← Κύπρος

Airport Management Company Ltd κ.α. ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ FBME BANK LIMITED, Αρ. Αίτησης:905/15, 10/5/2017

Airport Management Company Ltd κ.α. ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ FBME BANK LIMITED, Αρ. Αίτησης:905/15, 10/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:905/15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 1997 ΕΩΣ (ΑΡ. 8) ΤΟΥ 2015, Ν.66(Ι)/1997 - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2013-2014, Ν.17(Ι)/2013 - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 - και - ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ FBME BANK LIMITED Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΝΖΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΩΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 347 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 113 Αίτηση ημερ. 22.12.2015 εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Αρχής Εξυγίανσης για Έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει την Ειδική Εκκαθάριση της FBME Bank Ltd και άλλων συναφών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 10 Μαΐου, 2017. Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κ. Ν. Γεωργιάδης με κα Α. Αθανασιάδου για Γεωργιάδη και Πελίδη ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ης η Αίτηση FBME Bank Limited και για Μετόχους αυτής (Ayoub Farid Michel Saab και Fadi Michel Saab): κ. Γ. Ζ. Γεωργίου με κα Ν. Βανέζη, κ. Πασιαρδή και κ. Κατσαμπρόκκη για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ και για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Καταθέτες-Πιστωτές (Airport Management Company Ltd, Alamo Ltd): Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης με κ. Αλ. Ταλιαδώρο και κα Δ. Γεωργιάδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ.. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η Αρχή Εξυγίανσης (δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης), με την υπό εκδίκαση Αίτηση αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου για ειδική εκκαθάριση της FBME Bank Ltd, η οποία είναι Τράπεζα που έχει συσταθεί - εγγραφεί στην Τανζανία, και για διορισμό ειδικού εκκαθαριστή αυτής. Σημειώνεται εδώ ότι οι αρμόδιες αρχές της Τανζανίας έχουν χορηγήσει άδεια στην FBME Bank Ltd για να ασκεί, και συνεχίζει να ασκεί, τραπεζικές εργασίες στην Τανζανία. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη διεύθυνση 7 Samora Avenue, P.O. Box 8298, Dar Es Salaam, Τανζανία. Στην Κύπρο η FBME Bank Ltd έχει εγγραφεί ως αλλοδαπή Εταιρεία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε στην FBME Bank Ltd άδεια για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους του 1997 έως (ΑΡ. 8) Ν. 66(Ι)/1997 περιλαμβανομένων των άρθρων 2, 2(A), 4, 4(A), 8, 10 (Ζ), 26, 30, 31, 33 Β δις, 41 (Δ) και το Μέρος XIII, στους Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013 έως 2014 Ν. 17(Ι)/2013 περιλαμβανομένων των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9, 14, 15, 16, 18 και 27 στους Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμους του 2002 έως (ΑΡ. 3) του 2014 Ν. 138(Ι)/2002 περιλαμβανομένων των άρθρων 2, 5 και 6 στον Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 Ν. 16(Ι)/2013 περιλαμβανομένων των άρθρων 1-13, στους Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2013, στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 (όπως τροποποιήθηκε) περιλαμβανομένων των άρθρων 2, 211, 213, 214, 226, 227, 233, 259, 300, 347, 352 και 362, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς περιλαμβανομένων των Κανονισμών 2, 3, 4 και 8, στους Περί Πολιτικής δικονομίας Κανονισμούς Δ. 48, θ. 1-13, Δ. 64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 περιλαμβανομένων των άρθρων 29 και 32, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεων) Κανονισμούς του 1933, Κανονισμός 92, στους Αγγλικούς Companies (Winding
  2. up)Rules του 1949 και επί των αρχών του κοινοδικαίου, των γενικών και συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.» Αρχικά οι Αιτήτριες είχαν καταχωρίσει δύο Αιτήσεις, μια Μονομερή και μια Δια Κλήσεως. Και με τις δύο Αιτήσεις αξίωναν τις ίδιες ακριβώς θεραπείες. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα με την Μονομερή Αίτηση για τους λόγους που εξηγούνται στην Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 29.12.15. Η Απόφαση του αυτή υπήρξε αντικείμενο Αίτησης εκ μέρους των Αιτητριών για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων (σχετική είναι η Απόφαση ημερ. 12.1.16, στην Πολιτική Αίτηση 178/15, Αίτηση των Αιτητριών για έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων). Τελικά, οι Αιτήτριες απέσυραν την Αίτηση που καταχώρισαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με άλλη Ενδιάμεση Απόφασή του ημερομηνίας 16.3.16, απέρριψε την μια εκ των δύο Αιτήσεων για ειδική εκκαθάριση. Οι λόγοι της απόρριψης εμφαίνονται στην Απόφαση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Δημητρίου, Αναπληρωτή Ανώτερου Διευθυντή στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο οποίος στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει τα ακόλουθα: «Κατέχω τη θέση του Αναπληρωτή Ανώτερου Διευθυντή στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ΚΤΚ και την Αρχή Εξυγίανσης (η «ΑΕ») (συλλογικά εφεξής αναφερόμενες ως η «ΚΤΚ»), να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση για λογαριασμό τους. Οι αρμοδιότητές μου στην ΚΤΚ περιλαμβάνουν την εποπτεία και ρύθμιση αδειοδοτημένων πιστωτικών ιδρυμάτων («ΑΠΙ»), συμπεριλαμβανομένης της αδειοδότησης τους. Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης λόγω της ιδιότητας μου, καθώς επίσης από γεγονότα και στοιχεία που τηρούνται στους σχετικούς φακέλους της ΚΤΚ. Όταν αναφέρομαι σε γεγονότα για τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση, αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησής μου. Τυχόν αναφορές σε νομικά ζητήματα γίνονται κατόπιν σχετικής συμβουλής των δικηγόρων που ενεργούν εκ μέρους της ΚΤΚ». Ως ελέχθη, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε με Μονομερή Αίτηση τα αιτούμενα διατάγματα. Με οδηγίες του καταχωρίστηκαν Ενστάσεις τόσο από την Καθ΄ ης η Αίτηση όσο και από Πιστωτές αυτής. Συγκεκριμένα, η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε στις 12.1.16 την Ένστασή της, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «1. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον η Καθ΄ης η Αίτηση έχει συσταθεί βάσει των Νόμων της Δημοκρατίας της Τανζανίας και έχει την έδρα της εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. 2. Τα αιτούμενα διατάγματα αντίκεινται στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, στους κανόνες διεθνούς δικαίου, στο Τανζανικό Δίκαιο και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. 3. Η παρούσα διαδικασία είναι άκυρη ή/και παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και δεν μπορεί να επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα εφόσον έχει εκκινηθεί κατά παράβαση ρητών προνοιών της νομοθεσίας. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης. 5. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται βάσει της σχετικής νομοθεσίας να αιτούνται και οι δύο ταυτόχρονα την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων και/ή δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και/ή δεν είναι εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και/ή η αίτηση δεν συνοδεύεται από διοριστήριο δικηγόρου. 6. Η αίτηση είναι πρόωρη ή/και δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί οι αναγκαίες προϋποθέσεις για καταχώρηση της εφόσον εκκρεμεί η Προσφυγή 1658/15 ενάντια στην απόφαση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος της Καθ' ης η Αίτηση καθώς και αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής της εν λόγω ανάκλησης αμφότερες των οποίων καταχωρήθηκαν στις 22/12/15 και είναι ορισμένες ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου στις 22/1/16. 7. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση ή/και η ένορκος δήλωση που την υποστηρίζει είναι ετεροχρονισμένη ή/και άκυρη. 8. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από συγκατάθεση του προτεινόμενου ειδικού εκκαθαριστή ή/και από οποιοδήποτε αποδεικτικό των προσόντων και ικανοτήτων αυτού σε θέματα ειδικής εκκαθάρισης ΑΠΙ. 9. Ο προτεινόμενος ειδικός εκκαθαριστής δεν πληροί τα κριτήρια του νόμου για διορισμό ή/και δεν έχει την απαιτούμενη πείρα και προσόντα για να ενεργήσει ως ειδικός εκκαθαριστής ή/και δεν παρατίθεται συγκεκριμένος λόγος για το διορισμό του κ. Πέτρου Ιωαννίδη που να τον καθιστά το κατάλληλο άτομο για να διοριστεί ως ειδικός εκκαθαριστής. 10. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση ή/και υπέρβαση εξουσίας από τους Αιτητές εφόσον επιζητείται ειδική εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση στην Τανζανία ενώ ουδέποτε ανακλήθηκε η άδεια της Καθ' ης η Αίτηση να διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Τανζανία ή/και η Καθ' ης η Αίτηση δεν βρίσκεται υπό εξυγίανση στα πλαίσια του Νόμου 17(Ι)/2013 ως έχει τροποποιηθεί. 11. Οι Αιτητές κακόπιστα και/ή βάσει αλλότριων σκοπών και/ή συμφερόντων καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, καθότι έχουν ανακαλέσει κακόπιστα και/ή βάσει αλλότριων σκοπών και/ή συμφερόντων την άδεια που δόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών μέσω του υποκαταστήματος που διατηρούν στη Κύπρο, εφόσον το αρχικό μέτρο εξυγίανσης το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδας της Δημοκρατίας στις 21/07/2014, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος I, Κ.Δ.Π. 356/2014 ήταν η πώληση εργασιών του υποκαταστήματος το οποίο και παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. 12. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4Α του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 έως (Αρ.8) του 2015, Ν.66(Ι)/1997, καθότι η Καθ' ης η Αίτηση ήταν πάντα σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των πιστωτών της και συγκεκριμένα κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης η ρευστότητα του πιστωτικού ιδρύματος ανερχόταν σε 104%. 13. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7

(3)του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/2013, για να είναι δυνατή η εισήγηση ανάκλησης της άδειας της Καθ' ης η Αίτηση από τους Αιτητές
  1. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον καθώς αποτελεί προσχεδιασμένη ενέργεια καταστροφής της Καθ' ης η Αίτηση για συγκάλυψη των παράνομων ή/και παράτυπων ενεργειών των Αιτητών οι οποίες αποτέλεσαν το υπόβαθρο της Κ.Δ.Π 356/2014 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα και τείνει να προκαταλάβει και/ή να επηρεάσει δυσμενώς προγενέστερες δικαστηριακές και/ή διαιτητικές διαδικασίες και οι οποίες έχουν εγερθεί και/ή εκκινήσει σε άλλες δικαιοδοσίες εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  2. Οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση με σκοπό όπως επιβεβαιώσουν και/ή επικυρώσουν ετεροχρονισμένα τη λανθασμένη τους απόφαση να θέσουν το Υποκατάστημα της Καθ' ης η Αίτηση υπό εξυγίανση δυνάμει της Κ.Δ.Π 356/2014, προτού αποφασίσει επί του θέματος το αρμόδιο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή 1024/
  3. Οι Αιτητές με τις δικές τους πράξεις και παραλείψεις επέφεραν πλήγματα στην Καθ' ης η Αίτηση και δημιούργησαν το πλαίσιο το οποίο επικαλούνται οι Αιτητές ως υπόβαθρο για την Αίτησή τους.
  4. Η αίτηση αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον και συγκεκριμένα στα συμφέροντα των πιστωτών και εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των Αιτητών, καθότι οι Αιτητές είχαν και έχουν την δυνατότητα να καταβάλλουν σε όλους τους καταθέτες διπλάσιο ποσό από ότι οι καταθέτες θα λάβουν σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων από το Σχέδιο Προστασίας Καταθετών και δεν το πράττουν για να μην επιβαρυνθεί το Σχέδιο, γεγονός που έντεχνα και εσκεμμένα αποκρύβουν οι Αιτητές.
  5. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί τέτοιου είδους διάταγμα υπό τις περιστάσεις καθότι επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντα τρίτων ατόμων ήτοι των καταθετών και πιστωτών των Καθ' ων η Αίτηση.
  6. Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η Αίτηση πάσχει και/ή τα άρθρα του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 τα οποία επικαλούνται οι Αιτητές δεν σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την υπό εξέταση αίτηση ή/και δεν υφίσταται δυνάμει των άρθρων αυτών το αναγκαίο δικαιοδοτικό βάθρο για την εξέταση της αίτησης.
  7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης.
  8. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη ή/και μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων ή/και αναφέρονται γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή/και είναι παραπλανητικά.
  9. Έγκριση της παρούσας αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση και ειδικότερα στους καταθέτες αυτών.
  10. Είναι πρόσφορο και δίκαιο στην παρούσα περίπτωση όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
  11. Περαιτέρω λόγοι εμφαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκο Δήλωση του κ. Ayoub Farid Michel Saab.
  12. Η αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρη καθότι δεν στηρίζεται σε νόμιμα ληφθείσα απόφαση αρμόδιου οργάνου στα πλαίσια των Νόμων Ν.66(Ι)/97 και/ή Ν.17(Ι)/2013 και/ή 138(Ι)/2002 από τους Αιτητές ΚΤΚ ή/και Αρχή Εξυγίανσης, για να τεθεί η Καθ' ης η Αίτηση σε καθεστώς Ειδικής Εκκαθάρισης.
  13. Η Αίτηση είναι εξ υπαρχής άκυρη καθότι η εξουσιοδότηση στους δικηγόρους των Αιτητών για έναρξη της διαδικασίας και καταχώρηση της Αίτησης δόθηκε από αναρμόδιο ή/και πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται βάσει της σχετικής νομοθεσίας να δώσει τέτοιες οδηγίες και/ή να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου ή/και δόθηκε καθ' υπέρβαση ή/και νόσφιση εξουσίας.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ayoub-Farid Michel Saab, ο οποίος στις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «
  14. Ι am the Chairman and 50% ultimate beneficial owner of FBME BANK LTD (the "Bank") which is a foreign company seated in Tanzania. The Bank carries on and conducts banking activities which includes the provision of financing and other banking facilities to the public, for which purpose it has a branch in Nicosia, Cyprus which is registered with the Cyprus Registrar of Companies and Official Receiver, under registration number AE
  15. I am authorised by the Bank and its Statutory Manager Mr. Lawrence Mafuru, to make this affidavit on its behalf.
  16. I am the appropriate person to make this sworn affidavit for the purposes of this application. The facts and matters set out in this affidavit are within my own knowledge, due to my direct involvement in this matter, unless stated otherwise, and I believe them to be true. Where I refer to information supplied by others, the source of the information is identified; facts and matters derived from other sources are true to the best of my knowledge and belief.» Κοινή Ένσταση καταχώρισαν στις 29.1.16 δύο Πιστωτές-Καταθέτες της FBME Bank Ltd. Πρόκειται για την Airport Management Company Ltd από Isle of Man, και Alamo Ltd από τη Μάλτα. Η Ένστασή τους βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α) Οι Αιτήτριες δε νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προβεί στην έκδοση των διαταγμάτων, τα οποία ζητούνται με τη μονομερή/ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 22.12.2015, για τους ακόλουθους λόγους:
  17. Οι Αιτήτριες καταχώρισαν δύο Αιτήσεις στις 22/12/2015, μία εναρκτήρια και μία μονομερή (ενδιάμεση), παρόλο που οι πρόνοιες του Άρθρου 33Βδις του Ν.66
(1)/1997, στην περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης Αδειοδοτημένου Πιστωτικού Ιδρύματος («ΑΠΙ»), προβλέπουν την καταχώριση, μόνο μίας μονομερούς αίτησης, ως εναρκτήριας.
  1. Εφόσον η επίδικη μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22/12/2015 καταχωρίσθηκε στο πλαίσιο της Εναρκτήριας Αίτησης Αρ. 905/2015, εξ ου και έλαβε τον ίδιο αριθμό, αναπόφευκτα, η επίδικη μονομερής αίτηση θεωρείται ως ενδιάμεση και όχι ως εναρκτήρια.
  2. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να προβεί στην έκδοση τελικού/διηνεκούς διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας και διορισμού ειδικού εκκαθαριστή, στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης, όπως είναι η υπό εξέταση.
  3. Ανεπίτρεπτα, με την εναρκτήρια αίτηση και την ενδιάμεση αίτηση ζητούνται επακριβώς οι ίδιες θεραπείες και οι εν λόγω δύο αιτήσεις υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις ταυτόσημου περιεχομένου.
  4. Σε περίπτωση έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων, στη βάση της μονομερούς ενδιάμεσης αίτησης, θα επιλυθεί οριστικά η διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αφού η Εναρκτήρια Αίτηση, οι θεραπείες της οποίας είναι ταυτόσημες με της μονομερούς, θα παραμείνει χωρίς αντικείμενο, κάτι που είναι νομικά και δικονομικά ανεπίτρεπτο.
  5. Εν πάση περιπτώσει, η ενδιάμεση μονομερής αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι καταχωρίσθηκε στο πλαίσιο εσφαλμένου εναρκτήριου μέσου, δηλαδή στο πλαίσιο εναρκτήριας αίτησης (δια κλήσεως), ενώ ο νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 33Βδις του Ν.66
(1)/1997 προβλέπει την καταχώριση μονομερούς εναρκτήριας αίτησης για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης και διορισμού ειδικού εκκαθαριστή. (Β) Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και συγκεκριμένα, με βάση τις πρόνοιες άρθρου 27 του Ν.17(Ι)/2013, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 33Βδις του Ν.66
(1)/1997, οι δύο Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνταν να καταχωρίσουν μαζί την υπό συζήτηση αίτηση για ειδική εκκαθάριση. Εφόσον οι Αιτήτριες θεωρούν ότι η Καθ' ης η Αίτηση βρίσκεται ακόμα υπό εξυγίανση, τότε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Ν. 17
(1)/2013, μόνο η Αρχή Εξυγίανσης νομιμοποιείτο στην καταχώριση Αίτησης εκκαθάρισης, ενώ η ΚΤΚ θα νομιμοποιείτο να καταχωρίσει αίτηση για ειδική εκκαθάριση, με βάση τις πρόνοιες του 33Βδις του Ν.66
(1)/1997, μόνο εάν η Καθ' ης η Αίτηση δεν βρισκόταν υπό εξυγίανση. (Γ) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33Βδις του Ν.66
(1)/1997, δεδομένου ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στην Τανζανία και όχι στην Κύπρο και απλώς ήταν εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία, κατόπιν άδειας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου («ΚΤΚ») να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. (Δ) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα ζητούμενα διατάγματα, αφού ουδέποτε ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της η Καθ' ης η Αίτηση, η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Τανζανία και όχι στην Κύπρο και/ή η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε τέθηκε υπό εξυγίανση στο πλαίσιο του Νόμου 17
(1)/2013. (Ε) Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, η ΚΤΚ είχε δικαίωμα να προβεί σε ανάκληση της άδειας που είχε χορηγήσει στην Καθ' ης η Αίτηση για άσκηση τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο μέσω του υποκαταστήματος της και όχι να ζητεί την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία είναι εγγεγραμμένη, σύμφωνα με τους νόμους της Τανζανίας και έχει την έδρα της στην Τανζανία. (ΣΤ) Με την υπό συζήτηση αίτηση και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν καταδεικνύεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 33Βδις του Νόμου 66
(1)/1997 για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης και ειδικότερα δεν πληρείται η προϋπόθεση της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Ζ) Με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο από τις Αιτήτριες όσο και από την Καθ' ης η Αίτηση, συμπεραίνεται ότι όλες οι ενέργειες, στις οποίες προέβη η ΚΤΚ ή/και η Αρχή Εξυγίανσης από τις 18/7/2014, που αποφάσισε η ΚΤΚ να θέσει υπό καθεστώς εξυγίανσης το υποκατάστημα της Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο, μέχρι και σήμερα, δεν εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον (το οποίο οι ίδιες οι Αιτήτριες εξομοιώνουν με το συμφέρον των καταθετών της FBME), αλλά είχαν ως αποτέλεσμα την παράλυση των εργασιών και των δραστηριοτήτων των καταθετών, κατά τρόπο ώστε να βρεθούν στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής. (Η) Η ΚΤΚ αποφάσισε από τις 18/7/2014 να θέσει υπό εξυγίανση το υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο και να εφαρμόσει ως μέτρο εξυγίανσης την πώληση εργασιών του υποκαταστήματος, χωρίς προηγουμένως να διεξαγάγει τη δέουσα ή οποιαδήποτε έρευνα για τη δυνατότητα εφαρμογής αυτού του μέτρου και/ή χωρίς να διαπιστώσει έγκαιρα το προφανές, ότι δηλαδή αυτό το μέτρο ήταν ακατάλληλο στην προκειμένη περίπτωση και αφήνοντας να διαρρεύσει διάστημα 17 μηνών μέχρι να αποφασίσει την εγκατάλειψη του εν λόγω μέτρου εξυγίανσης, παραγνωρίζοντας πλήρως τα δικαιώματα και τις εισηγήσεις και/ή απόψεις των καταθετών και εμποδίζοντας τους καταθέτες, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (17 μήνες), να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους, με αποτέλεσμα όχι μόνο να επέλθει η παράλυση των εργασιών τους και η οικονομική καταστροφή τους αλλά και να μειωθούν δραστικά οι πιθανότητες ανάληψης των καταθέσεων τους. (Θ) Το μέτρο εξυγίανσης, το οποίο απεφάσισε η ΚΤΚ και επεδίωξε να εφαρμόσει για 17 μήνες, το μόνο αποτέλεσμα που επέφερε ήταν να δημιουργούνται αχρείαστες τεράστιες δαπάνες και έξοδα, που είχαν ως συνέπεια να επέλθει μείωση των καταθέσεων των καταθετών και κατασπατάληση των αποθεμάτων της τράπεζας. (Ι) Πριν η ΚΤΚ θέσει υπό τον έλεγχο της την FBME οι καταθέτες δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα με τους λογαριασμούς και τις καταθέσεις που διατηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα, όλες οι εργασίες και οι δραστηριότητες τους διεξάγονταν κανονικά, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει από τις 18/7/2014 μέχρι και σήμερα, κατά την οποία περίοδο οι πιστωτές εμποδίζονται από το να έχουν οποιαδήποτε πρόσβαση και/ή χρησιμοποίηση και/ή ανάληψη των καταθέσεων τους από τους σχετικούς λογαριασμούς που διατηρούν στο υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο. (ΙΑ) Εφόσον ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εκκρεμεί η Προσφυγή υπ' αριθμό 1658/2015, η οποία καταχωρίσθηκε στις 22/12/2015 και με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση αμφισβητεί την εγκυρότητα και νομιμότητα της απόφασης της ΚΤΚ για ανάκληση της άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος στην Κύπρο, καθώς και η αίτηση για αναστολή της απόφασης για ανάκληση, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρείται η προϋπόθεση της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, η οποία προϋπόθεση καθορίζεται στο άρθρο 33Βδις, ώστε να προχωρήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης και διατάγματος διορισμού ειδικού εκκαθαριστή. (IB) Περαιτέρω, η καταχώριση των επίδικων αιτήσεων είναι πρόωρη, καταχρηστική και έρχεται σε αντίθεση με το δημόσιο συμφέρον και/ή τα συμφέροντα των καταθετών/πιστωτών, δεδομένου ότι η ίδια η FinCen, έχει αναλάβει να επανεξετάσει τις σχετικές αποφάσεις της αναφορικά με τις δραστηριότητες της FBME, επί των οποίων στηρίχθηκε η ΚΤΚ για να θέσει την FBME υπό καθεστώς εξυγίανσης και οι οποίες αποφάσεις, σε κάθε περίπτωση τελούν υπό αναστολή, μετά την έκδοση σχετικού προσωρινού διατάγματος από Αμερικανικό Δικαστήριο. (ΙΓ) Η εκ μέρους των Αιτητριών καταχώριση των Αιτήσεων για ειδική εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση, έρχεται σε αντίθεση με το δημόσιο συμφέρον, καθότι συνιστά καταστρατήγηση ή/και παραβίαση των Διαδικαστικών Διαταγμάτων, τα οποία εκδόθηκαν από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (International Chamber of Commerce ICC) («ΔΔΕ») και με τα οποία καλείται η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέρος της διαιτησίας, ενόσω εκκρεμεί η ολοκλήρωση της Διαιτησίας, να μη λάβει οποιαδήποτε μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να καταστρέψουν ανεπιστρεπτί τις επιχειρήσεις του Υποκαταστήματος της Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο. (ΙΔ) Εφόσον στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό συζήτηση Αίτηση δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το προτεινόμενο πρόσωπο συγκατατίθεται στο διορισμό του ως ειδικού εκκαθαριστή και επιπλέον δεν παρατίθενται οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι το προτεινόμενο πρόσωπο πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο 3(α) του άρθρου 33Βδις του Νόμου 66
(1)/1997,το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή διακριτικής ευχέρειας και/ή της δυνατότητας να ελέγξει την καταλληλότητα του και να προβεί στο διορισμό του, ως ειδικού εκκαθαριστή. (ΙΕ) Οι Αιτήτριες, ως υπόβαθρο για υποστήριξη της υπό συζήτηση αίτησης, επικαλούνται αδυναμίες της τράπεζας, οι οποίες, όμως, ήταν το αποτέλεσμα των δικών τους άστοχων ενεργειών και/ή παραλείψεων.» Σημειώνεται εδώ πως ο λόγος Ένστασης υπό «Α» υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια Αίτησης που καταχώρισε στις 12.1.16 η FBME Bank Ltd για παραμερισμό των Αιτήσεων και/ή ακύρωση της διαδικασίας. Με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 16.3.16, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης απορρίφθηκε. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαριλένας Μιλτιάδου, στο περιεχόμενο της οποίας θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι δύο Εταιρείες είναι ιδιωτικές Εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, που έχουν νόμιμα συσταθεί στο εξωτερικό. Και οι δύο ασκούν νόμιμα διάφορες εμπορικές δραστηριότητες, ως λεπτομερώς περιγράφονται στην ένορκη της δήλωση. Για τη διεξαγωγή των εμπορικών δραστηριοτήτων τους σε πολλές χώρες του κόσμου, οι εν λόγω Εταιρείες διατηρούν στο όνομά τους διάφορους τοκοφόρους τρεχούμενους πιστωτικούς λογαριασμούς στο υποκατάστημα της Καθ΄ ης η Αίτηση στην Κύπρο, οι οποίοι ανοίχθηκαν με βάση σχετικές γραπτές συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των εν λόγω Εταιρειών και της FBME Bank Ltd. Συγκεκριμένα, η AMC διατηρεί, μεταξύ άλλων, δύο λογαριασμούς στους οποίους το συνολικό ποσό των πιστωτικών υπολοίπων ανερχόταν μέχρι την ημέρα που υπεγράφη η ένορκη δήλωση σε €31.898.588,05, περίπου, πλέον τόκους. Η Alamo διατηρεί στο όνομά της, μεταξύ άλλων, τρεις λογαριασμούς στους οποίους το συνολικό ποσό των πιστωτικών υπολοίπων ανερχόταν μέχρι την ημέρα που υπεγράφη η ένορκη δήλωση σε €69.814.645,00, περίπου, πλέον τόκους. Στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης κάνει αναφορά στο πόσο σημαντικοί είναι οι εν λόγω λογαριασμοί για τη διεξαγωγή των εργασιών των εν λόγω Εταιρειών. Στην παράγραφο 12 της ένορκης της δήλωσης κάνει αναφορά στην Κ.Δ.Π. 356/2014 που αφορά στο διάταγμα πώλησης των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο και στις συνέπειες που είχε η έκδοση του εν λόγω διατάγματος στις δύο Εταιρείες αφού από τις 21.7.14, ημερομηνία που δημοσιεύθηκε η πιο πάνω Κ.Δ.Π., τα ποσά στους πιο πάνω λογαριασμούς είναι δεσμευμένα και οι εκάστοτε «ειδικοί διαχειριστές» παράνομα και αδικαιολόγητα αρνούνται να επιτρέψουν στις δύο Εταιρείες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους ή να λειτουργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο τους λογαριασμούς τους. Αναφορά γίνεται και στην έκδοση της Απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου να ανακαλέσει στις 21.12.15 την άδεια που χορηγήθηκε στην Καθ΄ ης η Αίτηση για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι εγγεγραμμένη στην Τανζανία και όχι στην Κύπρο, επειδή ουδέποτε ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της Καθ΄ ης η Αίτηση, επειδή ουδέποτε η Καθ΄ ης η Αίτηση τέθηκε υπό εξυγίανση στο πλαίσιο του Νόμου 17(Ι)/2013 και για άλλους λόγους, ως λεπτομερώς περιγράφονται στην παράγραφο 18(Β) - (ΙΕ). Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. O κ. Γιάγκος Δημητρίου καταχώρισε στις 31.3.16 Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Σε αυτήν κάνει αναφορά, ανάμεσα σε άλλα, σε γεγονότα που έλαβαν χώραν μετά την καταχώριση της Αίτησης. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στις 25.3.16 η FinCEN επιβεβαίωσε την τελική Απόφαση που είχε εκδώσει στις 29.7.15 για επιβολή του Πέμπτου Ειδικού Μέτρου εναντίον της FBME Bank Ltd επαναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η FBME αποτελεί ίδρυμα πρωτίστης ανησυχίας για ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Στην παράγραφο 9 της εν λόγω Συμπληρωματικής του Ένορκης Δήλωσης αναφέρει και τα ακόλουθα: «Όπως έχω αναφέρει στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση μου, οι ενέργειες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δεν ήταν οι αποφάσεις της FinCEN αυτές καθ' εαυτές αλλά οι άμεσες και δραστικές συνέπειες που δημιουργήθηκαν συνεπεία των αποφάσεων αυτών πάνω στη FBME και στις εργασίες της. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε εκτενή αναφορά στα ευρήματα της FinCEN αλλά θα αναφερθώ σε συντομία στα πιο κάτω ευρήματα εφόσον θεωρώ ότι αυτά επηρεάζουν δυσμενώς την διεθνή φήμη της Κύπρου και την εμπιστοσύνη προς το Κυπριακό Τραπεζικό Σύστημα, (όπως είχα αναφέρει και στην παράγραφο 6.4 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης μου) και επιβεβαιώνουν την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος στην έκδοση του διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης της τράπεζας και διορισμό ειδικού εκκαθαριστή. Θα ήθελα να σημειώσω και να τονίσω δε την ανησυχία της ΚΤΚ για το εύρημα της FinCEN, που παραθέτω πιο κάτω, ότι "The continuation of illicit activity at the bank's Tanzanian headquarters even after the BoT appointed a statutory manager on July 24, 2014, bolsters FinCEN's concern. Specifically, in early 2015, an alleged Hezbollah associate and the Tanzanian company he managed owned accounts at FBME". Επιπλέον η επιβεβαίωση της επιβολής του Πέμπτου Ειδικού Μέτρου ουσιαστικά επιβεβαιώνει το "death sentence" για την FBME όπως εξηγώ στην παρ. 18 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης μου.» Τελειώνοντας ο κ. Δημητρίου αναφέρει ότι το υποκατάστημα δεν διεξάγει πλέον ούτε και μπορεί να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία στην Κύπρο μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Ζητά για άλλη μια φορά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων «για διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, την προστασία των καταθετών, την προστασία και θωράκιση της σταθερότητας του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος και την διάσωση της καλής φήμης και αξιοπιστίας της Κύπρου ως διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο με κατάλληλη και ορθή εποπτεία και έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές.» Με την Απαντητική Ένορκη Δήλωση του ημερ. 25.4.16 απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Saab. Η εν λόγω Απαντητική Ένορκη Δήλωσή του κ. Δημητρίου καταλαμβάνει 32 σελίδες, το περιεχόμενο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Στην παράγραφο 51 της εν λόγω Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, αλλά και στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις μου, κατά την άποψη των Αιτητών με όλο τον δέοντα σεβασμό, δεν υπάρχει άλλη επιλογή για το Δικαστήριο αυτό από την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων με άμεση ισχύ. Η άδεια του υποκαταστήματος για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών ανακλήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2015 οπότε δεν μπορεί να διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες. Το φυσικό επακόλουθο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η εκκαθάριση των περιουσιακών του στοιχείων με στόχο τη δομημένη και δίκαιη κατανομή των εισπράξεων που θα προκύψουν στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας και άλλες απαιτήσεις που θέτει η κείμενη νομοθεσία. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα καταλήξουμε σε μια κατάσταση όπου ένα τέως αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα θα συνεχίζει να έχει στα βιβλία του καταθέτες, χρεώστες, και άλλα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού χωρίς όμως να μπορεί να διεξάγει εργασίες και να προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες, χωρίς να μπορεί να αποπληρώσει τους πιστωτές του μεταξύ των οποίων και οι καταθέτες και χωρίς να μπορεί να εισπράττει οφειλές από τους χρεώστες. Δηλαδή, θα οδηγηθούμε σε μια χαώδη κατάσταση με απρόβλεπτες συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα αφού ποιος καταθέτης θα θέλει να εμπιστευτεί τις αποταμιεύσεις του, σε ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα όπου δεν μπορεί να εφαρμοστεί το φυσικό επακόλουθο της ανάκλησης μιας τραπεζικής άδειας και η μοναδική αναμενόμενη θεραπεία, που είναι η ταχεία και δομημένη εκκαθάριση εργασιών. Ως εκ τούτου, και πάλι με τον δέοντα σεβασμό, αιτούμαι εκ μέρους της ΚΤΚ την έκδοση των απαιτούμενων διαταγμάτων καθώς και οιαδήποτε άλλη θεραπεία κατά την κρίση του σεβαστού Δικαστηρίου. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ικανοποιούνται πλήρως και είναι κατ' επείγον όπως αυτά εκδοθούν για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και για την διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και την προστασία των καταθετών και πιστωτών του Υποκαταστήματος.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Το Δικαστήριο αφού άκουσε όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές σε σχέση με τη διαδικασία που θα ακολουθείτο κατά την ακρόαση της Αίτησης, αποφάσισε, ως ήταν η θέση όλων των πλευρών, να προσφερθούν για αντεξέταση και προσφέρθηκαν όλοι οι ενόρκως δηλούντες (σχετικό είναι το πρακτικό ημερ. 28.3.16). Τελικά αντεξετάστηκαν ο κ. Γιάγκος Δημητρίου, ο κ. Ayoub-Farid Michel Saab και ο κ. Fadi Michel Saab. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αίτησης, των Ενστάσεων και των Ενόρκων Δηλώσεων που υποστηρίζουν αυτές. Το ίδιο ισχύει και για το μαρτυρικό υλικό που προέκυψε από την αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Περαιτέρω έχω θέσει ενώπιον μου τις μακρές αλλά ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις όλων των ευπαίδευτων συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να αναφέρω ότι προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια στο Δικαστήριο. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η FBME Bank Ltd είναι Κυπριακή ή Τανζανική Τράπεζα; Ο κ. Γιάγκος Δημητρίου στην παράγραφο 143.1 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρει τα ακόλουθα: «143.1 Όπως αναφέρω στην παράγραφο 13 πιο πάνω το 90% περίπου των καταθέσεων της Τράπεζας τηρούνται από το Υποκατάστημα ενώ το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει στην Κύπρο και η ανώτερη διεύθυνση εδρεύει στην Κύπρο. Το ύψος των καταθέσεων του Υποκαταστήματος στις 31.12.13 ήταν περίπου Δολάρια ΗΠΑ 2.3 δις ενώ των Κεντρικών Γραφείων της Τράπεζας στην Τανζανία ήταν περίπου Δολάρια ΗΠΑ 250 εκ. Επομένως, μιλάμε για μια Τράπεζα που στην ουσία είναι κατά 90% Κυπριακή και κατά 10% Τανζανική». (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Το Δικαστήριο θεωρεί πως μια Τράπεζα δεν καθίσταται ημεδαπή ή αλλοδαπή ανάλογα με το ύψος των καταθέσεων που τηρούνται σε υποκατάστημα της σε συγκεκριμένη χώρα. Άλλωστε, αυτό το ύψος μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαφοροποιηθεί. Κατ΄ επέκταση, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του κ. Γιάγκου Δημητρίου ότι η FBME Bank Ltd είναι «κατά 90% Κυπριακή Τράπεζα και κατά 10% Τανζανική». Σημειώνεται εδώ πως οι καταθέτες της Τράπεζας στο υποκατάστημα της Κύπρου (φυσικά-νομικά πρόσωπα) υπέγραφαν σχετικό έντυπο αίτησης στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, υπήρχαν και οι ακόλουθες πρόνοιες: «
  1. CORPORATE INFORMATION 40.1 Head Office FBME Bank Limited is a company incorporated under the laws of the United Republic of Tanzania and registered by the Tanzanian Registrar of Companies under company number 46276 on 23 June 2003 and has its head office in the United Republic of Tanzania at 7 Samora Avenue, P.O. Box 8298, Dar Es Salaam, Tanzania." 40.2 Cyprus Branch The Cyprus branch of FBME Bank Limited is registered by the Ministry of Commerce, Industry and Tourism, the Department of Registrar of Companies and Official Receiver, Nicosia, under Registration number AE 1830 on 17 November 2003 and has established a place of business in the Republic of Cyprus at 90 Archbishop Makarios III Avenue, P.O. Box 25566, 1391, Nicosia, Cyprus.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Συνεπώς, οι πελάτες-καταθέτες της Τράπεζας γνώριζαν ότι συμβάλλονταν με την FBME Bank Ltd (Τανζανική Τράπεζα) και όχι με το υποκατάστημά της στην Κύπρο, το οποίο δεν έχει νομική προσωπικότητα. Αντεξεταζόμενος ο κ. Δημητρίου από τον κ. Γεωργίου σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, αρνήθηκε ότι οι καταθέτες συμβάλλονταν με την Τράπεζα της Τανζανίας, παρόλο που ανέφερε ότι γνωρίζει ότι το υποκατάστημα δεν έχει ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα. Είναι βεβαίως άλλο θέμα αν οι καταθέτες αποφάσισαν να καταθέσουν τα χρήματά τους στην Κύπρο εμπιστευόμενοι το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου εντός της οποίας η Τράπεζα λειτουργούσε υποκατάστημα. "FinCEN" «Financial Crimes Enforcement Network of the US Department of Treasury» Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Δημητρίου, παράγραφος 15 από την ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την Αίτηση: «Η FinCEN είναι Μονάδα του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών η αποστολή της οποίας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, είναι "to safeguard the [U.S.] financial system from illicit use and combat money laundering and promote national security through the collection, analysis, and dissemination of financial intelligence and strategic use of financial authorities." Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 14 εκτύπωση από την εν λόγω ιστοσελίδα ημερομηνίας 7 Δεκεμβρίου
  2. Η FinCEN συνεργάζεται με εποπτικά όργανα και όργανα επιβολής του νόμου για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση εγκληματικών δραστηριοτήτων με τη λήψη, τήρηση και ανάλυση δεδομένων χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Η FinCEN λειτουργεί ως US Financial Intelligence Unit ("FIU") των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ("ΗΠΑ") και υπό την εν λόγω ιδιότητα της είναι υπεύθυνη να λαμβάνει (και, εφόσον επιτρέπεται, να ζητεί), αναλύει και αποστέλλει προς τις σχετικές αρμόδιες αρχές γνωστοποιήσεις χρηματοοικονομικών πληροφοριών: (α) που αφορούν ύποπτα έσοδα από εγκληματικές δραστηριότητες και πιθανή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή (β) που απαιτούνται με βάση την εθνική νομοθεσία και τους κανονισμούς σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η FinCEN είναι μία από τις 151 FIUs, όπου μαζί με την FIU της Κύπρου («ΜΟΚΑΣ») απαρτίζουν τον Όμιλο Egmont, ένα ανεπίσημο δίκτυο F1U σε παγκόσμιο επίπεδο.» Στην παράγραφο 5.1 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, ο κ. Δημητρίου αναφέρει τα ακόλουθα: «Στις 17 Ιουλίου 2014 η Μονάδα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών ('Financial Crimes Enforcement Network of the US Department of Treasury') (η «FinCEN») κατονόμασε την Τράπεζα ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» ("of primary money launderins concern. ")» Ο κ. Δημητρίου ανέφερε πως οι ανταποκρίτριες Τράπεζες παγοποίησαν τους λογαριασμούς με αφορμή την ανακοίνωση της FinCEN. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση αν οι ανταποκρίτριες Τράπεζες ανέφεραν ότι δεν θέλουν τα χρήματα γιατί είναι μολυσμένα, απάντησε ως εξής: «Εγώ είπα ενδεχομένως στο μυαλό τους ήταν αυτό, τα παγοποίησαν διότι η FinCEN έβγαλε μια ανακοίνωση ανεξαρτήτως ότι είπε σε 60 μέρες θα ισχύει. Αυτοί ήρθαν και είπαν, εγώ κύριοι δεν θέλω να κάνω συναλλαγές.» Βεβαίως, εάν οι ανταποκρίτριες Τράπεζες έχουν ορθά ενεργήσει ή όχι, είναι κάτι που δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης έγινε πολύς λόγος, αδικαιολόγητα θα έλεγα, για τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η «FinCEN», για τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα σε σχέση με την εν λόγω Απόφασή της και για άλλα παρόμοια. Καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εύρημα εκ μέρους της «FinCEN», η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι Δικαστήριο, ότι η FBME Bank Ltd είναι Τράπεζα η οποία όντως προβαίνει σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Εκείνο που η «FinCEN» αποφάσισε με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, είναι ότι η FBME Bank Ltd είναι Τράπεζα «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες». Ως εκ τούτου, η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για να προβεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι όντως η FBME Bank Ltd προβαίνει σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή ότι υπάρχουν υποψίες για κάτι τέτοιο. Άλλωστε, όλες οι ενέργειες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου βασίστηκαν πάνω στον αντίκτυπο των ευρημάτων της «FinCEN». Σχετική με το θέμα αυτό είναι η παράγραφος 6.4 της ένορκης δήλωσης του κ. Γιάγκου Δημητρίου, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Παρόλο που οι ενέργειες της ΚΤΚ βασίστηκαν στον αντίκτυπο των ευρημάτων της FinCEN, ήτοι ότι η FBME Bank Limited είναι τράπεζα πρωτίστης ανησυχίας για ξέπλυμα παράνομου χρήματος, και όχι στο εύρημα αυτό καθαυτό, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης το γεγονός παραμένει ότι μια ευυπόληπτη και αξιόπιστη αλλοδαπή ρυθμιστική αρχή όπως η FinCEN έχει καταλήξει στη βάση των δικών της πληροφοριών και ερευνών στο πιο πάνω εύρημα..» Και στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης τα ακόλουθα: «Όπως καθίσταται σαφές από τα πιο κάτω, οι συνέπειες από τα μέτρα της FinCEN έναντι της Τράπεζας τον Ιούλιο του 2014, ανάγκασαν την ΚΤΚ, το όργανο με την κυρίως ρυθμιστική και εποπτική εξουσία επί του Υποκαταστήματος, να λάβει ορισμένα μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του να θέσει το Υποκατάστημα υπό εξυγίανση και να διορίσει Ειδικό Διαχειριστή. Η Τράπεζα της Τανζανίας διόρισε ταυτόχρονα Διαχειριστή (Statutory Manager) της Τράπεζας στην Τανζανία...» Παρόμοιες θέσεις προβλήθηκαν από τον κ. Δημητρίου και κατά την αντεξέτασή του. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά ημερ. 1.6.16: «E. Πέστε μου πού στην έκθεση σας αυτήν αναφέρετε, ότι πρέπει να διεξαχθεί έρευνα με βάση τα ευρήματα της FinCEN. Δεν ήταν σχετικό για το συμβούλιο σας; A. Όχι. Τα μέτρα τα οποία έλαβε η Κεντρική Τράπεζα και το έχω επαναλάβει νομίζω πολλές φορές, τα μέτρα που έκανε η Κεντρική Τράπεζα, δεν είχαν καμία σχέση με τα ευρήματα αυτά καθαυτά της FinCEN. Οι ενέργειες της Κεντρικής Τράπεζας ήταν καθαρά το τι επακολούθησε την ανακοίνωση της FinCEN, με τις τράπεζες του εξωτερικού. E. Αφού σας κόπτει το δημόσιο συμφέρον και η φήμη της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικό κέντρο, σίγουρα ως Κεντρική Τράπεζα δεν θα θέλατε να παραμένουν υπόνοιες, ότι λειτουργεί ένα τραπεζικό ίδρυμα, που διεξάγει παράνομες δραστηριότητες στην Κύπρο. A. Σίγουρα κύριε Γεωργίου μας ενδιάφερε με τα στοιχεία τα οποία είχε δημοσιοποιήσει η FinCEN τα οποία ήταν τα μόνα που είχαμε στη διάθεση μας, δεν μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Προσπαθήσαμε να πάρουμε περισσότερα στοιχεία, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε διερεύνηση και δεν τα πήραμε, δεν μας τα έδωσαν. E. Ποιοι; A. Η FinCEN, δεν ήταν διατεθειμένη να δώσει περισσότερα στοιχεία. Προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να τα διερευνήσουμε. ..» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνω εδώ, για ό,τι αξίζει, ότι ο κ. Γεωργιάδης υπέβαλε στον μάρτυρα Ayoub Farid Michel Saab αντεξετάζοντας τον ότι: «E. Εγώ σας υποβάλλω κύριε Saab, ότι ντροπή είναι, όχι επειδή η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε είτε τα μέσα, είτε οτιδήποτε να ανακαλύψει τις δοσοληψίες σας με την Hezbollah και εμπόρους ναρκωτικών και διάφορα άλλα, αλλά για εσάς και την τράπεζα, που κατηγορείστε ότι διευκολύνατε ή έστω δεν μπορέσατε να αποτρέψετε τη χρήση της τράπεζας, για παράνομους σκοπούς. ..................................... E. Σας υποβάλλω κύριε Saab, ότι ντροπή είναι αυτό για το οποίο κατηγορείστε από την FinCEN και δικαιολογημένα κατά το Αμερικανικό Δικαστήριο.» Για να απαντήσει ο μάρτυρας: «A. Έχετε λάθος, διότι δεν υπάρχει κατηγορία, απλά εκφράζεται ανησυχία.» Μέτρα που είχαν ληφθεί πριν από την Καταχώριση της Αίτησης Εκκαθάρισης Ως ελέχθη, στις 17.7.14 η "FinCEN" κατονόμασε την FBME Bank Ltd ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» («of primary money laundering concern»). Την επόμενη ημέρα η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έλαβε το εποπτικό μέτρο της διαχείρισης των εργασιών του υποκαταστήματος της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.66(Ι)/97 (ΕΠΙΝ). Στις 21.7.14 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το ακόλουθο διάταγμα: Είναι φανερό, ότι το συγκεκριμένο μέτρο εξυγίανσης αφορούσε στην πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος στην Κύπρο και όχι στην πώληση των εργασιών της Τράπεζας. Στις 21.7.14 διορίστηκε ως Ειδικός Διαχειριστής του υποκαταστήματος ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης, ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον κ. Ανδρέα Ανδρονίκου, ο οποίος διορίστηκε στις 28.4.
