναγομένων, πέραν της γενικής άρνησης των σχετικών επί τούτου ισχυρισμών, εστιάζεται σε τρία κύρια σημεία. Ότι η μεταβίβαση έγινε νόμιμα δυνάμει δωρεάς και/ή νόμιμης σύμβασης και λόγω συνεχούς κατοχής πέραν των 30 ετών, όπως αποδεικνύεται από τις καταχωρίσεις στο κτηματολόγιο και στα σχετικά έγγραφα. Προστέθηκε στην συνέχεια, ως λέχθηκε, και δυνάμει προικοσυμφώνου. Επίσης ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί και τέλος ότι η καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής πλήττει άμεσα το Δημόσιο συμφέρον στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επειδή εγείρονται διάφορα θέματα τόσο με την υπεράσπιση όσο και με την αγόρευση του κ. Γεωργιάδη, κρίνεται ορθότερο να παρατεθεί συνοπτικά η μαρτυρία και στην συνέχεια να εξεταστούν ξεχωριστά οι διάφορες εισηγήσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δυο πλευρών. Η ενάγουσα, σύμφωνα με την γραπτή της δήλωση - έγγραφο Α - είναι εγγονή της Μαρίας Χατζηανδρέα. Συνάγεται περαιτέρω ότι η αποβιώσασα Μαρία είχε 8 παιδιά, πλείστα των οποίων απεβίωσαν και άφησαν παιδιά εκ των οποίων τα περισσότερα είναι στην Αγγλία. Ένα εκ των παιδιών της Μαρίας ήταν και η Ανδριανή και τα παιδιά της είναι οι εναγόμενοι 1 και
  14. Η Ανδριανή παντρεύτηκε το 1945 και ήταν η μόνη εκ της οικογένειας, μαζί με την γιαγιά Μαρία, που έμειναν στην Κύπρο. Οι υπόλοιποι μετανάστευσαν στην Αγγλία. Με την συγκατάθεση όλων των παιδιών της Μαρίας, από το 1950, τα χωράφια τα καλλιεργούσε η Ανδριανή και ο σύζυγος της και όταν μεγάλωσαν οι εναγόμενοι 1 και 2, συνέχισαν να καλλιεργούν τα ακίνητα μέχρι και σήμερα. Ο εναγόμενοι καλλιεργούσαν επίσης και τα κτήματα του παππού με την συγκατάθεση όλων των κληρονόμων της γιαγιάς γιατί τους είχαν εμπιστοσύνη. Όταν βρισκόταν στην Αγγλία είχε συχνή επαφή με τους εναγόμενους 1 και 2, που είναι ξαδέλφια της, περισσότερο όμως με τον εναγόμενο 1, τον οποίο βοήθησε να κάμει εγγραφή σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου, γιατί ήθελε να κάμει μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Με την Ανδριανή είχαν πολύ καλές σχέσεις και την θεωρούσε δεύτερη μητέρα της, προπάντων όταν πέθανε η μητέρα της το
  15. Η Ανδριανή όταν πήγε στην Αγγλία να δει τα αδέλφια της έμενε στο σπίτι της. Ήλθε στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση το 1985 και κατοίκησε στην Λάρνακα. Με τους εναγόμενους 1 και 2 συνέχισε να έχει πολύ καλές σχέσεις, πήγαιναν αυτοί στην Λάρνακα και η ίδια στα Λύμπια και έκαμνε και μαθήματα αγγλικών στην κόρη του εναγόμενου
  16. Περί το 1988-1989 πληροφορήθηκε ότι το επίδικο χωράφι μεταβιβάστηκε στην θεία της την Ανδριανή. Μίλησε με τον εναγόμενο 1 που της ορκίστηκε ότι δεν έκαμαν κάτι που να αλλάζει την κατάσταση του κτήματος και να μην ανησυχεί και έτσι έπαυσε να ανησυχεί. Μεταγενέστερα, άκουσε από μια εξαδέλφη της ότι το χωράφι μεταβιβάστηκε στην Ανδριανή και έτσι άρχισε να ψάχνει την περιουσία της γιαγιάς Μαρίας. Έκαμε, μέσω δικηγόρου, αίτηση στο κτηματολόγιο και βρήκε ποια κτήματα ήταν στο όνομα της Μαρίας (τεκμ.21). Το επίδικο δεν αναφερόταν στο πιστοποιητικό και όταν διαπίστωσε τι έγινε, σε συνεννόηση με άλλους κληρονόμους αποφάσισαν να κινηθούν νομικά και καταχώρισε την αίτηση διαχείρισης της περιουσίας της Μαρίας. Μετά τον διορισμό της ως διαχειρίστρια, μέσω του δικηγόρου της, έκαμε αίτηση στο κτηματολόγιο για πιστοποιητικό έρευνας (τεκμ.22). Διαπιστώθηκαν τα πιο πάνω γεγονότα. Επειδή η Ανδριάνα δεν γνώριζε γράμματα, πιστεύει ότι την βοήθησαν οι εναγόμενοι 1 και
  17. Επέλεξαν δυο χωράφια, ένα της γιαγιάς και ένα του παππού που έχουν μεγάλη αξία εντός της οικιστικής ζώνης των Λυμπιών και έπεισαν την μάνα τους να κάμει την αίτηση για την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της, καθώς και σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την έκδοση τίτλου στο όνομα της. Κατάφεραν να παρακάμψουν τις πρόνοιες του Αρ.49 του Νόμου, Κεφ.224, και να προβούν σε δημοσίευση, αντί να προσκομίσουν συγκατάθεση από τους κληρονόμους, προφασιζόμενη, η Ανδριανή, ότι δεν γνώριζε τους κληρονόμους ή και τις διευθύνσεις τους. Και αυτό, παρόλο που πήγε στην Αγγλία και επισκέφτηκε τα αδέλφια και αδελφότεκνα της και διατηρούσε αλληλογραφία μέσω των παιδιών της με αρκετούς συγγενείς. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνώριζε από τους γονείς της ότι έδωσαν συγκατάθεση οι συγγενείς όταν μετανάστευσαν στην Αγγλία ώστε να καλλιεργούνται τα κτήματα από την Ανδριανή. Οι μόνοι εκ των συγγενών που δεν πήγαν στην Αγγλία ήταν η γιαγιά, η θεία της Ανδριανή και τα εξαδέλφια της. Η ίδια ήλθε μόνιμα στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του
  18. Ένα ή δυο χρόνια μετά που ήλθε στην Κύπρο ο Μιχάλης, εναγόμενος 1, της ορκίστηκε ότι τίποτε δεν άλλαξε. Όταν βρισκόταν στην Αγγλία ερχόταν στην Κύπρο κάθε 1 -2 χρόνια και η γιαγιά Μαρία τους έλεγε ότι η περιουσία ήταν των κληρονόμων της. Ουσιαστικά έμεινε σε αυτό που της είπε ο εναγόμενος 1, ότι δηλαδή τίποτε δεν άλλαξε με τα κτήματα της γιαγιάς. Δεν είχε λόγο και δεν γνώριζε κάτι και στηρίχθηκε στην βεβαίωση του εναγομένου
  19. Όταν όμως έμαθε κάτι από κάποια εξαδέλφη της άρχισε να ψάχνει να μάθει τι έγινε. Είχε επαφή με τον εναγόμενο 1 και του είχε εμπιστοσύνη και τον πίστεψε. Η θεία της ήταν αγράμματη και τις αποφάσεις τις έπαιρναν οι εναγόμενοι 1 και
  20. Όταν βρισκόταν στην Αγγλία είχε επαφή με τον εναγόμενο 1 και γνώριζαν την διεύθυνση της, όπως και άλλων συγγενών τους που έρχονταν στην Κύπρο. Πήγε και η θεία στην Αγγλία, έμενε μαζί της και την επήρε σε συγγενείς. Η γιαγιά ουδέποτε τους είπε ότι έδωσε προικοσύμφωνο, εκείνο που τους έλεγε ήταν ότι η περιουσία ανήκε σε όλους τους κληρονόμους. Με την θεία της δεν είχε αλληλογραφία γιατί δεν μπορούσε να διαβάσει, είχε όμως με τον εναγόμενο
  21. Στην υποβολή ότι ο εναγόμενος 1 έκαμε μεταπτυχιακό στην Θεσσαλονίκη και όχι στην Αγγλία, απάντησε ότι έκαμε εκ μέρους του αίτηση στο LSE και μετά άλλαξε γνώμη. Ο εναγόμενος 1 και εναγόμενος 3 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της Ανδριανής (ΜΥ1), στην κυρίως εξέταση - έγγραφο Β - κατέθεσε το προικοσύμφωνο (τεκμ.36). Έγινε δήλωση εκ μέρους του κ. Πετουφά ότι επιφύλασσε τα δικαιώματα του αναφορικά με το περιεχόμενο και την εγκυρότητα του. Κατέθεσε ότι με τους συγγενείς του που μετανάστευσαν στην Αγγλία δεν αλληλογραφούσε, ούτε είχε στενές σχέσεις. Το ίδιο και οι γονείς του. Δεν είχε ανάμειξη στην διαδικασία εγγραφής του επιδίκου κτήματος στο όνομα της μητέρας του. Το κτήμα μέχρι το 1960 ήταν φυτεμένο αμπέλι και το καλλιεργούσαν οι γονείς του και στο μάζεμα των σταφυλιών δεν αναμείχθηκε ποτέ κανένας άλλος. Πάντοτε του έλεγαν οι γονείς του ότι το κτήμα ήταν της μητέρας του και ότι της το δώρισε η μητέρα της με προικοσύμφωνο. Την μητέρα του την βοήθησε ο δικηγόρος κ. Μόντης στην διαδικασία εγγραφής του ακινήτου. Η μητέρα του πήγε στην Αγγλία το
