Στέλιου Χριστοφόρου ν. Κυριάκου Κουταλιανού κ.α., Αγωγή αρ. 313/09, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 313/09 ΜΕΤΑΞΥ: Στέλιου Χριστοφόρου Ενάγοντος και
- Κυριάκου Κουταλιανού
- Χαράλαμπου Κουταλιανού Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2017 Για τον ενάγοντα: κ. Μιχάλης Ι. Μούρος Για τους εναγόμενους: κα Αντωνία Λουκαρή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με την αγωγή του ο ενάγων αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €51.258 (Λ.Κ.30.000) ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου ή/και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό ή/και άδικο προσπορισμό, πλέον νόμιμο τόκο από 1.6.03 και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγων συνδεόταν με τον εναγόμενο 2, πατέρα του εναγόμενου 1, με αίσθημα φιλίας και εμπιστοσύνης για πολλά χρόνια, εργαζόμενοι στον ίδιο εργοδότη. Οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τη φιλία τους με τον ενάγοντα, έπεισαν τον ενάγοντα να δώσει στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.70.000 ως δάνειο για επένδυση, και ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα, υπό τύπο μερίσματος, το ποσό των Λ.Κ.1.550 μηνιαίως, για όσο χρόνο θα διαρκούσε το δάνειο. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Cyprialife και ασχολείτο και με επενδυτικά δάνεια υψηλής απόδοσης, περί τις 3.1.03 έπεισε τον ενάγοντα και του υπέγραψε τα αναγκαία έγγραφα και συνήψε προς όφελος του ενάγοντος τέσσερα ασφαλιστικά συμβόλαια συνολικής αξίας Λ.Κ.500 μηνιαίως, τα οποία ξεκίνησε και πλήρωνε ο εναγόμενος 1, με την υπόσχεση ότι θα κατέβαλλε στον ενάγοντα το επιπλέον ποσό των Λ.Κ.1.050 μηνιαίως. Στις 5.3.03, ο ενάγων ενέδωσε στην ψυχολογική βία που του άσκησαν οι εναγόμενοι και παρέδωσε στον εναγόμενο 1 επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού Λ.Κ.70.000, την οποία ο εναγόμενος 1 εξαργύρωσε στις 6.3.
- Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε το δάνειο που δόθηκε στον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε τα μερίσματα ύψους Λ.Κ.1.050 των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του 2003, όμως, με την πρόφαση ότι αντιμετώπιζε οικονομικά και άλλα προβλήματα, μετά το τέλος του μηνός Μαΐου του 2003 διέκοψε τις ασφάλειες που συνήψε προς όφελος του ενάγοντος, του δήλωσε ότι έκλεισε το επενδυτικό σχέδιο και ότι θα του επέστρεφε το ποσό του δανείου σε άμεσο μεταγενέστερο χρόνο. Ακολούθως, οι εναγόμενοι υποσχέθηκαν στον ενάγοντα ότι θα του εξοφλούσαν κάθε οφειλή μέχρι τα Χριστούγεννα του
- Τον Δεκέμβριο του 2003, ο εναγόμενος 2 του κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.3.000, με την υπόσχεση ότι σιγά-σιγά θα του κατέβαλλε ολόκληρο το χρέος και τους τόκους. Ο εναγόμενος 2 σε διάφορες ημερομηνίες μετά τον Δεκέμβριο του 2003 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2007 (οπότε και αφυπηρέτησε ο εναγόμενος 2 και διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον ενάγοντα), κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά που συμποσούνται σε Λ.Κ.40.000, ενώ παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος οι εναγόμενοι παρέλειψαν ή αμέλησαν να του εξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό του χρέους τους, το οποίο ο ενάγων αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους ήγειραν προδικαστική ένσταση ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής ο ενάγων ήτο πτωχεύσας και δεν εδικαιούτο να εγείρει προσωπικά την παρούσα αγωγή χωρίς τη συγκατάθεση του Επίσημου Παραλήπτη. Πέραν της προδικαστικής ένστασης, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι ενάγων και εναγόμενος 2 εργάζονταν στον ίδιο εργοδότη και ότι συνδέονταν για πολλά έτη με αίσθημα φιλίας και εμπιστοσύνης, ότι ο εναγόμενος 1 είναι υιός του εναγόμενου 2 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστικού αντιπροσώπου. Αρνούνται κατά τα λοιπά το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντος. Ισχυρίζονται ότι περί τις 5.3.03 ο εναγόμενος 2 ανέφερε στον ενάγοντα ότι προτίθετο να επενδύσει, μέσω του μεσάζοντος Μάριου Φιλίππου (ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο 1), χρηματικά ποσά στο βιβλιοπωλείο «Οδηγητής» (στο εξής «το Βιβλιοπωλείο») που ανήκε στην Ουρανία Σακκά. Ο ενάγων, στηριζόμενος στη δική του ελεύθερη βούληση και χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό από τους εναγόμενους αποφάσισε ότι και ο ίδιος ήθελε να επενδύσει στο Βιβλιοπωλείο το ποσό των Λ.Κ.70.
- Την ίδια ημερομηνία, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο 1 στην παρουσία του εναγόμενου 2 να ενεργήσει ως μεσάζων με τον Μάριο Φιλίππου ώστε να προωθήσει και ο ίδιος την επένδυση του. Προς υλοποίηση της απόφασης του, ο ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο 1 επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.70.000, πληρωτέα στον εναγόμενο 1 προσωπικά, με ρητές οδηγίες όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει τα χρήματα στον Μάριο Φιλίππου για να τα παραδώσει στην Ουρανία Σακκά για να επενδυθούν στο Βιβλιοπωλείο. Πριν την επένδυση, ο ενάγων έλαβε διαβεβαιώσεις από τον Μάριο Φιλίππου και/ή την Ουρανία Σακκά ότι η επένδυση στο Βιβλιοπωλείο θα απέφερε σε αυτόν κέρδος περί τις Λ.Κ.1.050 μηνιαίως υπό τύπο μερίσματος. Ο ενάγων, με σκοπό την περαιτέρω επένδυση του ποσού που θα λάμβανε υπό τύπο μερίσματος, ζήτησε από τον εναγόμενο 1 όπως συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια με την Laiki Cyprialife Ltd. Ήταν οι ρητές οδηγίες και/ή πρόθεση του ενάγοντος ότι τα ασφάλιστρα θα καταβάλλονταν απευθείας από την Ουρανία Σακκά και/ή το Βιβλιοπωλείο μέσω του Μάριου Φιλίππου στην ασφαλιστική εταιρεία, μέσω του ασφαλιστικού αντιπρόσωπου του ενάγοντος, ήτοι του εναγόμενου
- Ο ενάγων συνήψε με τη Laiki Cyprialife τέσσερα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Η επιταγή εξαργυρώθηκε στις 6.3.03 από τον εναγόμενο 1 και ο εναγόμενος 1 παρέδωσε τα χρήματα στον Μάριο Φιλίππου. Ο ενάγων ήταν καθ' όλα ενήμερος για το πιο πάνω γεγονός και ουδέποτε στο παρελθόν το αμφισβήτησε ή ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν και/ή κατακράτησαν το ποσό των Λ.Κ.70.000, ως εκ τούτου, ο ενάγων κωλύεται και/ή εμποδίζεται από την προηγούμενη συμπεριφορά του στην προβολή των ισχυρισμών του. Ο εναγόμενος 2 περί την 5.3.09 (προφανώς η ορθή αναφορά είναι στην ημερομηνία 5.3.03) παρέδωσε το ποσό των Λ.Κ.14.000 μέσω του εναγόμενου 1 στον Μάριο Φιλίππου, ο οποίος με την σειρά του τα παρέδωσε στην Ουρανία Σακκά με σκοπό να επενδυθούν στο Βιβλιοπωλείο. Προς εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.70.000 και Λ.Κ.14.000 που παρέδωσαν ο ενάγων και ο εναγόμενος 2, η Ουρανία Σακκά υπέγραψε περί την 1.4.03 συναλλαγματική προς όφελος του μεσάζοντος Μάριου Φιλίππου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.84.
- Ο Μάριος Φιλίππου αναγνώριζε και/ή συμφώνησε ότι η εν λόγω συναλλαγματική αφορούσε ποσά που κατέβαλε ο ενάγων και ο εναγόμενος 2, προς όφελος και/ή για λογαριασμό των οποίων την κρατά. Η επένδυση στο Βιβλιοπωλείο δεν ήτο κερδοφόρα. Ο ενάγων ενοχλούσε τόσο την Ουρανία Σακκά όσο και τον Μάριο Φιλίππου για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.70.000 και κατά ή περί την 1.12.03 η Ουρανία Σακκά επέστρεψε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.3.000 σε μετρητά στην παρουσία του εναγόμενου 2 και της συζύγου του. Λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να του δανείσει το ποσό των Λ.Κ.43.
- Ο εναγόμενος 2 έδωσε σε διάφορες ημερομηνίες στον ενάγοντα χρήματα σε μετρητά, τα οποία περί την 9.2.07 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.43.
- Ο ενάγων υπέγραψε προς όφελος του εναγόμενου 2 σχετική βεβαίωση δανεισμού για το εν λόγω ποσό. Επιπλέον, ο εναγόμενος 2 δάνεισε στον ενάγοντα και/ή στη μητέρα του Καλλιόπη Χριστοφόρου διάφορα ποσά συνολικού ύψους Λ.Κ.3.500 στο διάστημα μεταξύ 8.7.07 έως 23.8.
- Ήταν υπόσχεση και/ή συμφωνία του ενάγοντος και του εναγόμενου 2 ότι όλα τα πιο πάνω ποσά θα εξοφλούνται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την παραχώρηση εκάστου ποσού. Ο εναγόμενος 2 κατά καιρούς απαίτησε από τον ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά, αλλά ο ενάγων αμέλησε ή παρέλειψε να ανταποκριθεί. Ο εναγόμενος 2 αξιώνει από τον ενάγοντα ανταπαιτητικώς το ποσό των €73.873,09 (Λ.Κ.43.236) (με νόμιμο τόκο από 9.2.07) και το ποσό των €5.980,11 (Λ.Κ.3.500) (με νόμιμο τόκο από 24.8.07), ως ποσά οφειλόμενα δυνάμει δανείου και/ή λόγω παράνομου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) του ενάγοντος σε βάρος του εναγόμενου 2, πλέον έξοδα. Ο ενάγων καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ισχυριζόμενος ότι εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και όχι διάταγμα πτώχευσης. Επιπλέον αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι έδωσε οδηγίες για επένδυση στο Βιβλιοπωλείο. Θέση του είναι ότι ούτε γνώριζε ούτε άκουσε το όνομα Μάριος Φιλίππου, ούτε έλαβε γνώση για τη συναλλαγματική που αναφέρεται στην υπεράσπιση των εναγομένων, αφού έδωσε τα χρήματα του στον εναγόμενο 1 για δική του επένδυση και όχι του Μάριου Φιλίππου. Τα ονόματα των Μάριου Φιλίππου και Ουρανίας Σακκά τα έμαθε από τους εναγόμενους οκτώ μήνες μετά την παράδοση της επιταγής στον εναγόμενο 1, με το αιτιολογικό ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι που έχουν τα χρήματα του ενάγοντος, ο οποίος έπρεπε να αποταθεί σε αυτούς για να του τα επιστρέψουν. Επιπλέον αρνείται ότι ο εναγόμενος 2 του κατέβαλε διάφορα ποσά ως δάνειο, και ισχυρίζεται ότι τα ποσά αυτά του καταβλήθηκαν έναντι του χρέους των εναγομένων προς τον ενάγοντα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε προς όφελος του εναγόμενου 2 οποιαδήποτε βεβαίωση δανεισμού για το ποσό των Λ.Κ.43.236 και η ισχυριζόμενη από τους εναγόμενους βεβαίωση δανεισμού αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, αφού το μόνο έγγραφο που ο ίδιος υπέγραψε ήτο απόδειξη ότι έλαβε το ποσό των Λ.Κ.40.000 έναντι του χρέους των εναγομένων. Αρνείται την ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 της οποίας ζητεί την απόρριψη. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ανταπάντηση στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, εμμένοντας στους δικούς τους ισχυρισμούς. Ισχυρίζονται ότι η βεβαίωση δανεισμού για το ποσό των Λ.Κ.43.236 αποτελεί γνήσιο έγγραφο τόσο ως προς το περιεχόμενο του όσο και ως προς την υπογραφή του ενάγοντος. Αρνούνται επιπλέον την ύπαρξη του εγγράφου που επικαλέστηκε ο ενάγων, ήτοι την απόδειξη λήψης του ποσού των Λ.Κ.40.000 έναντι του χρέους των εναγομένων. Το εγερθέν από τους εναγόμενους νομικό σημείο ως προς τη νομιμοποίηση του ενάγοντος να εγείρει προσωπικά την παρούσα αγωγή εκδικάστηκε προδικαστικώς αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό το γεγονός ότι προ της καταχώρησης της αγωγής εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντος και όχι διάταγμα κήρυξης του σε πτώχευση. Η προδικαστική ένσταση εξετάσθηκε και απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9.10.12 και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Μαρτυρία Κατόπιν συμφωνίας των συνηγόρων των διαδίκων, η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν ταυτοχρόνως. Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν έξι συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά του ενάγοντος μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κ. Μάριος Μαρκίδης (ΜΕ2) και για την πλευρά των εναγόμενων μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1), ο εναγόμενος 1 (ΜΥ2), η κα Ουρανία Σακκά (ΜΥ3) και ο κ. Γαρύφαλλος Γιαννακόπουλος (ΜΥ4). Κατατέθηκαν επίσης 18 τεκμήρια. Μαρτυρία ενάγοντος (ΜΕ1) Ο ενάγων (ΜΕ1) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α), με την οποία επανέλαβε, στην ουσία, τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην έκθεση απαίτησης του. Κατέθεσε επίσης τα εξής έγγραφα: Αντίγραφο επιταγής ημερ. 5.3.03 που εκδόθηκε από τον ίδιο με δικαιούχο τον Κυριάκο Κουταλιανό (εναγόμενο 1 - ΜΥ2) για το ποσό των Λ.Κ.70.000 (Τεκμήριο 1), αντίγραφο επιταγής ημερ. 5.
- (αγνώστου έτους) που εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με δικαιούχο τον ΜΕ1 για το ποσό των Λ.Κ.100.682 η οποία του δόθηκε ως αποζημίωση για απαλλοτρίωση τεμαχίου του στο Δάλι (Τεκμήριο 2), αντίγραφο εντύπου κατάθεσης επιταγής με εκδότη τον ΜΥ2 και δικαιούχο τον ΜΕ1 ημερ. 28.4.03 για το ποσό των Λ.Κ.1.050 (Τεκμήριο 3), αντίγραφο εντύπου κατάθεσης επιταγής με εκδότη τον ΜΥ2 και δικαιούχο τον ΜΕ1 ημερ. 7.4.03 για το ποσό των Λ.Κ.1.050 (Τεκμήριο 4), κατάσταση του λογαριασμού του ΜΕ1 εκδοθείσα την 15.7.08, στην οποία φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού για την περίοδο 2.1.03 - 3.2.03 και 12.3.03 - 5.6.03 και στην οποία φαίνονται τα ποσά που αποκόπηκαν για τις τέσσερεις ασφάλειες με την Cyprialife στις 3.1.03 και 29.1.03 καθώς και οι καταθέσεις των δύο επιταγών ύψους Λ.Κ.1.050 έκαστη (Τεκμήριο 5), και κατάσταση του ίδιου λογαριασμού εκδοθείσα την 30.11.02 στην οποία φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού για την περίοδο 31.10.02 - 30.11.02 και στην οποία φαίνονται τα ποσά που αποκόπηκαν για τέσσερεις ασφάλειες με την Cyprialife στις 27.11.02 (Τεκμήριο 6). Ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1), λόγω των σχέσεων τους, γνώριζε ότι επέκειτο η απαλλοτρίωση τεμαχίου του ΜΕ1 από το 2000 και του έκανε πρόταση για να επενδύσει τα χρήματα του σε επενδυτικό σχέδιο της Λαϊκής που έχει ο ΜΥ2, και του είπε ότι του εγγυάτο ότι δεν θα χάσει τα λεφτά του. Για να τον πείσουν, έξι μήνες πριν λάβει τα χρήματα από την απαλλοτρίωση, του έκανε τις ασφάλειες ζωής δωρεάν. Ο μισθός του κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Λ.Κ.740 και θα ήταν αδύνατο να καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ.500 μηνιαίως για ασφάλειες. Ανέφερε επίσης ότι έδωσε την επιταγή «με κλειστά τα μάθκια» λόγω εμπιστοσύνης για τα επενδυτικά σχέδια των εναγομένων από τα οποία θα είχαν μέρισμα 30% τόκο πάνω στα λεφτά. Είπε ότι δάνεισε τα λεφτά για να λαμβάνει τις Λ.Κ.1.050 τον μήνα και τις ασφάλειες Λ.Κ.
- Όταν μετά τη συνταξιοδότηση του ΜΥ1 ο ΜΕ1 του ζήτησε τα χρήματα του, ο ΜΥ1 του απάντησε «όπως έχασα εγώ θα χάσεις και εσύ». Ανέφερε ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για την επένδυση και ούτε είδε ποτέ κάποιο έγγραφο σχετιζόμενο με την επένδυση, για την οποία οι εναγόμενοι δεν του παρουσίασαν ποτέ οποιοδήποτε λογαριασμό ή μετοχές. Επιπλέον, είπε ότι δεν γνωρίζει την Ουρανία Σακκά και ότι είδε μια φορά κάποια κοπέλα στο μαγαζί του κυρίου (προφανώς αναφερόταν στον ΜΥ1), αλλά δεν γνωρίζει αν ήταν η Ουρανία. Αρνήθηκε ότι δανείστηκε Λ.Κ.43.236 από τους εναγόμενους, αλλά παραδέχτηκε ότι μετά που έδωσε τις Λ.Κ.70.000 στους εναγόμενους άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα, γι' αυτό και ξεκίνησε να του δίνει τα λεφτά λίγα - λίγα. Παραδέχτηκε επίσης ότι δόθηκαν Λ.Κ.3.500 στη μητέρα του στις 8.7.07, αλλά το εν λόγω ποσό ήταν μέρος των Λ.Κ.40.000 που του επιστράφηκαν σιγά-σιγά. Τα περισσότερα χρήματα του επιστράφηκαν σε μετρητά και κάποια με επιταγές. Ερωτηθείς αν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.40.000 που του έδωσε ο ΜΥ1, απάντησε αρνητικά. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι με τον ΜΥ1 είχε φιλικές σχέσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης, και ότι τον ΜΥ2 δεν τον γνώριζε πολύ καλά. Δεν ρώτησε σε τι είδους επένδυση θα επενδύονταν οι Λ.Κ.70.000 επειδή έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη στον ΜΥ
- Αρνήθηκε ότι είχε ακούσει για την Ουρανία Σακκά περί τον Νοέμβριο του 2003 ως αναφέρεται στην απάντηση στην υπεράσπιση που καταχώρησε, και είπε ότι το εν λόγω όνομα το άκουσε το 2007 πριν κινηθεί νομικά. Ομοίως, αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι τον παρέπεμψαν στην Ουρανία Σακκά ή στον Μάριο Φιλίππου για να λάβει τα χρήματα του, ως αναφέρεται στο ίδιο δικόγραφο. Του υποδείχθηκε συναλλαγματική ύψους Λ.Κ.84.000 την οποία είπε ότι δεν ξαναείδε. Αρνήθηκε επίσης ότι ο ΜΥ1 του ανέφερε ότι θα έκανε επένδυση ύψους Λ.Κ.14.
- Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει κάποια έγγραφη βεβαίωση ότι ο ΜΥ1 του έδωσε Λ.Κ.40.000 και ότι του χρωστούσε Λ.Κ.30.000, την οποία, όμως, δεν είχε επειδή την πήρε ο ΜΥ
- Του υποδείχθηκε έγγραφο ημερ. 9.2.07, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 εν σχέσει με το οποίο ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η υπογραφή κάτω δεξιά είναι δική του (αλλά δεν είναι σίγουρος αν είναι πλαστογραφημένη όπως είπε στη συνέχεια), όμως το κείμενο είναι αλλαγμένο, επειδή το έγγραφο που υπέγραψε έγραφε ότι του δόθηκαν οι Λ.Κ.40.000 και ότι όταν η Ουρανία Σακκά θα έδιδε τα υπόλοιπα, θα τα έπαιρνε ο ΜΕ
- Παρών στην υπογραφή του εγγράφου ήταν ο κ. Δανός Χατζηττοφή, που ήταν ο διευθυντής τους. Είπε επίσης ότι είδε στο παρελθόν τον ΜΥ2 να πλαστογραφεί συμβόλαια ασφαλίσεων αυτοκινήτων και ξέρει ότι αντιγράφει υπογραφές. Του υποδείχθηκε δικαστική απόφαση ημερ. 28.9.06, την οποία δεν αναγνώρισε. Ανέφερε επίσης ότι δεν θα επένδυε χρήματα σε βιβλιοπωλείο, δέχθηκε, όμως, ότι δεν ρώτησε πού θα επενδύονταν τα χρήματα του επειδή έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη στον ΜΥ
- Ανέφερε επίσης ότι δεν ζήτησε ο ίδιος από τον ΜΥ2 να συνάψει τις τέσσερις ασφάλειες εκ μέρους του, οι οποίες ήταν δώρο για την επένδυση που θα έκαναν. Αναγνώρισε την έκδοση από τον ΜΥ1 δύο επιταγών ημερ. 8.7.07 και 30.7.07 επ' ονόματι του ΜΕ1 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.500 και μίας επιταγής ημερ. 23.8.07 επ' ονόματι της μητέρας του Καλλιόπης Χριστοφόρου για το ποσό των Λ.Κ.2.000, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8, αρνήθηκε όμως ότι τα χρήματα αυτά του δόθηκαν ως δάνειο. Οι δύο πρώτες επιταγές ήταν τα τελευταία χρήματα που του έδωσε ο ΜΥ1 πριν του αναφέρει ότι δεν θα του δώσει άλλα χρήματα. Η τελευταία επιταγή εκδόθηκε επ' ονόματι της μητέρας του, επειδή η μητέρα του παρακάλεσε τον ΜΥ1 να της δώσει το εν λόγω ποσό, αφού ο ΜΥ1 αρνείτο να επιστρέψει στον ΜΕ1 τα χρήματα. Σε υποβολή ότι η επένδυση των Λ.Κ.70.000 έγινε με τη δική του βούληση, δέχθηκε ότι έδωσε τα χρήματα με τη δική του βούληση, αλλά μετά από διαβεβαιώσεις ότι θα επενδυθούν και ότι θα είναι εντάξει και μετά από τις εγγυήσεις τους. Σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν του δάνεισαν χρήματα, απάντησε ότι ούτε τους δάνεισε ούτε του δάνεισαν και σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν οικειοποιήθηκαν το ποσό των Λ.Κ.70.000, απάντησε ότι δεν το ξέρει. Επανεξετασθείς ερωτήθηκε αν του είπε ποτέ (μάλλον ο κ. Μούρος αναφερόταν στον ΜΥ1) ότι του δίδει δανεικά, και ο ΜΕ1 απάντησε αρνητικά. Μαρτυρία Μάριου Μαρκίδη (ΜΕ2) Ο κ. Μάριος Μαρκίδης (ΜΕ2) ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της Κ.Δ.Π.152/98 και ότι στις 23.10.15 εξέτασε το Τεκμήριο 7, με σκοπό να συγκρίνει την υπογραφή που φαινόταν πάνω από το όνομα Στέλιος Χριστοφόρου («η αμφισβητούμενη υπογραφή») με δείγματα υπογραφής του ΜΕ
- Ετοίμασε ακολούθως έκθεση ημερ. 27.10.15 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε στο συγκριτικό υλικό που χρησιμοποίησε, στη μέθοδο που ακολούθησε και στα μέσα που χρησιμοποίησε κατά τη γραφολογική εξέταση. Αξιολογώντας το συγκριτικό υλικό που υποβλήθηκε αλλά και την αμφισβητούμενη υπογραφή, και ακολουθώντας τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο εντόπισε ένα συνδυασμό γραφολογικών γνωρισμάτων, ο οποίος υπάρχει και επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα δείγματα υπογραφής του ΜΕ1, αλλά δεν εντοπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο στην αμφισβητούμενη υπογραφή. Αξιολογώντας όλα τα ευρήματα του κατέληξε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του ΜΕ1, αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής της γνήσιας υπογραφής του ΜΕ1, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή. Αντεξετασθείς αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, εκτενώς στην πείρα του και στο γεγονός ότι ασχολείται με τη δικαστική γραφολογία (που είναι μία εμπειρική επιστήμη, ως ανέφερε) από το
- Ο χρόνος που χρειάστηκε για τη γραφολογική εξέταση ήταν τρεις ημέρες. Ανέφερε ότι αποτελεί στοιχείο γνησιότητας το γεγονός ότι οι υπογραφές ενός ατόμου δεν ταυτίζονται εντελώς, καθότι το ανθρώπινο χέρι δεν παράγει προϊόντα ακριβείας, αλλά προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε φυσιολογικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις στα επιφανειακά μέρη της γραφής, με τα ιδιαίτερα, όμως, ατομικά χαρακτηριστικά να παραμένουν σταθερά και αναλλοίωτα. Είπε επίσης ότι σύγκρινε και τα 35 δείγματα υπογραφής που είχε (11 πρωτότυπα έγγραφα ανύποπτου χρόνου και 24 δείγματα), αλλά δειγματικά αναφέρθηκε σε 16 στην έκθεση του. Η επιλογή των 16 υπογραφών δεν ήταν εσκεμμένη αλλά τυχαία, όπως είπε. Η επιλογή των τριών γνήσιων υπογραφών τις οποίες σύγκρινε σε πίνακες με την αμφισβητούμενη, ήταν επίσης τυχαία. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν εκατοντάδες γραφολογικά γνωρίσματα και ότι κάποιος ειδικός εντοπίζει έναν συνδυασμό γραφολογικών γνωρισμάτων που επαναλαμβάνεται. Εξήγησε περαιτέρω σε γενικές γραμμές τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο την οποία ακολούθησε, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα. Δεν αποδέχθηκε τις υποβολές ότι διενήργησε τον γραφολογικό έλεγχο βεβιασμένα, ότι η σύγκριση με τρία μόνο δείγματα γνήσιων υπογραφών δεν ήταν επαρκής και ότι τα μέσα που χρησιμοποίησε και τα γνωρίσματα και παράγοντες που προσμέτρησε δεν ήταν επαρκή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Μαρτυρία εναγόμενου 2 (ΜΥ1) Ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι με τον ΜΕ1 εργάζονταν στον ίδιο εργοδότη και διατηρούσαν συναδελφικές και φιλικές σχέσεις. Στις 5.3.03 ανέφερε στον ΜΕ1 την πρόθεση του να διαθέσει κάποιο ποσό (το οποίο δεν προσδιόρισε στα πλαίσια της συζήτησης του με τον ΜΕ1) για επένδυση μέσω του μεσάζοντος Μάριου Φιλίππου (ο οποίος ήταν γνωστός του υιού του, εναγόμενου 1) στο Βιβλιοπωλείο, ιδιοκτησίας της Ουρανίας Σακκά (ΜΥ3), με σκοπό τη λήψη μερίσματος ή άλλως πώς κέρδους επί του ποσού που θα επένδυε. Ο ΜΕ1, χωρίς παρακίνηση από τον ΜΥ1, εξέφρασε την επιθυμία όπως και ο ίδιος επενδύσει στο Βιβλιοπωλείο το ποσό των Λ.Κ.70.
- Την ίδια ημέρα, ο ΜΕ1 ζήτησε από τον εναγόμενο 1 (ΜΥ2) στην παρουσία του ΜΥ1 όπως ενεργήσει ως μεσάζων με τον Φιλίππου για προώθηση της επένδυσης του ΜΕ1 στο Βιβλιοπωλείο. Προς υλοποίηση της απόφασης του, ο ΜΕ1 εξέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 1 στο όνομα του ΜΥ2, με οδηγίες όπως την εξαργυρώσει άμεσα και παραδώσει το ποσό στον Φιλίππου. Με την παράδοση του εν λόγω ποσού στον Φιλίππου, θα ολοκληρωνόταν ο ρόλος του ΜΥ2 στη συναλλαγή. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι πριν την παράδοση του ποσού των Λ.Κ.70.000 τόσο ο Φιλίππου όσο και η ΜΥ3 επιβεβαίωσαν στον ΜΕ1 ότι η επένδυση του θα του απέφερε κέρδος Λ.Κ.1.050 μηνιαίως υπό τύπον μερίσματος. Όπως τον ενημέρωσε ο ΜΥ2, μετά την ως άνω επιβεβαίωση, ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ΜΥ2 όπως μεσολαβήσει για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με την Laiki Cyprialife Ltd (στο εξής «η Cyprialife») με σκοπό την περαιτέρω επένδυση του μερίσματος που θα λάμβανε από το Βιβλιοπωλείο. Ο ΜΕ1 έδωσε ρητές οδηγίες όπως το ποσό που θα δίδεται από την ΜΥ3 προς τον Φιλίππου (ως μέρισμα του ΜΕ1) παραδίδεται στον ΜΥ2, ο οποίος θα κατέθετε απευθείας το ποσό στη Cyprialife προς αποπληρωμή των ασφαλίστρων για τα τέσσερα ασφαλιστικά συμβόλαια. Όπως τον πληροφόρησε ο ΜΥ2, στις 6.3.03 εξαργύρωσε την επιταγή Τεκμήριο 1 και παρέδωσε τα χρήματα στον Φιλίππου. Ποτέ πριν την καταχώρηση της αγωγής δεν είχε παράπονο ο ΜΕ1 για παρακοή ή μη τήρηση των οδηγιών του από τον ΜΥ
- Ο ΜΥ1 παρέδωσε το ποσό των Λ.Κ.14.000 στον ΜΥ2 ο οποίος με τη σειρά του παρέδωσε το εν λόγω ποσό στον Φιλίππου για σκοπούς επένδυσης του ΜΥ1 στο Βιβλιοπωλείο και την απόκτηση μερίσματος επί του εν λόγω ποσού. Η ΜΥ3, περί την 1.4.03 εξέδωσε, προς όφελος του μεσάζοντος Φιλίππου, συναλλαγματική για το ποσό των Λ.Κ.84.000 (η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10Α και έχει ημερ. 1.4.03, πληρωτέα στις 1.10.03 στον Φιλίππου από την ΜΥ3) για να εξασφαλιστούν τα ποσά των Λ.Κ.70.000 και Λ.Κ.14.000 που ΜΕ1 και ΜΥ1, αντίστοιχα, επένδυσαν στο Βιβλιοπωλείο. Η επένδυση δεν απέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον ίδιο, και σε συνομιλία του με τον ΜΕ1 συνειδητοποίησε ότι το ίδιο ίσχυε και για τον τελευταίο ο οποίος ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος από την ανεπιτυχή επένδυση, και απαιτούσε τόσο από την ΜΥ3 όσο και από τον Φιλίππου την επιστροφή του ποσού της επένδυσης του. Εξ όσων γνωρίζει, η ΜΥ3 επέστρεψε στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.3.000, σε μετρητά, κάτι που έγινε στην παρουσία του ιδίου και της συζύγου του στο μαγαζί που διατηρεί. Σε μεταγενέστερο στάδιο, λόγω οικονομικών δυσκολιών που ο ΜΕ1 αντιμετώπιζε ένεκα και της αποτυχίας της επένδυσης του, ζήτησε από τον ΜΥ1 να του δανείσει το ποσό των Λ.Κ.43.236 για να αποπληρώσει διάφορες υποχρεώσεις του που προέκυψαν μετά την αποτυχία της επένδυσης του. Επειδή ο ΜΕ1 ήταν φιλικό του πρόσωπο και επειδή κατά το διάστημα εκείνο διέθετε το ποσό, με σχετική ευκολία δέχθηκε να το δανείσει στον ΜΕ
- Κατά διαστήματα δάνειζε στον ΜΕ1 διάφορα ποσά σε μετρητά που κατά ή περί την 9.2.07 ανήλθαν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.43.
- Προκειμένου να διασφαλιστεί και να προστατευθεί η εμπιστοσύνη που έτρεφε προς το πρόσωπο του ΜΕ1, ο ΜΕ1 υπέγραψε με την ελεύθερη του βούληση τη βεβαίωση δανεισμού Τεκμήριο 7, με μάρτυρα τον Δανιήλ Χατζηττοφή που ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής στην εταιρεία στην οποία εργαζόταν με τον ΜΕ
- Η απόφαση ημερ. 28.9.06 (Τεκμήριο 11) εξασφαλίστηκε στα πλαίσια αγωγής που ήγειρε ο ίδιος προσωπικά (την 6311/06), εκπροσωπώντας ένα αριθμό ατόμων που επένδυσαν μέχρι τότε στο Βιβλιοπωλείο. Στη συνέχεια, κατόπιν παράκλησης του ΜΕ1 για περαιτέρω δανεισμό εξέδωσε προς όφελος του ΜΕ1 και της μητέρας του τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8, στηριζόμενος στην υπόσχεση του ΜΕ1 ότι τα ποσά θα του επιστρέφονταν εντός ευλόγου χρόνου. Κατόπιν πολλών παρακλήσεων του, και παρά τις υποσχέσεις που ο ΜΕ1 του έδωσε τηλεφωνικώς για εξόφληση των ποσών που δανείστηκε από τον ΜΥ1, ο ΜΕ1 του οφείλει σήμερα το ποσό των Λ.Κ.43.236 (€73.873,09). Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε επί μακρόν. Ερωτηθείς γιατί κίνησε την αγωγή εναντίον της ΜΥ3 ο ίδιος και όχι ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο ΜΥ2 δεν είχε τίποτα να κάνει με την ΜΥ3, ότι ο μόνος του ρόλος ήταν να παραδώσει τα χρήματα στον Φιλίππου, ανέλαβε δε ο ίδιος να κινήσει την αγωγή κατόπιν συνεννόησης με τα διάφορα πρόσωπα που επένδυσαν. Ανέφερε επίσης ότι στον ΜΕ1 είχε δοθεί αντίγραφο της συναλλαγματικής Τεκμήριο 10Α. Η εν λόγω συναλλαγματική αξίας Λ.Κ.84.000 περιλαμβάνεται στην απόφαση Τεκμήριο
- Η ΜΥ3 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς ικανοποίηση της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης. Είπε επίσης ότι οι συναλλαγματικές εκδίδονταν όλες επ' ονόματι του μεσάζοντα Φιλίππου και όχι ονομαστικά για τον κάθε επενδυτή∙ αυτή ήταν η διαδικασία της επένδυσης και ήταν η ίδια για όλους. Ο Φιλίππου ήταν οδηγός του κ. Κίκη Λαζαρίδη, διευθυντή της Cyprialife εξ ου και η γνωριμία του με τον ΜΥ
- Ανέφερε επίσης ότι ο ΜΥ2 είχε οικογενειακή περιουσία και όσα χρήματα ήθελε για να επενδύσει και δεν είχε κανένα λόγο να πάρει λεφτά από τον ΜΕ
- Αρνήθηκε περαιτέρω την υποβολή ότι ο ίδιος εγγυήθηκε τον ΜΥ2 έναντι του ΜΕ1 και διερωτήθηκε γιατί ο ΜΕ1 να μην είχε ζητήσει από τον ίδιο να του υπογράψει έγγραφο αντίστοιχο του Τεκμηρίου 7 αναφορικά με την εγγύηση που ο ΜΕ1 επικαλείτο. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι τα διάφορα χρηματικά ποσά δόθηκαν στον ΜΕ1 ως επιστροφή των χρημάτων που ο ΜΕ1 έδωσε στον ΜΥ2 για επένδυση. Επιπλέον ανέφερε ότι ο ΜΕ1 συνήψε τις ασφάλειες περί τον Νοέμβριο του 2006 και ο ΜΕ1 τον παρακάλεσε, μέχρι να λάβει τα χρήματα από την απαλλοτρίωση, να κατέβαλλε ο ΜΥ1 δύο - τέσσερεις μηνιαίες δόσεις των ασφαλειών, περίπου 2.000, και τα χρήματα αυτά περιλαμβάνονται στις 43.000 που του υπέγραψε ως δάνειο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι ασφάλειες συνήφθησαν έξι μήνες πριν ο ΜΕ1 λάβει τα χρήματα από την απαλλοτρίωση, καθώς και την υποβολή ότι τα ασφάλιστρα πληρώνονταν από τον ΜΥ
- Στο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 περιλαμβάνεται επίσης μία επιταγή ύψους Λ.Κ.4.000 που εξέδωσε ο ίδιος προς όφελος του κ. Χατζηττοφή, για να αποπληρώσει μέρος δανείου του ΜΕ1 το οποίο ο Χατζηττοφής εγγυήθηκε. Η εν λόγω επιταγή δόθηκε στον Χατζηττοφή την ημέρα και ώρα που υπεγράφη το Τεκμήριο
- Τα χρήματα άρχισαν να δίδονται στον ΜΕ1 σταδιακά για τις διάφορες ανάγκες του τελευταίου, και πριν ο ΜΕ1 προβεί στην επένδυση του, ο ΜΥ1 του είχε ήδη δανείσει γύρω στις 25.000 - 30.
- Ερωτηθείς αν γνωρίζει γιατί ο ΜΥ2 διέκοψε τον Μάιο του 2003 τις ασφάλειες του ΜΕ1, απάντησε πως ο λόγος ήταν ότι δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώνει ο ίδιος και ο ΜΕ1 να μην ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Ερωτηθείς αν τον Δεκέμβριο του 2003 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.3.000 στον ΜΕ1, απάντησε ότι δεν θυμάται το ποσό και ότι τα ποσά καταβλήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες. Ανέφερε επίσης ότι δάνεισε στον ΜΕ1 χρήματα για να ανακαινίσει το σπίτι του, για να αποστέλλει ο ΜΕ1 χρήματα στη σύζυγο του στο εξωτερικό, για να καταβληθούν τα «δημαρχιακά» τέλη για τον γάμο του ΜΕ1, και αρκετές άλλες περιπτώσεις για τις ανάγκες που είχε ο ΜΕ
- Επέμεινε περαιτέρω στη γνησιότητα του Τεκμηρίου 7 (το οποίο μονόγραψε και ο ίδιος στο σημείο όπου έγινε η διόρθωση) και αρνήθηκε ότι υπάρχει άλλο έγγραφο με διαφορετικό περιεχόμενο. Ερωτηθείς ως προς το τί ανέφερε το σημείο που «σβήστηκε» είπε ότι, αν θυμάται καλά, έγραφε ότι θα κρατούσε τις 43.000 εφόσον υπήρχε απόφαση του Δικαστηρίου και θα επέστρεφε (στον ΜΕ1) τα υπόλοιπα. Ως προς τη χρονική διάσταση μεταξύ της 7.3.03 (που τα χρήματα παραδόθηκαν στον Φιλίππου) και της 1.4.03 (που είναι η ημερομηνία που αναγράφεται στη συναλλαγματική) είπε ότι πιστεύει ότι χρειάστηκε κάποιος χρόνος μέχρι να ετοιμαστούν τα έγγραφα και ο τόκος των χρημάτων θα άρχιζε από 1.4.
- Είπε επίσης ότι για την επένδυση του είχε υπόψιν ότι ως μέρισμα θα λάμβανε 1,5% μηνιαίως (δηλ. 18% τον χρόνο). Επανεξετασθείς διευκρίνισε ότι το εν λόγω ποσοστό αποτελεί μέρισμα. Είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν επένδυσε άλλα χρήματα, αλλά ο ΜΥ2 επένδυσε, δεν γνώριζε όμως ποσό. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ΜΕ1 είχε τηλεφωνήσει ενώπιον του ιδίου στην ΜΥ3 και του Φιλίππου, επέμεινε δε ότι ο ΜΕ1 απειλούσε την ΜΥ
- Επιπλέον, είπε ότι γνώριζε ότι ο ΜΕ1 θα ελάμβανε από την επένδυση το ποσό των Λ.Κ.1.050 μηνιαίως και δεν γνώριζε αν υπήρχε άλλη συμφωνία μεταξύ ΜΕ1 και ΜΥ2 για τις ασφάλειες. Μαρτυρία εναγόμενου 1 (ΜΥ2) Ο εναγόμενος 1 (ΜΥ2) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Cyprialife και ότι γνώριζε ότι ο πατέρας του (ΜΥ1) και ο ενάγων (ΜΕ1) διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Γνώριζε επίσης από τον ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 δανειζόταν κατά διαστήματα χρήματα από τον πρώτο, επειδή αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά προβλήματα. Ο ίδιος γνώριζε τον ΜΕ1 από το 1999 όταν τον προσέγγισε για σύναψη προσωπικής ασφάλειας με αρ. 00025417 για το ποσό των €217.
