← Κύπρος

ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΑΚΛΙΔΗΣ, Αγωγή Αρ. 2543/16, 17/5/2017

ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΑΚΛΙΔΗΣ, Αγωγή Αρ. 2543/16, 17/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2543/16 Μεταξύ: ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΑΚΛΙΔΗΣ Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 17 Μαΐου, 2017 Για αιτητή-εναγόμενο: κ. Χ. Τσέλιγκας Για καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα: κ. Σ. Σπύρου, για Σπύρος Α. Σπύρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 24.10.16 για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης) Εισαγωγή Η ως άνω αγωγή ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 9.5.16 και στις 20.10.16 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Τέσσερεις ημέρες μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και προ της καταχωρήσεως της υπεράσπισης του, ο εναγόμενος - αιτητής (στο εξής «ο αιτητής») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να διαγράφονται τα πιο κάτω μέρη της Έκθεσης Απαίτησης καθότι αποτελούν ισχυρισμούς οι οποίοι είναι μη αναγκαίοι και/ή σκανδαλώδεις και/ή τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή να προκαταβάλουν και/ή να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής: i. Ολόκληρη η παράγραφος 4. ii. Η φράση ".σε συνέργεια και/ή ..." στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 5. iii. Η φράση "... και/ή τους συνεργούς του ..." στην τρίτη και τέταρτη γραμμή της παραγράφου 8. iν. Η φράση "... και συνέργεια ..." στην πρώτη γραμμή της παραγράφου 12. ν. Η φράση "... και/ή συνεργοί του ..." στην πρώτη γραμμή της παραγράφου 16. νi. Η φράση "... και/ή των συνεργών αυτού ..." στην πρώτη και τη δεύτερη γραμμή της παραγράφου 17. (Β) Διάταγμα με το οποίο να διαγράφονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ήθελαν κριθούν από το Δικαστήριο ως μη αναγκαία και/ή σκανδαλώδη και/ή ως τέτοια που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς κα/ή να προκαταβάλουν και/ή να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής: (Γ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. (Δ) Έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.4 και 26 και Δ.48 Θ.1, 2, 3, 6, 7, και 9(
  2. j)και στην εγγενή και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης προς αποφυγή εκτροχιασμού της εκδίκασης της αγωγής. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «1. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 2. Ο Αιτητής δε νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση. 3. Ο Αιτητής δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. 4. Η προώθηση της Αίτησης του Αιτητή, καθυστερεί και/ή δημιουργεί περαιτέρω ταλαιπωρία και αχρείαστα δικονομικά μέτρα και ενέργειες. 5. Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. 6. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με ασαφή και/ή χωρίς επαρκή δικαιολογία. 7. Η Αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς. 8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 9. Το αιτούμενο διάταγμα επιδιώκει την πρόκληση καθυστέρησης. 10. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 11. Η Αίτηση δεν συνοδεύεται με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, που να επεξηγεί τους λόγους του επιδιώκεται το αιτούμενο διάταγμα. 12. Η αναφερόμενη νομική βάση δεν προβλέπει την αιτούμενη θεραπεία.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ1-26, Δ.27 Θ.1-4, Δ.35 Θ.18, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9(j), Δ.64, στο Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στον φάκελο της δικογραφίας και στην ένορκο δήλωση της κας Τερψιθέας Σπύρου, η οποία είναι ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση. Η κα Σπύρου αναφέρει ότι η αγωγή αφορά ζημιές και/ή προβλήματα και/ή ταλαιπωρία που προκλήθηκε στην καθ' ης η αίτηση ένεκα της συμπεριφοράς και πράξεων του αιτητή, είτε προσωπικά, είτε σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα, ως οι ισχυρισμοί και θέσεις της καθ' ης η αίτηση στην έκθεση απαίτησης της. Αναφέρεται σε συντομία στο αιτητικό της αίτησης και προβάλλει τη θέση ότι ο