← Κύπρος

Ανδρέας Ταπακκούδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9019/07, 31/5/2017

Ανδρέας Ταπακκούδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9019/07, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9019/07 Μεταξύ: Ανδρέας Ταπακκούδης Ενάγοντας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Εκδίκαση Προδικαστικών Νομικών Σημείων Ημερομηνία: 31.5.17 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Θ. Πιπερή - Χριστοδούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση: κα Ν. Βαρωσιώτου για Γεωργιάδης & Συνεργάτες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 11.9.

  1. Η έκθεση απαιτήσεως, για λόγους που εμφαίνονται στον φάκελο, καταχωρήθηκε την 17.5.10 και η υπεράσπιση την 11.5.
  2. Ο εναγόμενος δια της υπερασπίσεως του, ειδικότερα, στις παραγράφους 1 και 2 προβάλλει τα ακόλουθα: «1.Ο Εναγόμενος εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, καθότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος έκδοσης, δυνάμει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2002 (Ν. 133(Ι)/2004), δεν αποτελεί «δίωξη» επί της οποίας μπορεί να βασισθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, είτε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), είτε δυνάμει του κοινοδικαίου.
  3. Ο Εναγόμενος εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος είναι ο ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως.» Ακολούθησε στη συνέχεια, την 22.11.13, αίτηση εκ μέρους του ενάγοντα για την λήψη της μαρτυρίας του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Έτυχε της ένστασης του εναγομένου και την 22.12.15, μετά από ακρόαση, το αίτημα απερρίφθη. Στη συνέχεια την 6.10.16 υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους των εναγομένων για την εκδίκαση των πιο πάνω ενστάσεων προδικαστικά, δυνάμει της Δ.27 Θ.1-
  4. Έτυχε της ένστασης του ενάγοντα και μετά από ακρόαση, την 19.12.16, το δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση - άλλου δικαστηρίου σελ.14 - υπό τον τίτλο κατάληξη, έκρινε ότι οι ρηθείσες προδικαστικές ενστάσεις «αφορούν και αναφέρονται σε αμιγώς νομικά ζητήματα επί στέρεου και μη αμφισβητούμενου υπόβαθρου γεγονότων και είναι κρίσιμα για την πορεία της παρούσης υπόθεσης. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω εξέλιξης, την 9.5.17 οι δυο πλευρές παρέδωσαν στο δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στα πλαίσια ακρόασης των προδικαστικών ενστάσεων. Είναι αυτονόητο πως όσα αποφασίστηκαν στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο, όπως βεβαίως και τις δυο πλευρές. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις και τις έχει πλήρως υπόψη του. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Το νομικό μέρος αναλύεται στην ρηθείσα ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου και η επανάληψη κρίνεται αχρείαστη. Αφού ούτως ή άλλως κρίθηκε ότι οι προδικαστικές ενστάσεις αναφέρονται σε αμιγώς νομικά ζητήματα επί στέρεου και μη αμφισβητούμενου υπόβαθρου γεγονότων. Διαχρονικά η νομολογία υποδεικνύει ότι πηγή αναζήτησης είναι οι έγγραφες προτάσεις, εδώ η έκθεση απαιτήσεως (Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας

(1992)1 Α.Α.Δ. 949). ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Τα δικόγραφα προσδιορίζουν το πλαίσιο και στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου (Theofanous v. Georgiou
(1969)1 C.L.R 203, Πασχάλης ν. The Ship Tania Maria
(1977)1 Α.Α.Δ, 53). Κατά συνέπεια και προτού γίνει αναφορά στις επί μέρους θέσεις των μερών, είναι επιβεβλημένη η αναφορά στα δικόγραφα ώστε να σκιαγραφηθούν τα επίδικα θέματα, επί των οποίων καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει επί των προδικαστικών ενστάσεων. Στην παράγραφο 2 της εκθέσεως απαιτήσεως καταγράφεται, περιληπτικά και σε συντομία, ότι ο ενάγων ενώ βρισκόταν στην Γερμανία συνελήφθη από τις Γερμανικές Αρχές δυνάμει Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για αδικήματα που κατ' ισχυρισμό των εναγομένων έλαβαν χώρα την περίοδο του 2002, «το οποίο εκδόθηκε κακόβουλα (malicious) και/ή παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή από δόλο και/ή αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων και/ή εκ προστήσεως ευθύνης (vicarious liability) κατά ή περί τις 6.4.2006». Ακολουθεί στην συνέχεια, επί των ιδίων πιο πάνω καταλογιζομένων ενεργειών του εναγομένου, ότι ο ενάγων εκδόθηκε από την Γερμανία στην Κύπρο και μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Επί των ιδίων επίσης πιο πάνω ενεργειών, ο εναγόμενος ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης του ενάγοντα και συνέχισαν την ποινική του δίωξη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στην παράγραφο 4 καταγράφονται λεπτομέρειες της κακόβουλης δίωξης και/ή παράνομης και/ή αδικαιολόγητης δίωξης και/ή δόλου και/ή αμελείας και/ή εκ προστήσεως ευθύνης των εναγομένων. Κρίνεται πως η παράθεση όλων των λεπτομερειών δεν απαιτείται. Αρκεί να αναφερθεί ότι στην παράγραφο 4(α) καταγράφεται ότι αξιωματούχος στην υπηρεσία των εναγομένων και/ή ο παραπονούμενος προκάλεσαν την έκδοση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του εναγομένου χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας. Προκύπτει ακόμα από την έκθεση απαιτήσεως ότι ο ενάγων παρέμεινε υπό κράτηση για περίπου 105 ημέρες και τελικά εκδόθηκε απόφαση στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17771/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία ο εναγόμενος απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες. Χάριν του ιστορικού και εκ των συνημμένων και μη αμφισβητούμενων εγγράφων, από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.16.3.07 προκύπτει ότι το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε γιατί ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στην Κύπρο και ήταν στην βάση της εκτέλεσης του που έγιναν τα διάφορα επιχειρήματα εκ μέρους του δικηγόρου του, τα οποία κατέληξαν στην απαλλαγή του ενάγοντα από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης, σελ.16, το δικαστήριο αναφέρει ότι «με δεδομένο τον παράνομο τρόπο παραλαβής και μεταφοράς του κατηγορουμένου στη Δημοκρατία, το δικαστήριο δεν επιτρέπεται, στηριζόμενο στην βάση αυτής της παρανομίας να επιτρέψει την περαιτέρω προώθηση της παρούσας διαδικασίας σε βάρος του. Συνακόλουθα η ποινική διαδικασία διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Τα πιο πάνω, σε συντομία συνθέτουν το δικογραφικό σκηνικό επί του οποίου το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της ουσίας τις προδικαστικές ενστάσεις. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, ακόμα και βάση να έχει η πρώτη προδικαστική ένσταση, όπως και η δεύτερη, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, αφού ο τρόπος που είναι διατυπωμένη η έκθεση απαιτήσεως, ως έχει ήδη εκτεθεί, δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της αγωγής. Η κακόβουλη δίωξη δεν αποτελεί την μοναδική βάση της αγωγής, προβάλλονται και άλλες βάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα διαδικασία, ούτε και περιλαμβάνονται στην προδικαστική ένσταση. Άλλωστε, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjia
(1992)1 Α.Α.Δ. 400: «Στη Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R 542 κρίθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί προσαρμοσμένοι στους παλιούς δικονομικούς θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. επίσης Re Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205 και Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437). Η θέση αυτή επαναβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους
(1990)1 A.A.Δ 319.» Και στην έκθεση απαιτήσεως ως είναι διατυπωμένη, ανεξάρτητα από την νομική επικάλυψη που επικαλείται ο ενάγων, στοιχειοθετούνται τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει την απαίτηση του, ανεξάρτητα από την κακόβουλη δίωξη, ώστε να μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία, νοουμένου βεβαίως ότι αποδειχθούν κατά το στάδιο ακρόασης της υπόθεσης όλα τα απαιτούμενα και αναγκαία στοιχεία. Δεν είναι βέβαια του παρόντος η εξέταση τέτοιου θέματος. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω παρατήρηση, και σε σχέση με την πρώτη προδικαστική ένσταση, εκείνο που εγείρεται είναι κατά πόσο μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αγώγιμο δικαίωμα της κακόβουλης δίωξης με βάση την έκδοση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Οι καταγραφείσες λεπτομέρειες της παραγράφου 4 της εκθέσεως απαιτήσεως υπό στοιχείο α-η έχουν ως αφετηρία τους την πρόκληση της έκδοσης του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μέχρι και την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του ενάγοντα και τελικά την απαλλαγή του από το δικαστήριο. Προβάλλονται μεν τμηματικά, ως μέρος όμως ενός ενιαίου συνόλου. Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, υπεδείχθη ότι αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου για την αποπεράτωση με την έκδοση απόφασης, αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Η υπόθεση Georgiou v. Republic
(1984)2 C.L.R 65, κατά την κρίση του δικαστηρίου φωτίζει ακόμη περισσότερο το προκύψαν δια της πρώτης προδικαστικής ενστάσεως θέμα. Στην σελ.78 γίνεται αναφορά σε προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί ερωτήματος κατά πόσο η λήψη κατάθεσης από βουλευτή συνιστά δικαστική δίωξη (act of prosecution) κάτω από τις πρόνοιες του Άρθρου 83.2 του Συντάγματος και η απάντηση που δόθηκε ήταν θετική. Η απόφαση της πλειοψηφίας ήταν πως η λήψη κατάθεσης με προειδοποίηση (cautionary statement) από τον ύποπτο βουλευτή, ήτοι η ανάκριση του, αποτελεί δίωξη (is an act of prosecution under Article 83.2) και επειδή δεν λήφθηκε προηγουμένως η άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επέφερε ακυρότητα στην ληφθείσα κατάθεση. Τέλος, στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης». Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, υπό την έννοια των δικογράφων και όσα υποστηρίζουν και οι δύο πλευρές, έναυσμα αλλά και βάση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα αποτέλεσε η απόφαση του δικαστηρίου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, την οποία και επισυνάπτουν και οι δυο πλευρές. Προηγήθηκε όμως η έκδοση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του ενάγοντα. Η απόφαση στην υπόθεση Ταπακούδης ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 472, την οποία επικαλείται η ομνύουσα εκ μέρους του αιτητή στην ένορκη της δήλωση, με παράθεση μεγάλου μέρους από την απόφαση αυτή, ρίχνει περισσότερο φως στην ροή και αλληλουχία των γεγονότων. Προκύπτει, από την απόφαση αυτή, ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στην Κύπρο σε εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τις Γερμανικές αρχές. Παρενθετικά να σημειωθεί ότι το σχετικό ένταλμα επισυνάπτεται στην κρινόμενη αίτηση ως τεκμήριο
  1. Όπως προκύπτει από το έγγραφο αυτό - σελ.2 - προηγήθηκε άλλο ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 24.3.
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στήριξε το αίτημα η αρμοδία αρχή περιγράφονται στις σελ.4 και
  3. Ιδιαίτερη αναφορά σε αυτά δεν απαιτείται, πλην μόνο να λεχθεί ότι υπήρξε καταγγελία από συγκεκριμένο πρόσωπο εναντίον του ενάγοντα. Ο ενάγων αναζητήθηκε και δεν ανεβρέθηκε και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Ακολούθησε η έκδοση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στην βάση των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση Ταπακούδης, ο ενάγων αυθημερόν οδηγήθηκε στο δικαστήριο και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης για 8 ημέρες για τις πιο πάνω διερευνόμενες υποθέσεις. Στη συνέχεια ανανεώθηκε το διάταγμα για άλλες 8 ημέρες, αντικείμενο της οποίας αποτέλεσε η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου. Παρενθετικά να αναφερθεί ότι η απόφαση του εφετείου δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την ανυπαρξία του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος, ως είναι η εισήγηση του αιτητή, αφού αλλού στόχευε η έφεση που υπεβλήθη, ήτοι αφορούσε την ορθότητα του διατάγματος προσωποκράτησης, στην βάση βεβαίως των αρχών που εφαρμόζονται σε τέτοιες υποθέσεις. Στην συνέχεια στις 27.10.06, καταχωρήθηκε κατηγορητήριο εναντίον του ενάγοντα. Ακολούθησε η εκδίκαση της υπόθεσης με την έκδοση, την 16.3.07, της απαλλακτικής απόφασης του δικαστηρίου. Όπως, συνοπτικά, αναφέρεται στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1, 1764, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποτελεί μετεξέλιξη των προσπαθειών των κρατών μελών της Ένωσης να επιταχύνουν και να απλοποιήσουν τους μηχανισμούς παράδοσης προσώπων από ένα κράτος μέλος σε άλλο, για σκοπούς ποινικής δίωξης, ή προς έκτιση ήδη επιβληθέντος ποινικού μέτρου. Στοχεύει στην παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες και καθυστερήσεις. Ομοίως σχετική είναι και η υπόθεση John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση αρ.347/14, ημερ.5.3.15. Στην υπόθεση Louca v. Public Prosecutor, Times, November 24, 2009, με αναφορά στο άρθρο 8