  22. Έμεινε δυο ημέρες στην αδελφή της στο Λονδίνο και τις υπόλοιπες 6-7 ημέρες εκτός Λονδίνου. Πήγε να δει τα αδέλφια της. Ουδέποτε μίλησε με την ενάγουσα (ΜΕ1) και ουδέποτε της ορκίστηκε ότι δεν υπήρξε αλλαγή στο καθεστώς του επιδίκου ακινήτου. Το προικοσύμφωνο το βρήκε το 2005 σε ένα συρτάρι του πατέρα του και είναι στην ίδια κατάσταση που το είχε βρει. Όλοι όσοι υπογράφουν στο προικοσύμφωνο έχουν αποβιώσει και έτσι δεν μπορεί να τους καλέσει ως μάρτυρες. Το επίδικο κτήμα είναι αυτό που περιγράφεται στο προικοσύμφωνο. Είναι αυτό που πήγαινε όταν ήταν αμπέλι και αυτό που τώρα πηγαίνει και μαζεύει αθάσια. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν πήγε ποτέ στην χωρητική αρχή να ζητήσει οτιδήποτε, ούτε πήγε σε επιτόπιες εξετάσεις για να συνοδεύσει κάποιον. Όταν η μητέρα του πήγε στην Αγγλία και επέστρεψε, τους έκαμε παράπονο ότι καμιά από τις αδελφότεκνες και τους αδελφότεκνους της δεν πήγαν να την δουν. Ουδέποτε έκαμε μεταπτυχιακό στο Λονδίνο. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε και ουδέποτε έκαμε αίτηση σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Μεταπτυχιακό έκαμε στην Θεσσαλονίκη. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι είχε στενές σχέσεις και αλληλογραφία με την ενάγουσα. Του υποδείχθηκαν 3 επιστολές τεκμ.37-39 που απέστειλε στην ενάγουσα, τις οποίες αναγνώρισε και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις. Η κόρη της ενάγουσας την περίοδο 1973-1974 έμενε με την μητέρα του και γιαγιά της, δηλαδή την Ανδριανή. Την παραλάμβανε ανά δεκαπενθήμερο - από την σχολή Καλογραιών - στην Λάρνακα και την μετέφερε στην γιαγιά στα Λύμπια, όπου διέμενε και εκείνος. Μετά το 1974 η μάνα του πήγε στην Αγγλία να δει τα αδέλφια της. Δεν γνώριζε αν την πρόσκληση να πάει στην Αγγλία την έστειλε η ενάγουσα, αλλά δυο ημέρες τις έκαμε στην μία της αδελφή στο Λονδίνο και τις υπόλοιπες 5-6 ημέρες στο Pool, που είναι 120 μίλια νοτιοδυτικά του Λονδίνου. Τις διακινήσεις τις έκαμνε ο αδελφότεκνος της ο Σοφοκλής. Στην υποβολή ότι στο αεροδρόμιο την παρέλαβε η ενάγουσα και αυτή την πήρε στο Pool, απάντησε ότι το παράπονο της μητέρας του όταν επέστρεψε, κλαίοντας μάλιστα, ήταν ότι οι αδελφότεκνες της δεν πήγαν να την δουν. Ήταν η θέση του ότι δεν είχε καμιά συμμετοχή στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της μητέρας του. Τους γονείς του τους βοηθούσε ο δικηγόρος κ. Μόντης και ο ίδιος δεν την διακίνησε για σκοπούς της μεταβίβασης του ακινήτου. Οι γονείς του καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο από το
  23. Αρνήθηκε σε σχετική υποβολή ότι το χωράφι που αναφέρεται στο προικοσύμφωνο είναι διαφορετικό από το επίδικο, γιατί είναι διαφορετική η έκταση του. Ήταν επίσης η θέση του ότι το χωράφι αμπέλι το θυμάται από ηλικίας 3 ετών και είναι το ίδιο. Αρνήθηκε ότι είχε σχέσεις με την ενάγουσα και του υπεδείχθησαν ορισμένες φωτογραφίες, η μια του 1975 (τεκμ.40-41) στις οποίες απεικονίζεται μαζί με την ενάγουσα, δίνοντας διάφορες εξηγήσεις. Επανεξεταζόμενος αναφορικά με τις επιστολές (τεκμ.37-39), είπε ότι δεν θεωρεί ότι με 3 επιστολές είχε συχνή επικοινωνία με την ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 Κώστας Σάββα Σάουρου (ΜΥ2) στην γραπτή του δήλωση - έγγραφο Γ - κατέθεσε ότι από ηλικίας 4 ετών μέχρι τα 18 κατοικούσε με την γιαγιά του. Με τους συγγενείς του στο εξωτερικό δεν αλληλογραφούσε, ούτε είχε στενές σχέσεις. Δεν είχε καμιά ανάμειξη στην εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της μητέρας του. Για την διαδικασία την βοήθησε ο δικηγόρος κ. Μόντης. Μέχρι το 1960 το επίδικο ήταν φυτεμένο αμπέλι και το καλλιεργούσε μαζί με τους γονείς του και συνέχισε να το καλλιεργεί και μετά τον θάνατο των γονέων του. Οι γονείς του έλεγαν ότι το κτήμα ήταν της μητέρας του γιατί της το δώρισε η γιαγιά ως προίκα, με προικοσύμφωνο, όταν παντρεύτηκε τον πατέρα του. Η ενάγουσα δεν πήγαινε στο σπίτι του, ούτε και έκαμνε ιδιαίτερα αγγλικών στην κόρη του. Από το 1978 που παντρεύτηκε δεν είχε καμιά σχέση με την ενάγουσα. Στην παράγραφο 21 της δήλωσης του αναφέρεται σε τρία ακίνητα, τα οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η γιαγιά τα έδωσε προίκα σε τρία παιδιά της. Το ακίνητο που περιγράφεται στο προικοσύμφωνο είναι το επίδικο. Αντεξεταζόμενος ως προς το πως βρέθηκε η υπογραφή του στα τεκμ.5 και 6 αφού δεν είχε ανάμειξη στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της μητέρας του, απάντησε ότι η μητέρα του δεν οδηγούσε και την πήρε στο κτηματολόγιο. Ο υπάλληλος ρώτησε με ποιον θα επικοινωνήσει αν χρειαστεί κάτι και του έδωσε το τηλέφωνο του. Κατά τα άλλα δεν είχε καμιά ανάμειξη στην μεταβίβαση του ακινήτου. Απλώς την πήρε στο κτηματολόγιο ορισμένες φορές. Δεν την πήρε στην εφημερίδα Σημερινή. Το επίδικο κτήμα το καλλιεργεί από 12 χρονών και καλλιεργεί όλα τα κτήματα της γιαγιάς και του παππού του. Από τα 8 αδέλφια της μητέρας του τα 7 είναι στην Αγγλία και έχει την άδεια τους να καλλιεργεί τα κτήματα. Η μητέρα του έλεγε ότι το επίδικο χωράφι της το έδωσε προίκα η μητέρα της όταν παντρεύτηκε. Του υπεβλήθη ότι ψεύδεται στην δήλωση του ότι η γιαγιά έδωσε ως προίκα ακίνητα σε παιδιά της και ήταν η θέση του ότι γνωρίζει ότι δεν είχαν τίτλους και τους τίτλους τους έβγαλε η μητέρα του στο όνομα των αδελφάδων της. Στην ερώτηση αν πράγματι, όπως ανέφερε η ενάγουσα, έκαμνε μαθήματα αγγλικών στην κόρη του απάντησε «Δεν της έκαμνε. Αν ήλθε μια φορά σπίτι και το μωρό την ρώτησε τι ήταν η καρέκλα ή το τραπέζι ήταν μάθημα; Μάθημα είναι να πάεις συστηματικά». Στην υποβολή ότι το επίδικο κτήμα είναι διαφορετικό από εκείνο του προικοσυμφώνου, ήταν η θέση του ότι δεν υπάρχει άλλο στην περιοχή Φτέλια και ότι τα σύνορα είναι τα ίδια. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν καλλιεργούσε τα κτήματα με την συγκατάθεση των συγγενών, κανένας δεν έφερε ένσταση ότι επενέβαινε σε αυτά. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο δικηγόρος κ. Θεόδουλος Μόντης (ΜΥ3). Κατέθεσε γραπτή δήλωση - έγγραφο Δ -. Είναι δικηγόρος από το 1972 και ο εναγόμενος 1 ήταν συμμαθητής του και μπήκε πρώτος κουμπάρος στον γάμο του και του βάπτισε τον γιό του. Γνώρισε τους γονείς του από τα πρώτα χρόνια που άσκησε δικηγορία. Ήταν συχνός επισκέπτης στο χωριό και ήταν νομικός σύμβουλος των γονέων του, κυρίως επί κτηματικών θεμάτων. Θυμάται καλά την υπόθεση μεταβίβασης του ακινήτου στην Ανδριανή. Είναι βέβαιος ότι η Ανδριανή και ο σύζυγος της έθεσαν τόσο του ιδίου όσο και στο κτηματολόγιο όλα τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους που αφορούσαν την δωρεά και την κατοχή. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα έγγραφα δεν θα προωθούσε το αίτημα για εγγραφή του κτήματος στο όνομα της Ανδριανής δυνάμει δωρεάς. Την αίτηση προς ακύρωση της υποθήκης (τεκμ.24), την υπέβαλε ο ίδιος στο δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι συνέταξε και την συνημμένη της αίτησης (τεκμ.24) ένορκη δήλωση. Στην ερώτηση αναφορικά με την παράγραφο 2 που αναφέρει για εγγραφή στο όνομα της Ανδριανής του επιδίκου ακινήτου δυνάμει κατοχής, ανέφερε ότι είναι γραμμένο και δεν μπορεί να πει κάτι διαφορετικό. Συμπερασματικά, ως ήταν η θέση του, από το τεκμ.24 πιθανότατα να έκαμε και την αίτηση για το κτηματολόγιο. Δεν θυμόταν την πράξη και ότι πήγε στο κτηματολόγιο και έκαμε την αίτηση για εγγραφή του ακινήτου. Το προικοσύμφωνο του το έδειξαν τελευταίως σε μια συνάντηση και θυμήθηκε ότι το ξαναείδε. Δεν θυμόταν αν χρησιμοποιήθηκε το προικοσύμφωνο και δεν θυμόταν τίποτε περισσότερο. Δεν θυμόταν πότε το ξαναείδε, οι γονείς του εναγόμενου 1 απεβίωσαν εδώ και 15-20 χρόνια, το είδε παλαιότερα που μιλούσε με τους γονείς του. Δεν θυμόταν αν είχε υπόψη του το προικοσύμφωνο ή αν του το έθεσαν όταν έκαμνε την αίτηση στο δικαστήριο (τεκμ.24), ή τις διαδικασίες στο κτηματολόγιο. Αν ετίθετο ενώπιον του θα το χρησιμοποιούσε γιατί ήταν το πιο σημαντικό έγγραφο. Θα το χρησιμοποιούσε 100% και δεν χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο. Τώρα που είδε το προικοσύμφωνο, το επίδικο κτήμα είναι αυτό που τιτλοποιήθηκε. Τέλος, τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση (ΜΥ4) ήταν ο Χριστόδουλος Μαρκίδης, συνταξιούχος, που κατείχε τη θέση του κτηματολογικού λειτουργού Α και υπηρέτησε στο κτηματολόγιο για 39 χρόνια. Εργάστηκε στον κλάδο διακατοχής, εγγραφής και εκτίμησης και η δουλειά του είχε σχέση με τις μονάδες μετρήσεως εμβαδών ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατέθεσε προς τούτο και σχετικό βιβλίο που έγραψε καθώς και σχετικά πιστοποιητικά (τεκμ.42-44). Εξήγησε ότι πριν την γενική χωρομετρία επειδή δεν υπήρχαν τοπογραφικά σχέδια ως μονάδες μετρήσεως χρησιμοποιούνταν 4 μέθοδοι. Η πρώτη μέθοδος ήταν με τις «ασιελιές» και ονομαζόταν σκάλα. Υπήρχαν περιοχές που η σκάλα ήταν 48 επί 48 ασιελιές, αλλού 60 επί 60 και σε πολλές άλλες περιοχές ήταν 80 επί
  24. Άλλη μέθοδος στηριζόταν στην καλλιέργεια με το άλογο ή το βόδι από το πρωί μέχρι την δύση. Όση γη καλυπτόταν ήταν μια σκάλα. Η 3η μέθοδος ήταν με σκοινί μήκους 50 ποδών, επειδή δεν είχαν μετροταινίες. Κάποτε η σκάλα ήταν 3 φορές 50 επί 50, δηλαδή 150 επί 150 πόδια, και ανάλογα με την περιοχή 4 φορές. Η 4η μέθοδος ήταν με το μάτι, δηλαδή, «κουτουρού». Η άλλη μονάδα μέτρησης ήταν η κυβερνητική σκάλα που χρησιμοποιήθηκε μετά την γενική χωρομετρία. Στο χωριό Λύμπια η χωρομετρία συμπληρώθηκε το 1924 και ήταν 120 επί 120 πόδια, δηλαδή, 14.400 τ.μ. Οι αγρότες χρησιμοποιούσαν την παλιά μέθοδο, δηλαδή την σκάλα με τις ασιελιές. Η σχέση της παλιάς με την κυβερνητική σκάλα ήταν 1 προς 2, ή 1 προς 2.5, ή 1 προς
  25. Κατά μέσο όρο μια παλιά σκάλα αντιστοιχεί με 2.5 κυβερνητικές σκάλες. Αυτό συνεχίζει και μέχρι σήμερα στους αγρότες ανάλογα με την μόρφωση τους. Την παλιά μέθοδο της σκάλας την χρησιμοποιούσαν και στα έγγραφα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εφόσον μέσα στο προικοσύμφωνο αναφέρονται σε σύνορα, σε ονόματα, είναι αυτονόητο ότι αναφέρονταν σε παλιές σκάλες. Στην ερώτηση πως πρέπει να γνωρίζουμε όταν μιλούν για κυπριακές σκάλες ότι μπορεί να είναι 1.5, 2 ή 2.5 φορές η κυβερνητική σκάλα, απάντησε ότι αυτό διευκρινίζεται μεταξύ των συνομιλούντων. Οι δικηγόροι προχώρησαν στο τέλος με γραπτές αγορεύσεις. Το δικαστήριο κρίνει, πριν προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ότι θα πρέπει να εξεταστούν ορισμένα ζητήματα τα οποία κρίνονται ουσιώδη από το στάδιο αυτό. Έχει σκιαγραφηθεί η πορεία της υπόθεσης, τόσο με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του δικαστηρίου, όσο και με τις αποφάσεις του Εφετείου. Η κάθε απόφαση, είτε ενδιάμεση, είτε του Εφετείου, είχε τις δικές της δικογραφικές και άλλες επιπτώσεις στην υπόθεση. Και κυρίως καθόσον αφορά το θέμα που ενδιαφέρει εδώ, στην υπεράσπιση. Η πρώτη υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 7.1.05 στην βάση των γεγονότων της αρχικής εκθέσεως απαιτήσεως. Στην παράγραφο 3 υπάρχει παραδοχή ότι το ακίνητο ενεγράφη στο όνομα της αποβιωσάσης δυνάμει βεβαίωσης ότι η αποβιώσασα το κατείχε πέραν των 30 ετών. Το ίδιο αναφέρεται και στην παράγραφο
  26. Στην παράγραφο 10 προστίθεται ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν το ακίνητο δυνάμει δωρεάς από την μητέρα τους. Προώθησαν στην συνέχεια οι εναγόμενοι, την 6.2.09, αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης δια της προσθήκης δυο νέων παραγράφων 1Α και 1Β. Στην μεν παράγραφο 1Α επιζητούσαν να προσθέσουν ζήτημα καθυστέρησης που πλήττει το δημόσιο συμφέρον και στην 1Β ότι η αγωγή ηγέρθη με λανθασμένο τύπο. Στις 4.6.09 εκ συμφώνου εγκρίθηκε το αίτημα και την 12.6.09 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη υπεράσπιση περιλαμβάνουσα τις πιο πάνω παραγράφους που εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Την 7.9.09 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση με την οποία επιζητούσε να συνεχιστεί η διαδικασία με τα υφιστάμενα δικόγραφα και να θεωρείται ότι το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε σε τύπο Δ.2, Θ.6, καταχωρήθηκε σε Δ.2,Θ.
  27. Ουσιαστικά, αυτό ως είναι αντιληπτό, έγινε εις απάντηση της παραγράφου 1Β της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τελικά την 22.12.09, εκδόθηκε διάταγμα άρσης της παρατυπίας, σε ότι αφορά την καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος. Ακολούθησε αίτηση εκ μέρους των εναγομένων, ημερ.5.1.10, για διάταγμα όπως η αγωγή στην έκταση που στρέφεται εναντίον της Ανδριανής χωρίς να ενάγεται για ψευδείς παραστάσεις, να διαγραφεί. Εκδικάστηκε και απορρίφθηκε η αίτηση. Υπεβλήθη έφεση και η απόφαση του Εφετείου ημερ.3.10.12 είναι σχετική. (Σάουρου κ.ά ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα, συζ. Κωστή Λοίζου

(2012)1 Α.Α.Δ. 2141 ). Πριν την εκδίκαση της έφεσης, ή εν πάση περιπτώσει πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης του Εφετείου, την 28.5.10, υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης του εναγομένου 3 υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριάνας. Στους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν, πουθενά δεν ηγέρθη θέμα παραγραφής της αγωγής εναντίον της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριανής. Το δικαστήριο μετά από ακρόαση ενέκρινε το αίτημα και προστέθηκε ως εναγόμενος 3 ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριανής. Στην ενδιάμεση αυτή απόφαση του δικαστηρίου, ημερ.2.11.10, δεν ασκήθηκε έφεση, γεγονός που υπεδείχθη και τονίστηκε δυο φορές από το Εφετείο στην Πολ.Έφεση 89/13, ημερ.20.2.15, που αφορά τους ίδιους στην παρούσα αγωγή διαδίκους, επί άλλου όμως θέματος που ηγέρθη, επί του οποίου αναφορά θα γίνει στην συνέχεια. Η προσθήκη συνεπώς του εναγομένου 3 οδήγησε σε νέα, τροποποιημένη υπεράσπιση, στο νέο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερ.16.11.10, όπως και έγινε τελικά την 12.6.