- Μεταγενέστερα ο ΜΕ1 εξέφρασε επιθυμία για σύναψη και άλλων ασφαλειών για τα μέλη της οικογένειας του, ως εκ τούτου ο ΜΥ2 προχώρησε στη σύναψη των ασφαλειών υπ' αρ. 00067173 για το ποσό των €341,72, υπ' αρ. 00064520 για το ποσό των €170,86, υπ' αρ. 00064519 για το ποσό των €170,86 και υπ' αρ. 00064518 για το ποσό των €170,
- Καταστάσεις πληρωμών των ασφαλειών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Οι τέσσερεις τελευταίες ασφάλειες ήταν επενδυτικές με κάποιες καλύψεις και συνάφθηκαν στις 28.6.02 και πληρώνονταν από τον ΜΕ
- Όπως εξήγησε, τα επενδυτικά ασφαλιστικά συμβόλαια, όταν δεν έχουν αξία εξαγοράς και δεν πληρωθεί το ασφάλιστρο εντός 30 ημερών από την ημέρα που κατέστη πληρωτέο, ακυρώνονται αυτόματα. Τα συμβόλαια αποκτούν αξία εξαγοράς συνήθως 24 μήνες μετά τη σύναψη τους. Περί τον Δεκέμβριο του 2002 πληροφορήθηκε από συναδέλφους του ότι η ΜΥ3 δεχόταν χρήματα υπό τύπο δανεισμού για να επεκτείνει το Βιβλιοπωλείο και ότι ο δανεισμός θα διαρκούσε για μικρό χρονικό διάστημα. Του είχαν αναφέρει ότι τα χρήματα δεν θα μειώνονταν και ότι επιπλέον θα λάμβαναν και μέρισμα κάθε μήνα. Ο ίδιος πείστηκε και τον Ιανουάριο του 2003 παρέδωσε χρήματα μέσω του μεσάζοντος Μάριου Φιλίππου μαζί με άλλα άτομα στην ΜΥ3 και ο δανεισμός αυτός ήταν επικερδής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 συναλλαγματική ημερ. 1.1.03, πληρωτέα στις 1.7.03 στον Φιλίππου εκδοθείσα από την ΜΥ3 για το ποσό των Λ.Κ.125.000, που είναι το ποσό που είχε δανείσει ο ίδιος με άλλα άτομα στο Βιβλιοπωλείο. Ο Φιλίππου ήταν συνάδελφος του και οδηγός του τότε Προέδρου της Λαϊκής Τράπεζας, Κίκη Λαζαρίδη και πολύ σεβαστό πρόσωπο προς όλους τους συναδέλφους. Επίσης γνώριζε ότι οι συναλλαγματικές είχαν πολύ μεγάλη ισχύ και αξία, αφού παρακολούθησε σχετικό σεμινάριο του ΚΕΒΕ. Βεβαίωσε τον ΜΥ1 ότι είχε καλή εμπειρία από τον δανεισμό, έτσι ο ΜΥ1 αποφάσισε να διαθέσει και αυτός το ποσό των Λ.Κ.14.
- Ο ΜΥ1 του ανέφερε επίσης ότι ο ΜΕ1 ο οποίος θα λάμβανε κάποιο ποσό, ήθελε επίσης να διαθέσει κάποιο ποσό στο Βιβλιοπωλείο με σκοπό να λαμβάνει κέρδος από την επέκταση της επιχείρησης. Στις 5.3.03 ο ΜΕ1 εξέδωσε επ' ονόματι του επιταγή ύψους Λ.Κ.70.000 με οδηγίες όπως μεσολαβήσει για να παραδώσει τα χρήματα του στο Βιβλιοπωλείο μέσω του Φιλίππου. Αφού εξαργύρωσε την επιταγή του ΜΕ1 και έλαβε τις Λ.Κ.14.000 από τον ΜΥ1, παρέδωσε το ποσό των Λ.Κ.84.000 στον Φιλίππου. Μετά από κάποιες μέρες ο Φιλίππου του παρέδωσε τη συναλλαγματική ύψους Λ.Κ.84.000, την οποία με τη σειρά του την παρέδωσε στον ΜΥ
- Μετά από δύο περίπου μήνες αντιλήφθηκαν ότι η επέκταση της επιχείρησης του Βιβλιοπωλείου κάθε άλλο παρά επικερδής ήταν. Όπως τον ενημέρωσε ο ΜΥ1, ο ΜΕ1 διαμαρτυρήθηκε έντονα τόσο στην ΜΥ3 όσο και στον Φιλίππου απαιτώντας την επιστροφή των χρημάτων του. Στις 7.4.03 παρέδωσε στον ΜΕ1 επιταγή ύψους Λ.Κ.1.050 ως κέρδος από τον δανεισμό για τον μήνα Απρίλιο και στις 28.4.03 το ίδιο ποσό για τον μήνα Μάιο. Έπειτα, παγοποιήθηκαν τα πάντα. Δεν είχε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάμειξη με την υπόθεση, αφού ο ρόλος του ήταν να μεσολαβήσει λόγω της γνωριμίας του με τον Φιλίππου για να δοθούν τα χρήματα στο Βιβλιοπωλείο. Αντεξετασθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 12 δέχθηκε ότι η διεύθυνση που φαίνεται ως η διεύθυνση αλληλογραφίας του ΜΕ1 είναι η διεύθυνση του ΜΥ1, κάτι που ο ΜΕ1 του ζήτησε να πράξει για δικούς του λόγους. Είπε επίσης ότι έλαβε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών, μέσω του πρώην διευθυντή του στην CNP (αποχώρησε, ως ανέφερε από την Cyprialife πριν πέντε χρόνια και τώρα είναι στην Εθνική Ασφαλιστική), λίγες μέρες πριν τη δικάσιμο στην οποία τις κατέθεσε, και αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι πλαστογραφημένες καθώς και έτερη υποβολή ότι οι ασφάλειες ανήκουν σε κάποιο άλλο πρόσωπο που έχει το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον ΜΕ1 και ανέφερε ότι για να λάβει τα συμβόλαια έδωσε την ταυτότητα (του ΜΕ1) στη Cyprialife. Οι εικόνες των συμβολαίων δείχνουν τον ιδιοκτήτη του συμβολαίου, τον αριθμό της ασφάλειας, το ασφάλιστρο, τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης και την κατάσταση του συμβολαίου (π.χ. σε ισχύ, ακυρωμένο ή εξαργυρωμένο). Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο ΜΕ1 είχε ασφαλιστικά συμβόλαια με την Cyprialife πέραν των πέντε που συνήψε μέσω του ΜΥ
- Σε υποβολή ότι οι ασφάλειες που είχε ο ΜΕ1 με την Cyprialife ήταν οι τέσσερεις ασφάλειες που φαίνονται στο Τεκμήριο 5 (και όχι, δηλαδή, οι ασφάλειες που φαίνονται στο Τεκμήριο 12), κάλεσε το συνήγορο του ΜΕ1 να ζητήσει τις «εικόνες» όλων των ασφαλειών του ΜΕ1 από την Cyprialife. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν τηρούσε αντίγραφα των ασφαλειών που σύναπτε ως αντιπρόσωπος της Cyprialife επειδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει πρόσβαση στα συμβόλαια ηλεκτρονικά (online). Αρνήθηκε ότι «έπεισε» ο ίδιος τον ΜΕ1 να συνάψει τις ασφάλειες και είπε ότι ο ΜΕ1 ήξερε τι ήθελε και του το ζήτησε. Περαιτέρω, ο ίδιος δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τους πόρους του ΜΕ1, ανέφερε δε ότι έλαβε γνώση για τον δανεισμό του ΜΕ1 από τον ΜΥ1 και την ύπαρξη του Τεκμηρίου 7 μετά την καταχώρηση της αγωγής, και αρνήθηκε την υποβολή ότι συνέταξε/πλαστογράφησε ο ίδιος το Τεκμήριο 7 μετά την καταχώρηση της αγωγής. Δέχθηκε επίσης ότι «σταμάτησε» τη διαδικασία με τον πρώτο εμπειρογνώμονα που διόρισαν σε σχέση με την αυθεντικότητα του Τεκμηρίου 7 και ότι διόρισαν γραφολόγο από το εξωτερικό προκειμένου να εξετάσει το εν λόγω έγγραφο. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε περαιτέρω την υποβολή ότι ο ΜΕ1 του δάνεισε το ποσό των Λ.Κ.70.000 για να το επενδύσει σε επενδυτικά προγράμματα της Λαϊκής και επέμεινε ότι ο ΜΕ1 γνώριζε πολύ καλά πού θα δάνειζε τα χρήματα και ποιο ποσό θα λάμβανε κάθε μήνα. Ο ίδιος έλαβε γνώση μέσω του ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 επιθυμούσε να επενδύσει Λ.Κ.70.000 τον Φεβρουάριο. Παρά το ότι οι συναλλαγματικές της ΜΥ3 εκδίδοντο επ' ονόματι του Φιλίππου κανένας (εκ των επενδυτών) δεν ζήτησε από τον Φιλίππου όπως ο τελευταίος εκδώσει συναλλαγματική επ' ονόματι του (επενδυτή) λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν προς το πρόσωπο του Φιλίππου. Ούτε ο ΜΕ1 ζήτησε οποιοδήποτε έγγραφο και να του το αρνήθηκε οποιοσδήποτε. Τα χρήματα δίδοντο πάντοτε σε μετρητά στον Φιλίππου. Ο Φιλίππου παρέδωσε τις συναλλαγματικές στον ΜΥ2, όπως και τα μηνιαία κέρδη. Τα μηνιαία κέρδη ήταν 1,5% στην κάθε συναλλαγματική. Διαχειριστής των χρημάτων ήταν η ΜΥ3, ιδιοκτήτρια του Βιβλιοπωλείου. Σε σχέση με τις συναλλαγματικές ανέφερε ότι η πρώτη ημερομηνία (η προγενέστερη) είναι η ημερομηνία που άρχιζαν οι συμφωνίες δανεισμού και η δεύτερη ημερομηνία (η μεταγενέστερη) είναι η λήξη της συμφωνίας, οπότε και θα έπρεπε να πληρωθεί το ποσό που αναγράφεται στη συναλλαγματική. Δεν αποδέχτηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.84.000 αποτελεί το συνολικό ποσό των χρημάτων που δόθηκαν ως δανεισμός με τους τόκους και επανέλαβε ότι το κέρδος (που ήταν 1,5%, δηλαδή Λ.Κ.1.260 συνολικά από το οποίο αντιστοιχούσαν Λ.Κ.1.050 στον ΜΕ1 και Λ.Κ.210 στον ΜΥ1) θα καταβαλλόταν μηνιαίως. Επίσης δεν αποδέχτηκε την υποβολή ότι υποσχέθηκε μέρισμα στον ΜΕ1 ύψους Λ.Κ.1.
- Σε ερώτηση αν οι Λ.Κ.125.000 αποτελούσαν δικά του χρήματα ή κατά πόσον υπήρχαν και τρίτα άτομα, απάντησε ότι τα χρήματα ήταν δικά του και του ΜΥ
- Σε έτερο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι εκ των Λ.Κ.125.000 οι Λ.Κ.115.000 ήταν δικά του χρήματα, ενώ κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι στη συναλλαγματική των Λ.Κ.125.000 ο ίδιος συμμετείχε με Λ.Κ.100.000, ποσό σε σχέση με το οποίο τον εγγυήθηκε ο ΜΥ
- Ερωτηθείς ποιοι ήταν οι άλλοι επενδυτές, ανέφερε ότι δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί ονομαστικώς σε «δύο πολύ μικρά κομμάτια της επένδυσης» και αρνήθηκε την υποβολή ότι επένδυσαν ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας και άλλα στελέχη της Αστυνομίας. Στις Λ.Κ.209.000 που διεκδικήθηκαν με την αγωγή αρ. 6311/06 την οποία κίνησε ο ΜΥ2 περιλαμβάνονται τα χρήματα του ΜΕ
- Είπε ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε μέρος του εξ αποφάσεως χρέους και αρνήθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.209.000 εισπράχθηκε από την ΜΥ3 μετά από απειλές ανώτερων αξιωματικών της Αστυνομίας. Δεν θυμόταν να είχε οπισθογραφήσει ο Φιλίππου τις συναλλαγματικές επ' ονόματι του ΜΥ2, όπως αναφέρεται στην αγωγή 6311/
- Προκειμένου να κινηθεί η εν λόγω αγωγή προσέγγισε το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος ο ΜΥ
- Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της εν λόγω αγωγής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Δεν αποδέχτηκε ότι η εν λόγω αγωγή ήταν «σικέ» ενόψει του ότι καταχωρήθηκε στις 27.9.06 και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της ΜΥ3 στις 28.9.
- Η αγωγή δεν κινήθηκε πριν το 2006 επειδή λάμβαναν υποσχέσεις ότι θα τους επιστρέφοντο τα χρήματα. Από το ποσό που διεκδικήθηκε με την εν λόγω αγωγή δεν αφαιρέθηκαν οι Λ.Κ.3.000 που σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1 επιστράφηκαν από την ΜΥ3 στον ΜΕ1, ούτε τα μερίσματα που δόθηκαν στους επενδυτές (τέσσερα μηνιαία μερίσματα σε σχέση με το Τεκμήριο 13 και δύο σε σχέση με το Τεκμήριο 10Α). Μαρτυρία Ουρανίας Σακκά (ΜΥ3) Ο κα Ουρανία Σακκά (ΜΥ3) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Δ). Ανέφερε ότι ήταν μία εκ των διευθυντών του βιβλιοπωλείου «Οδηγητής» από το 1997 μέχρι 22.9.03, και επαναδιορίστηκε ως διευθύντρια στις 22.4.
- Αρχές του 2003 οι διευθυντές του Βιβλιοπωλείου αποφάσισαν να επεκτείνουν την επιχείρηση και δέχθηκαν προτάσεις από διάφορους συνεργάτες και γνωστούς οι οποίοι επιθυμούσαν να καταβάλουν κάποια ποσά και το κέρδος που θα λάμβαναν θα ήταν μέρος των κερδών του Βιβλιοπωλείου. Ο Μάριος Φιλίππου είναι πρώτος της εξάδελφος και του ζήτησε να μεσολαβήσει για να διατεθούν κάποια ποσά. Ο Φιλίππου ουδέποτε της ανέφερε ποια πρόσωπα διέθεσαν χρήματα στο Βιβλιοπωλείο, καθότι τα ποσά από τα κέρδη η ίδια θα τα έδιδε στον Φιλίππου ο οποίος με τη σειρά του θα τα διέθετε αναλόγως. Προς εξασφάλιση των ποσών που είχαν διατεθεί, εξέδιδε συναλλαγματικές επ' ονόματι του Φιλίππου. Αναγνώρισε τις συναλλαγματικές Τεκμήρια 10Α και 13 και την υπογραφή της επ' αυτών. Είπε επίσης ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Φιλίππου. Το εγχείρημα για επέκταση της επιχείρησης λειτούργησε κανονικά στην αρχή και απέφερε κάποιο κέρδος στο Βιβλιοπωλείο, και για το λόγο αυτό έδιδε κάποια ποσά από τα κέρδη στον Φιλίππου για να μεσολαβήσει να δοθούν στα πρόσωπα που διέθεσαν χρήματα για την επέκταση του Βιβλιοπωλείου. Μετά από κάποιους μήνες, όμως, η επέκταση του Βιβλιοπωλείου δεν απέδιδε καρπούς και όλα παγοποιήθηκαν. Την περίοδο εκείνη ο Φιλίππου της γνώρισε τον ΜΥ2 και της ανέφερε ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ήταν δύο εκ των προσώπων που διέθεσαν χρήματα για την επέκταση του Βιβλιοπωλείου. Επειδή ήταν πεπεισμένη ότι η προσπάθεια για επέκταση του Βιβλιοπωλείου θα ανέκαμπτε, μετέφερε την πεποίθηση της αυτή στον ΜΥ2 με τον οποίο ανέπτυξε στο μεταξύ μια καλή σχέση αφού ο ΜΥ2 αντιλαμβανόταν ότι δεν οφειλόταν στην ΜΥ3 το γεγονός ότι η επιχείρηση δεν απέδωσε κέρδος, αλλά στις συγκυρίες και στους χειρισμούς τρίτων. Τότε ο ΜΥ2 της ανέφερε ότι χρήματα διέθεσε και ο ΜΕ
- Μετά από μερικούς μήνες, και εφόσον η επιχείρηση δεν ανέκαμπτε, γνώρισε τον ΜΕ1, πρώτα μέσω τηλεφώνων και μηνυμάτων, ο οποίος με προσβλητική και ταπεινωτική συμπεριφορά προς το πρόσωπο της, απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων του. Η ίδια του εξήγησε ότι τα χρήματα δεν μπορούν να επιστραφούν τη δεδομένη στιγμή. Ο ΜΕ1 άρχισε να την απειλεί μέσω τηλεφώνου και μηνυμάτων, τόσο την ίδια όσο και την οικογένεια της, με απαίσιες εκφράσεις. Τρομοκρατήθηκε και περί τον Δεκέμβριο του 2003 μαζεύτηκαν στο μαγαζί του ΜΥ1 και έδωσε στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.3.
