← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΚΙΑΣ ν. KOKIAS LTD, Αρ. Αγωγής: 2253/11, 31/5/2017

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΚΙΑΣ ν. KOKIAS LTD, Αρ. Αγωγής: 2253/11, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2253/11 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΚΙΑΣ Ενάγοντος και KOKIAS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14.10.16 υπό Εναγομένων για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χ. Χατζηευτυχίου Για Καθ΄ ων: κα Α. Γαβριηλίδη για Χρίστος & Αντιγόνη Κωνσταντίνου Γαβριηλίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι-Αιτητές αιτούνται άδειας για τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης στην κατάλληλη σειρά των ακόλουθων δύο νέων παραγράφων: «1Α. Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικές Ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή είναι νομικά αβάσιμη καθότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί δυνάμει του σχετικού Νόμου και ότι ο Ενάγων στερείται αγώγιμου δικαιώματος και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφερόμενων προδικαστικών Ενστάσεων, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα:». «17Α. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή είναι νομικά αβάσιμη καθότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί δυνάμει του σχετικού Νόμου αφού έχουν παρέλθει πέραν των δύο ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δηλαδή το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί κατά ή περί τις 29/5/2010 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31/3/2011». Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.25 κ.1-3, Δ.48 κ.1-4, Δ.64 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του συνεργαζόμενου με τον δικηγόρο των Εναγομένων, κ. Ευγένιου Χατζηευτυχίου, ο οποίος αφού αναφέρει ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα επεσυνέβη στις 29.5.08 και ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 31.3.11, προσθέτει τα ακόλουθα στις §3 και 7: «

  1. Παρόλο που η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 9/1/2013, στις 15/6/2015 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου των Εναγόμενων κατόπιν απόσυρσης του προηγούμενου δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπούσε. Μετά την παραλαβή του φάκελου της δικογραφίας από τους Εναγόμενους, ο νυν δικηγόρος τους διαπίστωσε ότι στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων δεν εγειρόταν οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα.
  2. Η τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης και ουδεμία επίπτωση θα υπάρξει ή ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκληθεί στα δικαιώματα και συμφέροντα του Ενάγοντα. Περαιτέρω, δεδομένου της φύσης της αγωγής, των ζητημάτων που περιέχει αλλά και την πρόσφατη αλλαγή του δικηγόρου των Εναγόμενων, η θέση των Εναγόμενων είναι ότι ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης». Ένσταση Με την ένσταση του ο Ενάγων προέβαλε 10 λόγους βάσει των οποίων αιτείται απόρριψη της αίτησης και οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  3. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
  4. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση χωρίς παράθεση εύλογης δικαιολογίας.
  5. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ήταν σε γνώση των Εναγομένων πριν ακόμα καταχωριστεί η αγωγή.
  6. Οι νυν δικηγόροι των Εναγομένων διορίστηκαν 16 μήνες πριν την αίτηση και η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται καθόλου.
  7. Θα προκληθεί αδικία και δυσμενής επηρεασμός στον Ενάγοντα, καθώς και ταλαιπωρία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
  8. Θα παραβιαστεί το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου.
  9. Η αιτούμενη τροποποίηση οφείλεται σε παράλειψη ή αβλεψία ή κακόπιστο λάθος των Εναγομένων.
  10. Η αιτούμενη τροποποίηση οδηγεί σε κατάχρηση και ή κατασπατάληση δικαστικού χρόνου.
  11. Δεν αποκαλύπτονται ούτε συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις.
  12. Επί της ουσίας η αιτούμενη τροποποίηση δεν εξυπηρετεί τους Εναγόμενους αφού «η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου» και αργότερα υπήρξε νεώτερος νόμος με τον οποίο επεκτάθηκε η περίοδος παραγραφής (από 2 σε 3 έτη). Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Ενάγων ισχυρίζεται κατ΄ αρχάς ότι οι Εναγόμενοι συνεχώς καθυστερούν σκοπίμως. Στη συνέχεια επαναλαμβάνει βασικά τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύει και επεξηγεί τονίζοντας κυρίως ότι όλα ήταν γνωστά στους Εναγόμενους από το
  13. Επισυνάπτει επιστολές των αρχικών δικηγόρων των Εναγομένων ημερ. 24.3.11 και 19.4.11, ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, στις οποίες περιέχεται αναφορά για την κατ΄ ισχυρισμόν επελθούσα παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Νομική Πτυχή Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 31.3.11 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Αφορά εργατικό ατύχημα επισυμβάν στις 29.5.