  1. Να σημειωθεί όμως το εξής σημαντικό. Η έκθεση απαιτήσεως παρέμενε ως είχε, αφού το αίτημα για την διαγραφή της απερρίφθη από το δικαστήριο, παρόλο βεβαίως που εκκρεμούσε η Έφεση επί της απορριπτικής απόφασης του δικαστηρίου. Η νέα τροποποιημένη υπεράσπιση παρουσιάζει πλέον άλλη δομή και διαφορετική χροιά. Έχει αναδομηθεί εκ βάθρων και προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί. Στην ουσία η προηγούμενη υπεράσπιση περιείχε όλους τους αρνητικούς ισχυρισμούς επί των καταλογιζομένων στην αποβιώσασα ενεργειών και/ή πράξεων, σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν στο νέο κλητήριο ένταλμα αναλλοίωτοι, αφού εκείνο που ζητήθηκε και εγκρίθηκε από το δικαστήριο ήταν η προσθήκη του εναγομένου 3 υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και επίσης, η προσθήκη στην έκθεση απαιτήσεως, στις κατάλληλες παραγράφους, ότι η αποβιώσασα αντιπροσωπεύεται στην αγωγή υπό του εναγομένου
  2. Ουδέν άλλο επιδιώχθηκε ή και εγκρίθηκε από το δικαστήριο. Ουδείς δε άλλος ισχυρισμός προστέθηκε ώστε να έχρηζε απάντησης. Ανάγνωση της τροποποιημένης υπεράσπισης (τρίτης στη σειρά) αναδεικνύει ότι προστέθηκαν νέοι ισχυρισμοί που δεν ήταν αναγκαίοι ως αποτέλεσμα της προσθήκης του εναγομένου
  3. Ειδικότερα ενώ η παράγραφος 3 ήταν παραδεκτή, τώρα με την νέα παράγραφο 4 προστέθηκε ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στην Μαρία και νόμιμα μεταβιβάστηκε στην Ανδριανή. Το ίδιο και στην παράγραφο 5 αναφορικά με την παράγραφο 4 της εκθέσεως απαιτήσεως. Στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης προστέθηκε ότι η Ανδριανή το απέκτησε δυνάμει δωρεάς και/ή νόμιμης σύμβασης. Αναδόμηση προκύπτει και στην νέα παράγραφο 7 της υπεράσπισης εν σχέση με την προηγούμενη παράγραφο
  4. Το ίδιο προκύπτει και για τις παραγράφους 8, 9, 12,
  5. Προστέθηκε επίσης ως εντελώς καινούργια παράγραφος η παράγραφος 15, ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον του κτηματολογίου χωρίς αυτό να ενάγεται. Το τοπίο όμως άλλαξε άρδην με την απόφαση του Εφετείου. Το Εφετείο την 3.10.12 διέταξε την διαγραφή των παραγράφων 4-7 της εκθέσεως απαιτήσεως. Εννοείται εκείνης της εκθέσεως απαιτήσεως που υπήρχε πριν την προσθήκη του εναγομένου 3, επί της οποίας προέκυψε η πιο πάνω τρίτη υπεράσπιση. Την 12.10.12 η ενάγουσα, ως αποτέλεσμα της απόφασης του Εφετείου, καταχώρισε αίτηση για την επαναφορά των πιο πάνω διαγραφέντων υπό του Εφετείου παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως, με το δικαιολογητικό ότι είχε στο μεταξύ εγκριθεί αίτημα για την προσθήκη του εναγομένου 3 γιατί πλέον είναι κατάλληλη η τροποποίηση για την ουσιαστική επαναφορά των διαγραφέντων υπό του Εφετείου παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως, ώστε το δικόγραφο να είναι συμπληρωμένο. Και τούτο γιατί όταν εκδικάστηκε η Έφεση η αποβιώσασα δεν ήταν διάδικος, ενώ τώρα που προστέθηκε ως διάδικος ο διαχειριστής της δύναται να ενάγεται για δόλο και ψευδείς παραστάσεις (δες σχετικά παραγράφους 27, 28, 29 και 30 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης). Το δικαστήριο μετά από ακρόαση, την 14.2.13, απέρριψε το αίτημα, με αποτέλεσμα η πλευρά τώρα της ενάγουσας να προσφύγει στο Εφετείο. Το δικογραφικό τοπίο παρέμεινε αναλλοίωτο εκκρεμούσης της Εφέσεως. Την 20.2.15 εξεδόθη η απόφαση του Εφετείου στην πιο πάνω Πολ. Έφεση 89/
  6. Το Εφετείο έδωσε άδεια στην ενάγουσα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης της, ως η αίτηση ημερ.12.10.
  7. Επανήλθε με λίγα λόγια το προηγούμενο δικογραφικό καθεστώς. Την 25.2.15 η ενάγουσα καταχώρισε νέο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Ακολούθησε, την 18.3.15, νέα (τέταρτη) τροποποιημένη υπεράσπιση. Συνάγεται πως και πάλι προβλήθηκαν νέοι ισχυρισμοί σε σχέση ακόμα και με την προηγούμενη (τρίτη) υπεράσπιση. Προστέθηκε στις παραγράφους 7 και 8 για πρώτη φορά η ύπαρξη προικοσυμφώνου, προστέθηκε επίσης στην παράγραφο 17 ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον του κοινοτάρχη, χωρητικές αρχές και κτηματολογική αρχή και συνεπώς η ενάγουσα δεν μπορεί να ενάγει τους εναγόμενους στην βάση της αιτίας της αγωγής που στηρίζει την απαίτηση της και τέλος, προστέθηκε καινούργια παράγραφος 18 σύμφωνα με την οποία, «το δικαίωμα της ενάγουσας για έγερση της παρούσας αγωγής έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Αρ.6 των Περί Παραγραφής Νόμων 2012 έως και 2014» και προστέθηκε χειρόγραφα «και του άρθρου 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου». Αφού ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης, την 17.9.15, καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας με την οποία επιζητούσε διάταγμα που να επιτρέπει την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.
  8. Έτυχε της ένστασης των εναγομένων και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την μελέτη του φακέλου φάνηκε, καθόσον αφορά το προικοσύμφωνο, που αποτελούσε και το επίδικο θέμα της αιτήσεως, ότι εμφανίστηκε για πρώτη φορά η καταγραφή του στο δικόγραφο της τέταρτης υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εκδίδοντας την ενδιάμεση απόφαση του την 30.11.15, στην βάση του λόγου της υπόθεσης Williams & Glyn's Bank v. The Ship Maria
(1992)1 Α.Α.Δ. 309, και του γεγονότος ότι η ενάγουσα όχι μόνο αποδέχτηκε τους νέους ισχυρισμούς (περί προικοσυμφώνου), αλλά αποτάθηκε περαιτέρω και για την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του εγγράφου που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην υπεράσπιση, που συνιστά εκτροπή από τους θεσμούς, έκρινε ότι η παρατυπία θεραπεύτηκε και ως εκ τούτου θα παραγνωριζόταν από το δικαστήριο. Το ερώτημα βέβαια που τίθεται εδώ είναι για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλονται με τις κατά καιρούς καταχωρηθείσες υπερασπίσεις εκ μέρους των εναγομένων. Το δικαστήριο στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του είχε την ευκαιρία να σχολιάσει την τροποποίηση δικογράφων. Παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο και υιοθετείται πλήρως για τους σκοπούς της παρούσης αποφάσεως: «Είναι εμπεδωμένο ότι τροποποίηση μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατόπιν αδείας του δικαστηρίου. Αποτελεί παγιωμένη αρχή ότι ουδεμία επέμβαση στα δικόγραφα δεν επιτρέπεται ειμί μόνο κατόπιν αδείας του δικαστηρίου. Ούτε μπορεί να εισαχθούν ισχυρισμοί σε τροποποιημένο δικόγραφο πέραν εκείνων για τους οποίους δόθηκε άδεια για τροποποίηση (Σοφοκλέους ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81). Σχετική είναι η Δ.19 Θ.14, που ως επεξηγείται στο Annual Practice του 1956 σελ.471, κάτω από την αντίστοιχη αγγλική διαταγή, σχετίζεται με μεταγενέστερα δικόγραφα, όπως για παράδειγμα αν η απαίτηση αφορά αμέλεια δεν μπορεί στην απάντηση το ίδιο ποσό να αξιώνεται για δόλο. Χρήσιμο για το υπό συζήτηση θέμα κρίνεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1982, σελ.380, παρ. 20/3-4/5. Αναφέρεται το εξής: « Amendment consequential on amended pleadings - Where the plaintiff is given leave to amend his statement of claim the defendant is not entitled, in the absence of express leave to do so, to introduce any amendments that he chooses, but his implied right to amend his defence is limited to making only such amendments as are consequential upon the amendments made in the statement of claim, i.e it extends to amending only those parts of the defence which relate to the amended allegations made in the statement of claim and does not extend to the parts which relate to allegations in the statement of claim not affected by the amendments made therein.» Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η υπόθεση Squire v. Squire [1971] 1 A.E.R 891, C.A. που μνημονεύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα. Οι ενάγοντες τροποποίησαν την έκθεση απαιτήσεως τους και οι εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπιση τους στην τροποποιηθείσα έκθεση απαιτήσεως προβάλλοντας κάποιες νέες υπερασπίσεις. Υπεδείχθη ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι άδεια για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως περιλαμβάνει (involves) χωρίς άλλη αναφορά και άδεια για επακόλουθη τροποποίηση της υπερασπίσεως. Η τροποποίηση όμως της υπεράσπισης είναι περιορισμένη σε εκείνα που είναι αναγκαία ως συνεπακόλουθα της τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατά συνέπεια εκείνο που εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο η νέα υπεράσπιση περιέχει τροποποιήσεις, συγκριτικά με την προηγούμενη, που ήταν αναγκαίες ως επακόλουθο της τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως». Κρίνεται συνεπώς ότι ισχυρισμοί που καταγράφηκαν στην υπεράσπιση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου και δεν αποτελούν επακόλουθο της τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως της ενάγουσας δεν θα ληφθούν υπόψη. Μεταξύ άλλων δεν θα ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός περί παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας και ότι εναγόμενοι θα έπρεπε να είναι το κτηματολόγιο και η κοινοτική αρχή Λυμπιών. Ομοίως, για τους ίδιους λόγους, δεν θα ληφθεί υπόψη η συνακόλουθη εισήγηση του κ. Γεωργιάδη ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να είναι ενάγουσα στον βαθμό που αυτή βασίζεται σε δόλο και ψευδείς παραστάσεις, γιατί αυτές στόχευαν την χωρητική αρχή και το κτηματολόγιο και όφειλε είτε να τους καλέσει ως συνενάγοντες, είτε αν αρνούντο, να τους καταστήσει ως εναγόμενους. Ειδικά επί της παραγραφής υπάρχει ακόμα ένα θέμα για το οποίο ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Στην απόφαση του Εφετείου στην πιο πάνω Πολ. Έφεση 89/13, υπεδείχθη ότι «παραμένει ως ακλόνητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 προσετέθη ως διάδικος με απόφαση που δεν εφεσιβλήθηκε». Όπως υποδεικνύει η νομολογία, ο Περί Παραγραφής Νόμος δεν δίνει δικαιώματα στον εναγόμενο, αλλά επιβάλλει προθεσμία στον ενάγοντα. (Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd [1967] 2 Q.B. 703). Ομοίως η νομολογία υποδεικνύει ότι ο εναγόμενος δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εγείρει σε οποιοδήποτε στάδιο επιθυμεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής που επιτρέπει την έγερση της σχετικής υπεράσπισης με τροποποίηση στο τέλος της δίκης. Το όλο ζήτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σύμφωνα με τη δικαιοσύνη της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ketteman and Others v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38 (H.L.) υπεδείχθη ότι: «However (Lord Keith and Lord Brandon dissenting), where a defendant decided not to plead a procedural bar, such as a limitation defence, before trial and fought the case on its merits it was not open to him to amend his defence during the final stages of trial in order to plead the procedural defence when it had become apparent that he was likely to lose on the merits. Further more, there was a clear difference between amendments which sought to raise a new defence for the first time, and there was no rule of practice of invariably allowing a new defence to be raised by amendment at the end of trial subject to the grant of an adjournment and the defendant paying costs thrown away. Instead, the matter was in the judge's discretion according to the justice of the case». Πόσον μάλλον εδώ, που προστέθηκε χωρίς την άδεια του δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Πριν γίνει ειδικότερη αναφορά και αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε με τεκμήρια. Περαιτέρω στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Είναι συνεπώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα, που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Κρίνεται ότι αδιάψευστος οδηγός στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποτελούν τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο δικαστήριο. Τόσο τα κτηματολογικά έγγραφα που αφορούν το επίδικο ακίνητο όσο και των άλλων δικαστικών εγγράφων, τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά από το δικαστήριο, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Παρενθετικά να αναφερθεί εδώ, ότι για τις δηλώσεις της αποβιωσάσης Ανδριανής, που περιέχονται σε διάφορα έγγραφα, τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Αγρότου κ.ά ν. Αγρότου, Πολ. Έφεση Αρ.288/10, ημερ.31.5.16 και λήφθηκαν υπόψη όλοι οι παράγοντες του Αρ.27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Σημειώνεται βεβαίως ότι δεν τίθεται ζήτημα κάτω από τις πρόνοιες του Αρ.24 του Κεφ.9 και του δικαιώματος αντεξέτασης δηλώσεων αποβιώσαντος εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, αφού πρόκειται για δηλώσεις που έγιναν εκ μέρους της μητέρας τους, επ' αυτών βάσισαν μέρος της υπεράσπισης τους και στην βάση αυτών στην συνέχεια έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους. Σχετική προς τούτο ήταν και η μαρτυρία του δικηγόρου κ. Μόντη. Η εφαρμογή, σε όλη τους την έκταση, των νομολογηθέντων στην υπόθεση Σάουρος κ.ά ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστή Λοίζου
(2009)1 Α.Α.Δ. 203, από μόνη της είναι αρκετή για να οδηγήσει σε ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομα της Ανδριανής και στην συνέχεια στους εναγόμενους 1 και
  1. Ανάγνωση της πιο πάνω απόφασης αναδεικνύει την ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των ιδίων διαδίκων, επί ακριβώς ιδίου θέματος. Η μόνη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η Ανδριανή, πέραν του επιδίκου ακινήτου που ανήκε στην γιαγιά Μαρία, επιδίωξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μέσω του κτηματολογίου και με τα ίδια ακριβώς διαδικαστικά μέτρα, όπως αυτά που έχουν προκύψει ως αδιαμφισβήτητα μέσα από τον κτηματολογικό φάκελο, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, την μεταβίβαση και ενός ακινήτου του παππού και συζύγου της Μαρίας. Το γεγονός και μόνο ότι ο διευθυντής του κτηματολογίου, σύμφωνα με την Σάουρου ανωτέρω, και την σχετική νομολογία επί της οποίας γίνεται αναφορά, δεν έχει εξουσία να επιλύει διαφορές αναγόμενες στην ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας, οδηγεί σε ακύρωση των σχετικών μεταβιβάσεων, ώστε το επίδικο ακίνητο να περιέλθει στην περιουσία της αποβιωσάσης Μαρίας. Η μόνη, ενδεχομένως, διαφορά που προκύπτει στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως, είναι η ανάδειξη με την υπεράσπιση, με τον τρόπο που έχει εξηγηθεί, της ύπαρξης προικοσυμφώνου. Το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν δημιουργεί κάποια νέα υπεράσπιση προς όφελος των εναγομένων, αλλά περιπλέκει ακόμα περισσότερο τους ούτως ή άλλως αντιφατικούς ισχυρισμούς των εναγομένων και καθιστά το προικοσύμφωνο, με την έννοια της υπεράσπισης, αντιφατικό και εκτός πραγματικότητας. Από τον κτηματολογικό φάκελο προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Ανδριανή ξεκίνησε την διαδικασία εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της, αυτό αιτήθηκε και υποστήριξε στην αίτηση της στο κτηματολόγιο, δυνάμει αδιαφιλονίκητης κατοχής πέραν των 40 ετών. Αυτό ευθέως καταγράφεται στο τεκμ.
  2. Υποστήριξε το αίτημα στην βάση πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής, σύμφωνα με το οποίο «κατέχει πέραν των 40 ετών» το επίδικο ακίνητο. Ούτε δωρεά επικαλέστηκε, ούτε και κυρίως προικοσύμφωνο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στην συνέχεια όταν φάνηκε ότι το επίδικο ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη αποτάθηκε στο δικαστήριο για την ακύρωση της υποθήκης, με το δικαιολογητικό, σύμφωνα με την υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της ιδίας - δες τεκμ.24, παράγραφος 2 της ενόρκου δηλώσεως - ότι αποτάθηκε στο κτηματολόγιο «δια την εγγραφήν της περιουσίας επ' ονόματι μου δυνάμει κατοχής». Πουθενά δεν αναφέρθηκε είτε σε δωρεά είτε σε προικοσύμφωνο. Ιδιαίτερη αξία και βαρύτητα εδώ ενέχει η μαρτυρία του δικηγόρου κ. Μόντη, ο οποίος παρόλο που προσπάθησε να βοηθήσει την πλευρά των εναγομένων, αναφορά επ' αυτού θα γίνει στην συνέχεια, δήλωσε ότι αν τίθετο ενώπιον του το προικοσύμφωνο θα το χρησιμοποιούσε 100% και δεν χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο για την διαδικασία εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της Ανδριανής. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο ότι ο ισχυρισμός περί προικοσυμφώνου είναι σε άμεση σύγκρουση και αντίφαση με τα σχετικά έγγραφα που υπέγραψε η ίδια η Ανδριανή τόσο προς το κτηματολόγιο, όσο και με όσα ορκίστηκε στο δικαστήριο προς διαγραφή της υποθήκης, αλλά και με όσα κατέθεσε επί τούτου ο κ Μόντης. Προκύπτει ότι με την υπεράσπιση, αλλά κυρίως με την προσκομισθείσα εκ μέρους των εναγομένων μαρτυρία, είναι ότι η Ανδριανή απέκτησε το ακίνητο συλλήβδην δυνάμει εχθρικής κατοχής, δυνάμει δωρεάς και δυνάμει προικοσυμφώνου. Στην υπόθεση FRAKAPOR COURIER LTD ΠΡΩΗΝ FRAKAPOR κ.