  3. Στις 24.7.14 η Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας διόρισε Διαχειριστή «Statutory Manager» της Τράπεζας τον κ. Lawrence Mafuru, σύμφωνα με τους Νόμους της Τανζανίας. Ένα χρόνο περίπου μετά, τον Ιούλιο του 2015, η Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας εξέδωσε ανακοίνωση (Τεκμήριο 13 στην Αίτηση), στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει τα ακόλουθα «We would like to inform the General Public that at the moment FBME will continue with normal banking operations until such time the Bank of Tanzania will determine its future and the General Public will be informed accordingly.». Στις 15.10.15 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης που αφορούσε στην πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος στην Κύπρο και να εισηγηθεί την ανάκληση της άδειας που δόθηκε στην FBME Bank Ltd για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Στις 21.12.15 η εν λόγω άδεια ανακλήθηκε. Την επόμενη ημέρα, καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση. Φύση της Αίτησης Πρόκειται περί Αίτησης που αφορά σε ειδική εκκαθάριση Τράπεζας και σε διορισμό ειδικού εκκαθαριστή. Ως γνωστό, η εκκαθάριση μιας Εταιρείας είναι δυνατό να επηρεάσει τεράστια συμφέροντα. Συνεπώς, η εκκαθάριση συνιστά το σοβαρότερο μέτρο που μπορεί να ληφθεί εναντίον νομικού προσώπου, αφού επηρεάζει την ύπαρξη και την οντότητά του (δες υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358). Μάλιστα, στην περίπτωση των Τραπεζών, η εκκαθάριση είναι δυνατό να επιφέρει γενικότερες επιπτώσεις αφού οι Τράπεζες διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και ιδιωτική οικονομία. Η εκκαθάριση είναι το τελευταίο στάδιο της ζωής ενός νομικού προσώπου. Η εκκαθάριση προσομοιάζει με τη διαχείριση της περιουσίας αποβιώσαντος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή «Η Εκκαθάριση Εταιρειών», 2η Έκδοση, σελ. 8: «Ι. Η εκκαθάριση της εταιρείας μοιάζει πολύ με τη διαχείριση της περιουσίας αποβιώσαντος. Τόσο στη μια περίπτωση, όσο και στην άλλη, οι ενέργειες που γίνονται από τον εκκαθαριστή ή διαχειριστή, αντίστοιχα, έχουν ως σκοπό την είσπραξη των οφειλομένων, την πληρωμή των χρεών και την περιέλευση οποιουδήποτε τυχόν εναπομείναντος ενεργητικού στους δικαιούχους-μετόχους ή κληρονόμους - αναλόγως της περίπτωσης...» Νομική Βάση Αίτησης - Νομική Βάση πάνω στην οποία προωθήθηκε η Αίτηση Ως ελέχθη, η Αίτηση βασίζεται, ανάμεσα σε άλλες διατάξεις, και στο Άρθρο 33Βδις «των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (ΑΡ. 8) του 2015», Ν.66(Ι)/1997, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «33Βδις.
(1)Ανεξάρτητα από το άρθρο 33Β, η Κεντρική Τράπεζα καταχωρεί αίτηση στο ∆ικαστήριο για έκδοση διατάγµατος ειδικής εκκαθάρισης και διορισµό ειδικού εκκαθαριστή τράπεζας ή ΣΠΙ αντίστοιχα ως το εδάφιο
(2)στις περιπτώσεις όπου - (α) έχει ανακληθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 30(1Α) ή δυνάµει του άρθρου 4Α ή έχει παραδοθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 4
(6)· και (β) το εν λόγω ΑΠΙ διατηρεί καταθέσεις που καλύπτονται σε περίπτωση που αυτό είναι τράπεζα από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων Τραπεζών και σε περίπτωση που αυτό είναι ΣΠΙ από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων ΣΠΙ όπως προβλέπονται από τον περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και (γ) η ειδική εκκαθάριση του εν λόγω ΑΠΙ εξυπηρετεί το δηµόσιο συµφέρον.. [..]
(2)(α) Το ∆ικαστήριο εκδίδει το προβλεπόµενο στο εδάφιο
(1)διάταγµα, εφόσον πεισθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω εδάφιο και διορίζει ειδικό εκκαθαριστή, και το ∆ικαστήριο διορίζει ειδικό εκκαθαριστή άλλο από τον Επίσηµο Παραλήπτη κατόπιν σύστασης της Κεντρικής Τράπεζας και αφού ακούσει τις απόψεις της, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 229 του περί Εταιρειών Νόµου. (β)(
  1. i)Το εν λόγω διάταγµα εκδίδεται από το ∆ικαστήριο µετά από µονοµερή (ex parte) αίτηση κατ' εφαρµογή, τηρουµένων των αναλογιών, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής ∆ικονοµίας Νόµου και των περί Πολιτικής ∆ικονοµίας ∆ιαδικαστικών κανονισμών (
  2. ii)Για σκοπούς καταχώρησης ένστασης ή για να καταδειχθεί εκ µέρους του ΑΠΙ ο λόγος ώστε να παύσει το εκδοθέν διάταγµα να παραµένει σε ισχύ, η σχετική προθεσµία που δύναται να τεθεί από το οικείο ∆ικαστήριο καθορίζεται σε διάστηµα που δεν υπερβαίνει τις τρεις
(3)ηµέρες.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Τόσο η FBME Bank Ltd όσο και οι δύο καταθέτες αυτής, με τις Ενστάσεις τους αναφέρουν ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου. Συνάγεται από το εν λόγω άρθρο, ότι είναι τα Δικαστήρια της Κύπρου που θα αποφασίσουν αν θα τεθεί ένα πιστωτικό ίδρυμα υπό εκκαθάριση. Τα Δικαστήρια της Κύπρου είναι που θα ερμηνεύσουν τον Νόμο και θα εξετάσουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 33Βδις. Συνεπώς, η θέση του κ. Δημητρίου στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.4.16 ότι «δεν υπάρχει άλλη επιλογή για το Δικαστήριο αυτό από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με άμεση ισχύ», είναι ατυχής. Τα πράγματα στην Ελλάδα φαίνεται να είναι κάπως διαφορετικά. Εκεί μια Τράπεζα τίθεται υπό εκκαθάριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ασκεί την εποπτεία επί των ιδρυμάτων από τη σύστασή τους εώς την λύση τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα «Δίκαιο Εκκαθάρισης Τραπεζών» του κ. Δημήτριου Κ. Ρούσση, Έκδοση 2014: «Αποκλειστική αποφασιστική αρμοδιότητα για τη θέση του νομικού προσώπου σε εκκαθάριση επιφυλάσσεται για την ΤτΕ ως ασκούσα την πλήρη εποπτεία επί των ιδρυμάτων καθ' όλο το στάδιο από την σύσταση έως την λύση και περάτωσή τους. Για τον ανωτέρω λόγο η έναρξη της διαδικασί­ας εκκαθάρισης του ιδρύματος συνέχεται ως υποχρεωτική έννομη συνέπεια, η οποία έπεται της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος από την ΤτΕ. To dictum του νόμου είναι σαφές: εφόσον η ΤτΕ ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας λόγω συνδρομής των περιστάσεων του άρθρου 19 § 1 και 2 του Νέου Τραπεζικού Νόμου, είναι κατόπιν ex lege υποχρεωμένη να εκδώσει και έτερη ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη περί θέσεως του νομικού προσώπου σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.» Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητριών υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων, ότι το άρθρο 362 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, παρέχει ρητά στο Δικαστήριο «την εξουσία διάλυσης αλλοδαπής εταιρείας». Το εν λόγω άρθρο όπως έχει μεταφραστεί από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, προνοεί τα ακόλουθα: «Διάλυση αλλοδαπών εταιρειών 362. Εταιρεία που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας ή που διεξάγει εργασία σε αυτή, ή αφού διεξήγαγε εργασία εντός της Δημοκρατίας παύει τη διεξαγωγή της, δύναται να διαλυθεί από το Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ανεξάρτητα αν διαλύθηκε ή έπαυσε διαφορετικά να υφίσταται ή όχι ως εταιρεία δυνάμει των νόμων της χώρας με βάση τους οποίους αυτή συστάθηκε.» Παρέπεμψαν και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αλλοδαπή Εταιρεία Beogradska Banka D.D., Αίτηση 270/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 25.8.14, του τότε Π.Ε.Δ. κ. Τ. Οικονόμου. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι στην εν λόγω Απόφαση ρητά αναφέρεται πως η εκκαθάριση του συγκεκριμένου νομικού προσώπου έλαβε χώρα πολύ πριν από την έκδοση της απόφασης, και συγκεκριμένα στις 7.6.2002. Συνεπώς στην εν λόγω Απόφαση δεν εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις εκκαθάρισης Εταιρείας δυνάμει του άρθρου 362 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Αντικείμενο της εν λόγω Απόφασης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, κατά πόσο οι εκκαθαριστές της Εταιρείας όφειλαν να είχαν συμπεριλάβει την Αιτήτρια στον κατάλογο πιστωτών αυτής. Στην εν λόγω Απόφαση γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Russian & English Bank (In Liquidation) and Another v. Baring Brothers & Co Ltd
(1936)1 All E.R. 505, όπου εκεί η Τράπεζα είχε συσταθεί στη Ρωσία (αλλοδαπή τράπεζα) δυνάμει της εκεί Νομοθεσίας. Λίγα χρόνια μετά, άνοιξε υποκατάστημα στο Λονδίνο συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του άρθρου 274 (of the Companies (Consolidation) Act, 1908). Στη συνέχεια, η Τράπεζα διαλύθηκε στη Ρωσία δυνάμει της εκεί Νομοθεσίας και κατ΄ επέκταση έπαυσε να υφίσταται. Ακολούθησε Αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο εκ μέρους τριών προσώπων τα οποία ισχυρίζονταν ότι ήταν Πιστωτές. Με την Αίτηση ζητούσαν διάταγμα για υποχρεωτική εκκαθάριση της Εταιρείας δυνάμει συγκεκριμένου Νόμου. Το διάταγμα εξεδόθη. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 524 της Απόφασης από τον Lord Macmillan: «The order was made after hearing the Attorney-General, who appeared in the proceedings on behalf of His Majesty to assist the court and receive an award of costs out of the assets. The validity of this order is not in question. It was made in pursuance of the powers conferred by the Companies Act, 1929, s. 338
(1), which authorises the compulsory winding up of an unregistered company in certain enumerated circumstances, of which the first is "if the company is dissolved." The Russian and English Bank complied with these requirements; it was an unregistered company within the statutory meaning and it had been dissolved.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Με άλλα λόγια, στο Ηνωμένο Βασίλειο η Ρωσική Τράπεζα θεωρήθηκε μη εγγεγραμμένη Εταιρεία, αφού είχε προηγηθεί η διάλυσή της στην Ρωσία. Εδώ, ως ελέχθη, η FBME Bank Ltd συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί ως Τράπεζα στην Τανζανία όπου έχει συσταθεί. Εν πάση περιπτώσει, το ουσιώδες είναι ότι οι Αιτήτριες δεν επεδίωξαν την εκκαθάριση της Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζας δυνάμει του πιο πάνω άρθρου του Κεφ. 113, παρόλο που στη Νομική βάση της Αίτησής τους υπάρχει και το άρθρο
  1. Τουναντίον, επικαλούμενοι το άρθρο 33Βδις (πιο πάνω), επεδίωξαν, και μάλιστα με Μονομερή Αίτηση, την εκκαθάριση της Καθ΄ ης η Αίτηση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Γιάγκος Δημητρίου στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση: «.. Σημειώνω εκ μέρους της ΚΤΚ ότι η παρούσα αίτηση καταχωρείται επειδή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 33Βδις του ΕΠΙΝ και, ιδιαίτερα είναι προς το δημόσιο συμφέρον όπως εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης.» Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 362 του Κεφ. 113 ούτε οποιουδήποτε άλλου Νόμου, στην παρούσα Αίτηση. Ισχυρισμοί εκ μέρους της FBME Bank Ltd ότι υπήρξε εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κακοδιαχείριση των χρημάτων της και των καταθετών της Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Fadi Michel Saab, ημερ. 15.4.16, η οποία αποτελείται από 125 παραγράφους, αναφέρονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 11: «
  2. On 18 January 2016 the Head of Legal Desk of the Cyprus branch of the Bank sent an email to the Special Administrator with a draft letter addressed to the Applicants attached together with the Schedule of Expenses (Exhibit 7). On the Schedule of Expenses the amounts for legal fees and staff benefits in case of terminations were left blank because there was no exact figure at the time.» Μέρος του Τεκμηρίου 7 είναι η επιστολή ημερ. 18 Δεκεμβρίου 2015, η οποία υπογράφεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προς τον κ. Andrew Andronikou (Special Administrator), όπου καταγράφονται και τα ακόλουθα: «In light of the aforegoing, I wish to inform you that the Central Bank of Cyprus decided to charge the account of the Branch of FBME Bank Ltd in its books with the following professional fees and expenses (incl VAT): Special Administrator's fees and other expenses 486.500,00 Georgiades & Pelides LLC 132.762,35 DLA Piper UK LLP 1.588.988,73 Kroll Associates UK Ltd 1.073.940,31 €3.282.191,39» Με αφορμή τα πιο πάνω και όχι μόνο, ο κ. Γεωργίου αντεξετάζοντας τον κ. Δημητρίου, του υπέβαλε ότι «στην πλάτη της FBME Bank Ltd στήθηκε ένα τεράστιο πάρτι κακοδιαχείρισης και διασπάθισης των χρημάτων της Τράπεζας και των καταθετών», κάτι που ο κ. Δημητρίου αρνήθηκε. Του υπέβαλε ακόμη ότι αυτά τα εκατομμύρια για τα οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 7 μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις και απαντήσεις: «E. Ωραία, εξηγήστε μου τότε "DLA PIPER 1 εκατομμύριο 600 χιλιάδες", 1 εκατομμύριο 588 χιλιάδες 988 από τον Απρίλιο, από τον Μάιο μέχρι τον Δεκέμβριο. 18 Δεκεμβρίου του