- Ο ΜΥ1 αντιλήφθηκε πόσο τρομοκρατήθηκε η ΜΥ3 και την καθησύχασε ότι θα μιλούσε ο ίδιος στον ΜΕ1 και ότι δεν θα την ξαναενοχλούσε. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 της ζήτησαν επίσης την επιστροφή των χρημάτων τους, αλλιώς θα προχωρούσαν με δικαστικά μέτρα, και η ίδια, μη έχοντας τη δυνατότητα να επιστρέψει τα χρήματα, τους είπε να προχωρήσουν με δικαστικά μέτρα. Καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον της από τον ΜΥ2 και επειδή ήταν σε δυσχερή οικονομική θέση αποδέχτηκε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, αφού δεν αρνείτο ότι τα ποσά που απαιτούσε ο ΜΥ2 τα δικαιούντο, και δέχθηκε να προχωρήσουν με δέσμευση της ακίνητης της ιδιοκτησίας. Τον Δεκέμβριο του 2006 καταχωρήθηκαν ΜΕΜΟS επί της ακίνητης της ιδιοκτησίας στη βάση της εκδοθείσας απόφασης, τον Σεπτέμβριο του 2008 εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας και στη συνέχεια καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση όπως καταβάλλει το ποσό των €400 μηνιαίως προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της. Ουδέποτε, είπε, είχε τη δυνατότητα να αποπληρώσει το χρέος, ως εκ τούτου ο ΜΥ2 δεν προχώρησε σε άλλα μέτρα εναντίον της. Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Βιβλιοπωλείου (Βιβλιοπωλείο Οδηγητής Λτδ) περί τον Φεβρουάριο του
- Τον Ιούνιο του 2009 οι δικηγόροι του κ. Κουταλιανού (δεν διευκρίνισε αν αναφερόταν στον ΜΥ1 ή στον ΜΥ2) καταχώρησαν αίτηση εκκαθάρισης εναντίον του Βιβλιοπωλείου και τον Δεκέμβριο του 2009 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι ιδιοκτήτες του Βιβλιοπωλείου ήταν ο σύζυγος της Στέλιος Σακκάς, ο Ευτύχιος Νεοφύτου και η ίδια, αν θυμάται καλά. Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμόταν τι κέρδος θα λάμβαναν όσοι θα κατέβαλλαν ποσά για την επέκταση του Βιβλιοπωλείου, όμως το κέρδος ήταν υπολογισμένο στις συναλλαγματικές. Αμέσως μετά ανέφερε ότι έκανε λάθος και ότι δεν θυμόταν ακριβώς αν στα ποσά των συναλλαγματικών περιλαμβανόταν το κέρδος και σε μετέπειτα στάδιο ανέφερε ότι εξέδωσε τις συναλλαγματικές για τα ποσά που έλαβε. Επίσης δεν θυμόταν μετά από 13 χρόνια ποιο ήταν το συνολικό ποσό των συναλλαγματικών που εξέδωσε (εξέδωσε, είπε, διάφορες συναλλαγματικές). Ερωτηθείσα ποιος παρέλαβε τις Λ.Κ.100.000 απάντησε ότι τα παρέλαβε η ίδια από τον Φιλίππου. Ο Φιλίππου της έδιδε «διάφορα λεφτά», άλλα σε μετρητά άλλα σε επιταγές - τα συγκεκριμένα είναι με την εντύπωση ότι ήταν μετρητά. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κάποια κατάσταση λογαριασμού του Βιβλιοπωλείου στην οποία να φαινόταν ότι έγινε κατάθεση Λ.Κ.100.000, ούτε ήταν διατεθειμένη να δώσει τη συγκατάθεση της για να δοθεί κατάσταση από την τράπεζα. Ερωτηθείσα τι έγινε στις 28.9.06 όταν εκδόθηκε εναντίον της η απόφαση Τεκμήριο 11 απάντησε ότι δεν θυμάται. Ανέφερε επίσης ότι δεν καταχωρήθηκε φυλακιστήριο εναντίον της λόγω μη πληρωμής των μηνιαίων δόσεων των €
- Επίσης ανέφερε ότι έχει την εντύπωση ότι από το 2003 μέχρι σήμερα ο ΜΥ2 δεν εισέπραξε χρήματα, εξ ου και προχώρησε με την αγωγή. Ούτε θυμόταν αν μεταξύ 2003 - 2006 κατέβαλλε μέρισμα στον ΜΥ2, ούτε θυμόταν το ποσοστό του μερίσματος. Επανέλαβε ότι τον ΜΕ1 τον γνώρισε περί τα τέλη του 2003 όταν ο ΜΥ2 της ανέφερε ότι μέρος των χρημάτων είχαν δοθεί από τον ΜΕ
- Ο ΜΕ1 είχε βρει τον αριθμό τηλεφώνου της, και την έπαιρνε τηλέφωνο και την απειλούσε. Η ίδια προσπαθούσε να βρει κάποια χρήματα για να τα δώσει στον ΜΕ1 για να τον καθησυχάσει αφού ακόμη πίστευε ότι θα ανακάμψει η επιχείρηση της, γνώρισε δε τον ΜΕ1 όταν τον συνάντησε στο κατάστημα του ΜΥ1 για να δώσει τις Λ.Κ.3.000 στον ΜΕ
- Έδωσε τα εν λόγω χρήματα στο χέρι του ΜΥ1, ο οποίος στην παρουσία της τα έδωσε στον ΜΕ1 ο οποίος και τα μέτρησε. Με τον ΜΕ1 είπαν «μια καλημέρα και τίποτε άλλο». Αρνήθηκε ότι τα εν λόγω χρήματα της τα έδωσε ο ΜΥ1 και είπε ότι της τα δάνεισε η μητέρα της. Δεν έδωσε άλλα χρήματα στον ΜΕ
- Δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ο ΜΕ1 την απείλησε, επέμεινε όμως ότι ο ΜΕ1 την απείλησε από το τηλέφωνο και μέσω μηνυμάτων. Ερωτηθείσα μήπως την έπαιρνε κάποιος άλλος τηλέφωνο και έλεγε το όνομα του ΜΕ1, απάντησε ότι πιστεύει ότι είναι ο ΜΕ1 που την έπαιρνε τηλέφωνο και σε επόμενη ερώτηση επέμεινε ότι γνωρίζει ότι ήταν ο ΜΕ1 που προέβη στα απειλητικά τηλεφωνήματα. Τις πρώτες φορές που την πήρε τηλέφωνο της είπε ποιος ήταν και για ποιο λόγο την έπαιρνε. Τα τηλεφωνήματα που της έγιναν ήταν από το ίδιο τηλέφωνο. Ο ΜΕ1 δεν την ενόχλησε μετά τον Δεκέμβριο του 2003, όταν ο ΜΥ1 της είχε υποσχεθεί ότι θα του μιλούσε. Επανεξετασθείσα αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου τον ΜΕ1 ως το πρόσωπο που συνάντησε τον Δεκέμβριο του
- Είπε επίσης ότι η φωνή που άκουγε στο τηλέφωνο ήταν η φωνή του προσώπου που συνάντησε στο μαγαζί του ΜΥ
- Μαρτυρία Γαρύφαλλου Γιαννακόπουλου (ΜΥ4) Ως τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσε ο κ. Γαρύφαλλος Γιαννακόπουλος (ΜΥ4), ο οποίος αναφέρθηκε στα προσόντα και στην εμπειρία του, και ο οποίος ετοίμασε έκθεση γραφολογικής διερεύνησης ημερ. 14.6.16 την οποία κατέθεσε (Τεκμήριο 15). Ο ΜΥ4 αναφέρθηκε στο συγκριτικό υλικό που χρησιμοποίησε και στη μέθοδο που ακολούθησε, που είναι η συγκριτική αναλυτική μέθοδος. Εξέτασε και τις τρεις (αμφισβητούμενες) υπογραφικές χαράξεις του ΜΕ1 (μία ευρείας έκτασης υπογραφή και δύο μικρής έκτασης υπογραφές) επί του Τεκμηρίου
- Προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματά του, προχώρησε σε ανάλυση και «αποδόμηση» των υπογραφών (τόσο των αμφισβητούμενων όσο και των γνήσιων), προχώρησε σε γραφολογική αντιπαραβολή και σύγκριση αυτών, και κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ αυτών. Προκειμένου να ολοκληρώσει την έκθεσή του, χρειάστηκε περίπου ένας μήνας. Εξήγησε επίσης τα σημεία της διαφωνίας του με την έκθεση του ΜΕ2 (Τεκμήριο 9) και τους λόγους για αυτήν. Ο ΜΥ4 αντεξετάσθηκε τόσο ως προς τα προσόντα όσο και ως προς την εμπειρία του και αναφορά στην επί του προκειμένου μαρτυρία του θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης αυτής, πιο κάτω. Αντεξετάσθηκε επίσης σε σχέση με τα μέσα που χρησιμοποίησε για τον έλεγχο του, ως προς την επάρκεια του συγκριτικού υλικού που χρησιμοποίησε αλλά και ως προς τα συμπεράσματά του που καταγράφονται στην έκθεση του. Ο ΜΥ4 υπεραμύνθηκε της επάρκειας τόσο των μέσων που χρησιμοποίησε όσο και του συγκριτικού υλικού και ανέλυσε και προφορικά τα συμπεράσματα του. Είπε ότι αυτό που ο ΜΕ2 περιέγραψε ως «αστάθεια» στην έκθεση του αποτελεί στην ουσία μία ελάφρυνση/αυξομοίωση της γραφικής πίεσης, όμως η γραφή συνεχίζεται, κάτι που αναλύεται στην έκθεσή του. Η αυξομοίωση της γραφικής κίνησης είναι χαρακτηριστικό του ΜΕ1, ως ανέφερε. Αρνήθηκε κάθε υποβολή ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή έχει στοιχεία διστακτικότητας και αναποφασιστικότητας λέγοντας ότι η κίνηση είναι φυσική και αυθόρμητη, επαναλαμβάνοντας τα συμπεράσματα του για την ελάφρυνση της γραφικής πίεσης, χαρακτηριστικό που ενυπάρχει στα δείγματα υπογραφής που έλαβε ο ΜΕ2 από τον ΜΕ
- Εξήγησε επίσης τα συμπεράσματα του που φαίνονται στη σελ. 39 της έκθεσης του. Μεταξύ άλλων, εξήγησε ότι πλήρης ταύτιση του μεγέθους της υπογραφής δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά υπήρχε ένα φυσιολογικό εύρος διακύμανσης, καθώς και τα λοιπά συμπεράσματα του για την ταχύτητα, τον ρυθμό κτλ. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι η έκθεση του είναι αβάσιμη, επιστημονικά ατεκμηρίωτη, παραπλανητική, λανθασμένη ή κατά παραγγελία. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΥ4 κατατέθηκαν τρία αποσπάσματα από το σύγγραμμα του Κ. Βένη «Γραφή με το Χέρι και Πλαστογραφία» (Τεκμήρια 16, 17 και 18). Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που δόθηκε, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η κα Λουκαρή προέβη επίσης σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης και σε εισηγήσεις ως προς την υπαγωγή των γεγονότων σε αυτήν. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, σημειώνω ότι κοινό έδαφος αποτελεί το γεγονός ότι ΜΕ1 (ενάγων) και ΜΥ1 (εναγόμενος 2) εργάζονταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στον ίδιο εργοδότη και ότι συνδέονταν για πολλά έτη με αίσθημα φιλίας και εμπιστοσύνης, καθώς και το ότι ο ΜΥ2 (εναγόμενος 1) είναι υιός του ΜΥ1 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστικού αντιπροσώπου της Laiki Cyprialife Ltd. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία απαλλοτρίωσε τεμάχιο του ΜΕ1, και ότι σε σχέση με την απαλλοτρίωση αυτή ο ΜΕ1 έλαβε αποζημίωση ύψους Λ.Κ.100.682 στις 5.3.03 (Τεκμήριο 2). Κοινό έδαφος αποτελεί επίσης το γεγονός ότι στις 5.3.03 ο ΜΕ1 εξέδωσε προς όφελος του ΜΥ2 επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.70.000 (Τεκμήριο 1), την οποία ο ΜΥ2 εξαργύρωσε στις 6.3.
- Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι στις 7.4.03 εκδόθηκε επιταγή από τον ΜΥ2 προς τον ΜΕ1 για το ποσό των Λ.Κ.1.050 (Τεκμήριο 4) ως μέρισμα, αν και υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσον το εν λόγω ποσό αποτελούσε μέρισμα για τον μήνα Μάρτιο του 2003 (ως η θέση του ΜΕ1) ή για τον μήνα Απρίλιο του 2003 (ως η θέση του ΜΥ2) και ότι στις 28.4.03 εκδόθηκε επιταγή από τον ΜΥ2 προς τον ΜΕ1 για το ποσό των Λ.Κ.1.050 (Τεκμήριο 3) ως μέρισμα, αν και υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσον το εν λόγω ποσό αποτελούσε το μέρισμα για τον μήνα Απρίλιο του 2003 (ως η θέση του ΜΕ1) ή για τον μήνα Μάιο του 2003 (ως η θέση του ΜΥ2). Επιπλέον, έγινε αποδεκτό από τον ΜΕ1 ότι στις 8.7.07 ο ΜΥ1 εξέδωσε προς όφελος του ΜΕ1 επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.500, ότι στις 30.7.07 ο ΜΥ1 εξέδωσε προς όφελος του ΜΕ1 επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.000 και ότι στις 23.8.07 ο ΜΥ1 εξέδωσε προς όφελος της μητέρας του ΜΕ1 επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.2.000 (Τεκμήριο 8). Τέλος, κοινό έδαφος αποτελεί ότι ο ΜΥ1 έδωσε στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.40.000 (τουλάχιστον) πλην, όμως, υπάρχει διαφωνία ως προς το ακριβές ποσό χρημάτων που δόθηκε από τον ΜΥ1 προς τον ΜΕ1, ως προς τον χρόνο που το ποσό δόθηκε και ως προς τον λόγο για τον οποίο το ποσό δόθηκε. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, παρατηρούνται τα εξής. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, σημειώνω πως η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο δεν ήταν θετική. Στη μαρτυρία του εντοπίζω ανακρίβειες και ουσιαστικές αντιφάσεις, κάτι που με οδηγεί στην απόρριψη της μαρτυρίας του και της εν γένει εκδοχής του ως προς τα γεγονότα που αμφισβητούνται, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Βάση της αγωγής του ΜΕ1 αποτελεί προφορική συμφωνία δανείου προς τον ΜΥ2, τον οποίο εγγυήθηκε ο πατέρας του, ΜΥ
- Και ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 πράγματι ανέφερε ότι παραχώρησε στον ΜΥ1 δάνειο ύψους Λ.Κ.70.000,[1] κατά την αντεξέταση του, σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν δανείστηκαν χρήματα, ανέτρεψε αυτή τη βασική θέση του λέγοντας ότι ουδέποτε δάνεισε χρήματα στους εναγόμενους, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα, έλαβε χώραν η εξής στιχομυθία:[2] «E. Επίσης σας υποβάλλω ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε δανείστηκαν χρήματα από εσάς και τα οικειοποιήθηκαν; A. Τι εννοείς δανείστηκαν; Ούτε τους δάνεισα καμιά φορά, ούτε τους δάνεισα ούτε μου δάνεισαν.» Της πιο πάνω, χωρίς οποιεσδήποτε πλέον περιστροφές, τοποθέτησης του ΜΕ1, προηγήθηκαν πολλές αναφορές του που δημιουργούσαν την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο ΜΕ1 γνώριζε πολύ καλά ότι τα χρήματα που έδωσε στον ΜΥ2 θα επενδύοντο προς όφελος του ίδιου (του ΜΕ1), και ότι δεν δόθηκαν ως δάνειο προς τον ΜΥ2 για να προβεί ο ΜΥ2 σε επένδυση. Κατ' αρχάς, ο ΜΕ1 αναφερόμενος στις συζητήσεις του με τον ΜΥ1 πριν την έκδοση της επιταγής ανέφερε ότι ο ΜΥ1 του ανέφερε ότι αν το επενδυτικό σχέδιο πάει καλά, «εν να φκάλεις τα διπλά».[3] Δεν υπήρχε λόγος ο ΜΥ1 να συναρτήσει την επιστροφή των χρημάτων με την προοπτική επιτυχίας του επενδυτικού σχεδίου αν πράγματι επρόκειτο για δάνειο προς τον ΜΥ
- Παρομοίως, ο ΜΕ1 στα πλαίσια της αντεξέτασης του, αναφερόμενος και πάλι στη συζήτηση του με τον ΜΥ1 προ της έκδοσης της επιταγής ανέφερε ότι ο ΜΥ1 του είπε «επένδυσε τζαι εν να βάλω τζαι εγώ λεφτά, εν να διπλάσουμε τα λεφτά μας».[4] Και πάλιν, λοιπόν, παρατηρείται ότι η παρότρυνση που αποδίδεται στον ΜΥ1 από τον ΜΕ1, ήταν παρότρυνση για να επενδύσει και ο ΜΕ1 χρήματα στην επένδυση στην οποία θα προέβαινε και ο ΜΥ
- Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έδωσε την επιταγή λόγω εμπιστοσύνης «που ήταν επενδυτικά σχέδια δικά τους ήταν να έχουμε ένα μέρισμα το 30% τόκο πας τούτα τα λεφτά»[5] και η αναφορά του στο ότι θα «είχαν» (περιλαμβανομένου, δηλαδή και του ιδίου) μέρισμα, παραπέμπει και πάλι στο ότι επρόκειτο για επένδυση του ιδίου. Σημειώνω εξάλλου ότι είναι παραδεκτό ότι δόθηκαν στον ΜΕ1 δύο επιταγές εκδοθείσες από τον ΜΥ2 για τα μερίσματα των δύο πρώτων μηνών,[6] αναφορά η οποία ομοίως παραπέμπει σε επένδυση του ΜΕ1 από την οποία λάμβανε μέρισμα. Όταν δε ερωτήθηκε αν προέβη σε επένδυση ύψους Λ.Κ.70.000 χωρίς να ρωτήσει τι είδους επένδυση ήταν αυτή, απάντησε καταφατικά, δεχόμενος παράλληλα ότι ήτο αφελής και ότι έπρεπε να είχε ρωτήσει και να έχει έγγραφα.[7] Επιπλέον, σε έτερο στάδιο της αντεξέτασής του, αναφερόμενος στις ασφάλειες που κατά τον ισχυρισμό συνήψε προς όφελος του ο ΜΥ2 προκειμένου να τον πείσει να δώσει τις Λ.Κ.70.000 και ερωτηθείς αν ο ΜΥ2 του υπέβαλε να προβεί στις εν λόγω ασφάλειες, απάντησε «ναι, αφού ήταν δώρο πας την επένδυση που ήταν να κάμουμε τα λεφτά που ήταν να δώκω».[8] Και πάλι, λοιπόν, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε επένδυση που «θα έκαναν», περιλαμβάνοντας, δηλαδή, και τον εαυτό του. Τέλος, σε υποβολή ότι η επένδυση των Λ.Κ.70.000 επήλθε από καθαρά δική του βούληση, ο ΜΕ1 απάντησε ότι «έδωκα τα ναι, δική μου βούληση που τα έδωκα, αλλά μετά που ας πούμε τόσο καθαρή ήταν η υπόθεση ότι εν να επενδυθούν τζιαί εν να εν εντάξει με τες εγγυήσεις τους που ήταν ναι, εν ήταν με το ζόρι η υπογραφή μου να βκάλω τα λεφτά τούτα να τα δώκω».[9] Συνεπώς, ούτε σε αυτή την περίπτωση αναφέρθηκε ο ΜΕ1 σε δάνειο που θα έδιδε στον ΜΥ1, αλλά αντιθέτως σε επένδυση των χρημάτων που θα ήταν «καθαρή» και «εντάξει», για να ακολουθήσει η ξεκάθαρη πλέον δήλωση του ΜΕ1 ότι δεν δάνεισε χρήματα στους εναγόμενους στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Στη βάση των ανωτέρω, η δικογραφημένη θέση του ΜΕ1 ότι μετά από έντονη ψυχολογική βία και πιέσεις παραχώρησε το ποσό των Λ.Κ.70.000 ως δάνειο στον ΜΥ2 με την εγγύηση του ΜΥ1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και το μόνο ασφαλές εύρημα είναι πως αποδέχθηκε οικειοθελώς να συμμετάσχει με Λ.Κ.70.000 σε κοινή επένδυση. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι ενώ δικογραφημένη θέση του ΜΕ1 είναι ότι οκτώ μήνες μετά την παράδοση της επιταγής (που έγινε, υπενθυμίζω στις 5.3.03 ως είναι παραδεκτό) οι εναγόμενοι του ανέφεραν ότι τα χρήματα του τα έχουν οι Μάριος Φιλίππου και Ουρανία Σακκά στους οποίους έπρεπε να απευθυνθεί για την επιστροφή τους,[10] εντούτοις στα πλαίσια της προφορικής του μαρτυρίας, αναιρώντας την ως άνω δικογραφημένη θέση του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι για την Ουρανία Σακκά ο ίδιος άκουσε το 2007 και ότι δεν γνωρίζει τον Μάριο Φιλίππου και αρνήθηκε επίσης ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 τον παρέπεμψαν στα δύο εν λόγω πρόσωπα για να λάβει τα χρήματά του.[11] Η θέση αυτή του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, δεδομένης της παγίως νομολογημένης αρχής ότι μαρτυρία εκτός δικογράφων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν (μεταξύ άλλων, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, ημερ. 28.9.15, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, Πολ. Έφ. 217/08, ημερ. 21.2.17). Περαιτέρω, ο ΜΕ1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, και ερωτηθείς κατά πόσον είδε οποτεδήποτε την Ουρανία Σακκά απάντησε ότι είδε μια φορά μια κοπέλα στο μαγαζί του κυρίου, αλλά δεν γνώριζε αν «ήταν Ουρανία ούτε τίποτε».[12] Σύμφωνα τόσο με τη μαρτυρία του ΜΥ1, όσο και με τη μαρτυρία της ΜΥ3, τον Δεκέμβριο του 2003 (εννέα, δηλαδή, περίπου μήνες μετά την παράδοση της επιταγής), συναντήθηκαν στο μαγαζί της συζύγου του ΜΥ1 οι ΜΕ1, ΜΥ1 και ΜΥ3, οπότε και παραδόθηκαν Λ.Κ.3.000 στον ΜΕ1 σε μετρητά. Η συνάντηση αυτή, η οποία εμμέσως έστω, έγινε αποδεκτή από τον ΜΕ1 (αν και δεν την τοποθέτησε χρονικά) συνάδει, σημειώνω, περισσότερο με τη δικογραφημένη θέση του ΜΕ1 περί παραπομπής του στην Ουρανία Σακκά περί τον Νοέμβριο του 2003 προς είσπραξη των χρημάτων του, κάτι που καταδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, τη μη ειλικρινή προσπάθεια του ΜΕ1 να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος, πριν το 2007 δεν ξανάκουσε είτε για την Ουρανία Σακκά, είτε για τον Μάριο Φιλίππου, είτε για το Βιβλιοπωλείο, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι «δωρεάν» (ως τις χαρακτήρισε) ασφάλειες ζωής έγιναν 6 μήνες πριν πάρει την επιταγή της Κυβέρνησης,[13] και διακόπηκαν μετά το τέλος Μαΐου του 2003.[14] Με δεδομένο ότι η κυβερνητική επιταγή εκδόθηκε επ' ονόματι του ΜΕ1 στις 5.3 (Τεκμήριο 2), ο ΜΕ1 τοποθέτησε με τη μαρτυρία του τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβολαίων περί τον Σεπτέμβριο του
- Τούτο δεν συνάδει κατ' αρχάς με τη δικογραφημένη θέση του ΜΕ1, ότι, δηλαδή, ο ΜΥ2 τον έπεισε περί τις 3.1.03 να συνάψει τα τέσσερα ασφαλιστικά συμβόλαια.[15] Περαιτέρω, ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις πληρωμών των ασφαλειών που είχε κατά καιρούς ο ΜΕ1 με την Cyprialife (Τεκμήριο 12), από τις οποίες προκύπτει ότι επ' ονόματι του ΜΕ1 συνήφθησαν τέσσερεις ασφάλειες στις 28.6.
- Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι επ' ονόματι του ΜΕ1 είχαν συναφθεί οι εξής ασφάλειες (πέραν της ασφάλειας του 1999 η οποία είναι άσχετη με τον ουσιώδη χρόνο): (α) η ασφάλεια με αρ. 00067173 στις 28.6.02 η οποία ακυρώθηκε λόγω οφειλομένων ασφαλίστρων - η τελευταία πληρωμή έγινε στις 22.7.03 και το ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.200 (€341,72), (β) η ασφάλεια με αρ. 00064520 στις 28.6.02 η οποία ακυρώθηκε λόγω οφειλομένων ασφαλίστρων - η τελευταία πληρωμή έγινε στις 22.7.03 και το ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.100 (€170,86), (γ) η ασφάλεια με αρ. 00064519 στις 28.6.02 η οποία ακυρώθηκε λόγω οφειλομένων ασφαλίστρων - η τελευταία πληρωμή έγινε στις 22.7.03 και το ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.100 (€170,86), και (δ) η ασφάλεια με αρ. 00064518 στις 28.6.02 η οποία ακυρώθηκε λόγω οφειλομένων ασφαλίστρων - η τελευταία πληρωμή έγινε στις 22.7.03 και το ασφάλιστρο ήταν Λ.Κ.100 (€170,86). Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι οι αριθμοί των ασφαλειών σε σχέση με τις οποίες έγιναν οι πληρωμές που φαίνονται στις τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού του ΜΕ1 για τις περιόδους 2.1.03 - 3.2.03 και 12.3.03 - 5.6.03 (Τεκμήριο 5) και 31.10.02 - 30.11.02 (Τεκμήριο 6) ως αυτοί αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού δεν συνάδουν με τους αριθμούς των ασφαλειών που φαίνονται στο Τεκμήριο 12, πλην όμως δεν δόθηκε μαρτυρία ότι στις τραπεζικές καταστάσεις καταγράφεται ο αριθμός του ασφαλιστικού συμβολαίου ως αυτός καθορίζεται από την ασφαλιστική εταιρεία. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν ότι τα ποσά των ασφαλίστρων συνάδουν (μία ασφάλεια Λ.Κ.200 και τρεις ασφάλειες Λ.Κ.100), ότι όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 στις 27.11.02, 3.1.03 και 29.1.03 έγιναν πληρωμές για τις τέσσερεις ασφάλειες με την ένδειξη «bank», ημερομηνίες οι οποίες συνάδουν με τις ημερομηνίες στις οποίες φαίνεται ότι έγιναν οι πληρωμές των τεσσάρων ασφαλειών στις τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 5 και 6) αλλά και το ότι οι υποβολές που έγιναν στον ΜΥ2 ότι οι εν λόγω καταστάσεις πληρωμών (Τεκμήριο 12) είναι πλαστογραφημένες ή ότι αφορούν άλλο πρόσωπο με το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον ΜΕ1 δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία και παρέμειναν μετέωρες, η θέση του ΜΕ1 ότι οι τέσσερεις ασφάλειες συνήφθησαν τον Σεπτέμβριο του 2002 και διακόπηκαν μετά το τέλος Μαΐου του 2003 από τον ΜΥ2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ΜΕ1, για να υποστηρίξει τη θέση του ότι προκειμένου να τον πείσουν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 να παραχωρήσει τα χρήματα, ο ΜΥ2 του συνήψε τις τέσσερεις ασφάλειες τις οποίες ξεκίνησε και πλήρωνε ο ΜΥ2, ανέφερε ότι επειδή ο μισθός του κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν περί τις Λ.Κ.800, δεν θα μπορούσε να πληρώνει ασφάλειες ύψους Λ.Κ.500 το μήνα. Χωρίς το Δικαστήριο να έχει καθαρή και συνολική εικόνα είτε της οικονομικής κατάστασης του ΜΕ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, είτε του τρόπου με τον οποίον καταβάλλονταν τα ασφάλιστρα και από ποιον καταβάλλονταν, πρέπει να σημειώσω ότι τουλάχιστον όσον αφορά τις περιόδους σε σχέση με τις οποίες ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού, δηλαδή για τις περιόδους 2.1.03 - 3.2.03 και 12.3.03 - 5.6.03 (Τεκμήριο 5) και 31.10.02 - 30.11.02 (Τεκμήριο 6), φαίνεται ότι τα ασφάλιστρα (συνολικού ύψους Λ.Κ.500 το μήνα) αποκόπτονταν από τον δικό του λογαριασμό, στον οποίο, μάλιστα, φαίνεται να γίνονταν πιστώσεις πέραν του μισθού του και των καταθέσεων των δύο επιταγών Τεκμήρια 3 και
- Συνεπώς ούτε το ύψος του μισθού του, ούτε και η μαρτυρία που ο ΜΕ1 προσέφερε υποστηρίζουν τη θέση του ότι τα ασφάλιστρα καταβάλλονταν από τον ΜΥ
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 και την κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση αυτού, πέραν του ΜΕ1, μαρτυρία έδωσαν ο ΜΕ2 ο οποίος προέβη σε γραφολογική εξέταση του εν λόγω εγγράφου καταλήγοντας ότι η υπογραφή του ΜΕ1 είναι πλαστογραφημένη, ο ΜΥ1 ο οποίος υποστήριξε ότι ο ΜΕ1 υπέγραψε το Τεκμήριο 7 στην παρουσία του και ο ΜΥ4 ο οποίος προέβη σε γραφολογική εξέταση του Τεκμηρίου 7 καταλήγοντας ότι η επ' αυτού υπογραφή και δύο μονογραφές ανήκουν στον ΜΕ
- Προτού προβώ σε αξιολόγηση της ως άνω μαρτυρίας, σημειώνω ότι ο ΜΕ1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του, εξέφρασε την υποψία ότι ο ΜΥ2 πλαστογράφησε την υπογραφή του (ΜΕ1) επί του Τεκμηρίου 7, λέγοντας ότι είδε τον ΜΥ2 να πλαστογραφεί συμβόλαια ασφαλειών. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε την υποβολή ότι πλαστογράφησε το έγγραφο, όπως και την οποιαδήποτε ανάμειξη με το εν λόγω έγγραφο, για την ύπαρξη του οποίου έλαβε γνώση, ως ανέφερε, μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ανεξαρτήτως της κατάληξης μου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου, σημειώνω ότι η εν λόγω θέση του ΜΕ1 ήταν γενική και αόριστη, δεν υποστηρίχθηκε δε είτε από οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ή απτά στοιχεία αλλά ούτε και από μαρτυρία εμπειρογνώμονα (αφού ο ΜΕ2 δεν εξέφρασε γνώμη ως προς το ποιο πρόσωπο πλαστογράφησε το Τεκμήριο 7). Τούτου δοθέντος, η εκφρασθείσα από τον ΜΕ1 υποψία, σίγουρα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα ότι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 7 πλαστογραφήθηκε από τον ΜΥ2 ακόμη και αν αυτή είναι πλαστογραφημένη. Χρήσιμη στο σημείο αυτό είναι η παράθεση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7 (σημειώνω ότι διατηρείται η ορθογραφία και οι διαγραφές επ' αυτού, με την επισήμανση ότι δεξιά και αριστερά της διαγραφείσας πρότασης υπάρχουν τέσσερεις μονογραφές, δύο στην κάθε πλευρά): « 9/2/2007 Δανιστηκα απο τον Χαμπη Κουταλιανο το ποσον 43.236,00 με εγγυηση τες εβδομηντα χιλιαδες λιρες 70.000.00 που επενδισα στην Κα. Ουρανια Σακκα μαζι με αλλα ατομα συνολικο ποσο που ανερχεται στες 209.000,00 διακοσιες εννεα χιλιαδες λιρες και που υπαρχει αποφαση δικαστηριου στες 28/9/
- Το ποσον αυτο το δανειστηκα σε διαφορες ημερομηνιες και που σημερα 9/2/07 ειναι σαραντα τρεις χιλιαδες διακοσιες τριαντα εξι λιρες (43.236,00) Το υπολοιπον των εβδομηντα χιλιαδων θα το παρω οταν η πιο πανω Κα. Εξοφληση το δεδικασμενο ποσο των 209.000,00 η μερος αυτου. Μαρτηρας (υπογραφή) (ακολουθούν δύο υπογραφές) Στελιος Χριστοφορου» Ο καλύτερος τρόπος απόδειξης γραφικού χαρακτήρα, είναι με αξιόπιστη μαρτυρία από πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ότι η υπογραφή είναι δική του (σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω, σελ. 365). Περαιτέρω, ένας πραγματογνώμονας (γραφολόγος), αφού συγκρίνει έγγραφο που έχει υπογραφεί από συγκεκριμένο πρόσωπο, μπορεί να καταθέσει τη γνώμη του για το αν το αμφισβητούμενο έγγραφο έχει ή δεν έχει υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο (σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω, σελ. 366). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηρακλέους
(2005)2 Α.Α.Δ. 1, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση, καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, σε σχέση με τη γνησιότητα της υπογραφής του ΜΕ1 επί του Τεκμηρίου 7 μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο ΜΕ1, ο ΜΥ1 ο οποίος είπε ότι ο ΜΕ1 υπέγραψε το Τεκμήριο 7 στην παρουσία του, καθώς και δύο πραγματογνώμονες, οι ΜΕ2 και ΜΥ
- Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ΜΕ1, σημειώνω ότι καταληκτική του θέση ήταν ότι ο ίδιος υπέγραψε κάποιο έγγραφο σχετικό με τις επίδικες δοσοληψίες στο οποίο μάλιστα έθεσαν και μονογραφές επί διαγραφής συγκεκριμένης αναφοράς, πλην όμως, όχι με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Βασικά προέβαλε τη θέση ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 7 ως έχει, αλλά άλλο έγγραφο με έτερο περιεχόμενο. Όταν αρχικώς υποδείχθηκε στον ΜΕ1 το Τεκμήριο 7, αυτός αναγνώρισε την υπογραφή του κάτω δεξιά επί του Τεκμηρίου 7, λέγοντας, όμως, ότι το κείμενο είναι ολόκληρο αλλαγμένο. Η υπογραφή επί του εγγράφου μπορεί να είναι δική του, γνήσια, ως ανέφερε, αλλά το κείμενο δεν είναι γνήσιο.[16] Ακολούθως, ερωτηθείς εκ νέου αν αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής του επί του Τεκμηρίου 7 επανέλαβε ότι άλλα έγραφε το έγγραφο που ο ίδιος υπέγραψε και ότι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 7 μπορεί να είναι γνήσια μπορεί να είναι και πλαστογραφημένη.[17] Ανέφερε επίσης ότι στο σημείο στο οποίο έγινε η απάλειψη (μετά την επέμβαση του Δανού Χατζηττοφή) των δύο γραμμών στις οποίες γινόταν αναφορά στην Ουρανία Σακκά, μονόγραψαν δεξιά και αριστερά.[18] Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 σημειώνω ότι, ενώ στην κυρίως εξέταση του αρνήθηκε δύο φορές ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.40.000 που του έδωσε ο ΜΕ1,[19] εντούτοις κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπέγραψε έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ότι ο ΜΥ1 του επέστρεψε Λ.Κ.40.000 και ότι του χρωστούσε Λ.Κ.30.000 (το οποίο δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει καθότι το πήρε ο ΜΥ1),[20] γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του. Πέραν όμως της ως άνω αντίφασης, σημειώνω ότι εν γένει η μαρτυρία του επί του προκειμένου δεν ήταν ούτε ξεκάθαρη ούτε και απόλυτα συνεπής, δεδομένου ότι ενώ στην αρχή φάνηκε να προωθεί την εκδοχή ότι η υπογραφή ήταν δική του και ότι υπήρξε αλλοίωση του κειμένου, στη συνέχεια ανέφερε ότι η υπογραφή επί του εν λόγω εγγράφου μπορεί να είναι γνήσια μπορεί να είναι και πλαστογραφημένη, θέση αφ' εαυτής ασαφής, αφού πρόσωπο στο οποίο υποδεικνύεται έγγραφο που δεν υπέγραψε, σαφώς γνωρίζει το γεγονός αυτό βιωματικά και ευλόγως θα αναμένετο να τοποθετηθεί χωρίς αμφιβολίες και περιστροφές περί του εάν η υπογραφή που του υποδεικνύεται είναι δική του ή όχι. Επισημαίνω επίσης ότι συγκρίνοντας τα όσα ο ΜΕ1 είπε αναφερόμενος στο μέρος του κειμένου που απαλείφθηκε, αυτά φαίνεται να είναι παρόμοια με τα όσα πράγματι αναφέρονται στο διαγραμμένο μέρος του Τεκμηρίου
- Αντίθετα με τον ΜΕ1, ο ΜΥ1 παρέμεινε σταθερός σε όλη τη μαρτυρία του υποστηρίζοντας ότι το Τεκμήριο 7 είναι γνήσιο, λέγοντας ότι τούτο υπεγράφη στην παρουσία και του Δανού Χατζηττοφή, αναφέροντας παράλληλα ότι ο ίδιος μονόγραψε το Τεκμήριο 7 στο σημείο όπου έγινε η διόρθωση, σημείο στο οποίο μονόγραψε και ο ΜΕ
- Ως ανέφερε, η διόρθωση έγινε επειδή ο Χατζηττοφής τους είπε ότι οι τελευταίες μία ή δύο γραμμές δεν έπρεπε να μείνουν. Παρά τη σταθερότητα στη μαρτυρία του ΜΥ1, επισημαίνω ότι ερωτηθείς ως προς το τι ανέφερε το σημείο που «σβήστηκε» είπε ότι αν θυμάται καλά έγραφε ότι θα κρατήσει ο ίδιος τις 43.000 εφόσον υπήρχε απόφαση Δικαστηρίου και θα του έδινε (δηλ. θα έδινε στον ΜΕ1) τα υπόλοιπα, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το κείμενο του Τεκμηρίου
- Η αντίφαση, όμως, αυτή στη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα, αφού ο ΜΥ1 δεν παρουσιάστηκε βέβαιος ως προς το τι ανέφερε το απαλειφθέν κείμενο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΥ1 ανέφεραν ότι το έγγραφο υπεγράφη στην παρουσία του Δανιήλ (Δανού) Χατζηττοφή, ο οποίος ήταν ο διευθυντής τους στο Fullbride όπου εργάζονταν. Όσον αφορά τους εμπειρογνώμονες, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων, Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, Philippou v. Odysseos
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2013, Καουρής ν. Δημητρίου κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημερ. 2.5.17). Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι ΜΕ2 και ΜΥ4 αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στα προσόντα και την εμπειρία τους. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της Κ.Δ.Π.152/
- Στο βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 9, σελ. 1 - 3) αναφέρεται λεπτομερώς τόσο η εκπαίδευση του όσο και η εμπειρία του. Μεταξύ 1990 και 2013 ήταν τοποθετημένος στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών και από το 2006 μέχρι το 2012 διορίστηκε υπεύθυνος του Εργαστηρίου Δικαστικής Γραφολογίας στην εν λόγω Υπηρεσία. Αφυπηρέτησε από την Αστυνομία το 2013 με τον βαθμό του Αστυνόμου Α' και έκτοτε είναι ιδιώτης γραφολόγος. Εξέτασε πέραν των 10.000 υποθέσεων πλαστογραφίας. Η δικαστική γραφολογία είναι εμπειρική επιστήμη, ως ανέφερε, και το 2007 διαπιστεύτηκε βάσει του ISO 17025 για να την ασκεί. Η αντεξέταση του ΜΕ2 επί της εμπειρογνωμοσύνης του περιορίστηκε στη δήλωση του ότι διορίστηκε στις 12.6.98 ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της ΚΔΠ 152/98 (Τεκμήριο 10). Το άρθρο 12 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 με το οποίο η εν λόγω ΚΔΠ 152/98 σχετίζετο, πράγματι καταργήθηκε με το Ν.32(Ι)/04, πλην όμως, το γεγονός ότι ο ΜΕ2 είχε κηρυχθεί, για τους σκοπούς πάντα του εν λόγω άρθρου 12, ως επιστήμονας εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων (γραφογνωμία), παραμένει, δεδομένης δε της μη αμφισβήτησης των όσων κατά τα λοιπά ο ΜΕ2 ανέφερε σε σχέση με τα προσόντα και την εμπειρία του, δέχομαι ότι ο ΜΕ2 κατέχει αυτά. Ο ΜΥ4 είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα αυτό από το
- Μεταξύ των ετών 2001 έως 2004 σπούδασε στη Sociedad Española de Grafologia στη Μαδρίτη, απ' όπου και απέκτησε διπλώματα πανεπιστημιακού επιπέδου στη Grafopsicologia I και ΙΙ, στη Selecciόn de personal (επιλογή προσωπικού), στην Pericia Caligrafica (εξέταση εγγράφων - δικαστική πραγματογνωμοσύνη), καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) του Bircham International University στην Calligraphy (εξέταση εγγράφων - δικαστική πραγματογνωμοσύνη). Είναι επίσης τακτικό μέλος της Ισπανικής Εταιρείας Γραφολογίας και εγγεγραμμένος στους ισχύοντες καταλόγους των Πραγματογνωμόνων-Δικαστικών Γραφολόγων των Πρωτοδικείων σε όλη την Ελλάδα (Τεκμήριο 15, σελ. 2). Διαθέτει ιδιωτικό γραφείο και εργαστήριο και δουλεύει ανελλιπώς από το 2004 ως ειδικός δικαστικός γραφολόγος, δηλαδή για δώδεκα περίπου χρόνια. Υπολογίζει ότι ετοίμασε 400 περίπου εκθέσεις και εξέτασε 100 - 120 επιπλέον περιπτώσεις για τις οποίες δεν ετοίμασε έκθεση. Η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ4 έτυχε αμφισβήτησης από τον συνήγορο του ενάγοντος. Ζητήθηκε από τον ΜΥ4 να παρουσιάσει τα πρωτότυπα των διπλωμάτων του, πλην, όμως, ο ΜΥ4 ανέφερε ότι δεν τα είχε μαζί του, για να του υποβληθεί στη συνέχεια η θέση ότι τα διπλώματα του δεν είναι πραγματικά. Ο ΜΥ4 επέμεινε στην κατοχή των διπλωμάτων που αναφέρονται στην έκθεση του τα οποία υποβάλλει, ως ανέφερε, στα ελληνικά Δικαστήρια και Εισαγγελίες τα τελευταία 12 χρόνια. Δεδομένου ότι ο ΜΥ4 μετακλήθηκε από το εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογεί την αδυναμία άμεσης προσκόμισης των διπλωμάτων του, και λαμβάνοντας υπόψιν τη μαρτυρία του στο σύνολο της, στα πλαίσια της οποίας εξήγησε με λεπτομέρεια τόσο τη μέθοδο που ακολούθησε (η οποία είναι η ίδια με τη μέθοδο που ο ΜΕ2 ακολούθησε), αλλά και τα συμπεράσματα του και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε σε αυτά, θεωρώ ότι η αδυναμία του να παρουσιάσει τα πρωτότυπα των διπλωμάτων του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι τα διπλώματα του δεν είναι πραγματικά. Δέχομαι, συνεπώς, ότι ο ΜΥ4 φοίτησε στις σχολές που αναφέρει και κατέχει τα διπλώματα που αναφέρονται στη σελ. 2 της έκθεσης του (Τεκμήριο 15). Η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ4 αμφισβητήθηκε επίσης στη βάση του ότι η γραφοψυχολογία αποτελεί κάτι εντελώς διαφορετικό από τη δικαστική γραφολογία. Ο ΜΥ4 εξήγησε ότι στην Sociedad Española de Grafologia συνηθίζεται να λαμβάνει κανείς πτυχίο στη γραφοψυχολογία πριν εκπαιδευτεί ως δικαστικός γραφολόγος. Ο ίδιος είναι, δηλαδή, και αναλυτικός και δικαστικός γραφολόγος, διευκρινίζοντας βεβαίως, ότι προκειμένου να είναι κάποιος δικαστικός γραφολόγος δεν προαπαιτείται η ιδιότητα του αναλυτικού γραφολόγου. Οι απαντήσεις του ΜΥ4 ήταν σαφείς και πειστικές. Επισημαίνω δε ότι πέραν του διπλώματος της γραφοψυχολογίας ο ΜΥ4 κατέχει έτερα διπλώματα που σχετίζονται με την εξέταση εγγράφων και τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω. Περαιτέρω, προκύπτει αβίαστα από μία ανάγνωση της έκθεσης του ΜΥ4 ότι αυτός εξέτασε τα δομικά και μορφολογικά γνωρίσματα των υπογραφών, τόσο της αμφισβητούμενης όσο και των συγκριτικών (βλ. απόσπασμα από το σύγγραμμα του Κ. Βέννη, Τεκμήριο 16, σελ. 31), και στη βάση αυτών είναι που κατέληξε στα συμπεράσματα του, χωρίς να προβαίνει σε ανάλυση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ΜΕ
- Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι η πραγματογνωμοσύνη σε ένα τομέα μπορεί να προκύψει από ακαδημαϊκή ή εμπειρική παιδεία (σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω, σελ. 366 και 575 και Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, 988, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημερ. 2.5.17). Στην υπόθεση R v. Silverlock
(1894)2 QB 766, δικηγόρος που μελέτησε γραφολογία για δέκα χρόνια θεωρήθηκε ως πραγματογνώμονας έστω και αν δεν κατείχε τα τυπικά προσόντα γραφολόγου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΥ4 ανέφερε ότι ασχολείται με τη δικαστική γραφολογία από το 2004 και ότι ετοίμασε 400 περίπου εκθέσεις και εξέτασε επιπλέον ακόμη 100 - 120 περιπτώσεις για τις οποίες δεν ετοίμασε έκθεση. Ο κ. Μούρος αμφισβήτησε την ετοιμασία 400 εκθέσεων, στη βάση του ότι ο ΜΥ4 ανέφερε ότι για να ετοιμάσει το Τεκμήριο 15 χρειάστηκε περίπου ένας μήνας. Όμως ο ΜΥ4 εξήγησε ότι δεν ασχολείτο αποκλειστικά με την ετοιμασία του Τεκμηρίου 15 για ένα μήνα, αλλά εξέταζε παράλληλα διάφορες υποθέσεις. Κρίση μου είναι, συνεπώς, ότι η μαρτυρία του ως προς την πείρα που ανέφερε ότι κατέχει δεν έχει κλονιστεί και στη βάση αυτής ικανοποιούμαι ότι ούτως ή άλλως είναι ειδικός στη γραφολογία. Των ανωτέρω δοθέντων, και έχοντας κατά νουν τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57) κατάληξή μου είναι ότι οι ΜΕ2 και ΜΥ4 είναι εμπειρογνώμονες γραφολόγοι, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δικαιωματικά εξέφρασαν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας τους (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750), και η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί στη βάση των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων (Philippou v. Odysseos
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Οι ΜΕ2 και ΜΥ4 ανέπτυξαν τόσο μέσα από τις εκθέσεις τους (Τεκμήρια 9 και 15), όσο και μέσα από την προφορική τους μαρτυρία, την άποψη και τα ευρήματα τους. Οι απόψεις τους ήταν βέβαια εκ διαμέτρου αντίθετες. Ο ΜΕ2 υποστήριξε ότι η υπογραφή πάνω από το όνομα του ΜΕ1 στο Τεκμήριο 7 δεν ανήκει στον ΜΕ1, ενώ ο ΜΥ4 υποστήριξε ότι αυτή ανήκει στον ΜΕ1, ομοίως δε ανήκουν στον ΜΕ1 δύο μονογραφές οι οποίες βρίσκονται δεξιά και αριστερά από το μέρος του κειμένου του Τεκμηρίου 7 που απαλείφθηκε. Αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες παρέθεσαν στις εκθέσεις τους κάποιες γενικές παρατηρήσεις επί του θέματος της γραφής και της γραφολογικής εξέτασης εγγράφων (Τεκμήριο 9, σελ. 7 και Τεκμήριο 15, σελ. 6 και 7), συμφωνούν δε στο ότι το ανθρώπινο χέρι δεν παράγει προϊόντα ακριβείας και ότι δύο υπογραφές του ιδίου προσώπου δεν μπορεί ποτέ να είναι ακριβώς οι ίδιες. Η μέθοδος που χρησιμοποίησαν και οι δύο εμπειρογνώμονες, είναι η αναλυτική συγκριτική μέθοδος. Ο ΜΕ2 περιέγραψε τη μέθοδο αυτή τόσο στην έκθεση του (Τεκμήριο 9, σελ. 18) όσο και στα πλαίσια της προφορικής του μαρτυρίας, και ο ΜΥ4 εξήγησε αυτήν τόσο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του (αναφερόμενος στη διαδικασία του γραφολογικού ελέγχου) όσο και στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Δεδομένης της ομοφωνίας των δύο εμπειρογνωμόνων ως προς την ορθή μέθοδο, δέχομαι ότι και οι δύο ακολούθησαν την ορθή μέθοδο προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους. Αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες προέβησαν σε φυσική εξέταση του Τεκμηρίου 7. Ως προς τα μέσα που χρησιμοποίησαν, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι χρησιμοποίησε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή μάρκας Nikon 2800 με φακό macro (ο οποίος επιτρέπει τη φωτογραφική λήψη σε μικρή εστιακή απόσταση και τη φωτογραφική αναπαραγωγή σε μεγέθυνση), μεγεθυντικό φακό και φορητό ψηφιακό μικροσκόπιο. Παρά την αμφισβήτηση από μέρους της συνηγόρου των εναγομένων της επάρκειας των χρησιμοποιηθέντων από τον ΜΕ2 μέσων, ο ΜΥ4 δεν υποστήριξε μέσω της μαρτυρίας του ότι τα μέσα που ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε ήταν ανεπαρκή. Δέχομαι, συνεπώς, ότι ο ΜΕ2 διενεργώντας τη γραφολογική του εξέταση χρησιμοποίησε επαρκή μέσα. Ως προς τα μέσα που ο ΜΥ4 χρησιμοποίησε, ανέφερε ότι χρησιμοποίησε ειδικά φωτοοπτικά μέσα (μεγεθυντικούς φακούς, φορητό μικροσκόπιο, ειδικούς φωτισμούς, υπεριώδεις ακτίνες). Φωτογράφισε τις τρεις αμφισβητούμενες υπογραφικές χαράξεις που εξέτασε με δύο διαφορετικές κάμερες με macro επιλογή. Υποβλήθηκε στον ΜΥ4 ότι τα μέσα που χρησιμοποίησε ήταν ανεπαρκή λόγω μη χρήσης ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, πλην όμως ο ΜΥ4 αρνήθηκε τη σχετική υποβολή και ανέφερε ότι οι φωτογραφίες του ΜΕ2 στις σελ. 9 και 10 του Τεκμηρίου 9, με την απεικόνιση των οποίων συμφωνεί πλήρως, επιβεβαιώνουν τα συμπεράσματά του. Παρά την υποβολή που τέθηκε στον ΜΥ4, δεν έχει καταδειχθεί ότι η χρήση των μέσων που ο ΜΥ4 χρησιμοποίησε οδήγησε σε ελλιπή ή ανεπαρκή απεικόνιση της αμφισβητούμενης υπογραφής ή ότι αυτό οδήγησε σε εσφαλμένα αποτελέσματα. Δέχομαι, συνεπώς, ότι και τα μέσα που ο ΜΥ4 χρησιμοποίησε για φωτογράφιση και έλεγχο του Τεκμηρίου 7, ήταν επαρκή. Αναφορικά με την επάρκεια των δειγμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή από έκαστο εκ των εμπειρογνωμόνων σημειώνω ότι και οι δύο εμπειρογνώμονες συμφωνούν ότι το συγκριτικό υλικό καλύτερα να είναι πλησιόχρονο, πρωτότυπο και ανύποπτου χρόνου, να μην έχει, δηλαδή, αποτυπωθεί για τη διενέργεια μιας γραφολογικής εξέτασης και να είναι όσο το περισσότερο γίνεται σε ποσότητα. Ο ΜΕ2 είχε στη διάθεσή του, 8 πρωτότυπα συγκριτικά έγγραφα ανύποπτου χρόνου στα οποία περιέχοντο 11 υπογραφές, και 24 δείγματα υπογραφής, δείγμα το οποίο χαρακτήρισε ως ποιοτικά και ποσοτικά επαρκές (Τεκμήριο 9, σελ. 4 - 6 και 11). Η επάρκεια του δείγματος που ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΥ4, ο οποίος χαρακτήρισε το εν λόγω δείγμα «ολόσωστο». Δέχομαι, συνεπώς, ότι το δείγμα που ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε για να προβεί στη γραφολογική εξέταση ήταν επαρκές. Ο ΜΥ4 είχε στη διάθεσή του δύο πρωτότυπα συγκριτικά έγγραφα, όλα τα έγγραφα που περιέχοντο στην έκθεση του ΜΕ2 σε μορφή έγχρωμου φωτοαντιγράφου, καθώς και τις τρεις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8 σε μορφή ξηρογραφικού αντιγράφου. Ο ΜΥ4 ανέλυσε στην έκθεσή του το συγκριτικό υλικό που είχε στην κατοχή του και κατέληξε ότι αυτό είναι ποιοτικά και ποσοτικά επαρκές (Τεκμήριο 15, σελ. 9 - 11 και 12 - 13 ). Πολύ μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του ΜΥ4 στηρίχθηκε στη θέση ότι τα συμπεράσματα του είναι εσφαλμένα, καθότι είχε στη διάθεσή του δύο μόνο πρωτότυπα έγγραφα, με παραπομπή σε μέρος του συγγράμματος του Κ. Βέννη, Τεκμήριο 17, σελ. 55 - 57. Ο ΜΥ4 ήταν σταθερότατος και πειστικός στις τοποθετήσεις του επί του θέματος τούτου.[21] Δέχθηκε ότι κάποια γραφολογικά γνωρίσματα όπως είναι η γραφική πίεση δεν φαίνονται σε φωτοαντίγραφα εγγράφων και ότι η εξέταση μόνο πρωτότυπων εγγράφων είναι σίγουρα ιδανική. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, είχε στη διάθεσή του δύο πρωτότυπα έγγραφα (α/α 1 και 2 των εγγράφων σύγκρισης) στα οποία περιέχοντο δύο υπογραφές ευρείας έκτασης (στο εξής «υπογραφές») και πέντε υπογραφές μικρής έκτασης (στο εξής «μονογραφές»). Με βάση τα εν λόγω δείγματα κατέληξε στα συμπεράσματά του σε σχέση με τη γραφική πίεση. Υπεραμύνθηκε της εξέτασης των μονογραφών προς τον σκοπό αυτό, εξηγώντας ότι αυτές δεν αποτελούν μονοκονδυλιά (αφού έχουν αριθμό γραφικών κινήσεων και περιέχουν τα γράμματα «Σ» και «Χ»), επιμένοντας ότι σε αυτές μπορεί να διακρίνει τη γραφική πίεση. Περαιτέρω, οι υπογραφές στα πρωτότυπα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του τέθηκαν το 2002 και εξήγησε ότι πέντε έτη δεν θεωρείται μεγάλη χρονολογική απόκλιση για ένα άτομο χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα (όταν δεν είναι, δηλαδή, υπέργηρος ή άρρωστος). Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 17, ο ΜΥ4 επισήμανε ότι το Τεκμήριο 7 το εξέτασε στην πρωτότυπη του μορφή και ότι είχε και πρωτότυπα συγκριτικά έγγραφα στη διάθεση του. Πέραν δε των ανωτέρω, ο ΜΥ4 εξήγησε πολλές φορές ότι στα συμπεράσματά του κατέληξε συγκρίνοντας όλα τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του, αφού, πλην της γραφικής πίεσης (την οποία μπορούσε να διαπιστώσει μόνο από τα πρωτότυπα έγγραφα), ήταν σε θέση να καταλήξει από αυτά στα γραφολογικά γνωρίσματα της υπογραφής του ΜΕ1. Των ανωτέρω δοθέντων, κρίση μου είναι ότι το συγκριτικό υλικό που ο ΜΥ4 είχε στη διάθεσή του, ήταν επαρκές, αφού πέραν των φωτοαντιγράφων, ο ΜΥ4 είχε στη διάθεσή του και πρωτότυπα έγγραφα, χρησιμοποίησε δε το σύνολο του συγκριτικού υλικού για να καταλήξει ως προς τα γραφολογικά γνωρίσματα των υπογραφών του ΜΕ1. Ο ΜΥ4 αναφέρθηκε περαιτέρω στο ότι κατά τη φυσική εξέταση του (πρωτότυπου) Τεκμηρίου 7, δεν προέκυψε η παρουσία αντικειμενικών ιχνών πλαστογράφησης όπως ίχνη εγχαράξεως σε διαφανή βάση, ξέσματα, ίχνη επιχνογράφησης, αποσβέσεις κτλ. Ο ΜΕ2 επίσης δεν αναφέρθηκε σε τυχόν ύπαρξη αντικειμενικών ιχνών πλαστογράφησης. Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ4, η οποία ήτο τεκμηριωμένη και στην οποία κατέληξε κατά τη φυσική εξέταση του Τεκμηρίου 7 χρησιμοποιώντας τα μέσα που αναφέρονται στη σελ. 15 του Τεκμηρίου 15, ότι επ' αυτού δεν υπάρχουν αντικειμενικά ίχνη πλαστότητας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι το εύρος του ελέγχου στο οποίο οι δύο εμπειρογνώμονες προέβηκαν δεν ταυτίζεται, δεδομένης της διαφορετικής εντολής που δόθηκε σε έκαστον εξ αυτών. Συγκεκριμένα, στον ΜΕ2 δόθηκε εντολή να ελέγξει μόνο τη γνησιότητα της υπογραφής που φαίνεται πάνω από το όνομα «Στέλιος Χριστοφόρου» (Τεκμήριο 9, σελ. 4). Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 αναφερόμενος στο έγγραφο που προέβαλε ότι υπέγραψε, ανέφερε ότι μονόγραψαν στο σημείο που έγινε η διαγραφή και ο ΜΥ1 επίσης ανέφερε ότι ο ΜΕ1 μονόγραψε στο σημείο που απαλείφθηκε από το κείμενο του Τεκμηρίου 7. Έτσι, η εντολή που δόθηκε στον ΜΥ4 δεν περιοριζόταν στον έλεγχο της υπογραφής πάνω από το όνομα «Στέλιος Χριστοφόρου», αλλά εκτεινόταν και στον έλεγχο δύο μονογραφών που φαίνονται δεξιά και αριστερά από το κείμενο που απαλείφθηκε (Τεκμήριο 15, σελ. 13). Η πιο πάνω διαφοροποίηση στη δοθείσα εντολή προσδίδει, κατά την κρίση μου, μεγαλύτερη πληρότητα στην έκθεση του ΜΥ4. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ4, στη βάση της φυσικής εξέτασης του Τεκμηρίου 7 κατέληξε ότι και οι τρεις υπογραφικές χαράξεις που αποδίδονται στον ΜΕ1 (μία υπογραφή και δύο μονογραφές) έγιναν με το ίδιο γραφικό μέσο μελάνης, μπλε χρώματος, σκούρας απόχρωσης (Τεκμήριο 15, σελ. 15). Περαιτέρω, από τον έλεγχο των γενικών και ειδικών γραφικών χαρακτηριστικών και κυρίως από τη γραφολογική εκτίμηση των τριών υπογραφών, κατέληξε ότι αυτές έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο (Τεκμήριο 15, σελ. 16). Αντιθέτως, λόγω της εντολής που δόθηκε στον ΜΕ2, απουσιάζει από την έκθεση του τελευταίου η άποψη του επί των ανωτέρω σημαντικών σημείων. Στην έκθεση του ΜΕ2 αναφέρεται ότι όλα τα δείγματα υπογραφής του ΜΕ1 χαρακτηρίζονται από φυσικότητα και αυθορμητισμό της γραφικής τους κίνησης και δεν παρουσιάζουν ρυθμική αστάθεια, μορφολογικές αντιφάσεις ή έλλειψη σταθερότητας. Περαιτέρω, από σύγκριση των δειγμάτων υπογραφής του ΜΕ1, ο ΜΕ2 υποστήριξε ότι τα εξής ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα επαναλαμβάνονται: (
- i)η γενική μορφή και εικόνα των υπογραφών, (
- ii)η τεχνική σχηματισμού των υπογραφών, (iii) η σχέση και αναλογία των γραφικών κινήσεων μεταξύ τους, (
- iv)το σημείο έναρξης και το σημείο κατάληξης, και (
- v)ο αριθμός των ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων (δύο βασικές ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις) (Τεκμήριο 9, σελ. 11 και 25). Παραθέτει στην έκθεσή του 16 δείγματα υπογραφών, χωρίς όμως να τα αναλύει (Τεκμήριο 9, σελ. 12 - 17). Πέραν της τεκμηρίωσης της ύπαρξης των τριών ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων στην υπογραφή του ΜΕ1 (δύο βασικές/κύριες και μία παύλα - γραφικό μόρφωμα) (Τεκμήριο 9, σελ. 24), σημειώνω σχετικώς ότι ο ΜΕ1 καταγράφει στην έκθεση τα συμπεράσματά του, χωρίς, όμως, να εξηγεί πώς κατέληξε σε αυτά, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να ελέγξει την ακρίβεια αυτών, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων. Η δε τοποθέτησή του κατά την αντεξέτασή του ότι μπορεί να εξετάσει τα ευρήματα του κάποιος ειδικός (του ζητήθηκε, σημειώνω, να υποδείξει τα ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα στη βάση σύγκρισης δύο γνήσιων υπογραφών) και να πει τη γνώμη του[22] ουδόλως βοηθά το Δικαστήριο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΕ2 κατέληξε σε αυτά. Αντίθετα, στην έκθεση του ΜΥ4 οι υπογραφικές χαράξεις του ΜΕ1 (τόσο η υπογραφή όσο και οι μονογραφές) αναλύονται και επεξηγούνται κίνηση προς κίνηση (Τεκμήριο 15, σελ. 27 - 33 και 34 - 37) και ο ΜΥ4 καταλήγει στη σύνθεση των υπογραφών. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ4 αναλύει με περισσή σαφήνεια και με πειστικότητα τεκμηριώνει ότι το σκεπτικό κατασκευής της υπογραφής έχει την εξής σύνθεση: (
- i)το συνολικό μέγεθος της χάραξης είναι κανονικό, (
- ii)η ταχύτητα είναι κανονική-γρήγορη και η κίνηση εκτενής, (iii) η γραφική πίεση είναι κανονική με μικρό ανάγλυφο και ιδιαίτερα έντονες αυξομειώσεις∙ πιο συγκεκριμένα παρατηρείται το φαινόμενο του αδυνατίσματος της χαρακτικής γραμμής μέχρι του σημείου σπασίματος του γραφικού νήματος λόγω ελάφρυνσης της γραφικής πίεσης κυρίως στις ανοδικές κινήσεις∙ ουσιαστικά διατηρείται η γραφική συνέχεια της ίδιας κίνησης απλά υπάρχει σπάσιμο του γραφικού νήματος λόγω ελάφρυνσης - μείωσης της γραφικής πίεσης, (
- iv)η κατεύθυνση είναι οριζόντια-ελαφρώς ανερχόμενη, (
- v)η κλίση των μορφωμάτων που υπέχουν γραμμάτων είναι προς τα δεξιά κατά τον νοητό κάθετο άξονα, (
- vi)η χάραξη πραγματοποιείται σε τρεις γραφικούς χρόνους (συμπεριλαμβανομένης και της χάραξης της τελείας) (vii) υπάρχει κατά μήκος και καθ' ύψος εξέλιξη, και (viii) το υπογραφικό μόρφωμα είναι δυναμικό, και προσδιορίζεται με έντονες ανοδικο-καθοδικές, κυκλοτερείς αλλά και οριζόντιες κινήσεις (Τεκμήριο 15, σελ. 33 - 34). Παρόμοια ανάλυση γίνεται και σε σχέση με τις μονογραφές του ΜΕ1 και ο ΜΥ4 καταλήγει ότι το σκεπτικό κατασκευής τους έχει την εξής σύνθεση: (
- i)το συνολικό μέγεθος της χάραξης είναι μικρό, (
- ii)η ταχύτητα είναι κανονική-γρήγορη και η κίνηση μικρή και περιορισμένη, (iii) η γραφική πίεση είναι κανονική με μικρό ανάγλυφο, (
- iv)η κατεύθυνση είναι οριζόντια ή οριζόντια-ελαφρώς ανερχόμενη (
- v)η κλίση των γραμμάτων είναι όρθια κατά τον νοητό κάθετο άξονα, (