αιτητής δεν δίνει λεπτομέρειες, σε σχέση με το πώς οι αναφορές της καθ' ης η αίτηση για συνεργασία του αιτητή με τρίτα πρόσωπα, προκαλεί οποιανδήποτε αμηχανία και/ή επηρεάζει δυσμενώς και/ή θα προκαταβάλει και/ή περιπλέκει και/ή καθυστερεί τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής, αφού αυτό θα μπορούσε να γίνει με ένορκο δήλωση που να συνοδεύει την αίτηση. Θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι στην έκθεση απαίτησης της παραθέτει σε συντομία αλλά με σαφήνεια τη συμπεριφορά και ενέργειες του αιτητή, είτε ενεργώντας από μόνος του, είτε σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα, προκαλώντας την περιγραφόμενη στην έκθεση απαίτησης δυσχέρεια, ζημιές, προβλήματα και/ή βλάβες, τυχόν δε έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερήσει από την καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα της για δικαίωση μέσω της δικαιοσύνης, αφού δεν θα μπορεί να παρουσιάσει την υπόθεση της, σε σχέση με τις πράξεις και/ή ενέργειες του αιτητή, είτε από μόνου του είτε σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα, που επέφεραν τα προβλήματα στην καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ο ισχυρισμός περί συνεργασίας και/ή περί συνέργειας του αιτητή με τρίτα πρόσωπα, θίγει τον αιτητή ή εκθέτει ζητήματα κατά απρεπή και/ή σκανδαλώδη τρόπο, ενώ το υπόλοιπο μέρος της έκθεσης απαίτησης, που γενικά περιγράφει παρόμοια συμπεριφορά και ενέργειες φαίνεται να είναι αποδεκτό. Το θέμα είναι καθαρά νομικό, ως αναφέρει, και θέμα ερμηνείας που θα δοθεί από το Δικαστήριο. Επιπλέον, είναι η θέση της κας Σπύρου ότι ο αιτητής δεν υφίσταται οποιανδήποτε βλάβη με την παράθεση των ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση ως έχει, αντίθετα δε, είναι ο αιτητής που προκαλεί την καθυστέρηση με τη συμπεριφορά του, αφού με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, καθυστερεί η διαδικασία. Η έκθεση απαίτησης είναι ορθά δικογραφημένη, τυχόν δε παρατυπία στη δικογράφηση μπορεί να διορθωθεί με σχετικό διάβημα, και το μέτρο της διαγραφής είναι υπερβολικό και/ή αδικαιολόγητο. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις, το φέρει ο αιτητής ο οποίος δεν το έχει αποσείσει και η απουσία ενόρκου δηλώσεως προς υποστήριξη της αίτησης καθιστά την αίτηση γενική και αόριστη και δεν δίδει κανένα στοιχείο και/ή λόγο για να μπορέσει να αποφασίσει το Δικαστήριο επί του αιτήματος της άλλης πλευράς. Αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία Η κα Σπύρου δεν αντεξετάστηκε και κατά την ακρόαση οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες ανέπτυξαν περαιτέρω προφορικώς. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.19, Θ.4 και 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στον Θεσμό 4 περιέχονται διατάξεις ως προς το ορθό περιεχόμενο δικογράφου και ο Θεσμός 26 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία για διαγραφή μέρους δικογράφου. Συγκεκριμένα οι εν λόγω δικονομικές διατάξεις προβλέπουν τα εξής: «4. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, enumbered consecutively. Dates, sums, and enumbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. 26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 Θ.26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταβάλει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής, και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Με αίτηση δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται δυνάμει έτερης δικονομικής διάταξης και συγκεκριμένα της Δ.27 Θ.3 (Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860). Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα (Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338, 1343 και Annual Practice του 1958, σελ. 477, στα σχόλια για το παλαιό O.19 r.27 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.19 Θ.26). Περαιτέρω, το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να διαγράψει αχρείαστα μακροσκελή (prolix) δικόγραφα (Annual Practice του 1958, σελ. 448, στα σχόλια για το παλαιό O.19 r.4 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.19 Θ.4). Λαμβάνοντας υπόψιν το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης και με δεδομένη τη συμπερίληψη της Δ.19 Θ.26 αλλά και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου στη νομική βάση της αίτησης, κρίνεται απορριπτέος ο λόγος ένστασης 12. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει περαιτέρω τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική επειδή έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση (λόγοι ένστασης 5, 6, 10 και 11). Στην αγόρευση του συνηγόρου της αναφέρεται σχετικώς ότι ο αιτητής, με την παράλειψη του να υποστηρίξει την αίτηση με ένορκο δήλωση, έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του, επειδή από το περιεχόμενο και μόνο του φακέλου δεν μπορεί να διαφανεί με ποιον τρόπο επηρεάζεται δυσμενώς ή και ενοχλείται. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση της καθ' ης η αίτηση. Αίτηση για διαγραφή ισχυρισμών σε δικόγραφο επί τω ότι είναι αχρείαστοι ή σκανδαλώδεις δυνάμει της Δ.19 Θ.26 συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.9(j), στις αιτήσεις οι οποίες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση. Επομένως αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης ενόρκου δηλώσεως προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι μοιραία ούτε και μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Εντούτοις αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι δεδομένης της επιλογής του αιτητή να μην υποστηρίξει την αίτηση του από ένορκο δήλωση, ως εδικαιούτο, αυτό του αποστερεί το δικαίωμα να επικαλεστεί οποιαδήποτε γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης, τα οποία δεν προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου (Δ.48 Θ.1, Φιλίππου v. ΣΠΕ Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1755, 1757-1758, και, κατ' αναλογία την Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, 836 που αφορούσε στην μη υποστήριξη ένστασης από ένορκο δήλωση). Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, επισημαίνω ότι ο συνήγορος του αιτητή, μέσω της γραπτής του αγόρευσης (βλ. παρ. 1.4, 3.13-3.17, εισηγείται ότι πέραν των σημείων της έκθεσης απαίτησης που προσδιορίστηκαν στην παρ. Α της αίτησης, το Δικαστήριο, με βάση το αιτητικό Β (το οποίο παρατέθηκε ανωτέρω) θα πρέπει να επίσης να διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος της παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης, καθώς και την αναφορά στην παρ. 15 της έκθεσης απαίτησης, σε εκβιασμό, με ανήθικο τρόπο, της διοίκησης της καθ' ης η αίτηση για να υποκύψει σε παράλογες και/ή άδικες και/ή λανθασμένες και/ή ζημιογόνες πρακτικές. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Τσέλιγκα ότι η συμπερίληψη στην αίτηση του αιτητικού Β μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή μερών της έκθεσης απαίτησης πέραν αυτών που συγκεκριμενοποιούνται στην παρ. Α της αίτησης. Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 477 και κάτω από τον τίτλο «Application» αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να συγκεκριμενοποιεί τα μέρη (του δικογράφου) των οποίων επιζητεί τη διαγραφή: «The parts which the applicant desires to have struck out should be specified (Williamson v. London, etc, 12 Ch. D. 790).» Παρομοίως, στο σύγγραμμα Bullen and Leaκe and Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σελ. 141-142 αναφέρεται ότι: «The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked and on what grounds, whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof, and if so the alleged offending parts should be clearly specified.» Η συμπερίληψη του γενικού αιτητικού της παρ. Β της αίτησης σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιεί, κατά την κρίση μου, την πιο πάνω απαίτηση. Σημειώνω εξάλλου ότι και με βάση τη Δ.48 Θ.1 στην αίτηση πρέπει να αναφέρεται η αιτούμενη θεραπεία («.stating the nature of the request made.»). Κατ' αναλογία δε των όσων αποφασίστηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο ένστασης στις υποθέσεις Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, 97 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, 836-837 (με αναφορά βεβαίως στις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(1)), θεωρώ ότι η επιδιωκόμενη θεραπεία πρέπει να είναι κατά τέτοιο τρόπο διατυπωμένη ούτως ώστε να πληροφορεί επαρκώς τόσο τον αντίδικο όσο και το Δικαστήριο ως προς το τι ακριβώς είναι αυτό που επιδιώκεται με την αίτηση, ούτως ώστε να έχει και ο αντίδικος τη δυνατότητα, σε περίπτωση που προτίθεται να ενστεί σε αυτήν, να προβάλει όλους τους λόγους που επιθυμεί προς τούτο. Άλλωστε, η αγόρευση σε αίτηση μοναδικό σκοπό έχει την από νομικής σκοπιάς υποστήριξη της αίτησης και όχι τη συγκεκριμενοποίηση ή τον προσδιορισμό ή και τη διεύρυνση της αιτούμενης θεραπείας. Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε κατ' ακρίβεια ότι με τη συμπερίληψη ενός γενικού αιτητικού και μόνο θα παρείχετο στον εκάστοτε αιτητή η ευχέρεια να ζητήσει, μέσω της αγόρευσής του, τη διαγραφή οποιωνδήποτε μερών της έκθεσης απαίτησης, αποστερώντας έτσι από τον καθ' ου η αίτηση του θεμελιώδους δικαιώματος του να αμυνθεί έχοντας γνώση της εναντίον του υπόθεσης. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης με την οποία σχετίζονται οι λόγοι ένστασης 1, 3 και 8, με αναφορά στο αιτητικό Α αυτής. Τα δικόγραφα στην πολιτική δίκη καθορίζουν και οριοθετούν τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τη μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί στη δίκη (ως προς τη σημασία των δικογράφων βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, 28-29). Η σύνταξη τους διέπεται από συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19, ο Θ.4 της οποίας, ο οποίος αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης και ο οποίος παρατέθηκε πιο πάνω, είναι θεμελιακός. Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης στο δικόγραφο πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς, αλλά θα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ούτως ώστε να επιτρέψει στον αντίδικο να γνωρίζει την εναντίον του υπόθεση για να μπορέσει να απαντήσει (British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, στη σελ. 689, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τη φράση «material facts» που απαντάται στη Δ.19 Θ.4, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one "material" fact is omitted, the statement of claim is bad.». Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.19 Θ.26 συνιστά ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή της κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων που είναι αντίθετα με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (Drummond - Jackson v. British Medical Association [1970] 1 All E.R. 1094). Ως το θέμα ετέθη στην Ρ.Ι.Κ. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, 366, οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 παρέχουν εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Ως προς τους σκοπούς που η σχετική δικονομική διάταξη εξυπηρετεί, παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Bullen and Leaκe, ανωτέρω, όπου στη σελ. 146 επεξηγείται ότι η σχετική εξουσία προορίζεται στο να εμποδίζει την ύπαρξη δικογράφων τα οποία είναι ασαφή ή διφορούμενα (evasive) ή τα οποία αποκρύπτουν (conceal or obscure) την πραγματική διαφορά μεταξύ των μερών και να διασφαλίζει, σε σχέση τουλάχιστον με τα δικόγραφα, μια δίκαιη δίκη. Έχει βεβαίως νομολογηθεί ότι διαγραφή δικογράφου και είτε το αίτημα βασίζεται στη Δ.19 Θ.26 είτε στη Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (Cyber Group, ανωτέρω, σελ.1860-1861, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, 24). Έτσι δεν δικαιολογείται η διαγραφή ισχυρισμού απλώς επειδή δεν θα πετύχει αφού σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (Carl-Ζeiss-Stiftung v. Rayner and Keeller Ltd [1969] 3 All E.R. 697, Fasili a.o. v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679, 684). Ως αναφέρθηκε και στην αγγλική υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer [1975] 2 W.L.R. 425, 439, δύο ζητήματα είναι ξεκάθαρα όταν Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτηση διαγραφής: πρώτον δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα ίδια τα δικόγραφα και δεύτερο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση («First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case»). Όσον αφορά στο πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing), σύμφωνα το σύγγραμμα Bullen and Leake, ανωτέρω, σελ. 147: «. a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Και στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T. 512, ο όρος «embarrassing» ερμηνεύθηκε « . to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ενθαρρύνεται η περιττολογία. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1958 σελ. 477-478 αν εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και να προκληθούν με τον τρόπο αυτό έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των άσχετων ισχυρισμών. Από την άλλη, δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός που θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου∙ το γεγονός και μόνον ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του και το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, αποφασίστηκε σχετικώς ότι: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Ως αναφέρεται και στο Annual Practice του 1958, σελ. 478 «. parties must not be too ready to find themselves embarrassed». Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1520, 1529-1530, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε της αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα και με αναφορά στα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στις σελ. 477-479 σε σχέση με τη φράση «Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») εξήγησε ότι αυτή έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Επισήμανε ότι το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις. Και πιο πρόσφατα, στην απόφαση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Έφ. Ε191/15, ημερ. 23.3.16, λέχθηκε ότι: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited». (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). ...... Όπως αναφέρθηκε στη FASILI a.o. v. M.V. "SUNBOAT" HER SHIPOWNERS AND/OR CHARTERERS a.o.
(1984)1 C.L.R. 679 η εξουσία διαγραφής ενεργοποιείται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις.» Περαιτέρω, όπου ένα δικόγραφο είναι ελαττωματικό επειδή δεν περιέχει τις λεπτομέρειες στις οποίες η άλλη πλευρά δικαιούται θα πρέπει να καταχωρείται αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και όχι για διαγραφή, αφού η διαγραφή θα πρέπει να διατάσσεται μόνο στις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις. Τούτο αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στη σελ. 479 και υιοθετήθηκε στην αγωγή ναυτοδικείου Fasili a.o. v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679: «Moreover, where a pleading is defective only in not containing particulars to which the other side is entitled application should be made for "a further and better statement of the nature of the claim or defence under rule 7 and not for an order to strike out the pleading under this rule"; (The Annual Practice (supra) p. 479). Striking out is employed only in plain and obvious cases (See Kemsley v. Foot and Ors [1951] 2 K.B. 34 C.A.). It should be pointed out that in the House of Lords the same case which is reported in 1952 Appeal Cases 347, it was held that the relevant paragraph of the defence should not be struck out as there was a substratum of fact indicated in the words complained of sufficient to form a basis for the comment and to it was unnecessary for all the facts on which the comment was based to be stated in order to admit the defence of fair comment. Likewise in our case it may be said that there is a substratum of fact indicated in the paragraphs complained of and these paragraphs should not be struck out. The remedy of the applicants lies in an application for a further and better statement of the claim or for further and better particulars of the matters stated in the said paragraphs.» Όσον τώρα αφορά στο πότε τα δικόγραφα περιέχουν σκανδαλώδεις (scandalous) ισχυρισμούς, παραπέμπω και πάλιν στο σύγγραμμα Bullen and Leake, ανωτέρω, στις σελ. 144 - 145, σύμφωνα με το οποίο ισχυρισμοί σε δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι απρεπή (indecent) ή προσβλητικά (offensive) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν σε αυτό εκτίθενται αχρείαστες λεπτομέρειες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσον το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία («The sole question . is whether the matter alleged to be scandalous . would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the [pleading] that is material with reference to the relief that is prayed»). Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής στην περίπτωση που αποδειχθούν αληθινές. Συνεπώς όταν Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσον μέρη δικογράφου είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τη φύση της αγωγής και το κατά πόσον οι ισχυρισμοί είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο σχετικοί με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα, χωρίς πάντως να υπεισέρχεται στην εξέταση της αλήθειας τους. Υπό το φως των ως άνω αρχών προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Αυτό που ο αιτητής επιδιώκει με την υπό κρίση αίτηση είναι η διαγραφή: (α) της παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, εκμεταλλευόμενος ένα περιστατικό και κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες, αρνείτο να εργαστεί και/ή εκτελέσει την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία, προσποιούμενος τον άρρωστο και/ή προβάλλοντας ανικανότητα (αιτητικό Α(i)), και (β) όλες τις αναφορές στο δικόγραφο σε συνέργεια και/ή σε συνεργούς (αιτητικό A(ii) - (vi)). Θέση του κ. Τσέλιγκα είναι ότι: (α) με την παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης εισάγονται μη αναγκαίοι ισχυρισμοί, χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, οι οποίοι προσλαμβάνουν τη μορφή επίθεσης εναντίον του αιτητή αφού εξαντλούνται στην απόδοση λανθασμένης και ανέντιμης συμπεριφοράς στον αιτητή (βλ. παρ. 3.11 της γραπτής του αγόρευσης), και (β) με τη συμπερίληψη των λέξεων «συνέργεια» και «συνεργός» στην έκθεση απαίτησης καταλογίζονται στον αιτητή κατηγορίες ή ισχυρισμοί για παράνομη συμπεριφορά, κάτι που είναι αχρείαστο και/ή σκανδαλώδες (βλ. παρ. 3.6 και 3.7 της γραπτής του αγόρευσης), διευκρινίζοντας ότι δεν ζητεί τη διαγραφή των ισχυρισμών ότι ο εναγόμενος συνεργάστηκε με άλλα πρόσωπα ή περί του ότι καθοδηγήθηκε από τρίτους (βλ. παρ. 4.5 της γραπτής του αγόρευσης), αλλά των πιο πάνω λέξεων για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Στρεφόμενη κατ' αρχάς στη φύση της απαίτησης, σημειώνω ότι σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για λίβελλο και/ή συκοφαντική δυσφήμιση και/ή για επιζήμια ψευδολογία και/ή για δημόσια βλάβη και/ή για ζημιά που προκλήθηκε στην ενάγουσα και/ή στα συμφέροντα και/ή στις εργασίες της και/ή λόγω οχληρίας και/ή συνεπεία ταραχής και/ή επεισοδίων και/ή πρόκληση ανησυχίας και/ή παράνομης επέμβασης και/ή εκβιασμού και/ή αμελή εκτέλεση καθηκόντων και/ή άλλως πως, οι οποίες ζημιές προκλήθηκαν συνεπεία της στάσης και/ή συμπεριφοράς και/ή ενεργειών του εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα στην επαρχία Λάρνακας και/ή Λευκωσίας σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ Δεκεμβρίου του 2015 μέχρι και σήμερα. Ζητά επίσης συναφή διατάγματα καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος ήτο υπάλληλος της ενάγουσας (παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης). Κατά διάφορες περιόδους εντός του έτους 2015 διαπιστώθηκε κατ' επανάληψη ότι η συμπεριφορά του και η επαγγελματική του προσέγγιση ήταν λανθασμένη και/ή επιζήμια προς την ενάγουσα, και/ή ότι ο ίδιος και/ή μαζί με τρίτους ενεργούσε κατά τρόπο που έπληττε τα συμφέροντα της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να τύχει προειδοποίησης για την απρεπή του συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον τερματισμό από την ενάγουσα της απασχόλησης του εναγόμενου στον οποίο καταβλήθηκαν τα ωφελήματα και/ή δικαιώματα του (παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης). Ακολουθεί η παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης της οποίας ζητείται η διαγραφή και η οποία παρατέθηκε πιο πάνω. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι η εμπλοκή της ενάγουσας και ιδιαίτερα κάποιων διευθυντών της αποτέλεσαν στόχο κακόπιστης κριτικής και προκάλεσε αδικαιολόγητα, έντονες αντιδράσεις με πρωτοστάτη τον εναγόμενο και άλλους, οι οποίοι σε συνέργεια και/ή καθοδηγούμενοι από τρίτους με στόχο την πρόκληση βλάβης στην ενάγουσα και/ή τους διευθυντές της, άρχισαν συστηματικό και οργανωμένο πόλεμο εναντίον της, με δυσφημιστικές δηλώσεις και παραστάσεις σε διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του εναγόμενου σε ανοίκειες εκδηλώσεις έξω από τα καταστήματα της ενάγουσας ιδιαίτερα την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς του 2015 (παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης). Στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης αναφέρονται τα γραπτά συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν στις δυσφημιστικές και κακόβουλες εκδηλώσεις. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάποιο περιστατικό πλησίον του σχολείου στο οποίο φοιτούν τα εγγόνια ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας (του Κωνσταντίνου Λόρδου), στα πλαίσια του οποίου ήτο αναπόφευκτη η επαφή των εγγονιών του εν λόγω διευθυντή με τον εναγόμενο και τους συνεργούς του, και που έγινε με σκοπό να δυσφημίσει και/ή να προσβάλει και/ή να σπιλώσει και/ή να λασπολογήσει τόσο τον εν λόγω διευθυντή όσο και την ενάγουσα (παρ. 7 - 10 της έκθεσης απαίτησης). Επιπρόσθετα, εξαιτίας των ενεργειών του εναγόμενου και/ή άλλων και/ή σε συνδυασμό και συνέργεια μεταξύ τους, έγιναν διάφορες δημοσιεύσεις σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης που αναπαρήγαγαν διάφορες δυσφημιστικές δηλώσεις προς το πρόσωπο της ενάγουσας και/ή των διευθυντών της με αποτέλεσμα να προκαλείται μεγαλύτερη ζημιά στην ίδια (παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης). Η συμπεριφορά του εναγόμενου αποκαλύπτει την υστεροβουλία και κακοπιστία και/ή οργή και/ή ζήλεια και/ή δόλια πρόθεση από την οποία διακατέχεται ο εναγόμενος, επίσης δε φαίνεται η εμφανής πρόθεση τους να βλάψουν και να πλήξουν την υπόσταση της ενάγουσας και να προκαλέσουν ζημιές και βλάβες στη λειτουργία της, αλλά και τη σχέση εμπιστοσύνης της ενάγουσας με τους πελάτες και τους συνεργάτες της, και, περαιτέρω, η πρόθεση τους να βλάψουν την ενάγουσα προκύπτει από τη συμπεριφορά τους ενώπιον των εγγονιών του διευθυντή της ενάγουσας (παρ. 13 - 15 της έκθεσης απαίτησης). Ο εναγόμενος και/ή οι συνεργοί του επιδόθηκαν σε μία μαζική, ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον της ενάγουσας, το δε ύφος και περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων και συμπεριφορών διακατέχεται από κακοπιστία, προκατάληψη, εμπάθεια και ψεύδη, η δε στάση του εναγόμενου και/ή των συνεργών του και τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα και συμπεριφορές, τα οποία συνιστούν λίβελο και δυσφήμιση, έπληξαν το κύρος και την αξιοπιστία της ενάγουσας. Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, και ξεκινώντας από το αίτημα για διαγραφή της παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης, και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του συνόλου της έκθεσης απαίτησης αυτό που παρατηρώ είναι ότι, σε αντίθεση με τα όσα εισηγείται ο αιτητής, αυτή η παράγραφος σχετίζεται με τα επίδικα θέματα στην αγωγή αλλά και με τη φύση της αξίωσης. Με τις παραγράφους 3 και 4, αυτό που η καθ' ης η αίτηση φαίνεται να επιχειρεί να πράξει, είναι να θέσει το υπόβαθρο των διαδραματισθέντων καθώς και των σχέσεων της με τον αιτητή και πρώην εργοδοτούμενο της (αναφερόμενη στη συμπεριφορά του και την επαγγελματική του προσέγγιση), και τους λόγους που οδήγησαν στη ρήξη αυτής και τον τερματισμό της απασχόλησης του αιτητή, πράγμα που πυροδότησε την ισχυριζόμενη από την καθ' ης η αίτηση, κακόπιστη, προκατειλημμένη και εμπαθή (έναντι της καθ' ης η αίτηση και των διευθυντών της) αντίδραση του αιτητή, η οποία οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη δημοσίευση και εκδήλωση των ισχυριζόμενων από την καθ' ης η αίτηση δημοσιευμάτων και συμπεριφορών, προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής της για δυσφήμιση και λίβελλο. Περαιτέρω, και με