ά ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2011, ημερ.15 Ιουνίου, 2016, υπεδείχθη ότι: «Όλες οι πιο πάνω διαζευκτικές υπερασπιστικές γραμμές, είναι μεν επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σ' ένα δικόγραφο, πλην, όμως, αν δεν στοιχειοθετηθούν με ανάλογη μαρτυρία, καταδεικνύουν το ασαφές και αφήνουν μετέωρη σ' απόρριψη κάθε εκδοχή. (Βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238)». Δεν είναι όμως μόνο τα πιο πάνω που καθιστούν όλη την διαδικασία εγγραφής του ακινήτου άκυρη, αλλά εξοβελίζουν και κάθε αντίθετη περί τούτου μαρτυρία. Ενώ η Ανδριανή ξεκίνησε διαδικασία εγγραφής του επιδίκου ακινήτου δυνάμει εχθρικής κατοχής, και ζήτησε άδεια αντί της προσκόμισης συγκαταθέσεων εκ μέρους των κληρονόμων, να προβεί σε δημοσίευση σε εφημερίδα, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τις πρόνοιες του Άρθρου 49 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.224 (δες τεκμ.3 -14), τελικά, κατά την επιτόπια εξέταση του ακινήτου, σύμφωνα με το τεκμήριο 16 ο τίτλος αποκτήθηκε, σύμφωνα με τα καταγραφέντα από τον κτηματολογικό λειτουργό, δυνάμει κατοχής και δωρεάς από την μητέρα της Μαρία Χατζηανδρέα από το 1930 (in possession since she acquired it by gift in 1930 by her mother .). Εγκαταλείφθηκε πλήρως, άγνωστο πως, το αρχικό αίτημα περί εχθρικής κατοχής, καθώς και ο λόγος που έγινε η επιτόπια εξέταση και εμφανίστηκε αίφνης εγγραφή δυνάμει κατοχής και δωρεάς από την Ανδριανή και μάλιστα από το 1930. Βεβαίως περί προικοσυμφώνου δεν ετίθετο θέμα, αφού το φερόμενο ως προικοσύμφωνο χρονολογείται από το 1944 και εύλογα τίθεται το ερώτημα ποιο από όλα θα πρέπει να ισχύσει. Η μαρτυρία δε των εναγομένων 1 και 2 περί προικοσυμφώνου, που κατ' ισχυρισμό τους έλεγε η μητέρα και ο πατέρας τους, είναι προφανώς υστερογενής και πλήρως αντιφατικός με τα καταγραφέντα στον κτηματολογικό φάκελο. Είναι εξ αυτού του λόγου που η μαρτυρία των εναγομένων κρίνεται αναξιόπιστη και απορριπτέα, αφού στόχευε στο να θέσει ένα υπόβαθρο γεγονότων ευνοϊκό τόσο για την μακαρίτισσα μητέρα τους Ανδριανή, όσο βεβαίως και για τους ίδιους. Προστίθεται εδώ και η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1, ότι στον κτηματολογικό φάκελο δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκε στο κτηματολόγιο έγγραφο δωρεάς ή προικοσύμφωνο. Πουθενά και σε κανένα στάδιο, εκ των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, δεν υποστηρίχθηκε από την μακαρίτισσα Ανδριανή τέτοιος ισχυρισμός. Σχετική ακόμα είναι και η μαρτυρία του κ. Μόντη, ότι δεν του δόθηκε το προικοσύμφωνο όταν προωθούσε προς το κτηματολόγιο τα σχετικά έγγραφα, προς εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της Ανδριανής. Η πιο πάνω εξέλιξη και οι αλλοπρόσαλλοι και αντιφατικοί λόγοι για τους οποίους αιτήθηκε η Ανδριανή την έκδοση του τίτλου στο όνομα της, αναδεικνύουν ακριβώς εκείνο που η νομολογία υποδεικνύει αναφορικά με την αναρμοδιότητα των κτηματολογικών αρχών να επιλύουν περιουσιακές διαφορές, γιατί τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου - (βλ. Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, Κραμβιάς κ.ά. v. Θεοδοσίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 267 και Αλκιβιάδου κ.ά. v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2133). Και δυο ακόμα λόγια για το προικοσύμφωνο. Η φερόμενη ως προικοδοτούσα (γιαγιά) Μαρία την κόρη της Ανδριανή, δεν φαίνεται να υπογράφει το σχετικό έγγραφο. Η υπογραφή που ως συνάγεται θα πρέπει να ήταν στην 2η σελίδα του προικοσυμφώνου, τουλάχιστον καθόσον αφορά την Μαρία δεν υπάρχει. Το προικοσύμφωνο συνιστά σύμβαση (Οικονόμου κ.ά ν. Ττοφινή κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 436) και όπως όλες οι συμβάσεις απαιτείται η υπογραφή ενός εκάστου βαρυνομένου εκ της συμβάσεως, στην προκειμένη περίπτωση της Μαρίας, που δεν υπάρχει. Συμβαλλόμενος συνάγεται πως ήταν και ο πατέρας των εναγομένων 1 και 2, του οποίου και πάλι δεν φαίνεται να υπάρχει η υπογραφή. Πρόκειται για ένα έγγραφο που στην όψη του φέρεται παλιό και φέρει ημερομηνία 9.1.44, μερικώς καταστραμμένο στην 2η σελίδα και κυρίως εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν οι υπογραφές, κυρίως της Μαρίας υπάρχει κενό. Το δικαστήριο, ακόμα και να ήταν επίδικο το προικοσύμφωνο, εν σχέση με τα πραγματικά γεγονότα, στην απουσία υπογραφών δεν θα μπορούσε να προσδώσει καμιά βαρύτητα. Επί της μαρτυρίας, το δικαστήριο δεν έχει καμιά απολύτως αμφιβολία, ούτε τον παραμικρό ενδοιασμό για να αποδεχθεί τη μαρτυρία της ενάγουσας ως πλήρως αξιόπιστη. Και αυτό δεν είναι μόνο γιατί η μαρτυρία των εναγομένων ήταν σε πλήρη και κάθετη αντίφαση με τα κατατεθέντα τεκμήρια, και ως εκ τούτου αναξιόπιστη, αλλά και για μια σειρά άλλων λόγων που θα εκτεθούν αμέσως στην συνέχεια, ήταν φανερό ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν υπόστρωμα για να στηρίξουν την αίτηση της Ανδριανής, όχι μόνο για την κατοχή του επίδικου ακινήτου, αλλά και την διαδικασία που ξεκίνησε στο κτηματολόγιο για εχθρική κατοχή και κυρίως την παράκαμψη του Αρ.49 του Κεφ.
  1. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εχθρική κατοχή εναντίον συγκληρονόμων, σύμφωνα με την Σάουρου ανωτέρω, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, ούτε και βεβαίως θα μπορούσε να έχει κάποια αποδεικτική βαρύτητα το πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής (Σάουρου ανωτέρω). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνεται ότι είναι εκ του περισσού, αφού οι εναγόμενοι τίποτε από όσα προβάλλουν στην, ούτως ή άλλως αντιφατική υπεράσπιση τους δεν έχουν αποδείξει. Η δωρεά αφενός που ανατρέχει στο 1930, ασύνδετη χρονικά με το φερόμενο προικοσύμφωνο αφενός, αλλά αντιφατική και αντιστρατευόμενη με την έννοια της εχθρικής κατοχής από το 1944, δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο. Πως δόθηκε δωρεά στην Ανδριανή το 1930, αφού ο γάμος έγινε μετά το
  2. Και γιατί εν τοιαύτη περιπτώσει είχε κατοχή του ακινήτου η Ανδριανή από του γάμου της και όχι από το 1930 που έγινε η καταγραφείσα στο τεκμ.16 δωρεά. Και αν έστω η Ανδριανή γεννήθηκε το 1914, ως το σχετικό πιστοποιητικό γεννήσεως (τεκμ.31), τι λόγο είχε η μητέρα της να της δωρίσει το επίδικο ακίνητο το 1930, όταν ήταν ακόμα 16 ετών. Και πως από την άλλη οι εναγόμενοι να εμμένουν ότι πάντοτε οι γονείς τους τους έλεγαν ότι ακίνητο τους ανήκε λόγω προικοσυμφώνου. Και πως όλα αυτά συνάδουν με την ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα και μωσαϊκό αντιφατικών ισχυρισμών που στο τέλος της ημέρας δεν πρόκειται τίποτε άλλο, παρά μόνο περί επινοήσεων και τίποτε περισσότερο. Οι εναγόμενοι παραγνωρίζοντας ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στην μητέρα τους έγινε, τελικά, λόγω δωρεάς από την Μαρία, ως τα σχετικά τεκμήρια 16 και 22, και όχι δυνάμει εχθρικής κατοχής, όπως τουλάχιστον ήταν η αίτηση της προς το κτηματολόγιο, προσπάθησαν να αντικρούσουν την θέση της ενάγουσας ότι διατηρούσαν σχέσεις μαζί της και συνεπώς γνώριζαν τις διευθύνσεις των λοιπών συγγενών στην Αγγλία. Και τούτο, για να προσδώσουν υπόσταση στο αίτημα της μητέρας τους προς το κτηματολόγιο ότι, σύμφωνα με το τεκμ.3, οι συγγενείς είναι διασκορπισμένοι στην Αγγλία και να της επιτραπεί να προβεί σε δημοσίευση. Έτσι για παράδειγμα, ο εναγόμενος 1 παραγνώρισε ότι με την δική του μαρτυρία ανέφερε ότι η μητέρα του πήγε στα αδέλφια της και τους συγγενείς της στην Αγγλία το