- vi)η χάραξη πραγματοποιείται σε τρεις έως έξι γραφικούς χρόνους (συμπεριλαμβανομένης και της χάραξης της τελείας όταν υπάρχει), και (vii) η σύνδεση είναι παραθετική για τα δύο κεφαλαία γράμματα «ΣΧ» (Τεκμήριο 15, σελ. 37). Σε σχέση τώρα με την αμφισβητούμενη υπογραφή, ο ΜΕ2 αναφέρει στην έκθεσή του ότι η ασυνέπεια που ακολουθούν οι ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις της καθιστούν αδύνατο τον προσδιορισμό του συνολικού αριθμού τους. Αναφέρει επίσης ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει μια αφύσικη εικόνα, ασταθείς και απροσδιόριστες γραφικές κινήσεις, διορθώσεις, γραφικές επαναλήψεις και γενικά παρουσιάζει μιαν αλλοίωση της καμπυλότητας των γραμμών της. Είναι, σημειώνει, υπογραφή γραμμένη με έντονα στοιχεία διστακτικότητας, ρυθμικής αστάθειας και έλλειψη σταθερότητας (Τεκμήριο 9, σελ. 8 και 25). Παραθέτει στην έκθεσή του δύο πίνακες στους οποίους υποδεικνύει τα στοιχεία διστακτικότητας και τις επαναλήψεις, καθώς και τα στοιχεία ρυθμικής αστάθειας και απροσδιόριστων γραφικών κινήσεων (Τεκμήριο 9, σελ. 9 και 10). Περαιτέρω, περιέλαβε στην έκθεσή του τρεις συγκριτικούς πίνακες, στους οποίους σύγκρινε την αμφισβητούμενη υπογραφή με τρεις γνήσιες υπογραφές του ΜΕ1, καταγράφοντας ότι (
- i)στην αμφισβητούμενη υπογραφή υπάρχουν διπλογραφίες και δεν είναι εμφανές το σημείο έναρξης, το οποίο στα δείγματα υπογραφής είναι εμφανές, (
- ii)η καταληκτική γραφική κίνηση της αμφισβητούμενης υπογραφής δεν υπάρχει σε κανένα δείγμα, αφού στα δείγματα υπογραφής η καταληκτική κίνηση είναι ξεκάθαρη και διαφορετική από την καταληκτική γραφική κίνηση της αμφισβητούμενης υπογραφής, και (iii) στην αμφισβητούμενη υπογραφή υπάρχουν αρκετές απροσδιόριστες γραφικές κινήσεις ενώ στα δείγματα υπάρχουν δύο βασικές ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις, που ακολουθούν ξεκάθαρη πορεία (Τεκμήριο 9, σελ. 21 - 23). Ο ΜΕ2 δεν εξηγεί πού βασίζει το καταγραφέν συμπέρασμα του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει μια αφύσικη εικόνα και αλλοίωση της καμπυλότητας των γραμμών της. Αναφέρεται επίσης σε ασυνέπεια των ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων, κάτι που καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό του συνολικού αριθμού τους, χωρίς, όμως και πάλι να εξηγεί πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν ότι κατά την αντεξέταση του, αναφερόμενος στα δείγματα υπογραφής του ΜΕ1 στη σελ. 13 της έκθεσης του, είπε ότι εξετάζοντας την υπογραφή κάτω από το μικροσκόπιο υπάρχουν οι λεγόμενες «αερογραμμές» (τα air connecting lines), που είναι η τάση του γράφοντος να ενώσει τις δύο γραμμές, χωρίς όμως να διακόπτεται η γραφική κίνηση.[23] Και ενώ αναγνώρισε την ύπαρξη αυτών των αερογραμμών στις υπογραφές του συγκριτικού υλικού (την οποία σημειώνω διαπίστωσε και ο ΜΥ4 αναφερόμενος πολλές φορές στην έκθεσή του σε παρατηρηθείσα ελάφρυνση της γραφικής πίεσης δίχως να διακόπτεται η συνέχεια της γραφικής κίνησης), ο ΜΕ2 δεν εξηγεί καθόλου γιατί τα σημεία που χαρακτήρισε ως σημεία ρυθμικής αστάθειας και απροσδιόριστων γραφικών κινήσεων στις σελ. 9 και 10 της έκθεσής του, δεν μπορεί να αποδοθούν ακριβώς σε αυτό το χαρακτηριστικό του υπογράφοντος. Πέραν τούτου, ο ΜΕ2 παρέθεσε στην έκθεσή του, τρεις μόνο συγκριτικούς πίνακες. Ερωτήθηκε πώς επιλέγησαν οι τρεις (από τις 35) υπογραφές και ανέφερε ότι η επιλογή ήταν τυχαία, καθώς και το ότι σύγκρινε τα δείγματα, πλην όμως θεώρησε ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό η παράθεση περαιτέρω συγκρίσεων. Με όλο τον σεβασμό προς τον μάρτυρα, δεδομένων και των όσων πιο πάνω ανέφερα, η παράθεση περισσότερων συγκριτικών πινάκων θα ήταν σαφώς χρήσιμη για το Δικαστήριο. Στους πίνακες που παρέθεσε ό,τι ουσιαστικά καταγράφεται είναι τα συμπεράσματα του ΜΕ2, χωρίς αυτά να αναλύονται και να επεξηγούνται. Για να θέσω ένα παράδειγμα, στον συγκριτικό πίνακα αρ. 2 (σελ. 22) αναφέρεται ότι η καταληκτική γραφική κίνηση όπως φαίνεται στην αμφισβητούμενη υπογραφή δεν υπάρχει σε κανένα δείγμα, και παραθέτει από κάτω ένα εκ των 35 δειγμάτων υπογραφής του ΜΥ1. Όμως το Δικαστήριο, μη όντας εμπειρογνώμονας, δεν μπορεί να διαπιστώσει τούτο από την παράθεση μίας και μόνο υπογραφής (σημ. 7.3), ούτε μπορεί να αντιληφθεί γιατί λ.χ. η καταληκτική κίνηση στη γνήσια υπογραφή που παρατίθεται στον προηγούμενο συγκριτικό πίνακα (σημ. 2, σελ. 21) είναι διαφορετική από αυτή της αμφισβητούμενης, οι οποίες (καταληκτικές κινήσεις) με γυμνό μάτι φαίνονται να μοιάζουν. Αντίθετα, ο ΜΥ4, ως έπραξε και με τις υπογραφές του συγκριτικού υλικού, ανέλυσε λεπτομερώς τόσο την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 7, όσο και τις δύο μονογραφές (βλ. Τεκμήριο 9, σελ. 19 - 27). Ο ΜΥ4 απεικόνισε στην έκθεσή του την αμφισβητούμενη υπογραφή, υποδεικνύοντας με διαφορετικά χρώματα τόσο τις τρεις ανεξάρτητες κινήσεις με τις οποίες σχηματίστηκε (δύο κύριες ανεξάρτητες κινήσεις και μία παύλα στο τέλος), όσο και το σημείο έναρξης και κατάληξης της κάθε κίνησης (βλ. Τεκμήριο 15, σελ. 19 - 22 και 45). Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με τις δύο μονογραφές (βλ. Τεκμήριο 15, σελ. 24 - 26). Όσον αφορά την αμφισβητούμενη υπογραφή κατέγραψε ότι αυτή διαμορφώνεται από κινήσεις αυθόρμητες και φυσικές με υψηλό βαθμό αυτοματισμού και χαρακτηρίζεται από κίνηση χάραξης ρυθμική, ελεγχόμενη και ρέουσα, χωρίς σημεία αναχαίτισης. Έχει δομικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά εμφανώς προσδιορισμένα και σαφή, συγκεκριμένου ύφους και έντονης ατομικότητας της υπογραφικής έκφρασης. Αναλύοντας την υπογραφή, κατέγραψε, μεταξύ άλλων, τα σημεία στα οποία παρατήρησε ελάφρυνση της γραφικής πίεσης και σπάσιμο του γραφικού νήματος, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια της ίδιας γραφικής κίνησης. Κατέληξε μετά την ανάλυση του ότι το σκεπτικό κατασκευής της αμφισβητούμενης υπογραφής έχει τη σύνθεση την οποία κατέγραψε στις σελ. 22 - 23 της έκθεσής του. Παρόμοια ανάλυση γίνεται και σε σχέση με τις αμφισβητούμενες μονογραφές του ΜΕ1 επί του Τεκμηρίου 7 και ο ΜΥ4 κατέγραψε σε σχέση και με αυτές τη σύνθεσή τους στη σελ. 27 της έκθεσής του. Ακολούθως, προέβη σε αναλυτική, λεπτομερή και πειστική συγκριτική αντιπαραβολή των υπογραφών του ΜΕ1 με την αμφισβητούμενη υπογραφή (Τεκμήριο 15, σελ. 39 - 45), και των μονογραφών του ΜΕ1 με τις αμφισβητούμενες μονογραφές (Τεκμήριο 15, σελ. 46 - 50). Σε σχέση με την υπογραφή, ο ΜΥ4 σημείωσε ότι παρατηρείται πλήρης ταύτιση στα δομικά χαρακτηριστικά στοιχεία μεταξύ της αμφισβητούμενης και των δειγματικών υπογραφών, και συγκεκριμένα όσον αφορά στο μέγεθος, στην ταχύτητα, στον ρυθμό, στη γραφική πίεση, στη σύνδεση-διάταξη, στη μορφή, η οποία επεκτείνεται και στα μοφρολογικά χαρακτηριστικά στοιχεία, στις αιχμές και στις καμπυλότητες, αλλά και στη συνήθη (για τον ΜΕ1) μορφική ποικιλομορφία. Οι διαφοροποιήσεις σχηματιστικής αποτύπωσης βρίσκονται σε ένα φυσιολογικό πλαίσιο και αντισταθμίζονται από την ύπαρξη αρμονίας μεταξύ των γραφικών στοιχείων και τη γενικότερη δομική σύνθεση. Η λογική της χάραξης, το γραφικό επίπεδο, ο βαθμός οργάνωσης της γραφής και η γραφική ευχέρεια των αντιπαραβαλλόμενων χαράξεων ταυτίζονται πλήρως. Η αμφισβητούμενη υπογραφή αποτυπώθηκε κατά τρόπο αυθόρμητο και φυσικό. Διαφοροποίηση, ως κατέγραψε ο ΜΥ4 στην έκθεσή του, υπάρχει μόνο στην αρχική κίνηση του εναρκτήριου σχηματισμού που στην περίπτωση της αμφισβητούμενης υπογραφής αποτελείται από δύο συνεχείς ανοδο-καθοδικές κινήσεις οι οποίες έχουν τη μορφή τετραπλής επικαλυπτόμενης γραμμής, ενώ στην περίπτωση των δειγμάτων αποτελείται από μία διπλή επικαλυπτόμενη γραμμή (ή από σχηματισμό τύπου «Λ»), διαφοροποίηση για την οποία εξήγησε ότι θεωρείται ως φυσιολογική παραλλαγή σχηματιστικής αποτύπωσης και κρίνεται μικρής σημασίας, δεδομένου ότι είναι σύνηθες φαινόμενο πολλοί υπογραφικοί φορείς να εγγράφουν, μερικές φορές, επαναλαμβανόμενες αρχικές κινήσεις δοκιμάζοντας τον στυλογράφο ελέγχοντας έτσι την ποιότητα της χαρακτικής γραμμής πριν συνεχίσουν την υπογραφική τους χάραξη. Η λογική της χάραξης παραμένει πάντα η ίδια και τα γραφικά χαρακτηριστικά της αμφισβητούμενης υπογραφής με τα δείγματα ταυτίζονται πλήρως, υπάρχει δε σταθερότητα του υπογραφικού αυτοματισμού. Ως ο ΜΥ4 κατέγραψε στην έκθεσή του, τα κοινά στοιχεία και ομοιότητες είναι ποιοτικά και ποσοτικά επαρκή και ικανά για να οδηγήσουν σε βέβαιο συμπέρασμα. Σε σχέση με τις μονογραφές, ο ΜΥ4 σημείωσε ότι παρατηρείται πλήρης ταύτιση στα δομικά χαρακτηριστικά στοιχεία μεταξύ αυτών και των δειγματικών μονογραφών, και συγκεκριμένα όσον αφορά στο μέγεθος, στην ταχύτητα, στον ρυθμό, στη γραφική πίεση, στη σύνδεση-διάταξη, στη μορφή, η οποία επεκτείνεται και στα μορφολογικά χαρακτηριστικά στοιχεία, στις αιχμές και στις καμπυλότητες, αλλά και στη συνήθη (για τον ΜΕ1) μορφική ποικιλομορφία. Οι διαφοροποιήσεις σχηματιστικής αποτύπωσης βρίσκονται σε ένα φυσιολογικό πλαίσιο και αντισταθμίζονται από την ύπαρξη αρμονίας μεταξύ των γραφικών στοιχείων και τη γενικότερη δομική σύνθεση. Η λογική της χάραξης, το γραφικό επίπεδο, ο βαθμός οργάνωσης της γραφής και η γραφική ευχέρεια των αντιπαραβαλλόμενων χαράξεων ταυτίζονται πλήρως. Οι αμφισβητούμενες μονογραφές αποτυπώθηκαν κατά τρόπο αυθόρμητο και φυσικό. Η λογική της χάραξης παραμένει πάντα η ίδια και τα γραφικά χαρακτηριστικά των αμφισβητούμενων μονογραφών με τα δείγματα ταυτίζονται πλήρως, ενώ υπάρχει σταθερότητα του υπογραφικού αυτοματισμού. Ως ο ΜΥ4 κατέγραψε στην έκθεσή του, τα κοινά στοιχεία και ομοιότητες είναι ποιοτικά και ποσοτικά επαρκή και ικανά για να οδηγήσουν σε βέβαιο συμπέρασμα. Ο ΜΥ4 προβαίνει στη συνέχεια σε θεώρηση των συμπερασμάτων της γραφικής σύγκρισης και στις τελικές παρατηρήσεις του (Τεκμήριο 15, σελ. 51 - 52), επισημαίνοντας ότι τα μεμονωμένα μορφολογικά στοιχεία δεν αρκούν για να στηρίξουν και να αποδείξουν την πλαστότητα, ενώ τα γενικά δομικά χαρακτηριστικά είναι τα πλέον σημαντικά της γραφολογικής μελέτης. Ο ΜΥ4 καταλήγει ότι οι τρεις αμφισβητούμενες υπογραφικές χαράξεις επί του Τεκμηρίου 7 ανήκουν με βεβαιότητα στον ΜΕ1, δεδομένου ότι διαπιστώνεται μεταξύ αυτών και των δειγμάτων πλήρης δομική αλλά και μορφολογική ομοιογένεια που υπαγορεύεται από κοινό σκεπτικό κατασκευής και αποτυπώθηκαν στα πλαίσια αυθόρμητης και φυσικής απόδοσης του γνήσιου υπογραφικού του χαρακτήρα (Τεκμήριο 15, σελ. 53 - 54). Έχοντας υπόψη όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο ΜΕ2 εξέτασε μόνο μία από τις τρεις υπογραφικές χαράξεις που φαίνονται επί του Τεκμηρίου 7 και αποδίδονται στον ΜΕ1, καθώς και το ότι ο ΜΕ2 καταγράφει μεν στην έκθεσή του τα συμπεράσματά του, χωρίς όμως να εξηγεί με επάρκεια πώς κατέληξε σε αυτά, ως ανωτέρω αναλύθηκε, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να ελέγξει την ακρίβεια αυτών, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη δική του μαρτυρία και δεν δέχομαι ότι το Τεκμήριο 7 είναι πλαστογραφημένο. Αντίθετα, ο ΜΥ4 έχει διατυπώσει κατά τέτοιον τρόπο την έκθεσή του, ώστε να έχει δώσει στο Δικαστήριο τα εφόδια για να μπορεί να ελέγξει τα δικά του επιστημονικά συμπεράσματα και να διαμορφώσει άποψη αν θα τα υιοθετήσει ή εάν θα αποστεί από αυτά. Εξέτασε τις τρεις αμφισβητούμενες υπογραφικές χαράξεις επί του Τεκμηρίου 7 μέσα στα αυστηρά πλαίσια των κανόνων της γραφολογίας και της αντικειμενικής εξέτασης. Μέσα από την έκθεσή του και τους πίνακες που παρέθεσε σε αυτήν με βοήθησε να αντιληφθώ και να κατανοήσω πλήρως τόσο τη μεθοδολογία που ακολούθησε, όσο και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στα συγκεκριμένα ευρήματα του, τα οποία δικαιολόγησε με περισσή επάρκεια. Μεταξύ των δειγμάτων μονογραφών του ΜΕ1 και τις δύο αμφισβητούμενες μονογραφές επί του Τεκμηρίου 7 εντόπισε πλήρη ταύτιση στα δομικά και στα μορφολογικά χαρακτηριστικά στοιχεία. Μεταξύ των δειγμάτων υπογραφών του ΜΕ1 και της αμφισβητούμενης υπογραφής επί του Τεκμηρίου 7, επίσης εντόπισε πλήρη ταύτιση στα δομικά χαρακτηριστικά στοιχεία, αλλά και στα μορφολογικά χαρακτηριστικά στοιχεία, με τη μοναδική διαφοροποίηση να εντοπίζεται στην αρχική κίνηση του εναρκτήριου σχηματισμού στην αμφισβητούμενη υπογραφή, διαφοροποίηση που όπως πειστικά εξήγησε θεωρείται φυσιολογική παραλλαγή σχηματιστικής αποτύπωσης και κρίνεται μικρής σημασίας για τους λόγους που ανέφερε στην έκθεσή του και παρατέθηκαν πιο πάνω, με τη λογική της χάραξης να παραμένει πάντως η ίδια και να ακολουθεί το μοτίβο που ακολουθούν οι υπογραφές του ΜΕ1. Η πιο πάνω θέση του ΜΥ4 η οποία προφανώς βασίζεται στην εμπειρία του, δεν έτυχε συγκεκριμένης αμφισβήτησης στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Ως αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω και αφού σχημάτισα τη δική μου ανεξάρτητη κρίση πάνω στα ζητήματα εξέτασης της γραφής στην οποία προέβη ο ΜΥ4, κρίνω ότι τα ευρήματα του είναι αντικειμενικής υφής και ως τέτοια τα υιοθετώ πλήρως και τα αναγάγω και σε δικά μου ευρήματα. Της ανωτέρω αξιολόγησης δοθείσας, κρίση μου είναι ότι το Τεκμήριο 7 δεν έχει πλαστογραφηθεί, αλλά αντίθετα έχει υπογραφεί κάτω δεξιά από τον ΜΕ1, ο οποίος έθεσε τη μονογραφή του δεξιά και αριστερά από το μέρος του κειμένου που διαγράφηκε. Η γενική εντύπωση που ο ΜΥ1 άφησε στο Δικαστήριο είναι πως ήτο ειλικρινής σε σχέση με το πλείστο μέρος των θέσεων που προέβαλε, καθότι επέδειξε σταθερότητα στην προβολή αυτών, αλλά και επειδή μέρος των όσων ανέφερε συνάδει με έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, και επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Η θέση του ΜΥ1 ότι ανέφερε στον ΜΕ1 ότι θα προέβαινε σε κάποια επένδυση γίνεται αποδεκτή. Η θέση του αυτή ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, όπως σταθερή ήταν και η θέση ότι το ποσό που ο ίδιος επένδυσε ανερχόταν στις Λ.Κ.14.000. Η θέση του αυτή συνάδει περαιτέρω με το γεγονός ότι η συναλλαγματική Τεκμήριο 10Α εξεδόθη για το ποσό των Λ.Κ.84.000, που αποτελείτο από τις Λ.Κ.70.000 που ο ΜΕ1 επένδυσε και τις Λ.Κ.14.000 που ο ΜΥ1 επένδυσε. Αν οι Λ.Κ.14.000 ήταν ο τόκος/μέρισμα που ο ΜΕ1 θα δικαιούτο σε σχέση με την επένδυση, ως η θέση που υποβλήθηκε στον ΜΥ1, τούτο θα σήμαινε ότι ο ΜΕ1 θα έπρεπε να λαμβάνει μέρισμα ύψους Λ.Κ.2.000 τον μήνα (δεδομένου ότι η συναλλαγματική είχε διάρκεια 7 μήνες - εξεδόθη στις 1.4.03 και ήτο πληρωτέα στις 1.10.03), κάτι το οποίο, ως θέμα λογικής, ασφαλέστατα θα γνώριζε ο ΜΕ1 και θα αναμένετο να το αναφέρει και ο ίδιος. Πλην όμως, ο ΜΕ1 ουδέποτε αναφέρθηκε σε συμφωνία λήψης τέτοιου μερίσματος από τον ίδιο από την επένδυση. Σταθερή ήταν επίσης η θέση του ΜΥ1 η οποία δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο της επίμονης αντεξέτασης του, ότι ο ίδιος δεν εγγυήθηκε τον ΜΥ2 σε σχέση με το ισχυριζόμενο από τον ΜΕ1 δάνειο προς τον ΜΥ2 ύψους Λ.Κ.70.000. Δεδομένης της διαπιστωθείσας σταθερότητας στην προβαλλόμενη από τον ΜΥ1 θέση, αλλά και της απόρριψης της θέσης του ΜΕ1 ότι έδωσε το εν λόγω ποσό στον ΜΥ2 ως δάνειο, και αυτή η θέση του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ1 ανέφερε περαιτέρω ότι ο ΜΕ1, όντας ιδιαίτερα ενοχλημένος από την ανεπιτυχή επένδυση των χρημάτων του, τού είπε ότι τηλεφώνησε επανειλημμένα στην ΜΥ3 ζητώντας της να του επιστρέψει τα χρήματα του, λέγοντας (ο ΜΥ1) ότι αυτό έγινε και στην παρουσία του. Επί τούτου σημειώνω κατ' αρχάς ότι γίνεται αποδεκτή η θέση του ΜΥ1 ότι η ΜΥ3 επέστρεψε στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.3.000, κάτι που έγινε στην παρουσία του στο μαγαζί που διατηρεί, αφού, πέραν της σταθερότητας στην εκδοχή του, η εν λόγω συνάντηση έγινε εμμέσως παραδεκτή από τον ΜΕ1 (ως ανωτέρω αναφέρθηκε στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1), αλλά και επιβεβαιώθηκε από την ίδια την ΜΥ3. Θα ήταν δε παράλογο να αποδεχθεί κάποιος ότι η παράδοση του εν λόγω ποσού από την ΜΥ3 έγινε χωρίς προηγούμενη όχληση από μέρους του ΜΕ1. Δεδομένης και της απόρριψης της θέσης του ΜΕ1 ότι ο ίδιος δεν άκουσε το όνομα της ΜΥ3 προ του 2007, αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 επικοινώνησε με τη ΜΥ3, ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων του, επικοινωνία της οποίας ακολούθησε η συνάντηση του Δεκεμβρίου του 2003. Σε σχέση, τώρα, με το δάνειο που, κατά τη θέση του, παρείχε στον ΜΕ1, πρέπει να σημειώσω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν ήταν χωρίς αντιφάσεις. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του προέβαλε τη θέση ότι «σε μεταγενέστερο στάδιο»,[24] (δηλαδή σε στάδιο μεταγενέστερο της επένδυσης) και λόγω οικονομικών δυσκολιών που ο ΜΕ1 αντιμετώπιζε λόγω και της ανεπιτυχούς επένδυσης του ποσού των Λ.Κ.70.000, ο ΜΕ1 του ζήτησε δάνειο,[25] εντούτοις κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι άρχισε να δίνει χρήματα στον ΜΕ1 αρκετά πριν την επένδυση (ίσως 9 έως 12 μήνες πριν), και ότι πριν την επένδυση είχε ήδη δανείσει στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.25.000 - Λ.Κ.30.000. Ερωτηθείς γιατί δεν ζήτησε την επιστροφή του εν λόγω ποσού όταν ο ΜΕ1 έλαβε το ποσό των εκατόν και πλέον χιλιάδων λιρών από την απαλλοτρίωση (Τεκμήριο 2 - Μάρτιος του 2003), ανέφερε ότι ο ΜΕ1 τότε είχε διάφορες ανάγκες και ο ΜΕ1 τον παρακάλεσε, εφόσον είχαν και την αγωγή την πρώτη που «εβγήκε απόφαση», ως ανέφερε (προφανώς αναφερόταν στην αγωγή 6311/06), μόλις έπαιρνε εκείνα τα λεφτά, θα του τα επέστρεφε, θέση η οποία στερείται πειστικότητας αφού η απόφαση (Τεκμήριο 11) εκδόθηκε πολύ αργότερα, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2006. Ούτε και ανέφερε ο ΜΥ1 με ακρίβεια είτε τα ακριβή ποσά που κατά καιρούς δάνειζε στον ΜΕ1 (δηλαδή τι ποσό δάνεισε σε κάθε ημερομηνία που το δάνεισε) είτε τους λόγους για τους οποίους του τα δάνειζε. Όμως, παρά τις πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΥ1, δεν είμαι διατεθειμένη να απορρίψω αυτήν για τους λόγους που θα εξηγήσω. Η θέση του ΜΥ1 ότι στις 9.2.2007 ο ΜΕ1 υπέγραψε το Τεκμήριο 7, θέση, αφενός σταθερή και αταλάντευτη, αφετέρου συνάδουσα και με την ήδη αξιολογηθείσα μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου, γίνεται αποδεκτή. Στο εν λόγω έγγραφο, ο ΜΕ1 εγγράφως αναγνωρίζει ότι δανείστηκε σε διάφορες ημερομηνίες από τον ΜΥ1 ποσά, τα οποία στις 9.2.07 ανήρχοντο στις Λ.Κ.43.236. Ο ΜΕ1 δεν προώθησε τη θέση ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο υπό πλάνη, υπό απειλή ή υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες που να τείνουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αλήθεια και την ορθότητα των όσων καταγράφονται σε αυτό. Η μοναδική θέση που προβλήθηκε από τον ΜΕ1 σε σχέση με το εν λόγω έγγραφο, ήταν ότι η υπογραφή του επ' αυτού ήτο πλαστογραφημένη, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Της απόρριψης δε της θέσης τούτης του ΜΕ1, δεν απομένει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ως προς τις συνθήκες υπογραφής της βεβαίωσης δανεισμού από τον ΜΕ1 και η θέση του ΜΥ1, η οποία ήταν σταθερή, ότι αυτή η βεβαίωση δανεισμού υπεγράφη από τον ΜΕ1 με την ελεύθερη βούληση του τελευταίου, γίνεται αποδεκτή. Η υπογραφή του εν λόγω εγγράφου από τον ΜΕ1 και το περιεχόμενο του επιβεβαιώνει τον ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 πράγματι δανείστηκε από τον ΜΥ1 διάφορα ποσά τα οποία στις 9.2.07 ανήρχοντο στις Λ.Κ.43.236, αφού δεν είναι λογικό πρόσωπο να υπογράφει έγγραφο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 αν δεν δανείστηκε πράγματι το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Και η προφορική μαρτυρία του ΜΥ1 ότι ο δανεισμός έγινε σε διάφορες ημερομηνίες, συνάδει με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 7, ενώ με τη σειρά του το γεγονός αυτό εξηγεί την αδυναμία ακριβούς αναφοράς από μέρους του ΜΥ1 στο ποιο ποσό δόθηκε εκάστη ημερομηνία στην οποία αυτό δόθηκε. Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί πως αν και υπάρχει άρνηση ως προς το ότι παρέλαβε οποιαδήποτε ποσά ως μέρος δανείου, εντούτοις είναι αποδεκτό από τον ΜΕ1, τόσο δικογραφικά όσο και διά της προφορικής του μαρτυρίας, ότι ο ΜΥ1 του έδωσε, και μάλιστα σε διάφορες ημερομηνίες το παραπλήσιο συνολικό ποσό των Λ.Κ.40.000. Η εκδοχή του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ1 δίδοντας του τα εν λόγω ποσά του επέστρεφε «σιγά-σιγά» το ποσό των Λ.Κ.70.000 που είχε δανείσει ο ίδιος στον ΜΥ2 με την εγγύηση του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή, για τους λόγους που ήδη με λεπτομέρεια εξήγησα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1, μη αποδεχόμενη τη θέση ότι ο ΜΕ1 δάνεισε στον ΜΥ2 το ποσό των Λ.Κ.70.000. Ο ΜΕ1 δεν προέβαλε άλλη εκδοχή (πέραν, δηλαδή, της απορριφθείσας), ως προς τους λόγους για τους οποίους του δόθηκαν τα εν λόγω ποσά από τον ΜΥ1, κάτι που ενισχύει περαιτέρω το συμπέρασμα περί της ορθότητας των αναφερομένων στην βεβαίωση δανεισμού. Όσον αφορά στο ύψος του ποσού που ο ΜΕ1 έλαβε από τον ΜΥ1, σημειώνω ότι όπως και ο ΜΥ1, ούτε ο ΜΕ1 αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο πότε του δόθηκαν τα διάφορα ποσά που συμποσούνται σε Λ.Κ.40.000 και δέχτηκε ότι έλαβε από τον ΜΥ1. Το μόνο που ανέφερε είναι ότι περιέλαβε το ποσό των τριών επιταγών (Τεκμήριο 8 - σύνολο Λ.Κ.3.500) στο ποσό των Λ.Κ.40.000,[26] αφαιρουμένων των οποίων προκύπτει ότι ο ΜΕ1 παραδέχεται ότι ο ΜΥ1 του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.36.500 πριν την έκδοση των τριών επιταγών (8.7.07). Θέση του ΜΥ1 είναι ότι στο ποσό των Λ.Κ.43.236 περιλαμβάνεται επιταγή ύψους Λ.Κ.4.000 την οποία έδωσε στον Χατζηττοφή στις 9.2.07, εγγυητή του ΜΕ1, για να καταβάλει χρέος του ΜΕ1 στην τράπεζα. Δηλαδή, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 7 (9.2.07) είχε δώσει στον ΜΕ1 το ποσό των Λ.Κ.39.236 (ποσό στο οποίο προστέθηκαν οι Λ.Κ.4.000 για να προκύψει το τελικό ποσό των Λ.Κ.43.236). Παρατηρείται συναφώς ότι έστω και με τη μη ανάλυση από τους ΜΕ1 και ΜΥ1 των ποσών που δόθηκαν από τον ΜΥ1 στον ΜΕ1, τα δύο ποσά είναι πολύ κοντά. Τούτο ενισχύει τη μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με τα ποσά που έδωσε στον ΜΕ1. Δεδομένης δε της έγγραφης αναγνώρισης του ΜΕ1 ότι τα ποσά που δανείστηκε συμποσούντο στις 9.2.07 σε Λ.Κ.43.236 (ποσό που αποτελείται, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1 από Λ.Κ.39.236 συν Λ.Κ.4.000 τις οποίες εγγράφως ο ΜΕ1 δέχτηκε ότι αποτελούν δανεισμό προς τον ίδιο), δέχομαι ότι πράγματι αυτό είναι το ποσό που ο ΜΥ1 έδωσε στον ΜΕ1 μέχρι τις 9.2.07. Περαιτέρω, και όσον αφορά τις τρεις επιταγές συνολικού ύψους Λ.Κ.3.500 (Τεκμήριο 8), που εξεδόθησαν μετά την 9.2.07 σημειώνω τα εξής. Αν και η μία εκ των τριών επιταγών (ύψους Λ.Κ.2.000) εξεδόθη προς όφελος της μητέρας του ΜΕ1, δεδομένης της δήλωσης του ΜΕ1 ότι περιέλαβε τα ποσά και των τριών επιταγών στο ποσό των Λ.Κ.40.000,[27] αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο ίδιος είναι που εν τέλει επωφελήθηκε από την παραχώρηση και του ποσού των Λ.Κ.2.000 στη μητέρα του, και δεδομένης της μαρτυρίας του ΜΥ1 η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι τα ποσά αυτά δόθηκαν κατόπιν παράκλησης του ΜΕ1 και στη βάση υπόσχεσης του τελευταίου για επιστροφή τους, δέχομαι ότι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.500 δόθηκε από τον ΜΥ1 επίσης ως δάνειο προς τον ΜΕ1 μετά την 9.2.07. Ως προς το ποσό που εξακολουθεί να οφείλεται στον ΜΥ1, και παρά το γεγονός ότι ο ΜΥ1 ζήτησε μέσω της μαρτυρίας του την έκδοση απόφασης, μεταξύ άλλων ως η παρ. Β της Ανταπαίτησης του[28] (που αφορά στο ποσό των Λ.Κ.3.500), ο ΜΥ1 ρητώς ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι ο ΜΕ1 του οφείλει σήμερα το ποσό των Λ.Κ.43.236.[29] Της εν λόγω δήλωσης δοθείσας, και ελλείψει οποιασδήποτε διόρθωσης της δήλωσης αυτής από τον ΜΥ1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ή παροχής άλλης εξήγησης γιατί το ποσό των Λ.Κ.3.500 δεν περιλήφθηκε στο ποσό που ο ΜΥ1 δήλωσε ότι σήμερα του οφείλει ο ΜΕ1, δεν μπορώ να αποδεκτώ ότι το ποσό των Λ.Κ.3.500 εξακολουθεί να οφείλεται. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι με τη δήλωση του ο ΜΥ1 περιόρισε την απαίτηση του στο ποσό των Λ.Κ.43.236. Τέλος, δεδομένης της γενικότερης αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ1 σε σχέση με τον δανεισμό προς τον ΜΕ1, αποδεκτή γίνεται και η θέση του, η οποία επίσης δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, ότι ζήτησε από τον ΜΕ1 την επιστροφή των ποσών που του δάνεισε, όμως ο ΜΕ1 δεν εξόφλησε τα εν λόγω ποσά. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτό για τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα, θεωρώ ότι ο ΜΥ1 δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα όσα πιστεύω ότι γνώριζε σε σχέση με την επένδυση που έγινε. Σε σχέση με την επένδυση, θέση του ΜΥ1 είναι ότι στις 5.3.03 ανέφερε στον ΜΕ1 ότι προτίθετο να επενδύσει κάποιο ποσό στο Βιβλιοπωλείο, την ίδια ημέρα ο ΜΕ1 αποφάσισε να επενδύσει και ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ.70.000, την ίδια μέρα έλαβε χώρα συνάντηση με τον ΜΥ2 στα πλαίσια της οποίας ο ΜΕ1 του ζήτησε να μεσολαβήσει ούτως ώστε να δοθεί το ποσό άμεσα στον Φιλίππου, πριν δε γίνει η παράδοση του ποσού των Λ.Κ.70.000, ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι τόσο η ΜΥ3 όσο και ο Φιλίππου του επιβεβαίωσαν ότι η επένδυση θα απέφερε σε αυτόν κέρδος Λ.Κ.1.050 μηνιαίως. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι δεν πείθει καθόλου η θέση ότι όλα τα πιο πάνω γεγονότα έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα, ήτοι στις 5.3.03. Λογικό είναι πως απαιτείτο κάποια προεργασία και γι' αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση μεταξύ του ΜΥ1 και του ΜΕ1 για την επένδυση καθώς και η απόφαση του ΜΕ1 να διαθέσει και ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ.70.000 για επενδυτικούς σκοπούς προηγήθηκε της 5.3.03, προς τούτο δε συνηγορεί η μαρτυρία του ΜΥ2 ότι περί τον Φεβρουάριο έλαβε γνώσιν, μέσω του ΜΥ1, ότι ο ΜΕ1 επιθυμούσε να επενδύσει το ποσό των Λ.Κ.70.000. Πέραν τούτου όμως, το πλέον σημαντικό είναι ότι θέση της ΜΥ3 είναι ότι η ίδια δεν γνώριζε τα πρόσωπα που θα διέθεταν ποσά για το Βιβλιοπωλείο και ότι γνώρισε τους ΜΥ1 και ΜΥ2 μετά την παγοποίηση της επέκτασης του Βιβλιοπωλείου (η οποία τοποθετείται χρονικά περί τα μέσα του 2003), οι οποίοι και της ανέφεραν ότι χρήματα για την επέκταση είχε διαθέσει και ο ΜΕ1. Συνεπώς, η ΜΥ3 δεν είχε ακούσει πριν το εν λόγω χρονικό σημείο το όνομα οποιουδήποτε επενδυτή, περιλαμβανομένου εννοείται και αυτό του ΜΕ1. Τούτου δοθέντος, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ο ΜΕ1 ανέφερε στον ΜΥ1 ότι μίλησε τόσο με τον Φιλίππου όσο και με την ΜΥ3 πριν την παράδοση του ποσού των Λ.Κ.70.000 από τους οποίους έλαβε διαβεβαιώσεις ως προς το μέρισμα, δεδομένου ότι ο ΜΕ1 δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να δηλώσει αναληθώς (σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ3) κάτι τέτοιο στον ΜΥ1. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 προωθώντας τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων[30] ανέφερε ότι μετά την επιβεβαίωση που ο ΜΕ1 έλαβε από την ΜΥ3 (την οποία, υπενθυμίζω, τοποθέτησε χρονικά στις πρώτες μέρες του μηνός Μαρτίου του 2003) ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ΜΥ2, ως ο ΜΥ2 του ανέφερε, να μεσολαβήσει για τη σύναψη προς όφελος του ΜΕ1 τεσσάρων ασφαλειών με σκοπό την περαιτέρω επένδυση του μερίσματος που ο ΜΕ1 θα ελάμβανε από το Βιβλιοπωλείο. Αντιφατικά προς την εν λόγω θέση του, αντεξετασθείς ανέφερε ότι οι ασφάλειες συνήφθησαν περί τα τέλη του 2006 (προφανώς εννοούσε 2002) και οπωσδήποτε πριν τα Χριστούγεννα. Όμως οι πιο πάνω θέσεις του ΜΥ1 δεν επιβεβαιώνονται, αλλά αντίθετα καταρρίπτονται από τον ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε ότι οι τέσσερεις ασφάλειες προς όφελος του ΜΕ1 συνήφθησαν τον Ιούνιο του 2002 (Τεκμήριο 12), προβάλλοντας μάλιστα τον ισχυρισμό ότι αυτές είναι παντελώς ασύνδετες με την επένδυση στο Βιβλιοπωλείο. Επιπλέον, σχημάτισα την εντύπωση ότι ο ΜΥ1 προσπάθησε μέσα από τη μαρτυρία του να υποβαθμίσει όσο το δυνατό περισσότερο την εμπλοκή του ΜΥ2 στην επένδυση. Ο ΜΥ1, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του[31] όσο και κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή αρ. 6311/2006 κινήθηκε από τον ίδιο προσωπικά, εκπροσωπώντας ένα αριθμό ατόμων που είχαν επενδύσει στο Βιβλιοπωλείο. Μάλιστα, σε ερώτηση γιατί η αγωγή κινήθηκε από τον ίδιο και όχι από τον ΜΥ2, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ο ΜΥ2 μεσολάβησε μόνο για να δώσει τα χρήματα στον Φιλίππου. Και σε επόμενη ερώτηση αν τελικά ήταν ο ίδιος ο επενδυτής ή ο ΜΥ2, απάντησε ότι ήταν ο ίδιος ο επενδυτής. Η θέση του ΜΥ1 ότι κίνησε ο ίδιος την αγωγή καταρρίπτεται τόσο από το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (Τεκμήριο 14), όσο και από την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής την οποία ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 11), έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι η εν λόγω αγωγή κινήθηκε από τον ΜΥ2 και όχι από τον ΜΥ1. Όσον δε αφορά τη θέση του που εκφράστηκε στην αρχή της αντεξέτασης του ότι ήταν ο ίδιος ο επενδυτής, αυτή αναιρέθηκε την επόμενη δικάσιμο, όταν ανέφερε ότι ο ίδιος δεν επένδυσε χρήματα πέραν των Λ.Κ.14.000 αλλά ο ΜΥ2 επένδυσε, αλλά και από τη μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος ανέφερε ότι επένδυσε ένα αρκετά μεγάλο ποσό χρημάτων (πολλαπλάσιο αυτού που επένδυσε ο ΜΥ1) στο Βιβλιοπωλείο. Των ανωτέρω δοθέντων, αν και δέχομαι ότι μεγάλα ποσά χρημάτων διατέθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς, κρίση μου είναι ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα στη βάση της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως προς την ακριβή φύση της επένδυσης ή τον ρόλο κάθε προσώπου σε αυτήν. Ο ΜΥ2 παρέμεινε σταθερός στις πλείστες εκ των θέσεων που προέβαλε, παρά την μακρά αντεξέταση του η οποία εκτάθηκε σε τρεις δικασίμους. Η θέση του ότι δεν δανείστηκε το ποσό των Λ.Κ.70.000 από τον ΜΕ1, αλλά ότι έλαβε το εν λόγω ποσό για να επενδυθεί εκ μέρους του ΜΕ1 και προς όφελος του τελευταίου γεγονός το οποίο ο ΜΕ1 γνώριζε, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, ούτε και προσκομίστηκε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να τείνει να αντικρούσει αυτήν και συνεπώς η εν λόγω θέση του ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά το Τεκμήριο 7, δεδομένης της αποδοχής της γνησιότητας της υπογραφής του ΜΕ1 επ' αυτού, αλλά και της σταθερότητας της θέσης του ΜΥ2 ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με το εν λόγω έγγραφο και την κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση αυτού, οι θέσεις του ΜΥ2 γίνονται αποδεκτές. Αποδεκτή, ως σταθερή και συνεπής, γίνεται επίσης η θέση του ότι μεγάλα ποσά προερχόμενα τόσο από τον ίδιο όσο και από τους ΜΕ1 (Λ.Κ.70.000) και ΜΥ1 (Λ.Κ.14.000) διατέθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς, στη δε επένδυση εμπλεκόταν ο συνάδελφος του Μάριος Φιλίππου στον οποίο ο ΜΥ2 παρέδιδε τα χρήματα. Επιπλέον, η θέση του ότι τα ποσά που επενδύονταν καλύπτονταν από συναλλαγματικές εκδοθείσες από τη ΜΥ3 προς τον Φιλίππου επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 10Α και 13 και γίνεται αποδεκτή. Περαιτέρω, αποδεκτή γίνεται η θέση του ότι οι δύο επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 αφορούσαν στα μερίσματα των μηνών Απριλίου και Μαΐου του 2003, αφού τούτο συνάδει με το γεγονός ότι η συναλλαγμα