  3. A. Ναι; E. Έξι μήνες και κάτι, εξέμιση μήνες σε τι δαπανήθηκαν τούτα τα λεφτά των καταθετών; A. Τι εννοείς; Δαπανήθηκαν εις τες υπηρεσίες τις οποίες πρόσφεραν οι νομικοί σύμβουλοι. E. Τις ελέγχετε αυτές τις υπηρεσίες ως Κεντρική Τράπεζα, ελέγχετε την τιμολόγηση; A. Εγώ προσωπικά όχι αλλά σίγουρα. E. Α, σίγουρα. A. Ε, σίγουρα, υπάρχουν διαδικασίες πριν να εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα μιαν πληρωμή. E. Ποιος διαπραγματεύθηκε αμοιβή νομικών συμβούλων 1,6 εκατομμύρια για έξι μήνες δουλειά; A. Ήταν αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. E. Και εγώ σας υποβάλλω ότι κανένα έλεγχο δεν εξασκούσετε πάνω τους ειδικούς διαχειριστές που διορίσετε, μιλώ η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η Αρχή Εξυγίανσης και έγινε μια τεράστια, τεράστια αλόγιστη διασπάθιση χρημάτων των καταθετών που λέτε τώρα ότι θέλετε να προστατεύσετε. A. Το απορρίπτω κύριε Γεωργίου.» Ερωτήσεις υπέβαλε στον μάρτυρα και ο κ. Ταλιαδώρος σε σχέση με την αμοιβή των διαχειριστών και σε σχέση με άλλες δαπάνες, τις οποίες ουσιαστικά επωμίζεται η FBME Bank Ltd και οι καταθέτες αυτής. Παρόλο που βρίσκω ότι η Τράπεζα δικαιούται να γνωρίζει αν γίνεται κακοδιαχείριση ή διασπάθιση, αφού η αμοιβή των διαχειριστών, οι μισθοί των υπαλλήλων και άλλα συναφή γίνονται από χρήματα που βρίσκονται κατατεθειμένα σε λογαριασμούς της, εντούτοις στα πλαίσια της υπό εκδίκαση Αίτησης δεν μπορούν να εξεταστούν και να αποφασιστούν τέτοια θέματα. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση επιδιώκεται η Εκκαθάριση της FBME Bank Ltd (αλλοδαπής Τράπεζας) ή του υποκαταστήματος αυτής στην Κύπρο; Αν κάποιος μελετήσει την Αίτηση που έχει καταχωριστεί, εύκολα διαπιστώνει ότι αυτό που επιδιώκεται είναι η Ειδική Εκκαθάριση της αλλοδαπής Τράπεζας και όχι η Ειδική Εκκαθάριση του υποκαταστήματος αυτής στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενος ο κ. Δημητρίου από τον κ. Ταλιαδώρο, ερωτήθηκε κατά πόσο οι πράξεις και οι ενέργειες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Αρχής Εξυγίανσης αφορούσαν αποκλειστικά στο υποκατάστημα της Τράπεζας ή στην ίδιαν την αλλοδαπή Τράπεζα. Ο κ. Δημητρίου παραδέχθηκε το αυτονόητο, πως αφορούσαν στο υποκατάστημα. Ακολούθησαν οι εξής ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και απαντήσεις τις οποίες παραθέτω αυτολεξεί από τα πρακτικά: «E. Και η απορία μου κύριε Δημητρίου, είναι γιατί με την αίτηση που καταχωρήσατε στις
  4. 12.2015, δεν ζητάτε να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBMA στην Κύπρο και ζητάτε να εκκαθαριστεί η ίδια η τράπεζα στην Τανζανία; A. Ήδη το απάντησα κύριε Ταλιαδώρο, η νομοθεσία αυτό που προβλέπει, η νομική συμβουλή που είχε η Κεντρική Τράπεζα, είναι ότι η νομοθεσία επιβάλλει την εκκαθάριση του ιδρύματος ή του υποκαταστήματος και έχω εξηγήσει επανειλημμένα και το έχω καταγράψει και στις ένορκες μου δηλώσεις, ότι σίγουρα η πρόθεση της Κεντρικής Τράπεζας, ουδέποτε ήταν να εκκαθαρίσει την τράπεζα στην Τανζανία, είναι ξεκάθαρο ότι η πρόθεση της Κεντρικής Τράπεζας, ήταν να συνεργαστεί με τις τανζανικές Αρχές, έτσι ώστε να μπορέσει να εκκαθαριστεί το υποκατάστημα. E. Δηλαδή η νομική συμβουλή που είχατε, ήταν ότι η αίτηση για ειδική εκκαθάριση, δεν μπορούσε να στρέφεται κατά του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο; A. Μάλιστα. E. Άρα λέτε ότι η κυπριακή νομοθεσία, ο νόμος μας, ο κυπριακός νόμος δεν επιτρέπει στην Κεντρική Τράπεζα, ούτε στην Aρχή Eξυγίανσης, να προβούν σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες που θα προκαλούσαν άμεσα επηρεασμό; A. Θα προκαλούσαν πληγές στην FBME, στην Τανζανία. E. Αλλά ταυτόχρονα μας λέτε ότι ή ίδια αυτή η νομοθεσία, επιτρέπει στην Κεντρική Τράπεζα, τη θανάτωση της, να τη θανατώσει, να τη διαλύσει, να την εκκαθαρίσει. A. Το πρώτο σκέλος δεν το αντιλήφθηκα της ερώτησης σας. E. Υπό διαχείριση στις 18.7, τέθηκε το υποκατάστημα της FBME, υπό εξυγίανση στις 21.7, τέθηκε το υποκατάστημα της FBME; A. Όχι η FBME. Στις 9.2 διαπιστώθηκε ότι δεν ενδιαφερόταν κανένας να αγοράσει τις εργασίες του υποκαταστήματος στην Κύπρο. Στις 15.10.2015, αποφασίστηκε η αναστολή του μέτρου εξυγίανσης του υποκαταστήματος, στις 21.12, αποφασίσθηκε η ανάκληση της άδειας του υποκαταστήματος, ως τώρα δεν επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο η FBME Bank Ltd, μόνο το υποκατάστημα. E. Άρα η νομοθεσία λέτε δεν επέτρεπε να κάνει η Κεντρική Τράπεζα, η Αρχή Εξυγίανσης οποιανδήποτε πράξη ή ενέργεια που θα έπληττε την FBME, αλλά μετά μας λέτε δικαιούται να ζητηθεί την εκκαθάριση της από κυπριακό Δικαστήριο να τη διαλύσει, δηλαδή κατ' αναλογία με φυσικό πρόσωπο, να εκτελέσει θανατική ποινή. A. Θέλετε να ερμηνεύσω τις πρόνοιες τις νομοθεσίας, αυτό μου ζητάτε. E. Σας λέω εάν το συμπέρασμα αυτό είναι λογικό, από αυτά που μας είπετε εσείς; κ. Γεωργιάδης: Ποιο συμπέρασμα, εγώ δεν κατάλαβα το συμπέρασμα κύριε Πρόεδρε έχει δέκα λεπτά που μιλά, έβαλε αρκετά πράγματα μέσα, θανάτωση, πράγματα και θαύματα. κ. Ταλιαδώρος: Θα εξαφανιστεί η εταιρεία όπως ένα φυσικό πρόσωπο, ο μάρτυρας κατάλαβε. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Με δύο λόγια λέει, όλα έχουν να κάνουν γύρω από το υποκατάστημα. Θέλετε όμως να εκκαθαριστεί όχι το υποκατάστημα, αλλά η ίδια εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στην Τανζανία, είναι λίγο παράξενο λέει ο κύριος Ταλιαδώρος. Μάρτυρας: Το κατάλαβα πολύ καλά, εάν θα πρέπει εγώ να ερμηνεύσω τις νομοθεσίες. Δικαστήριο: Εσείς λέτε ότι το επιτρέπει ο νόμος; Μάρτυρας: Ο νόμος περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, επιβάλλει την εκκαθάριση του ιδρύματος. Δικαστήριο: Είναι θέμα νόμου, έτσι λέει ο νόμος και ακολουθήσαμε τον νόμο, αυτό λέει ο μάρτυρας. Μάρτυρας: Και γι' αυτόν τον λόγο πήραμε και δέσμευση ότι ναι, εφόσον το λέει ο νόμος πρέπει να το κάνουμε, αλλά κύριοι δεν θα σας ενοχλήσουμε. Ο κ. Ταλιαδώρος συνεχίζει: E. Σας λέω ότι η κυπριακή νομοθεσία δεν είναι τόσο παράλογη, η ερμηνεία που σας έδωσαν είναι παράλογη, η κυπριακή νομοθεσία δεν μπορεί και δεν είναι τόσο παράλογη, η ερμηνεία που σας έδωσαν σε αυτήν την κυπριακή νομοθεσία, είναι παράλογη. A. Ουσιαστικά λέτε ότι είναι παράλογοι οι νομικοί σύμβουλοι της Κεντρικής Τράπεζας. E. Δεν ξέρω ποιος σας έδωσε τη νομική συμβουλή ή εάν είναι νομική συμβουλή, αυτήν την άποψη τη θεωρώ παράλογη. A. Είναι νομική συμβουλή. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Βεβαίως με την Αίτηση δεν αξιώνεται η εκκαθάριση του υποκαταστήματος, αλλά της αλλοδαπής Τράπεζας. Ο κ. Δημητρίου όμως ανέφερε πως πρόθεση της Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι να θέσει υπό εκκαθάριση την αλλοδαπή Τράπεζα αλλά να συνεργαστεί με τις Τανζανικές Αρχές για να μπορέσει να εκκαθαρίσει το υποκατάστημα. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα αν δει κάποιος και την παράγραφο 170 από την αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Δημητρίου, όπου ο τελευταίος αναφέρει ότι μέρος των κεφαλαίων που κρατούνται από τις ανταποκρίτριες Τράπεζες (και τα οποία η Κεντρική Τράπεζα θα επιδιώξει να επαναπατρίσει αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα) σχετίζονται με καταθέσεις που έγιναν από πελάτες της Τράπεζας στην Τανζανία και ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν έχει πρόθεση «να σφετεριστεί ή να περιορίσει την άσκηση των ρυθμιστικών και εποπτικών λειτουργιών της Τράπεζας της Τανζανίας». Εάν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ήθελε διάταγμα που να αφορά μόνο στην εκκαθάριση του υποκαταστήματος, όφειλε να είχε αξιώσει τέτοια θεραπεία (το κατά πόσο θα την εξασφάλιζε ή όχι είναι άλλο θέμα). Δεν το έπραξε και συνεπώς το Δικαστήριο εκείνο που θα εξετάσει είναι αυτό που αξιώνει, δηλαδή κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης όχι του υποκαταστήματος αλλά της αλλοδαπής Τράπεζας. Ιδιαιτερότητα της Αίτησης Η αδιαμφισβήτητη, θα έλεγα, ιδιαιτερότητα της υπό εκδίκαση Αίτησης, έγκειται στο γεγονός ότι επιδιώκεται η εκκαθάριση μιας Τράπεζας που έχει συσταθεί-εγγραφεί στην αλλοδαπή και συνεχίζει να λειτουργεί σε αυτή δυνάμει αδείας που χορηγήθηκε όχι από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά από τις αρχές της Τανζανίας. Στην Κύπρο, ως ελέχθη, λειτουργεί υποκατάστημα δυνάμει αδείας που χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Μάλιστα, με το εν λόγω υποκατάστημα φέρεται να διεξάγει το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών της, κάτι βεβαίως που επέτρεψε για σειρά ετών η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Γιάγκος Δημητρίου κατά την αντεξέτασή του «.. εδώ μιλούμε για μια μοναδική, ίσως ανά το παγκόσμιο περίπτωση. Όπου έχουμε μια τράπεζα, η οποία λειτουργεί με υποκατάστημα, το οποίο ουσιαστικά υποκατάστημα, διεξάγει σχεδόν στο σύνολο του τις εργασίες της τράπεζας, δεν υπάρχει πούποτε αλλού.». Δεν εξετάζεται, βεβαίως, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αν ορθά η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επέτρεψε ή κατά τον κ. Δημητρίου «ανέχθηκε» για σειρά ετών να υφίσταται στη μικρή Κύπρο αυτή η μοναδική «ανά το παγκόσμιο περίπτωση». Ανάκληση Άδειας για να Λειτουργεί η FBME Bank Ltd Υποκατάστημα στην Κύπρο Η άδεια που χορηγήθηκε στην FBME Bank Ltd για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο ανακλήθηκε, ως ελέχθη, από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στις 21.12.
  5. Σχετική με το πιο πάνω θέμα, είναι η παράγραφος 114 από την ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Δημητρίου, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: «Στις 21 Δεκεμβρίου 2015, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης των επεξηγήσεων, σχολίων και απόψεων του Διαχειριστή της Τράπεζας και των Saabs, η ΚΤΚ έκρινε ως μη επαρκείς τις επεξηγήσεις, τα σχόλια και οι απόψεις αυτές και αποφάσισε όπως ανακαλέσει την άδεια που χορηγήθηκε στην Τράπεζα για τη λειτουργία του υποκαταστήματος στην Κύπρο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ΚΤΚ εξέτασε την επιβολή και άλλων μέτρων που προβλέπονται από τον ΕΠΙΝ, όπως την επιβολή περιορισμών στην Άδεια Λειτουργίας, εντούτοις αποφάσισε κατόπιν προσεκτικής εξέτασης ότι αυτά δεν θα διόρθωναν την κατάσταση του Υποκαταστήματος. Αντίγραφο της απόφασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ανάκλησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 67 (η «Απόφαση Ανάκλησης»).» Η Απόφαση αυτή έχει προσβληθεί στα Αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας με την καταχώριση προσφυγής, η οποία συνεχίζει ακόμη να εκκρεμεί. Ορθά, ο κ. Δημητρίου αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν ορθά ή όχι έχει ανακληθεί η άδεια για να λειτουργεί η FBME Bank Ltd υποκατάστημα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στην υπόθεση Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1079, το Εφετείο απέρριψε εισήγηση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον να εξετάσει τη νομιμότητα της Απόφασης και τη συνταγματικότητα του Νόμου βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Περαιτέρω, στις σελίδες 1089-1090 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε την υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ.
  1. Το Εφετείο βρήκε ότι στο βαθμό που η κρίση αφορά τη νομιμότητα της απόφασης της Αρχής, η έφεση δεν έχει έρεισμα. Όμως το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης και συγκεκριμένα κατά πόσον υπήρχε καλή υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, η έφεση πέτυχε μερικώς και δόθηκε άδεια στους Εφεσείοντες να υπερασπιστούν μόνο ως προς την ένσταση που δεν είχε εξεταστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Εφετείο καταλήγοντας ανέφερε ότι:- «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν προτίθεται να ελέγξει την ορθότητα της εν λόγω Απόφασης. Σημειώνεται επίσης ότι η FBME Bank Ltd με Αίτηση της ημερ. 22.12.15 στα πλαίσια της Προσφυγής 1658/15 που καταχώρισε, ζήτησε προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και εφαρμογή της Απόφασης ημερ. 21.12.