  3. Με πρόσκληση, καθ' ομολογία του εναγομένου 1 από την αδελφή της μητέρας του, της Κυριακούς και όχι ως η σχετική υποβολή από την ενάγουσα. Μάλιστα αναφέρθηκε και σε δυο άλλα αδέλφια της μητέρας του, τον Λοίζο και Ανδρέα που τους ζήτησαν να πάρει η Ανδριανή φωτογραφίες στην πρεσβεία. Μάλιστα, όπως κατέθεσε, επέστρεψε χαρούμενη από την Αγγλία γιατί είδε τα αδέλφια της, πρόσθεσε όμως ότι ειδικά για την ενάγουσα ήταν λυπημένη γιατί δεν πήγε να την δει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πέραν του Λονδίνου όπου διέμεινε για 2 ημέρες, κατέθεσε ότι έμεινε και στο Pool, μια περιοχή 120 μίλια νοτιοδυτικά του Λονδίνου, μια απόσταση μάλιστα 2 ωρών με ταξί, γεγονός που αναδεικνύει ότι γνώριζαν πολύ καλά που έμεναν οι συγγενείς τους στην Αγγλία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στο Pool την μητέρα του την πήρε ο αδελφότεχνος της Σοφοκλής. Προκύπτει αβίαστα ότι γνώριζαν και πολύ καλά μάλιστα τους συγγενείς τους στην Αγγλία, αλλά και κυρίως και που έμεναν. Ένα ερώτημα που εγείρεται σε σχέση με την ενάγουσα είναι πως είναι δυνατόν η κόρη της η Kay που την περίοδο 1973-1974 φοιτούσε στην σχολή Καλογραιών στην Λάρνακα και έμενε, κάθε 15 ημέρες με την μητέρα των εναγομένων 1 και 2 και γιαγιά της, καθ' ομολογία και πάλι του εναγομένου 1, να μην διατηρούσε σχέσεις με την θεία της την Ανδριανή. Μάλιστα όπως ο ίδιος κατέθεσε, ανά δεκαπενθήμερο Δευτέρα, κατ' εντολή της μητέρας του, που δεν μπορούσε να αρνηθεί, την έπαιρνε στην σχολή της στην Λάρνακα. Με άλλα λόγια η ενάγουσα είχε την κόρη της στην Κύπρο και έστω κάθε 15 ημέρες έμενε με την γιαγιά και σε 2 χρόνια, όταν η γιαγιά πήγε στην Αγγλία, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, αλλά και τον εναγόμενο 2, η ενάγουσα δεν πήγε καν να την δει, παρόλο που η γιαγιά έμεινε και 2 ημέρες στο Λονδίνο. Πρόκειται βεβαίως για ένα στοχευμένο μεν, αλλά παράλογο ισχυρισμό ο οποίος δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Το γενικότερο αυτό πλαίσιο, της προσπάθειας δηλαδή του εναγομένου 1 να αποστασιοποιηθεί από τους συγγενείς του στην Αγγλία και ότι δεν είχε στενές σχέσεις μαζί τους απορρίπτεται, αφού εκ της μαρτυρίας του εξάγεται αβίαστα ότι γνώριζε πολύ καλά που βρίσκονταν και πρόκειται για μια προσπάθεια να δικαιολογήσει το αίτημα της μητέρας του προς το κτηματολόγιο και την παράκαμψη της σχετικής νομοθεσίας. Η προσπάθεια επίσης του εναγομένου 1 να αποστασιοποιηθεί από τους συγγενείς του στην Αγγλία και κυρίως με την ενάγουσα κατέρρευσε τελείως, όταν παρά την δήλωση του ότι δεν διατηρούσε στενές σχέσεις με αυτούς, του υπεδείχθησαν 3 επιστολές του ιδίου προς την ενάγουσα και τον σύζυγο της καθώς και δυο φωτογραφίες μαζί με την ενάγουσα. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι οι δυο εξ αυτών είναι γραμμένες σε επιστολόχαρτα του ταχυδρομείου της εποχής και καταγράφεται χειρόγραφα, από τον εναγόμενο 1, αφού τις αναγνώρισε ως δικές του, στην μια η διεύθυνση της ενάγουσας στο Λονδίνο και στην άλλη, απευθυνόμενη στον σύζυγο της ενάγουσας, Κώστα Φιλίππου με διεύθυνση και πάλι στην Αγγλία (τεκμ.38 και 39). Κρίνεται ότι δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο των επιστολών, εξάγεται όμως ότι είχαν μεταξύ τους συχνή ταχυδρομική επικοινωνία. Στο τεκμ.38 ημερ.10.1.68 ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι, «πήρα την τελευταία σου επιστολή .. Καλά εύχομαι να είσθε και σεις όλοι εκεί στην ξενιτειά. Το γράμμα που μου έστειλες τον περασμένο Νοέμβριο το πήρα ..». Στην συνέχεια του αναφέρει «Σε παρακαλώ γράψε μου πότε ακριβώς θα μετοικήσεις στο νέο σου σπίτι..» και τέλος «δώσε χαιρετίσματα στην Μαρούλα, μωρά σας, Κούλλα, Ανδρούλλα - αναφέρονται διάφορα ονόματα -. και σε όλους τους συγγενείς που βρίσκονται εκεί». Στο ίδιο μήκος κύματος και ανάλογου περιεχομένου είναι και οι επιστολές τεκμ.37 και 39 προς την ενάγουσα. Η ουσία όπως αναδεικνύεται μέσα από το περιεχόμενο των επιστολών αυτών, είναι η συχνή επικοινωνία που είχε ο εναγόμενος 1 με την ενάγουσα, αλλά και η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφε προς αυτή - δες σχετικά επιστολή τεκμ.37 - αλλά και το ενδιαφέρον του προς τους συγγενείς του στην Αγγλία. Μια σχέση που απεικονίζεται και στις φωτογραφίες τεκμ.40 και
  4. Μια ιδιαίτερα μάλιστα στενή σχέση, αφού όπως ο ίδιος κατέθεσε αντεξεταζόμενος, αναφερόμενος στο περιεχόμενο της επιστολής τεκμ.39, την έγραψε όταν βρισκόταν κάτω από τα κανόνια των τούρκων - το 1974 - και οι ανώτεροι τους είπαν να γράψουν επιστολή σε συγγενείς, και ένοιωσε την ανάγκη να γράψει στην ενάγουσα, αντί σε οποιονδήποτε άλλο συγγενή του. Αλλά και ο εναγόμενος 2 στην ανάλογη δήλωση του, ότι δεν είχε σχέσεις με τους συγγενείς του και η ενάγουσα - ούτε ερχόταν σπίτι του, ούτε έκαμε ποτέ ιδιαίτερα αγγλικά στην κόρη του - αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αν η ενάγουσα ήλθε μια φορά στο σπίτι του και η κόρη του την ρώτησε τι ήταν η καρέκλα ή το τραπέζι, αυτό δεν είναι μάθημα. Η ουσία όπως εξάγεται εκ της απαντήσεως του είναι ότι, τελικά, η ενάγουσα πήγαινε πράγματι στο σπίτι του, παρά την αρχική του δήλωση και ουσιαστικά επιβεβαίωσε αυτά που κατέθεσε η ενάγουσα. Γιατί το θέμα εδώ, δεν είναι πως ο εναγόμενος 2 αντιλαμβάνεται, ή εκλαμβάνει τα ιδιαίτερα στα Αγγλικά, αλλά το γεγονός ότι η ενάγουσα, όπως σαφώς εξάγεται εκ της απαντήσεως του, όταν επέστρεψε στην Κύπρο το 1985 πήγαινε στο σπίτι του και συνεπώς διατηρούσαν σχέσεις. Είναι για τους λόγους αυτούς που λέχθηκε ότι η μαρτυρία της ενάγουσας χωρίς ενδοιασμό γίνεται απολύτως αποδεκτή, αφού χαρακτηριζόταν με απόλυτη σταθερότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και απόλυτα συνεπής με την πραγματικότητα, αλλά και την αληθή ροή και αλληλουχία των γεγονότων. Αντίθετα, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί η μαρτυρία των εναγομένων 1 και 2 γεμάτη από αντιφάσεις και υπεκφυγές, κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τέλος και καθόσον αφορά την μαρτυρία του δικηγόρου κ. Μόντη (ΜΥ3) ότι θυμήθηκε πως ξαναείδε το προικοσύμφωνο, πριν αποβιώσουν οι γονείς των εναγομένων, πέραν τουλάχιστον της εικοσαετίας, κρίνεται στο σημείο αυτό ότι προσπάθησε να βοηθήσει τους εναγομένους. Γιατί αν πράγματι γνώριζε περί προικοσυμφώνου, αφού το είχε δει, προφανώς θα έπρεπε να είχε προσέξει ότι αυτό ήταν ανυπόγραφο, αλλά και όταν ετοίμαζε τα έγγραφα τόσο για το κτηματολόγιο, όσο και στην συνέχεια για το δικαστήριο για την διαγραφή της υποθήκης, θα υπενθύμιζε στην Ανδριανή και θα ζητούσε το προικοσύμφωνο. Άλλωστε όπως αναφέρει στην γραπτή του δήλωση, την διαδικασία την θυμόταν καλά και ήταν βέβαιος ότι η Ανδριανή και ο Σάββας του έθεσαν όλα τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους που αφορούσαν την δωρεά και την κατοχή. Υπενθυμίζεται όμως, ότι είναι για εχθρική κατοχή που υπέβαλε, ή ετοίμασε τα έγγραφα για το κτηματολόγιο και στην συνέχεια με αυτό το δικαιολογητικό, ετοίμασε την ένορκη δήλωση που υπέγραψε η Αδριανή προς το δικαστήριο προς εξάλειψη της υποθήκης. Για την δωρεά δεν ανέφερε ποια έγγραφα του έθεσαν, αφού το προικοσύμφωνο δεν του τέθηκε. Άλλωστε ως λέχθηκε, η αίτηση προς τις αρχές που ο ίδιος συνέταξε ήταν για την αδιαφιλονίκητη κατοχή εκ μέρους της Ανδριανής και όχι για δωρεά. Τελικά αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι δεν θυμόταν και αν του έθεταν το προικοσύμφωνο θα το χρησιμοποιούσε 100%. Τέλος ανέφερε ότι θυμόταν αμυδρά το επίδικο ακίνητο ως αμπέλι, το οποίο όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους εναγόμενους ήταν αμπέλι μέχρι το
  5. Ακόμα ένα τελευταίο σχόλιο για το φερόμενο προικοσύμφωνο, σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΥ4 Χρ. Μαρκίδη. Το προικοσύμφωνο αναφέρεται για 2 σκάλες στην τοποθεσία Φτέλλια «από το σύνορο του Πέτρου Μ. Ολύμπιου ως και μιαν γαιδούραν νοουμένου ότι από την φρακτήν και από τα υπόλοιπα των αμπελιών η θυγάτηρ μου Ανδριανή αποκλείεται της μοίρας». Ανεξάρτητα από ποια μέθοδο υπολογισμού μετρήσεως του εμβαδού επέλεξε ο συντάξας το έγγραφο, από εκείνες που ανέφερε η κατά τα άλλα αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ4, αναδεικνύονται εκ της μαρτυρίας του δυο κύρια στοιχεία σε σχέση με την περιγραφή του κτήματος στο έγγραφο. Αντιπαραβολή του με το τεκμ.16, που είναι η επιτόπια εξέταση του ακινήτου, προκύπτει ότι το ακίνητο είναι εκτάσεως 5 σκαλών και συνορεύει με δρόμο, με το κτήματα κάποιου Θωμά Λουκά Τουμάζου, Κυπριανού Λουκά Τουμάζου, των κληρονόμων του Παπαπέτρου Παπαγιάννη και των κληρονόμων του Πέτρου Ολύμπιου. Δεδομένης δε της μαρτυρίας του ΜΥ4 ότι αναφορικά με την έκταση ενός ακινήτου, την εποχή εκείνη αλλά και προγενέστερα, διευκρινίζετο μεταξύ των συνομιλούντων ποια ήταν η αναλογία μεταξύ Κυπριακής σκάλας και Κυβερνητικής σκάλας, το ερώτημα παραμένει ποια είναι η έκταση του ακινήτου που αναγράφεται στο φερόμενο προικοσύμφωνο. Από πού ξεκινά και που είναι η φρακτή, σε σχέση με τον δρόμο και τα άλλα συνορεύοντα ακίνητα που καταγράφονται στο τεκμ.