δεδομένο ότι η καθ' ης η αίτηση ζητεί με την αγωγή της τιμωρητικές αποζημιώσεις, η ισχυριζόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου, ως αυτή σκιαγραφείται στο σύνολο βεβαίως της έκθεσης απαίτησης, δυνατό να έχει επίδραση στο ύψος των αποζημιώσεων που ήθελαν επιδικασθεί σε περίπτωση που η αγωγή πετύχει. Τέλος, σημειώνω ότι η επίδειξη κακοπιστίας από μέρους του δυσφημούντος δυνατό να οδηγήσει σε αντίκρουση ορισμένων υπερασπίσεων που δυνατό να προβληθούν σε αγωγή για δυσφήμιση, με το βάρος απόδειξης της έλλειψης καλής πίστης να βρίσκεται σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149 στους ώμους της καθ' ης η αίτηση («Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ.»). Υπό το φως των ανωτέρω, και χωρίς να υπεισέρχομαι καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογώ το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης εξόφθαλμα δεν σχετίζονται θεματικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής και τη βάση αυτής, ούτως ώστε να πρέπει να διαγραφούν. Όσον, τώρα, αφορά στη χρήση των λέξεων «συνέργεια» και «συνεργούς» επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η γραμματική έννοια της λέξης «συνέργεια» σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Δ' έκδοση, σελ. 1873, είναι «σύμπραξη, συνεργασία», σημασία η οποία βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν καθιστά απαγορευτική τη χρήση της σε ένα δικόγραφο. Όμως ακόμη και αν αποδεχτώ ότι οι εν λόγω λέξεις χρησιμοποιούνται με την έννοια που ο αιτητής τους δίδει και, κατ' επέκταση, ότι αποδίδονται με αυτές στον αιτητή παράνομες ενέργειες, δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα ούτως ώστε να υπόκεινται σε διαγραφή. Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, αυτό που η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται είναι ότι ο αιτητής προέβη στις διάφορες δυσφημιστικές δηλώσεις, παραστάσεις και συμπεριφορές που του αποδίδονται και που προκάλεσαν ζημιά στην καθ' ης η αίτηση μόνος του και/ή με άλλα πρόσωπα. Συνεπώς η αναφορά σε συνέργεια ή συνεργούς υπό αυτό το πρίσμα είναι που θα πρέπει να ιδωθεί, ως υποδεικνύουσα, δηλαδή, ένα ισχυριζόμενο γεγονός, το γεγονός της συνεργασίας και/ή σύμπραξης του αιτητή με άλλα πρόσωπα, επί του οποίου η ενάγουσα επιθυμεί να βασιστεί προκειμένου να αποδείξει την απαίτηση της. Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκα με λεπτομέρεια πιο πάνω ακόμη και αν ισχυρισμός σε δικόγραφο περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας, ανηθικότητας ή ανεπαίσχυντης συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία, όπως είναι, εν προκειμένω, η αναφορά σε συνέργεια και συνεργούς. Πρέπει, τέλος, να λεχθεί ότι, τόσο σε σχέση με την παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης (στην οποία γίνεται αναφορά σε ψευδείς παραστάσεις οι οποίες δεν εξειδικεύονται), όσο και σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αναφέρονται σε συνέργεια και συνεργούς του αιτητή (οι οποίοι δεν κατονομάζονται), δυνατό, να είναι αναγκαία η αποζήτηση περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, αίτημα του οποίου η βασιμότητα θα εξετασθεί εάν και εφόσον υποβληθεί. Πλην όμως, σύμφωνα και με τη νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω, εκεί όπου η ελαττωματικότητα του δικογράφου προσδιορίζεται στο ότι δεν περιέχει τις λεπτομέρειες στις οποίες η άλλη πλευρά δικαιούται, θα πρέπει να καταχωρείται αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και όχι αίτηση για διαγραφή, αφού διαγραφή θα πρέπει να διατάσσεται μόνο στις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις, και η παρούσα δεν συγκαταλέγεται στις ξεκάθαρες αυτές περιπτώσεις για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω. Έχοντας διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση οι προϋποθέσεις εκείνες που θα οδηγούσαν στη διαγραφή των ισχυρισμών που εξειδικεύονται στην παρ. Α της αίτησης, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση, κάτι που θα αποτελούσε εγχείρημα ακαδημαϊκό. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον του αιτητή - εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.