  2. Το Διοικητικό Δικαστήριο στις 19.5.16 (Απόφαση κας Α. Ευσταθίου-Νικολετοπούλου), απέρριψε την Αίτηση. Σημειώνεται ότι, όπως ορθά παραδέχεται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η ανάκληση της άδειας δεν επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την άδεια λειτουργίας της FBME Bank Ltd στην Τανζανία. Ήταν ή όχι υποχρεωμένη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να καταχωρίσει την υπό εκδίκαση Αίτηση μετά που ανακλήθηκε η χορηγηθείσα στην FBME Bank Ltd άδεια για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο Οι Αιτήτριες θεωρούν πως από τη στιγμή που είχαν ανακαλέσει την πιο πάνω άδεια «τότε δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την ειδική εκκαθάριση της Τράπεζας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου». Ο κ. Δημητρίου αντεξεταζόμενος από τον κ. Γεωργίου, ανέφερε πως η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ήταν υποχρεωμένη να καταχωρίσει την Αίτηση Ειδικής Εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα στις 25.5.16 ανέφερε ότι «Θεωρείτο ως δεδομένο με βάση τις νομικές γνωματεύσεις και με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ότι από τη στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για ανάκληση της άδειας, τότε ο Νόμος επιβάλλει την ειδική εκκαθάριση.». Δικαιολογημένα ο κ. Γεωργίου ζήτησε από τον μάρτυρα διευκρινίσεις. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του από τα πρακτικά ημερ. 30.5.16: «E. Το άλλο που ήθελα να σας πω είναι, μιλάτε εσείς για το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον, όπως το ερμηνεύετε εσείς τουλάχιστον και μιλώ εσείς ως Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και Αρχή Εξυγίανσης, κατά πόσο εξυπηρετείται με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ως έχει, συζητήθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο και στην Αρχή Εξυγίανσης; A. Τι εννοείτε συζητήθηκε; Εάν υπάρχει απόφαση για το τι σημαίνει δημόσιο συμφέρον; E. Και ότι εξυπηρετείται με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. A. Όχι, δεν υπάρχει πρακτικό, εάν είναι αυτό που ψάχνετε. Ναι, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη απόφαση, ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Υπάρχει απόφαση όσον αφορά την ανάκληση της άδειας, στην οποία αποδέχεται το Διοικητικό Συμβούλιο την έκθεση της εποπτείας, στο ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον με την ανάκληση της άδειας και ως συνεπακόλουθο της πρόνοιας του Νόμου, προχωρούμε με την εκκαθάριση. Δεν υπάρχει άλλη θεραπεία, κύριε Γεωργίου. Δεν υπάρχει άλλη θεραπεία, από τη στιγμή που ανακαλείται η άδεια τραπεζικών εργασιών, δεν υπάρχει άλλη θεραπεία. ....................................... Α. Νομίζω το έχω απαντήσει επανειλημμένα, ότι από τη στιγμή που ανακαλείς την άδεια, ο Νόμος αυτό λέει.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο κ. Δημητρίου επανέλαβε τις ίδιες θέσεις και κατά την αντεξέταση του από τον κ. Ταλιαδώρο. Μάλιστα, ανέφερε πως αν οι Αιτήτριες δεν καταχωρούσαν την υπό εκδίκαση Αίτηση θα παρανομούσαν. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του κ. Δημητρίου από τον κ. Ταλιαδώρο στις 13.6.16: «E. Κατά την αντεξέταση σας από τον κύριο Γεωργίου, είπατε επανειλημμένα αρκετές φορές ότι από τη στιγμή που η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακάλεσε στις 21.12.2015 την άδεια που είχε χορηγήσει το 2003 για να λειτουργεί η FBME, υποκατάστημα στην Κύπρο, η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε άλλη επιλογή είπατε, αφού ο νόμος της επέβαλε την υποχρέωση να καταχωρήσει αίτηση για την έκδοση διατάγματος, για την ειδική εκκαθάριση της τανζανικής Τράπεζας. Αυτό μας είπατε; A. Ναι. E. Δηλαδή να υποθέσω, να θεωρήσω ότι εάν δεν καταχωρούσατε αυτήν την αίτηση που είναι ενώπιον Δικαστηρίου, σήμερα η Κεντρική Τράπεζα θα παρανομούσε; A. Θεωρώ ναι. ..................................... E. Για να καταλάβουμε κύριε Δημητρίου, η παρανομία εξαρτάται από το ποσοστό των συναλλαγών στο υποκατάστημα για παρανομία της τράπεζας, εάν θα καταχωρήσει η όχι αίτηση; A. Επιμένετε να μιλάτε για παρανομία στο θέμα της ανάκλησης της άδειας. Η παρανομία στην εκκαθάριση, η παρανομία είναι από τη στιγμή που ανακαλείς την άδεια, παίρνεις απόφαση για ανάκληση, τότε ουσιαστικά οφείλεις να προχωρήσεις σε κατάθεση αιτήματος, για ειδική εκκαθάριση του ιδρύματος. E. Εγώ δεν σας λέω εάν ήταν παράνομη ή νόμιμη η ανάκληση, σας λέω από τη στιγμή που ανακαλούσατε πάλι την άδεια 21.12, αλλά οι συναλλαγές του υποκαταστήματος ήταν 10% στην Κύπρο και 90% στην Τανζανία, πάλι θεωρείτε ότι θα κάνατε παρανομία εάν δεν καταχωρούσατε αίτηση; A. Ναι, από τη στιγμή που ανακαλούσα την άδεια. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Όταν ο κ. Δημητρίου ερωτήθηκε από τον κ. Ταλιαδώρο ποια είναι αυτή η ποινή, ο τελευταίος απάντησε πως δεν γνωρίζει τι προβλέπει ο Νόμος. Δεν έχει υποδειχθεί, ούτε και το Δικαστήριο έχει εντοπίσει πρόνοια που να καθιστά ποινικό ή πειθαρχικό αδίκημα την μη καταχώριση Αίτησης Εκκαθάρισης εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σε περίπτωση που η τελευταία έχει ανακαλέσει άδεια που χορήγησε σε Τράπεζα. Με όλο το σεβασμό προς τον κ. Δημητρίου, ο οποίος δεν είναι Νομικός, ο Νόμος δεν λέει αυτό το πράγμα. Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία (αν ασκήθηκε ορθά ή όχι δεν εξετάζεται εδώ) να ανακαλέσει την άδεια που χορήγησε, εφόσον θεωρούσε ότι συνέτρεχαν λόγοι για κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια, μπορούσε να την ανακαλέσει αν θεωρούσε ότι με την ανάκληση εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Για να εκδοθεί όμως διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης μιας Τράπεζας δυνάμει του άρθρου 33Βδις του Ν66(Ι)/1997, δεν αρκεί η ανάκληση της άδειας λειτουργίας για την οποία γίνεται αναφορά στο Νόμο έστω και αν η ανάκληση έγινε για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Το τι συνιστά άδεια λειτουργίας θα εξεταστεί στη συνέχεια. Θα πρέπει και η ίδια η εκκαθάριση της συγκεκριμένης Τράπεζας (πέρα από την δεύτερη προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 33Βδις(β)) να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αφού αυτό ρητά προβλέπεται στο πιο πάνω άρθρο (τρίτη προϋπόθεση). Συνεπώς, η Κεντρική Τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη να καταχωρίσει την υπό εκδίκαση Αίτηση επειδή ανακάλεσε, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την χορηγηθείσα στην FBME Bank Ltd άδεια για να διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο, όπως ανέφερε ο κ. Δημητρίου. Η ανάκληση της άδειας για λόγους δημοσίου συμφέροντος από μόνη της δεν πληροί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις, όπως άφησε να νοηθεί. Με άλλα λόγια, επειδή ανακλήθηκε η άδεια για λόγους δημοσίου συμφέροντος δεν σημαίνει ότι και η ειδική εκκαθάριση της Τράπεζας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Για να φανεί ότι η πιο πάνω προσέγγιση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δεν είναι ορθή, θα παραθέσω το εξής υποθετικό παράδειγμα. Μια Τράπεζα έχει συσταθεί στην Αγγλία και ασκεί, δυνάμει αδείας που της χορηγήθηκε από τις εκεί αρμόδιες Αρχές, τραπεζικές εργασίες. Στην Αγγλία ασκεί το 99% των εργασιών της. Το άλλο 1% το ασκεί στην Κύπρο μέσω υποκαταστήματος δυνάμει αδείας που εξασφάλισε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η τελευταία αποφασίζει να ανακαλέσει και ανακαλεί την άδεια που χορήγησε στην αλλοδαπή Τράπεζα για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, επειδή (υποθετικά πάντα), οι πελάτες της Τράπεζας που συναλλάσσονται μέσω του υποκαταστήματος στην Κύπρο είναι τρομοκράτες, μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου, και τα χρήματα που καταθέτουν στην Κύπρο είναι προϊόν εγκληματικών δραστηριοτήτων. Τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει με τους πελάτες-καταθέτες της Τράπεζας στην Αγγλία. Υιοθέτηση των θέσεων της Κεντρικής Τράπεζας, θα σήμαινε πως μόλις ανακληθεί η άδεια της Τράπεζας για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου νομιμοποιείται (ή ακόμη είναι υποχρεωμένη) να καταχωρίσει αμέσως (νοουμένου ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις) Αίτηση (και μάλιστα Μονομερή) για εκκαθάριση της αλλοδαπής Τράπεζας αφού θεωρεί δεδομένο ότι με την ανάκληση της άδειας για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις, ότι δηλαδή με την εκκαθάριση της αλλοδαπής Τράπεζας εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Μάλιστα το διάταγμα εκκαθάρισης όχι του υποκαταστήματος αλλά της αλλοδαπής Τράπεζας, είναι δυνατό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Κυπριακής Νομοθεσίας, να εκδοθεί με Μονομερή Αίτηση. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μπορεί να πει σε μια αλλοδαπή Τράπεζα ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκεί τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο για συγκεκριμένους λόγους και κατ΄ επέκταση να της ανακαλέσει την χορηγηθείσα άδεια για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για άλλους λόγους. Αυτό είναι ένα θέμα. (Η απόφαση της αυτή είναι δυνατό να προσβληθεί μέσω της νόμιμης οδού). Κατά πόσο όμως η εκκαθάριση της συγκεκριμένης αλλοδαπής ή ακόμη ημεδαπής Τράπεζας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον είναι άλλο θέμα. Βεβαίως δεν αγνοώ ότι στις 14.6.16 (σημειώνεται ότι η αντεξέταση του κ. Δημητρίου από τον κ. Ταλιαδώρο ολοκληρώθηκε στις 13.6.16), ο κ. Δημητρίου επανεξετάστηκε. Όταν του ζητήθηκε κατά την επανεξέταση να διευκρινίσει τη θέση «που πήρε χθες διότι δεν έγινε κατανοητή», άλλαξε άρδην τις προηγούμενες θέσεις του και ανέφερε πως: «Ο κ. Ταλιαδώρος είχε υποβάλει πολύ υποθετικά σενάρια και προσπάθησα να δώσω υποθετικές απαντήσεις στο κάθε σενάριο. Νομίζω ότι ήταν ξεκάθαρη η απάντηση. Η Νομοθεσία είναι ξεκάθαρη όπως την αντιλαμβάνομαι και όπως μου την έχουν εξηγήσει οι δικηγόροι της Τράπεζας, ότι από την στιγμή που ανακαλείται η άδεια ενός ιδρύματος, τότε εάν ικανοποιείται το δημόσιο συμφέρον ή εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, υποβάλλεται η αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του ιδρύματος. Άρα είναι ξεκάθαρο θέμα. Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις. Οι δύο δεν υπάρχει αμφισβήτηση. Είμαστε εδώ για την τρίτη που είναι το δημόσιο συμφέρον που είναι το θέμα το οποίο συζητούμε και η απάντηση η υποθετική που είχα δώσει είναι αν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον θα πάμε στο Δικαστήριο αν δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον δεν θα πάμε.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Οι απαντήσεις του κ. Δημητρίου κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με το πιο πάνω θέμα ήταν ξεκάθαρες, όμως δεν ήταν αυτές που έδωσε κατά την επανεξέτασή του. Αντεξεταζόμενος είχε αναφέρει επανειλημμένα πως από τη στιγμή που ανακαλείται η άδεια, η Κεντρική Τράπεζα έχει υποχρέωση να καταθέσει Αίτηση για ειδική εκκαθάριση του ιδρύματος. Κατ΄ επέκταση δεν μπορώ να δεχτώ, για ό,τι αξίζει, τη διαφοροποιημένη μαρτυρία του στην επανεξέτασή του, ότι αυτό ήταν που είχαν κατά νου οι Αιτήτριες και ο ίδιος, κατά το χρόνο καταχώρισης της υπό εκδίκαση Αίτησης. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ FBME BANK LTD-ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΑΥΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Ο κ. Δημητρίου αντεξεταζόμενος από τον κ. Ταλιαδώρο παραδέχθηκε πως ο Νόμος δεν επέτρεπε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να αναλάβει τη διαχείριση των εργασιών της FBME Bank Ltd στην Τανζανία. Για του λόγου το αληθές παραθέτω το σχετικό μέρος από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας: «E. Την επόμενη μέρα κύριε 18.7 που ήταν Παρασκευή, η Κεντρική Τράπεζα με βάση λέτε τις εξουσίες που της παρείχε η σχετική νομοθεσία, μας λέτε στην αρχική σας δήλωση ανέλαβε τη διαχείριση των εργασιών του υποκαταστήματος, στην FBME bank στην Κύπρο, σωστά; A. Μάλιστα. E. Μπορείτε να μας πείτε, γιατί η Κεντρική Τράπεζα, εκείνη την ημέρα ανέλαβε τη διαχείριση μόνο των εργασιών του υποκαταστήματος και όχι όλες τις εργασίες της τράπεζας της FBME Bank Ltd; A. Νομίζω έχουν απαντηθεί αυτά αρκετές φορές, το υποκατάστημα ή η τράπεζα μάλλον, αδειοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας, σαν Εποπτική Αρχή, ήταν πάνω στο υποκατάστημα, το οποίο αδειοδότησε ουσιαστικά. E. Δηλαδή ισχυρίζεστε, ότι ο νόμος δεν σας επέτρεπε να αναλάβετε τη διαχείριση των εργασιών της FBME Bank Ltd στην Τανζανία. A. Αδειοδοτήσαμε την τράπεζα της Τανζανίας να διεξάγει εργασίες μέσω υποκαταστήματος στην Κύπρο, το οποίο υποκατάστημα στην Κύπρο υπόκειται στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. E. Αυτό το καταλάβαμε κύριε Δημητρίου, αλλά άλλο σας ρωτώ, ο νόμος δεν σας επέτρεπε ή σας επέτρεπε να αναλάβετε τη διαχείριση των εργασιών στην Τανζανία. A. Πώς μπορεί ένας νόμος να προβλέπει αυτό. Όχι.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία πάνω στην Τράπεζα της Τανζανίας. Μάλιστα στις τροποποιήσεις της χορηγηθείσας άδειας (επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 1.1.08 - Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Δημητρίου), γίνεται αναφορά σε υποχρεώσεις όχι της Τράπεζας αλλά του υποκαταστήματος (FBME's branch in Cyprus). Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονται οι ακόλουθες υποχρεώσεις του υποκαταστήματος: «
  3. FBME's branch In Cyprus shall comply with the provisions of the Banking Law (Law 66(I) of 1997), as subsequently amended, and with any general or specific-directives that may have been issued thereunder as well as with the provisions of the Central Bank of Cyprus Law (Law 138(I) of 2002), as subsequently amended, and with any regulations made thereunder. ......................................
  4. In carrying out its supervisory and inspection duties, the Central Bank of Cyprus may wish to appoint a professional firm of accountants/auditors, other than the external auditors of FBME's branch in Cyprus, to carry out an Investigation into the affairs of the branch in Cyprus and report directly to the Central Bank of Cyprus. In such an event, FBME shall agree to the appointment shall offer every possible assistance to the firm of accountants/auditors so appointed and shall bear any expense relating to this appointment.
  5. FBME's branch in Cyprus shall ask its external auditors, if called upon to do so by the Central Bank of Cyprus, to audit any returns and/or other information required by the Central Bank of Cyprus under section 25 of the Banking Law (Law 66(I) of 1997).
  6. FBME's branch in Cyprus may engage in advertising through the Cyprus media (press, radio, television and the internet) but shall notify in writing the Central Bank of Cyprus, prior to entering into any advertising commitments, by making available to it all proposed advertising texts, and/or material. FBME's branch in Cyprus shall also notify in writing the Central Bank of Cyprus of its intention to set up its own website or to amend the content of its existing website and shall make available to the Central Bank of Cyprus any proposed texts and/or material to be included on any internet website regarding its services. The Central Bank of Cyprus retains the right to request FBME's branch in Cyprus to amend the content of any proposed advertisement and/or text and/or material to be included on any web site.» ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΥ- ΑΡΘΡΟ 33Βδις (πιο πάνω) Το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου, επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση, έχει ήδη καταγραφεί στην Απόφαση. Τόσο ο κ. Ταλιαδώρος όσο και ο κ. Γεωργίου υποστήριξαν ότι η πρώτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου δεν ικανοποιείται. Διερωτήθηκε ο κ. Ταλιαδώρος αν μπορεί η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της FBME που δόθηκε από τις Αρμόδιες Αρχές της Τανζανίας και απάντησε αρνητικά. Όπως ανέφερε, αυτό το παραδέχτηκε και ο κ. Γιάγκος Δημητρίου στη μαρτυρία του. Εδώ, ανέφερε, ανακλήθηκε η άδεια που είχε δώσει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προς το ξένο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας για την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 33Βδις αφορά σε άδεια που χορηγείται σε ίδρυμα για να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα. Τέτοια ανάκληση δεν έχει γίνει. Ο Νομοθέτης, ανέφερε, δεν ήθελε να συμπεριλάβει και την περίπτωση όπου ανακαλείται άδεια σε ΑΠΙ να λειτουργεί υποκατάστημα. Ο κ. Γεωργιάδης αγορεύοντας σε σχέση με αυτό το θέμα, υποστήριξε, με αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου, ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις. Προς υποστήριξη της θέσεως του και όχι μόνο, παρέπεμψε στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου κάτω από τον τίτλο «Ερμηνεία», αναφέρονται τα ακόλουθα: «2.
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- "άδεια" [Διαγράφηκε]· "αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα" ή "ΑΠΙ" σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης·» Παρέπεμψε επίσης στο άρθρο 4
(1)(β)(i) του Νόμου όπου αναφέρεται ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρέπεμψε επίσης και στον ορισμό της λέξης «Τράπεζα» από τον ίδιον Νόμο, όπου αναφέρεται ότι: «"τράπεζα" σημαίνει ΑΠΙ που συστάθηκε - (α) δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ή (β) δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία·» Καλείται λοιπόν το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 33Βδις και ειδικότερα την πρώτη προϋπόθεση για την οποία κάνει αναφορά το άρθρο. Ως ελέχθη, η πρώτη προϋπόθεση αφορά σε «ανάκληση άδειας λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 30(1Α) ή δυνάµει του άρθρου 4Α ή έχει παραδοθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 4
(6)». Συγκεκριμένα καλείται να εξετάσει αν η άδεια λειτουργίας για την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 33(Β)δις, αναφέρεται και σε άδεια που χορηγείται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε μια αλλοδαπή Τράπεζα για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μάλιστα, αυτή η αλλοδαπή Τράπεζα έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας από τη χώρα όπου έχει συσταθεί και συνεχίζει να ισχύει. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Ταλιαδώρος άρθρο 30(1Α) δεν υπάρχει. Το άρθρο 4(Α) του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «4Α.
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει την άδεια ΑΠΙ μόνον όταν το ΑΠΙ - (α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έτους, παραιτείται ρητώς απ' αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι
(6)μηνών, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα έχει θέσει ως προϋπόθεση ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια παύει να ισχύει, (β) απέκτησε την άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, (γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια, (δ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έκτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 26Θ και των εδαφίων
(1)και
(4)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και ιδίως δεν παρέχει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του, (ε) υπάγεται σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας που προβλέπεται από την κυπριακή νομοθεσία, όπως τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 7 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, (στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 41Δ.