  6. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει εκ της παραγράφου 4, η Μαρία αναλάμβανε ότι « οφείλω να το ετοιμάσω (το ακίνητο) και παραδώσω εις αυτήν και νομιμοποιήσω εις αυτήν ένα μήνα τουλάχιστον προ της τελέσεως του γάμου των». Υπάρχει τέλος και όρος στον οποίο αναφέρεται και ο κ. Πετουφάς, ότι αν η Μαρία δεν συμμορφωθεί «με τους όρους του παρόντος συμβολαίου υποχρεούμαι εις την πληρωμή των λιρών Αγγλικών εκατόν ως και αποζημίωσιν των λοιπών προικών ως αναφέρεται εν τω παρόντι ή εις οιονδήποτε ποσόν το οποίον ήθελε (φανεί) λογικόν». Κατά συνέπεια ακόμα και να ήταν υπογραμμένο το προικοσύμφωνο από την Μαρία, και παρά τις ασάφειες ως προς την έκταση του, εκ του συνόλου της μαρτυρίας συνάγεται ότι δεν τήρησε τους όρους του. Η επίκληση συνεπώς του προικοσυμφώνου εκ των υστέρων και μετά θάνατον της Μαρίας αλλά και της Ανδριανής, ακόμα και υπογραμμένο να ήταν, από μόνο του, δεν προσφέρει οτιδήποτε. Η ενάγουσα κατέθεσε ότι μετά που ήλθε στην Κύπρο το 1985 και περί το 1988-1989 κάτι άκουσε για την μεταβίβαση του ακινήτου και μίλησε με τον εναγόμενο 1, ο οποίος της ορκίστηκε ότι δεν έκαμαν τίποτε που να αλλάζει την κατάσταση του κτήματος και έχοντας του εμπιστοσύνη δεν ανησύχησε. Προκύπτει εκ της αξιολογήσεως της μαρτυρίας και της σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ τους, ότι πράγματι συνδέονταν στενά και συνεπώς δεν είχε κανένα λόγο, με βάση τα λεγόμενα του εναγομένου 1, να ανησυχήσει για το επίδικο ακίνητο και η μαρτυρία της επί τούτου γίνεται πλήρως αποδεκτή. Όταν αργότερα το 1997-1998 άκουσε ξανά για το ίδιο θέμα αποτάθηκε στο κτηματολόγιο. Σχετικό είναι το τεκμ.21 στο οποίο δεν αναγραφόταν το επίδικο ακίνητο. Επικοινώνησε με τους υπόλοιπους κληρονόμους και υπέβαλε αίτηση για την διαχείριση της περιουσίας της μακαρίτισσας γιαγιάς της, Μαρίας, και τότε με πιστοποιητικό έρευνας, τεκμ.22, διαφάνηκε για πρώτη φορά το ιστορικό του επιδίκου ακινήτου. Το πιστοποιητικό έρευνας φέρει ημερομηνία 15.3.04 και η αγωγή καταχωρήθηκε την 25.6.04, δηλαδή εντός 3 μηνών αφότου έλαβε επίσημα γνώση περί της μεταβιβάσεως του ακινήτου στην θεία της Ανδριανή και στην συνέχεια στα εξαδέλφια της εναγόμενους 1 και
  7. Η μαρτυρία της ενάγουσας υποστηρίζεται από τα τεκμ.21 και 22, αλλά και από τα τεκμ.37-41 (επιστολές και φωτογραφίες) και γίνεται πλήρως αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Αποδεκτή επίσης γίνεται η μαρτυρία της ότι από το 1944 ή το 1950 τόσο το επίδικο ακίνητο, όσο και όλα τα κληρονομικά ακίνητα καλλιεργούνταν με την συγκατάθεση όλων των κληρονόμων από την Ανδριανή και τον σύζυγο της και στην συνέχεια από τους εναγομένους, κυρίως από τον εναγόμενο
  8. Παρενθετικά να λεχθεί ότι εκ της αξιολογήσεως της μαρτυρίας και των ευρημάτων που έχουν προκύψει, όπως και στην Σάουρου ανωτέρω, έτσι και εδώ, οι παραστάσεις της Ανδριανής δεν έγιναν προς την ενάγουσα αλλά σε τρίτα πρόσωπα. Κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα παραγραφής, είτε κάτω από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, είτε κάτω από τον Περί Παραγραφής Νόμο. Αλλά και να ετίθετο θέμα παραγραφής, σύμφωνα με το Αρ.68(δ) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, η περίοδος παραγραφής αv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τoν εvαγόμεvo, προσδιορίζεται σε τρία έτη από τηv αvακάλυψη τoυ από τov εvάγovτα, ή από τo χρόvo πoυ θα αvακαλύπτετo από αυτό αv κατέβαλλε εύλoγη φρovτίδα και επιμέλεια. Από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας, οι εναγόμενοι και κυρίως ο εναγόμενος 1 απέκρυψε από την ενάγουσα το γεγονός της μεταβίβασης του ακινήτου και της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που επήλθε σε αυτό. Η ενάγουσα έλαβε επίσημα γνώση, από το κτηματολόγιο, μέσω του δικηγόρου της, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας την 15.3.2004 και ήγειρε την παρούσα αγωγή στις 25.6.04, ήτοι εντός 3 μηνών αφότου έλαβε επίσημα γνώση για την μεταβίβαση του ακινήτου. Το τεκμ.22 είναι σχετικό. Υποδεικνύεται πάντως, ότι στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148 σε σχέση με την παραγραφή, λέχθηκε το εξής: «ο εφεσίβλητος ήγειρε την αξίωση του στις 12.5.2008, σε περίοδο που δεν ίσχυε οποιαδήποτε περίοδος παραγραφής εφόσον με τους τροποποιητικούς περί Παραγραφής Νόμους αρ. 41(Ι)/2011 και αρ. 159(Ι)/2011, η παραγραφή γενικώς είχε ανασταλεί αρχικά μέχρι 31.12.2011 και μετά μέχρι τις 30.6.2012. Παρατηρείται δε ότι με τον υφιστάμενο τότε Νόμο, Κεφ. 15, (πριν αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012), η περίοδος έγερσης αγωγής επί γραμματίου συνήθους τύπου ήταν, δυνάμει του άρθρου 3
(1)(α), δεκαπέντε έτη, που και να μην υπήρχε αναστολή της περιόδου παραγραφής, η επίδικη αγωγή ηγέρθη εντός της περιόδου». Καθόσον αφορά δε τον εναγόμενο 3 υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της Ανδριανής, στην υπόθεση Lucy v. Henleys Telegraphic Works
(1969)3 All.E.R, 456, υπεδείχθη ότι: «It is not correct to say that a defendant has a "vested right" to the benefit of the Statute of Limitation. The statute does not confer any right on the defendant. It only imposes a time limit on the plaintiff. So long as he brings an action within the prescribed time, or any permitted extension of it, then, even though it is defective in some way or other, the court can allow any amendments which the rules of court permit, and the justice of the case requires; and the amendment once made, the writ as amended speaks from the date on which it was originally issued and not from the date of the amendment. The defect is cured and the action is brought in time. It is not barred by the statute. That appears form the trilogy of cases: Pontin v. Wood [1962] 1 All E.R. 294, 297, Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd [1967] 2 Q.B. 703 και Chatsworth Investments Ltd v. Cussins (Contractors) Ltd [1969] 1 All E..R. 143.» Σχετικό είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings (έκδ.1975) στη σελ.135 όπου αναφέρεται: «An amendment of the writ or pleadings duly made, with or without leave, takes effect, not from the date when the amendment is made, but from the date of the original document which it amended. Thus, an amendment made to the writ dates back to the date of its original issue and the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning». Και ως υπεδείχθη στην πιο πάνω Πολ. Έφεση 89/13, η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου να προσθέσει τον εναγόμενο 3 ως διαχειριστή της περιουσίας της Ανδριανής δεν εφεσιβλήθηκε και ως γεγονός παραμένει ακλόνητο δεδομένο. Τέλος και ως προς τον ισχυρισμό περί καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής, υποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της βεβαίως ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Μαρίας, ως ήδη λέχθηκε, καταχώρισε την αγωγή εντός 3 μηνών αφότου έλαβε επίσημα γνώση από το κτηματολόγιο για την αλλαγή της ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου. Η υπόθεση Ιερείδης κ.ά ν. Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498, που παραπέμπει ο κ. Γεωργιάδης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, γιατί εκεί υπήρξε καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής 25 χρόνια. Ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής, έχει παρατεθεί το ιστορικό αλλά και η πορεία της υπόθεσης και κρίνεται ότι ο χρόνος εκδίκασης της οφειλόταν σε εκδικάσεις διαφόρων διαδικαστικών αιτήσεων και εφέσεων επί των ενδιαμέσων αποφάσεων, που υπεβλήθησαν και από τις δυο πλευρές. Οι βιολογικοί λόγοι που τονίζει ο κ. Γεωργιάδης, με αναφορά στην υπόθεση Ιερείδης ανωτέρω, και πάλι δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η ενάγουσα έλαβε γνώση της μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επιδίκου ακινήτου το
  1. Κατά συνέπεια ο χρόνος αρχίζει να προσμετρά από το 2004 και οποιαδήποτε βιολογική μεταβολή που μπορεί να επήλθε αρχίζει από το
  2. Το γεγονός ότι οι συντάξαντες και υπογράφοντες, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, το προικοσύμφωνο δεν βρίσκονταν εν ζωή, ως εισηγείται ο κ. Γεωργιάδης δεν μπορεί να έχει κάποια σοβαρή υπόσταση, δεδομένου ότι το προικοσύμφωνο δεν φέρει τις υπογραφές των συμβληθέντων. Αλλά και υπογραμμένο να ήταν, οι εναγόμενοι δεν επηρεάστηκαν στα δικαιώματα τους, αφού είχαν την ευκαιρία αλλά και την ευχέρεια να το χρησιμοποιήσουν και να το παρουσιάσουν στο δικαστήριο. Σχετική προς τούτο είναι και η Κυριάκου ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, προκύπτει ότι η αποβιώσασα Ανδριανή και στη συνέχεια οι εναγόμενοι 1 και 2, δεν απέκτησαν, ούτε είχαν δικαίωμα να εγγράψουν το επίδικο κτήμα - διαδοχικά - στο όνομα τους. Ως εκ τούτου και στη βάση του λόγου της Σάουρου ανωτέρω, εκδίδονται διατάγματα για ακύρωση της εγγραφής του επιδίκου ακινήτου, ήτοι, χωράφι υπ' αριθμό εγγραφής 12173 (προγενεστέρα εγγραφή 4383), τεμ.228, Φ/ΣΧ/40/18, κείμενον εις την τοποθεσία Φτέλλια, του χωρίου Λύμπια, μερίδιον το όλον, στην Ανδριανή και στην συνέχεια στους εναγομένους 1 και
  3. Εκδίδεται επίσης δηλωτικό διάταγμα ότι το κτήμα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα, συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) εκ Λυμπιών. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως το 16 Β της εκθέσεως απαιτήσεως. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος των εναγομένων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.