(1)(c) της Απόφασης Πλαίσιο, ημερ.13.6.02, υπεδείχθη ότι για την εγκυρότητα του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, εκείνο που απαιτείται είναι να γίνεται μόνο αναφορά στο εκδοθέν ένταλμα σύλληψης επί του οποίου βασίζεται στην αιτούσα χώρα (domestic warrant). Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τηρουμένης της συνδρομής των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένταλμα σύλληψης η εκτέλεση του οποίου διενεργείται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την συνδρομή των δικαστικών αρχών του άλλου κράτους για την σύλληψη υπόπτου ή καταδικασθέντος προσώπου. Το γεγονός ότι εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του, ούτε και του δίνει κάποια άλλη διάσταση. Ένα εκ των ουσιαστικών τυπικών προϋποθέσεων, σύμφωνα με τον Νόμο Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Εκζητουμένων Νόμο, Ν.133
(1)/04 άρθρο 4
(1)(γ) είναι η μνεία σε αυτό της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης, ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής. Βασικό συνεπώς προαπαιτούμενο είναι, για ότι αφορά εδώ, η ύπαρξη ημεδαπού εντάλματος σύλληψης. Στην υπόθεση James ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 184/14, ημερ.17.7.14 υπεδείχθη, με αναφορά Ciprian Vasile Radu, Υπόθεση C-396/11, ημερ. 18.10.2012, ότι οι υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται στα κράτη μέλη με την απόφαση- πλαίσιο είναι κατά κύριο λόγο δικονομικής φύσης. Είναι για τον λόγο αυτό που σύμφωνα με την Μιχαηλίδης ανωτέρω, ο σκοπός της διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής από ένα κράτος σε άλλο κράτος. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1546 υπεδείχθη ότι στον Νόμο - 133
(1)/04 - δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου, ή κάποια συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών να προωθήσουν αίτημα προς έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όμως το θέμα της καθυστέρησης μπορεί να τεθεί ενώπιον της αιτούσας χώρας όταν το εκζητούμενο πρόσωπο εμφανιστεί ενώπιον των δικαστικών αρχών της χώρας του. Η Καυκαρής ανωτέρω θέτει ακριβώς το πλαίσιο του εύλογου χρόνου, και στον χρόνο αυτό δεν εξαιρείται η σύλληψη δυνάμει είτε ημεδαπού, είτε κατ' εκτέλεση αυτού Ευρωπαϊκού εντάλματος. Το Άρθρο 32 του Κεφ.148 εξετάστηκε στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50. Έγινε ευρεία αναφορά σε αγγλική νομολογία αναφορικά με την έννοια του όρου «criminal proceedings». Υπεδείχθη ότι ο όρος αυτός έχει την ίδια έννοια με τους όρους «criminal cause or matter». Έγινε αναφορά στα ακόλουθα αποσπάσματα από αγγλικές υποθέσεις. Στην υπόθεση In Clifford and O'Sullivan [1921] 2 A.C. 570, υπεδείχθη ότι: «... but in order 'that a matter may be a criminal cause or matter it must, I think, fulfil two conditions which are connoted by and implied in the word 'criminal'. It must involve the consideration of some charge of crime, that is to say, of an offence against the public law (Imperial Dictionary, tit. 'Crime' and 'Criminal');and that charge must have been preferred or be about to be preferred before some Court or judicial tribunal having or claiming jurisdiction to impose punishment for the offence or alleged offence. If these conditions are fulfilled, the matter may be criminal, even though it is held that no crime has been committed; or that the tribunal has no jurisdiction to deal with it.» Στην In Amand v. Secretary of State for Home Affairs and 35 Another [1942] 2 All E.R. 381: «If the matter is one the direct outcome of which may be trial of the applicant and his possible punishment for an alleged offence by a court claiming jurisdiction to do so, the matter is criminal.» Στο Άρθρο 32 γίνεται αναφορά για «instituting or carrying . unsuccessful . criminal proceedings». Η εξουσία αυτή σύμφωνα με το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος ανατίθεται στον Γενικό Εισαγγελέα (δες Criminal Procedure in Cyprus, των Πική, Λοίζου σελ.63). Το δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα νομολογηθέντα στην Καυκαρής ανωτέρω, ότι η διαδικασία δεν περιορίζεται μόνο σε εκείνη του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται και στη ανάκριση και σύλληψη του κατηγορουμένου προσώπου που προσδιορίζει και το εύλογο του χρόνου αφενός, αλλά και την ευρύτερη διάσταση που αποδίδει στον όρο η αγγλική νομολογία, όπως αυτή έχει εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, αφετέρου, καταλήγει ότι το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα κατόπιν καταγγελίας που υπεβλήθη εναντίον του και στην συνέχεια η σύλληψη του ενάγοντα εις εκτέλεση του εκδοθέντος Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συνιστά ή και αποτελεί μέρος της ποινικής διαδικασίας (institution of criminal proceedings) αρχομένης δια του εντάλματος σύλληψης και στην συνέχεια, με την καταχώριση ποινικού κατηγορητηρίου και την εν τέλει απαλλαγή του από τις κατηγορίες. Παρενθετικά να αναφερθεί ότι η αναφορά στην αγόρευση της κας Πιπερή ότι ο ενάγων δεν αθωώθηκε αλλά απαλλάχτηκε των κατηγοριών, δεν καλύπτεται από την προδικαστική ένσταση. Εν πάση περιπτώσει το Άρθρο 32 αναφέρεται σε ανεπιτυχή ποινική διαδικασία (unsuccessful criminal proceedings), που σύμφωνα με το Αρ.32(α) επέφερε στο πρόσωπο, μεταξύ άλλων απώλεια της ελευθερίας του. Και σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων απώλεσε την ελευθερία του για 105 περίπου ημέρες. Κατά συνέπεια η απάντηση στην πρώτη προδικαστική ένσταση είναι αρνητική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αναφορικά με την δεύτερη προδικαστική ένσταση το δικαστήριο στην ρηθείσα ενδιάμεση απόφαση του ανέφερε τα πιο κάτω: «Όσον αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση η θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ήταν ότι το κατά πόσον το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διεπράχθη κατά την εκτέλεση ή κατ΄επίκληση της άσκησης των καθηκόντων των υπαλλήλων της Δημοκρατίας είναι θέμα μαρτυρίας η οποία είναι εντελώς ανεπίτρεπτη στο στάδιο της δικογράφησης και θα διαφανεί μέσω της προσαγωγής της κατάλληλης μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Ωστόσο το ζητούμενο εδώ δεν είναι κατά πόσο επί της ουσίας είναι βάσιμη η εν λόγω προδικαστική ένσταση που ηγέρθη από την πλευρά του Εναγόμενου, ήτοι αν θα έπρεπε να δικογραφηθεί ότι το ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διεπράχθη από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ΄επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του, αλλά κατά πόσο ένα τέτοιο ζήτημα αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση. Είναι δε η θέση μου ότι η πιο πάνω προδικαστική ένσταση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο νομικό ζήτημα είναι καθοριστικό για την έκβαση της όλης υπόθεσης.» Το Άρθρο 172 του Συντάγματος προβλέπει ότι η Δημοκρατία ευθύνεται για ζημιογόνα άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή των Αρχών της Δημοκρατίας κατά στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων τους. Η θέση της κας Πιπερή, εξ όσων είναι αντιληπτό, συνοψίζεται στην σελίδα 30 της αγόρευσης της και έχει ως ακολούθως. Ο ενάγων επέλεξε να διεκδικήσει αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 32 του Κεφ.148, στην βάση της κακόβουλης δίωξης και όχι δυνάμει του Άρθρου 172 του Συντάγματος και όφειλε συνεπώς να προσδιορίσει τα πρόσωπα των οποίων η ένοχη διάνοια τον ζημίωσε, χωρίς να διευκρινίζει κανένα ουσιαστικό γεγονός. Κατά συνέπεια ο ενάγων δεν αποκαλύπτει στην έκθεση απαιτήσεως του γεγονότα και βάση αγωγής που να υποστηρίζουν αξιώσεις στην βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι παρά την γενικότητα της δικογράφησης της έκθεσης απαιτήσεως, υπάρχει σαφής αναφορά ότι συνελήφθη από την Γερμανική αστυνομία δυνάμει Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (παράγραφος 3) και μεταφέρθηκε στην Κύπρο, προσήχθη ενώπιον δικαστηρίου προς έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης και η διαδικασία συνεχίστηκε δια της καταχωρήσεως εναντίον του ποινικού κατηγορητηρίου. Στην συνέχεια στην παράγραφο 4(α) αναφέρεται σε «αξιωματούχο στην υπηρεσία των εναγομένων» που προκάλεσε την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το δε τεκμ.2 που επισύναψε ο αιτητής στην ένσταση ομιλεί αφ' εαυτού. Στην υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.