(2)Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και οι λόγοι να γνωστοποιούνται από την Κεντρική Τράπεζα στους ενδιαφερόμενους.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης.» Το άρθρο 4
(6)του Νόμου στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 33Βδις, προβλέπει τα ακόλουθα: «
(6)(α) Πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δύναται να παραδώσει την άδεια λειτουργίας του με γραπτή ειδοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα. (β) Η παράδοση ισχύει από την ημερομηνία της ειδοποίησης ή αν σε αυτή καθορίζεται μεταγενέστερη ημερομηνία ισχύει η ημερομηνία εκείνη και όπου καθορίζεται μεταγενέστερη ημερομηνία στην ειδοποίηση, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται με νέα γραπτή ειδοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα να καθορίσει ενωρίτερη ημερομηνία παράδοσης, η οποία δεν μπορεί να είναι ενωρίτερα από την ημερομηνία της αρχικής ειδοποίησής της. (γ) Η παράδοση άδειας λειτουργίας είναι ανέκκλητη εκτός εάν ρητά καθορίζεται ότι θα ισχύσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία και πριν την ημερομηνία εκείνη η Κεντρική Τράπεζα με γραπτή ειδοποίησή της προς το πιστωτικό ίδρυμα επιστρέψει την ανάκλησή της.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Η Κυπριακή Νομολογία σε σχέση με την ερμηνεία Νόμων, είναι πλούσια. Θα κάνω αναφορά σε κάποιες Αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κύπρου. Στην υπόθεση L.S.A. Packers & Forwarders Ltd v. Θεοδοσίας Φράγκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 392, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το ζήτημα που εγείρεται από το σχετικό λόγο της έφεσης εξαρτάται από την ερμηνεία που θα δοθεί στην φράση "διεξαγωγή της διαδικασίας" στην πιο πάνω παράγραφο 11(α) των Κανονισμών. Ο όρος "διαδικασία" ερμηνεύεται ως εξής στο "Πρωϊας Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης", σελ. 723: "Διαδικασία (νομ.) η πορεία της δίκης από της εισαγωγης αυτής μέχρι της εκδικάσεως της ως και οι ρυθμίζοντες ταύτην κανόνες. (συνεκδ.) η καθ' ωρισμένους τύπους και κανόνας διεξαγωγή πράξεως τινός: 'διαδικασία της έκδοσης - του προβιβασμού στρατιωτικών κλπ.'". Στο "Νέον Λεξικόν Ορθογραφικόν και Ερμηνευτικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", σελ. 367 διαβάζουμε: "Διαδικασία, διεξαγωγή δίκης προς διευθέτησιν διαφορών ... το σύνολον των δικονομικών διατυπώσεων κατά την διεξαγωγήν δίκης τινός". Η ερμηνεία ενός νόμου στοχεύει στην ανακάλυψη της πρόθεσης του Νομοθέτη. Αυτή η πρόθεση πρέπει να συνάγεται από το λεκτικό που έχει χρησιμοποιηθεί. Όταν το λεκτικό είναι απλό και επιδεκτικό μόνο μιας ερμηνείας δύσκολα μπορεί να εγερθεί θέμα ερμηνείας γιατί αυτό τούτο το λεκτικό εκφράζει την πρόθεση του νομοθέτη (Βλ. Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Copper v. Baldwin [1965] 2 Q.B. 53, 61, Siman (No. 2) v. Municipality of Famagusta
(1972)3 C.L.R. 329, Cyprus Cement Co. Ltd v. Republic
(1974)3 C.L.R. 514). Αποτελεί ερμηνευτικό αξίωμα πως ο Νόμος για σκοπούς ερμηνείας πρέπει να διαβάζεται στο σύνολο του. Η ερμηνεία πρέπει να είναι εύλογη και τέτοια που να κάνει το νόμο λειτουργικό. Το δικαστήριο δεν ερμηνεύει το νόμο με τρόπο που να οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα. Λέξεις ή φράσεις στον ίδιο νόμο θεωρούνται ότι έχουν, εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, την ίδια έννοια (Βλ. Δήμος Λεμεσού ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 311, 317, Georghiades v. Republic
(1969)3 C.L.R. 396, Kyriakides v. Improvement Board of Eylenja
(1977)3 C.L.R. 198,
(1979)3 C.L.R. 86, Myrianthis v. Republic
(1978)3 C.L.R. 254, Murray v. Commissioners of Inland Revenue [1918] A.C. 541, 553, Whitney v. Commissioners of Inland Revenue [1926] A.C. 37, 52, Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 199 και Odgers Construction of Statutes, 5η έκδοση, σελ. 263). Έχουμε την άποψη πως ο όρος "διεξαγωγή της διαδικασίας" στην παραγ. 11(α) των Κανονισμών είναι πάρα πολύ ευρύς. Δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο στη διεξαγωγή της δίκης όπως ήταν η σχετική κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Αν ο Νομοθέτης είχε τέτοια πρόθεση θα έκαμνε χρήση του όρου "δίκη" και όχι του όρου "διαδικασία", ο οποίος είναι ευρύτερος από τον όρο "δίκη". Κατά την κρίση μας ο όρος "διεξαγωγή της διαδικασίας" περιλαμβάνει κάθε μέτρο ή διάβημα που προβλέπεται από τους θεσμούς και το οποίο λαμβάνεται από την κατάθεση της αγωγής ή αίτησης και μέχρι την εκδίκαση της. Η έγερση ανταπαίτησης αποτελεί ένα τέτοιο μέτρο ή διάβημα γιατί προβλέπεται από τους θεσμούς.» Στη Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συνφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία ν. Ματθαίον, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990. Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τετάρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863 - 873). Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία ν. Αντωνίου και Άλλων).» Στην Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, εξετάστηκε η ερμηνεία συγκεκριμένου άρθρου σε Νόμο. Το Εφετείο σε συμφωνία με το Πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 80 και 81: «Ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων (δέστε Γεωργιάδης & Υιός v. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 142). Όπου όμως η γραμματική ερμηνεία δεν είναι ξεκάθαρη, λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση του νομοθέτη και σε τέτοια περίπτωση εξετάζεται ολόκληρο το σχετικό μέρος του Νόμου ή και ολόκληρος ο Νόμος, καθώς επίσης και η ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να θεραπεύσει, ανάλογα με την περίπτωση. Όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, φορολογικοί και ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη. Τέλος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή ότι διατάξεις που αφορούν φορολογική απαλλαγή πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Έχουμε καταλήξει ότι η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η ορθή. Συμφωνούμε πως αυτή συνάδει και με το γεγονός ότι στο άρθρο γίνεται αναφορά και σε χρηματική διευκόλυνση, που αν δεν συμπεριλαμβάνετο και αυτή στο δικαίωμα του Εφόρου να επιβάλλει φόρο επί νοητού τόκου, θα ήταν ανεξήγητη και αχρείαστη η συμπερίληψη της. Προφανώς ο σκοπός ήταν να εξισώνεται η οποιαδήποτε χρηματική διευκόλυνση με το δάνειο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στις Αναθεωρητικές Εφέσεις 96/12 και 97/12, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σωτηρίου κ.ά., Απόφαση ημερ. 20.11.15, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαπίστωση του σκοπού ενός νόμου, ασφαλώς, δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται μέσα από τις συζητήσεις οι οποίες διεξάγονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων και προηγούνται της θέσπισής του, (βλ. Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, σελίδα 34)· πόσο μάλλον να διαπιστώνεται ο σκοπός του, σε ακόμα πιο πρώιμο στάδιο, μέσα από τις διαπραγματεύσεις οι οποίες διεξάγονται, σχετικά, μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Όταν εγείρεται θέμα ερμηνείας ενός νόμου, η έννοια συγκεκριμένων προνοιών του διαπιστώνεται, κατά κύριο λόγο, μέσα από «το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων» που χρησιμοποιούνται, (βλ. Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, σελίδες 80 έως 81). Ενίοτε, όμως, προς ενίσχυση του έργου αυτού, ο δικαστής, ως ο αυθεντικός ερμηνευτής του νόμου, αναζητεί το νόημα των προνοιών του μέσα από το σκοπό του, ως σύνολο, και, όπου αυτό είναι πρόσφορο, μέσα από το σκοπό των υπό εξέταση προνοιών του, (βλ. Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2002)3 Α.Α.Δ. 345, σελίδα 357 και Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1903). ................................. Η πιο πάνω ερμηνεία ενισχύεται, έτι περαιτέρω, από την αντίστοιχη πρόνοια στο εδάφιο
(40), ανωτέρω, που αναφέρεται στις ίδιες, ακριβώς, εξήντα θέσεις, στις οποίες αναφέρεται και το εδάφιο
(30)προηγουμένως, με την επεξήγηση ότι οι θέσεις αυτές «μετονομάζονται και μεταφέρονται», όπως διευκρινίζεται. Οι δραστικές λέξεις «μετονομάζονται» και «μεταφέρονται» έχουν, η κάθε μια ξεχωριστά, ακριβώς, την έννοια που τους αποδίδεται στην καθομιλουμένη, χωρίς να χρειάζεται να υποβληθούν σε περαιτέρω ερμηνεία. ........................................ Το συμπέρασμα το οποίο εύλογα προκύπτει από την ερμηνεία, ανωτέρω, των προαναφερθεισών προνοιών του Νόμου είναι πως, με αυτές, δεν ιδρύονται εξήντα νέες θέσεις Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Αντίθετα, οι πρόνοιες αναφέρονται σε, ήδη, υπάρχουσες θέσεις Βοηθών Λειτουργών Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, οι κάτοχοι των οποίων, κατά την 7.12.2006, κατείχαν το προβλεπόμενο από το σχέδιο υπηρεσίας πανεπιστημιακό προσόν, οι οποίες μετονομάστηκαν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, και μεταφέρθηκαν στο εδάφιο
(30), ανωτέρω.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο κ. Ταλιαδώρος παρέπεμψε στην υπόθεση Lordos & Anastassiades Ltd κ.ά ν. The District Officer of Limassol and Another
(1976)2 CLR 145, και υποστήριξε πως και αν ακόμη το Δικαστήριο βρει πως το άρθρο 33Βδις επιδέχεται δύο ερμηνείες θα πρέπει να διαλέξει τη λογική ερμηνεία που δεν είναι αυτή που δίδουν οι Αιτήτριες. Στην εν λόγω υπόθεση εξετάστηκε κατά πόσο άδεια για ανέγερση οικοδομής που είχε εκδοθεί στο όνομα του προηγούμενου ιδιοκτήτη του ακινήτου δυνάμει του Κεφ. 96, συνέχιζε να είναι ισχυρή και μετά την αλλαγή της ιδιοκτησίας του ακινήτου. Το Εφετείο επιτρέποντας την έφεση, βρήκε, με αναφορά σε ξένη Νομολογία, ότι οι νέοι ιδιοκτήτες μπορούσαν να ανεγείρουν οικοδομή δυνάμει της άδειας που είχε εκδοθεί στο όνομα του προηγούμενου ιδιοκτήτη και η οποία άδεια συνέχιζε κατά τον χρόνο ανέγερσης να ισχύει. Συνεπώς, οι Κατηγορούμενοι αθωώθηκαν αφού το Εφετείο βρήκε πως δεν διέπρατταν οποιοδήποτε αδίκημα. Στη σελίδα 153, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την ερμηνεία των Νόμων και ειδικότερα για το ποια ερμηνεία θα πρέπει να επιλέγεται στην περίπτωση που ένας Νόμος επιδέχεται δύο ερμηνείες: «Even assuming—though this is not so—that the wording of the relevant provisions of Cap. 96, and of the Regulations made thereunder, was, in any respect, ambiguous as regards the nature of a building permit, then such provisions should have been construed having in mind the consequences, respectively, of the possible alternative interpretations involved, and there should have been avoided that view which would have led to manifest public mischief, great inconvenience, grave hardship, unreasonableness, absurdity or injustice; though, of course, I do not lose sight of the fact that this is an approach to statutory interpretation which should be used with due care (see Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 36, p. 408, para. 617). In Arthur Hill v. The East and West India Dock Company, [1884] 9 A.C. 448, 456 it was said by Earl Cairns:- "It appears to me that both of those constructions to which I have referred, the construction contended for by the appellant and the construction placed upon the section by James L.J., are possible constructions; and where there are two constructions, the one of which will do, as it seems to me, great and unnecessary injustice, and the other of which will avoid that injustice, and will keep exactly within the purpose for which the statute was passed, it is the bounden duty of the Court to adopt the second and not to adopt the first of those constructions". In Simms and others, v. The Registrar of Probates, [1900] A.C. 323, 335, it was stated by Lord Hobhouse that:- "It is quite true, as Bundey J. intimates when he is pointing out the severity of the law, that Courts must nevertheless construe it according to its true meaning. But where there are two meanings each adequately satisfying the language, and great harshness is produced by one of them, that has legitimate influence in inclining the mind to the other". In Shannon Realties, Limited v. Ville De St. Michel, [1924] A.C. 185, 192, 193, Lord Shaw of Dunfermline said:- "Where the words of a statute are clear they must, of course, be followed; but, in their Lordships' opinion, where alternative constructions are equally open, that alternative is to be chosen which will be consistent with the smooth working of the system which the statute purports to be regulating; and that alternative is to be rejected which will introduce uncertainty, friction or confusion into the working of the system". In Holmes v. Bradfield Rural District Council, [1949] 1 All E.R. 381, 384, Finnemore, J. said the following:- "The mere fact that the results of a statute may be unjust or absurd does not entitle this Court to refuse to give it effect, but, if there are two different interpretations of the words in an Act, the Court will adopt that which is just, reasonable and sensible rather than that which is none of those things".» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Όπως ορθά ανέφεραν οι κ.κ. Ταλιαδώρος και Γεωργίου, το άρθρο 33Βδις δεν αναφέρει ότι σε περίπτωση που ανακαλείται άδεια που χορηγήθηκε σε αλλοδαπή Τράπεζα για να διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο, η Τράπεζα (νομικό πρόσωπο) υπόκειται σε εκκαθάριση. Ως ελέχθη, το άρθρο 4
(1)(α) του Νόμου, προβλέπει ότι απαιτείται όπως Πιστωτικό Ίδρυμα λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα «πριν την έναρξη των δραστηριοτήτων του στη Δημοκρατία..». Με άλλα λόγια στην Κυπριακή Δημοκρατία ουδείς μπορεί να ασκεί Τραπεζικές εργασίες χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στο άρθρο 4
(1)(β)(
  1. i)του Νόμου, καθορίζονται τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να χορηγηθεί τέτοια άδεια. Σε σχέση με αλλοδαπό πιστωτικό ίδρυμα ο Νόμος έχει ειδική πρόνοια: «(β)(