  1. Επιδόθηκε αυθημερόν και ελλείψει εμφάνισης ο Ενάγων προχώρησε στις 16.5.11 με ex parte αίτηση για απόφαση, η οποία ορίστηκε δύο φορές για απόδειξη και εν τέλει απεσύρθη την τρίτη φορά ήτοι στις 19.9.
  2. Ο Ενάγων επανήλθε με δεύτερη ex parte για απόφαση στις 7.5.12 η οποία και πάλι ορίστηκε στις 16.5.12, 7.6.12 και 15.6.12 για απόδειξη οπότε και απεσύρθη λόγω εμφάνισης των Εναγομένων (στις 8.6.12), μέσω των δικηγόρων Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Ακολούθησε στις 29.7.12 αίτηση για απόφαση λόγω μη Υπεράσπισης. Η αίτηση των Εναγομένων για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ημερ. 20.9.12 απεσύρθη κατά την πρώτη εμφάνιση ενώ η αίτηση του Ενάγοντος για απόφαση ορίστηκε στις 2.11.12, 19.11.12, 10.12.12 και 9.1.13, οπότε απεσύρθη λόγω καταχώρισης της Υπεράσπισης την ίδια μέρα μετά από σχετικές διαδοχικές παρατάσεις συναινούντος και του Ενάγοντος προς τούτο. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 14.3.13 με την καταχώριση Απάντησης από τον Ενάγοντα, οπότε αυθημερόν καταχώρισε και αίτηση ορισμού στη βάση της οποίας η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες βάσει της Δ.30 στις 23.4.
  3. Μέχρι τις 17.9.13 δόθηκαν τρεις ημερομηνίες για οδηγίες και για αποκαλύψεις εγγράφων και η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 14.2.
  4. Τόσο κατ΄ αυτήν όσο και στις επόμενες δύο δικασίμους, ήτοι στις 26.6.14 και στις 23.1.15 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου ενώ στις 22.5.15 λόγω του ότι απεσύρθησαν οι αρχικοί δικηγόροι του Ενάγοντος, εμφανιζομένου τότε για πρώτη φορά του νυν δικηγόρου τους κ. Χατζηευτυχίου. Ο οποίος εν τέλει καταχώρισε και Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου στις 15.6.15 αφού παράλληλα προχωρούσε η ψήφιση εξόδων των αρχικών δικηγόρων (26.5.-24.6.15). Με την ολοκλήρωση των διαδικαστικών αυτών ζητημάτων, στις 22.9.15 η αγωγή έλαβε νέα ημερομηνία ακρόασης για τις 2.2.16 οπότε λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου ορίστηκε ξανά για τις 16.9.16 που αναβλήθηκε λόγω της υπό κρίσιν αίτησης για τροποποίηση. Αναμφίβολα από τα πιο πάνω δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι «κωλυσιεργούν σκοπίμως», ως ισχυρίστηκε στην αγόρευση του ο Ενάγων. Στον χρόνο που παρήλθε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι και τη συμπλήρωση των δικογράφων θα πρέπει να σημειωθεί πως συνέβαλε ή συναινούσε και ο Ενάγων ενώ εκ των δύο αναβολών (ακροάσεων) που δόθηκαν εξ υπαιτιότητος των Εναγομένων η μια στις 22.5.15 οφείλετο σε διαφωνία και απόσυρση των δικηγόρων τους και η άλλη, στις 16.9.16, οφείλετο στην αναγκαιότητα εκδίκασης πρώτα της παρούσας αίτησης. Δεν έχει αναφερθεί όμως και ούτε προκύπτει στοιχείο μαρτυρίας από το οποίο θα μπορούσε ευλόγως να συναχθεί ότι σκοπίμως προκάλεσαν είτε απόσυρση των δικηγόρων τους είτε την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης είτε από τους αρχικούς είτε από τον νυν δικηγόρο τους. Δεν δέχομαι συνεπώς ότι οι Εναγόμενοι καθυστερούν επανειλημμένως και σκοπίμως ή ότι το γεγονός της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης καταδεικνύει αφ΄ εαυτού και άνευ άλλου τινός κακοπιστία ή κατάχρηση. Είναι θέμα κοινής λογικής πως δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθούν από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην προβολή του ισχυρισμού περί παραγραφής ή στην καταχώριση της αίτησης τους. Αντιθέτως θα μπορουσε να λεχθεί πως ενόψει και της φύσης του ισχυρισμού (παραγραφή) και της πιθανότητας συντομότερης ολοκλήρωσης της αγωγής (προδικαστικώς), οι Εναγόμενοι είχαν κάθε συμφέρον να προωθήσουν μια τέτοια υπερασπιστική πορεία όσο το δυνατό συντομότερα. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Γεγονός όμως παραμένει πως σε αλληλογραφία των δικηγόρων των Εναγομένων με δικηγόρο του Ενάγοντος από το 2011 (Τεκμήριο 1), καθώς και με τον Έφορο Ασφαλίσεων επίσης από το 2011 (Τεκμήριο 2), υπάρχουν σαφείς ισχυρισμοί για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Αναμφίβολα οι αρχικοί δικηγόροι των Εναγομένων θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν τον ισχυρισμό αυτό στην Υπεράσπιση που είχαν καταχωρίσει εκ μέρους του πελάτη τους το 2013, ιδιαίτερα εφόσον είχαν την άποψη, την οποίαν εξέφρασαν στις επιστολές τους. Δεν έχει διαφανεί βέβαια να γνώριζαν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι το θέμα και να έδωσαν σχετικές οδηγίες ή να ενέκριναν τη μη προβολή του θέματος στα δικόγραφα. Αντιθέτως η εικόνα η οποία δίδεται από την ένορκη δήλωση και την αγόρευση των Εναγομένων και αυτό το οποίο εμμέσως πλην σαφώς αφήνεται να νοηθεί είναι πως η μη συμπερίληψη του ισχυρισμού αυτού οφείλεται σε σφάλμα των αρχικών δικηγόρων, για το οποίο επιχειρείται αποκατάσταση, στη βάση των όσων αναντίλεκτων αναφέρουν, σύντομα μετά τη διαπίστωση του. Ο νέος δικηγόρος ανέλαβε επίσημα στις 15.6.15 και όπως προκύπτει εντόπισε την παράλειψη μετά τις 2.2.16 και λίγο πριν την ακρόαση της 16.9.16, οπότε ζήτησε την αναβολή ενόψει της πρόθεσης καταχώρισης της παρούσας. Διαφαίνεται - ίσως όχι με τόση σαφήνεια όπως θα έπρεπε - πως η κάποια αργοπορία σε αυτό το στάδιο οφείλεται άμεσα στην αργοπορημένη παράδοση του φακέλου από τους αρχικούς δικηγόρους, όπως προκύπτει από την παρατεθείσα ανωτέρω §3 της ένορκης δήλωσης («Μετά την παραλαβή του φακέλου . ο νυν δικηγόρος διαπίστωσε.»). Προκύπτει βασικά πως με την παραλαβή του φακέλου διαπιστώθηκε το σφάλμα και πως πολύ σύντομα λήφθηκαν μέτρα προς επανόρθωση του. Το βασικό ζήτημα το οποίο προκύπτει και για το οποίο ο Ενάγων παραπονείται με αλληλένδετους λόγους ένστασης είναι σαφέστατα η 3ετής και πλέον καθυστέρηση εν σχέσει με την καταχώριση της Υπεράσπισης στις 9.1.13 μέχρι την καταχώριση της παρούσας στις 14.10.16. Ανεξαρτήτως του ότι στις 15.6.15 είχε αναλάβει ο νέος δικηγόρος, είναι γεγονός πως υπήρξε αδράνεια για τουλάχιστον δύο και πλέον έτη από τους αρχικούς δικηγόρους, ήτοι από την Υπεράσπιση μέχρι την αποχώρηση τους, η οποία βεβαίως ορθώς αποδίδεται στους Εναγομένους εκ μέρους των οποίων είχαν διοριστεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη δικηγόρων να προβάλουν το θέμα παραγραφής ενώ σαφέστατα το είχαν υπόψιν τους. Όπως έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.α., Πολ. Έφ. 137/13 κ.α., ημ. 20.3.14, η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ 543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση νέα βάση αγωγής, δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους, παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ. Ε5/14, ημ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και προχώρησε ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι ο Ενάγων δύναται δεόντως να αποζημιωθεί λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής των Εναγομένων. Ο αναγκαίος συνυπολογισμός των ιδιαιτεροτήτων της παρούσας περίπτωσης επιβάλλει όπως δοθεί το δικαίωμα στους Εναγόμενους να προβάλουν την υπεράσπιση την οποίαν εξαρχής είχαν καταγράψει αλλά δεν προέβαλαν λόγω παράλειψης επαγγελματιών τους οποίους είχαν διορίσει. Παρέλκει να λεχθεί πως δεν εξετάζεται σε αυτό το στάδιο ούτε το κατά πόσον θα μπορούσε να εξεταστεί προδικαστικά το εγειρόμενο ζήτημα της παραγραφής ούτε βεβαίως η πιθανή κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την ουσίαν του ισχυρισμού. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας την παρεχόμενη διακριτική ευχέρεια καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί ως έχει. Ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως οι §Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τυχόν τροποποιημένη Απάντηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την παραλαβή της νέας Υπεράσπισης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης όσο και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.