ά Πολ. Έφεση 91/2010, ημερ.3.7.14 αναφορικά με την δικογράφηση επεξηγούνται τα πιο κάτω: « . Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤ∆ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ηµερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται µε την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και µπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί µαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)». Κατά την κρίση του δικαστηρίου στην έκθεση απαιτήσεως καταγράφονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο ενάγων βασίζει την απαίτηση του. Υπενθυμίζεται ότι στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου κρίθηκε ότι δεν εξετάστηκε επί της ουσίας αν η προδικαστική ένταση είναι βάσιμη, αλλά κατά πόσο ένα τέτοιο ζήτημα αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα. Εξετάζοντας συνεπώς την προδικαστική ένσταση επί της ουσίας, και έχοντας υπόψη ότι κατά την δικογράφηση δεν καταγράφεται η μαρτυρία, παρόλο που είναι αυτονόητο και από τα σχετικά τεκμήρια το θέμα είναι αυτόδηλο, ότι τόσο το ένταλμα σύλληψης εναντίον του ενάγοντα όσο και στην συνέχεια η καταχώριση κατηγορητηρίου έγινε από τις διωκτικές και εισαγγελικές αρχές της Δημοκρατίας. Αν από την μαρτυρία διαφανεί ότι το σύνολο των πιο πάνω ενεργειών έγιναν από πρόσωπα που δεν ήταν υπάλληλοι της Δημοκρατίας, ούτε και κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους, αυτό είναι ζήτημα ουσίας και μαρτυρίας που δεν είναι του παρόντος. Στην Pitsilos v. Republic
(1984)1 C.L.R. 780, 787 υποδεικνύεται ότι: « The liability of the State under Article 172 is not co-extensive or co-incidental with the liability of a master for the wrongs of his servants under Cap.148. . Liability attaches not only when the wrongful act or omission occurs in the discharged of the duties of officers or authorities of the Republic but also when the officer or authority deviates, exceeds or abuses his authority while carrying out his duties». Προκύπτει ότι η ευθύνη του Κράτους δεν περιορίζεται μόνο σε αξιωματούχους ή υπαλλήλους του, αλλά και σε αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση και από το σύνολο της εκθέσεως απαιτήσεως προκύπτει ότι η αγωγή του ενάγοντα απευθύνεται εναντίον των διωκτικών αρχών γενικά, αλλά και σε αξιωματούχους. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592, 1600, υπεδείχθη ότι: «Η βάση της αγωγής περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή ..." όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Βάση αγωγής κατά κανόνα προκύπτει όταν υπάρχει πρόσωπο που μπορεί να ενάγει και πρόσωπο που μπορεί να εναχθεί και εφόσον συντρέχουν όλα τα γεγονότα που είναι αναγκαία να αποδειχθούν προκειμένου να επιτύχει ο ενάγοντας. (Βλέπε: Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 622 και Nakis Bonded v. Middle East Export
(1981)1 C.L.R. 361).» Στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέως
(2007)1 Α.Α.Δ. 21 υπεδείχθη ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό. Εξηγήθηκε ότι: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο». Η υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(1999)1 Α.Α.Δ 1316, είναι ακόμα πιο διαφωτιστική. «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Ως επεξηγείται τέλος από τη νομολογία - In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 - το δικόγραφο αξιολογείται αυτοτελώς ανεξάρτητα από την μαρτυρία που το υποστηρίζει. Στην βάση όσων έχουν αναλυθεί είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, καθόσον αφορά την δεύτερη προδικαστική ένσταση, ότι αυτή δεν ευσταθεί. Το δικόγραφο του ενάγοντα περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία πραγματικά γεγονότα ως έχουν εκτεθεί, που εκ των πραγμάτων δεν το καθιστούν αναντίλεκτα ανυπόστατο. Κατά συνέπεια οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.