  2. i)Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους IV, άδεια λειτουργίας εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα μόνο σε νομικό πρόσωπο που συστάθηκε στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ή σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας της χώρας αυτής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Με άλλα λόγια, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν μπορεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε αλλοδαπό Πιστωτικό Ίδρυμα (στη δική μας περίπτωση άδεια στην FBME Bank Ltd για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο), εάν αυτό δεν έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας που του χορηγήθηκε από την εν λόγω αλλοδαπή χώρα. Τούτο σημαίνει πως η άδεια λειτουργίας που χορηγείται από την αλλοδαπή χώρα έχει τη σημασία της αφού αναγνωρίζεται και γίνεται σεβαστή από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Χωρίς αυτήν, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν μπορεί να εκδώσει άδεια λειτουργίας και να επιτρέψει έτσι τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατ΄ επέκταση η Κεντρική Τράπεζα σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιείται να ανακαλέσει την εν λόγω άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε από την τρίτη χώρα, κάτι που ορθά ο κ. Δημητρίου δέχθηκε. Εδώ η FBME Bank Ltd κατά πάντα ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε δυνάμει αδείας που της χορηγήθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Τανζανίας. Υιοθέτηση των θέσεων των Αιτητριών θα σήμαινε πως κάθε φορά που ανακαλείται μια άδεια για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο μια αλλοδαπή Τράπεζα, αυτό ουσιαστικά εξομοιώνεται με ανάκληση της άδειας που της έχει χορηγηθεί στη χώρα όπου έχει εγγραφεί για να ασκεί και ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες. Έχει ήδη λεχθεί, ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί στην FBME Bank Ltd από τις αρμόδιες αρχές της Τανζανίας. Περαιτέρω, στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις (πιο πάνω) περιλαμβάνεται και η παράδοση άδειας λειτουργίας ΑΠΙ. Αν η ερμηνεία που δίδουν οι Αιτήτριες είναι ορθή, τούτο σημαίνει πως στην πρώτη προϋπόθεση, για τροχοδρόμηση διαδικασίας εκκαθάρισης, περιλαμβάνεται και η περίπτωση όπου μια αλλοδαπή Τράπεζα, εναντίον της οποίας δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το επιλήψιμο, δεν επιθυμεί πλέον να ασκεί Τραπεζικές εργασίες μέσω υποκαταστήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία και παραδίδει την άδεια που της χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να λειτουργεί το υποκατάστημά της. Προκύπτει λοιπόν το εξής ερώτημα. Όταν ο Νομοθέτης θέσπιζε το εξαιρετικά δραστικό άρθρο 33(Β)δις, αυτό είναι που είχε κατά νου και αυτό είναι που μετέφερε στο σχετικό κείμενο του άρθρου; Μάλιστα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου το δραστικό διάταγμα εκκαθάρισης είναι δυνατό να εκδοθεί με Μονομερή Αίτηση. Με δεδομένο ότι στο άρθρο δεν γίνεται ειδική αναφορά σε ανάκληση άδειας λειτουργίας υποκαταστήματος και με δεδομένο ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναγνωρίζει δυνάμει του Νόμου την άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε μια αλλοδαπή Τράπεζα από τις εκεί αρμόδιες αρχές, βρίσκω πως η άδεια λειτουργίας για την οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω άρθρο, δεν αφορά σε άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος που χορηγείται σε μια αλλοδαπή Τράπεζα, αλλά σε άδεια να διεξάγει αυτή τραπεζικές εργασίες. Εδώ η FBME Bank Ltd, ως ελέχθη, είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο άδεια για να διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην αλλοδαπή. Η θέση του κ. Δημητρίου στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 25.4.16 ότι η FBME Bank Ltd είναι τέως αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, είναι κατά την ταπεινή μου άποψη λαθεμένη. Εκείνο που σήμερα δεν έχει η αδειοδοτημένη FBME Bank Ltd, είναι άδεια για να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο, το οποίο μάλιστα υποκατάστημα και όχι η Τράπεζα, έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και προς τούτο παραπέμπω και πάλι στην επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 1.1.08 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Δημητρίου). Εκείνο που μπορεί κάποιος να ισχυριστεί είναι ότι η FBME Bank Ltd είναι τέως αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να διατηρεί-λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Κατ΄ επέκταση βρίσκω ότι δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 33Βδις. Δημόσιο Συμφέρον Παρόλο που με το πιο πάνω εύρημά μου η Αίτηση αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί, εντούτοις θα εξετάσω κατά πόσο από την προσαχθείσα μαρτυρία έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση του δημοσίου συμφέροντος, και τούτο για να έχει το Ανώτατο Δικαστήριο ενώπιον του τις θέσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου σε περίπτωση που η υπόθεση οδηγηθεί σε κατ΄ έφεσιν διαδικασία. Ο κ. Δημητρίου ξεκαθάρισε πως την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την ενδιαφέρει μόνον το δημόσιο συμφέρον στην Κύπρο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «... Εμείς ενεργούμε με βάση τη δική μας νομοθεσία και γι' αυτόν τον λόγο προχώρησα στην ένορκη μου δήλωση, να διασαφηνίσω και να διευκρινίσω, ότι ναι, ο Νόμος το προβλέπει αυτό, αλλά σίγουρα, επαναλαμβάνω, δεν θα πιάσουμε το αεροπλάνο, να κατεβούμε στην Τανζανία και να ξεκινήσουμε να εκκαθαρίζουμε.». Για το τι θα γίνει με τους καταθέτες στην Τανζανία σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ανέφερε τα ακόλουθα. Παραθέτω τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις: «E. Επήρετε νομική συμβουλή και από την Τανζανία, ότι δεν εκτελείται το διάταγμα, δεν έχει επιπτώσεις στην τράπεζα της Τανζανίας κτλ; Τα ελέγξατε αυτά τα πράγματα; A. Μα γιατί να πάρω νομική συμβουλή από την Τανζανία; Εμένα, σαν Εποπτική Αρχή, με ενδιαφέρει το δημόσιο συμφέρον στην Κύπρο. Σίγουρα, όπως έχουμε δηλώσει, θα πάρουμε τα οποιαδήποτε μέτρα, γι' αυτό περιμένουμε και τον Διοικητή, όταν ευκαιρήσει κάποτε, να επικοινωνήσει μαζί μας, να μας πει, υπάρχει πρόβλημα στην Τανζανία ή δεν υπάρχει; Προφανώς δεν υπάρχει. Εάν υπάρχει πρόβλημα στην Τανζανία, σίγουρα θα το δούμε. E. Μετά που θα εκδοθεί το διάταγμα; A. Και τώρα ακόμα, εάν έρθει πίσω και μας πει "ξέρεις, εάν εκδοθεί το διάταγμα, αυτά τα εκατομμύρια των καταθετών θα δημιουργήσουν πρόβλημα, αυτό το 1% του συνόλου των καταθέσεων στην Τανζανία, θα δημιουργήσουν πρόβλημα σταθερότητας στη χώρα", τότε θα το δούμε μαζί του, αλλά προφανώς δεν υπάρχει. » Ο δικός μας Νόμος δεν αναφέρει, τι συνιστά δημόσιο συμφέρον. Αφήνει το θέμα αυτό στα ανεξάρτητα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία καλούνται να αποφασίσουν αν η Ειδική Εκκαθάριση ενός συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου νομιμοποιείται αμέσως μετά την ανάκληση της άδειας, να καταχωρεί Αιτήσεις για Ειδική Εκκαθάριση Τραπεζών χωρίς να έχει εξετάσει προηγουμένως αν με αυτήν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Με άλλα λόγια, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα καταχωρίσει μια τέτοια Αίτηση μόνο εάν κρίνει ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον με την Ειδική Εκκαθάριση ενός πιστωτικού ιδρύματος. Η έννοια του δημοσίου συμφέροντος είναι ευρύτερη των στόχων της ειδικής εκκαθάρισης. Όπως εύστοχα αναφέρεται στην ενδιαφέρουσα Διπλωματική Εργασία της δικηγόρου κας Όλγας Αλούπη, «Η Οδηγία 2017/59 για την Εκκαθάριση και Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων»: «Συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία πληρούται μεν ένας στόχος όπως η αποφυγή σημαντικών επιπτώσεων στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά πλήττονται άλλοι όπως η προστασία των καταθετών ή η διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων των πελατών τότε ο δικαστής θα πρέπει να προβεί στην απαραίτητη στάθμιση. Άλλωστε δημόσιο συμφέρον είναι το άθροισμα όλων των ιδιωτικών συμφερόντων σε μια έννομη τάξη.» Συνεπώς, τον τελευταίο λόγο έχει το Δικαστήριο το οποίο αφού θέσει ενώπιον του το μαρτυρικό υλικό και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, θα αποφασίσει αν με την εκκαθάριση εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Με άλλα λόγια, η κρίση του Δικαστηρίου θα είναι in concreto. Οι Αιτήτριες ζήτησαν με Μονομερή Αίτηση την ειδική εκκαθάριση της FBME Bank Ltd ισχυριζόμενες ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης της Τράπεζας «οι καταθέτες στο υποκατάστημα στην Κύπρο θα δικαιούνται να υποβάλουν αίτημα στο Ταμείο Προστασίας των Καταθέσεων». Συγκεκριμένα, ο κ. Δημητρίου στην παράγραφο 6.3.2 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «6.3.2 Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης, πέραν των 6,000 ασφαλισμένων καταθετών του Υποκαταστήματος θα αποζημιωθούν μέχρι το ποσό των €100,000 εντός 20 εργάσιμων ημερών, ως προνοείται στην παράγραφο 13 των Κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.2 πιο πάνω, από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, υπό περιστάσεις όπου δεν θα μπορούσαν άλλως πώς να αναμένουν να πληρωθούν για αβέβαιο και ακαθόριστο χρονικό διάστημα, ενώ οι κατ' ισχυρισμό μέτοχοι της Τράπεζας, κ.κ. Ayoub-Farid Michel Saab και Fadi Michel Saab (οι "Saabs"), αμφισβητούν την διαδικασία της FinCEN και οι ανταποκρίτριες τράπεζες του Υποκαταστήματος (οι «Ανταποκρίτριες Τράπεζες») συνεχίζουν να αρνούνται τον επαναπατρισμό των καταθέσεων και άλλων κεφαλαίων. Προς τούτο, η ευρύτερη κατηγορία των πιστωτών, θα επωφεληθεί από το να έχει έναν αξιωματούχο όπως τον Ειδικό Εκκαθαριστή ο οποίος θα έχει νομικό δικαίωμα και εξουσιοδότηση να επιδιώξει τον επαναπατρισμό των καταθέσεων και άλλων κεφαλαίων που κρατούνται από τις Ανταποκρίτριες Τράπεζες. Υπό περιστάσεις όπου δεν κατέστη δυνατή η επιτυχία του Μέτρου Εξυγίανσης, όπου κανένα άλλο μέτρο εξυγίανσης είναι κατάλληλο και όπου η Άδεια Λειτουργίας έχει ανακληθεί, η μοναδική επιλογή είναι η ειδική εκκαθάριση. Εφόσον τα μέτρα εξυγίανσης τα οποία σκοπό έχουν την προσπάθεια διάσωσης των εργασιών και, πρωτίστως, των καταθετών, μιας τράπεζας, αποτύχουν, και οι λόγοι για τους οποίους η τράπεζα κρίθηκε ως μη βιώσιμη δεν έχουν αρθεί, τότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την ανάκληση της Άδειας Λειτουργίας και την ειδική εκκαθάρισή της σύμφωνα με της πρόνοιες του ΕΠΙΝ. Επιπλέον, η ΚΤΚ πιστεύει ότι η ειδική εκκαθάριση θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη στο Κυπριακό τραπεζικό σύστημα.» Τελικά, το Ταμείο ενεργοποιήθηκε και χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ειδικής εκκαθάρισης. Δεν θα εξετάσω στην παρούσα Απόφαση για το πώς ερμηνεύεται το άρθρο 12
(1)(α) του τότε ισχύοντος Νόμου 16(Ι)/13 (ο Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013), στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «12.-
(1)Η Επιτροπή δύναται να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων προς εξυπηρέτηση του σκοπού της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, ως ακολούθως: (α) για την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες καλυπτόμενων ιδρυμάτων, τα οποία καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, εφόσον κατάθεση καταστεί μη διαθέσιμη: Νοείται ότι κατάθεση καθίσταται μη διαθέσιμη, όταν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  1. i)Η Κεντρική Τράπεζα έχει διαπιστώσει και έχει ενημερώσει την Επιτροπή ότι καλυπτόμενο ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τις καταθέσεις του για λόγους που έχουν σχέση με την οικονομική του κατάσταση ή/και κρίνει ότι δεν θα καταστεί ικανό προς τούτο στο προσεχές μέλλον. (
  2. ii)έχει εκδοθεί διάταγμα από δικαστήριο της Δημοκρατίας για ειδική εκκαθάριση του καλυπτόμενου ή επηρεαζόμενου ιδρύματος, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο ή τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή σε περίπτωση καλυπτόμενου ιδρύματος του οποίου η έδρα είναι άλλη από την Δημοκρατία, έχει εκδοθεί αντίστοιχο διάταγμα από δικαστική αρχή της χώρας που αποτελεί την έδρα του: Δικαιολογημένα όμως ο κ. Γεωργίου υπέβαλε ερωτήσεις στον κ. Δημητρίου σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις: «E. Η απορία μου εμένα κύριε Δημητρίου και ήθελα να σας ρωτήσω είναι την αρχική σας ένορκο δήλωση στις 22.12.15, καθώς και στη συμπληρωματική, ημερομηνίας 31.03.16, αν δεν κάνω λάθος, κάνετε ρητές αναφορές σε διάφορα σημεία, μπορούμε να τα δούμε αν θέλετε ένα ένα, που λέτε ότι είναι απαραίτητο, ένας από τους λόγους που είναι απαραίτητο να εκδοθεί κατ' επείγοντος το διάταγμα το αιτούμενο είναι, για να μπορέσει να ενεργοποιηθεί το ΣΕΚ και να πληρωθούν οι γύρω στους 7 χιλιάδες κατέθετες, που είναι κάτω των 100 χιλιάδων. Είναι σωστό αυτό; A. Να πληρωθούν όλοι οι καταθέτες μέχρι το ποσό των 100 χιλιάδων. Ναι είναι σωστό. E. Μπορείτε σας παρακαλώ να εξηγήσετε στο Δικαστήριο, πώς διαφοροποιήθηκε η θέση σας αυτή και ενεργοποιήθηκε το ταμείο, ενώ λέγατε ότι χωρίς την ειδική εκκαθάριση δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί; A. Παρόλο που το εξηγώ νομίζω με αρκετή λεπτομέρεια τόσο στην ένορκη δήλωση μου, όσο και στην απαντητική, το καταγράφω νομίζω με πάσα λεπτομέρεια, ποια ήταν η διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση ήταν, ότι τη δεδομένη στιγμή τότε στις 22 Δεκεμβρίου, οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν τέτοιες... μάλλον να πάω λίγο πιο πίσω να πω, ότι η έκδοση διατάγματος ουσιαστικά ενεργοποιεί αυτόματα το ταμείο. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε διαπίστωση από την Κεντρική Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλο. Αυτό λέει η νομοθεσία, ότι από τη στιγμή που εκδίδεται διάταγμα, τότε αυτόματα το ταμείο ενεργοποιείται και ακριβώς με τα γεγονότα τότε και τις περιστάσεις που επικρατούσαν τότε και πάλι η θέση των νομικών συμβούλων της τράπεζας ήταν, ότι η ενεργοποίηση με το 12
(1)(α) (i) που προϋποθέτει κάποιες διαπιστώσεις από την Κεντρική Τράπεζα‑‑ » Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις από τον κ. Γεωργίου τις οποίες παραθέτω: «E. Δεν συμφωνείτε μαζί μου, ότι θα ήταν πιο ορθό, εφόσον μονομερώς πηγαίνετε στο Δικαστήριο και όπως είπατε πριν, θέλατε να κάνετε πλήρη αποκάλυψη να πείτε ότι... δεν είναι ακριβώς έτσι όπως τα λέω. Δηλαδή θα μπορούσε αν γινόταν διαπίστωση να ενεργοποιηθεί το ΣΕΚ, δεν είναι αναγκαίο το διάταγμα. A. Στην ένορκο δήλωση μου, δεν αναλύω τον Νόμο, δεν είναι δουλειά μου, δεν είμαι νομικός. Είναι μία νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν θα πω στο Δικαστήριο τι λέει ο Νόμος. E. Επειδή για το ΙΙ λέτε, λέω γιατί δεν λέτε για το Ι; A. Για το ΙΙ λέω, διότι αυτός ήταν ο στόχος. E. Δηλαδή είναι η θέση σας, αν κατάλαβα ορθά, ότι μέχρι τις 22.12.2015 που καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση, ότι δεν πληρούνταν οι όροι του Ι. A. Μάλιστα. » Στις 13.9.16 ο ευπαίδευτος συνήγορος του ΣΕΚ κ. Μ. Χατζηνέστορος δήλωσε, και δεν αμφισβητήθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου ότι: «. το ΣΕΚ μέχρι σήμερα έχει παραλάβει συνολικά 738 δηλώσεις στοιχεία από καταθέτες της FBME φυσικά και νομικά πρόσωπα εκ των οποίων οι 79 εκ πρώτης όψεως εμπίπτουν στις εξαιρούμενες, βάσει του Κανονισμού 7, κατηγορίες καταθέσεων. Οι υπόλοιποι 659 αιτούνται συνολικά €38,2 εκατομμύρια. Μέχρι σήμερα έχουν αποζημιωθεί συνολικά 485 καταθέτες με περίπου €27,5 εκατομμύρια ενώ απομένει να αποπληρωθούν άλλοι 174 καταθέτες με περίπου €10,7 εκατομμύρια (εξαιρουμένων των 79 περιπτώσεων που δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δικαιούνται αποζημίωση).» Το ουσιώδες είναι ότι σήμερα δεν υφίσταται ο πιο πάνω λόγος τον οποίο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επικαλέστηκε, ανάμεσα σε άλλους, για να αξιώσει με Μονομερή Αίτηση διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης της FBME Bank Ltd. Ο κ. Δημητρίου, επέμενε ότι με την εκκαθάριση εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον αφού δεν υπάρχει, ως ανέφερε, άλλη θεραπεία, άλλη λύση. Παραδέχθηκε, και ορθά, ότι στην έννοια του Δημοσίου Συμφέροντος περιλαμβάνονται τα συμφέροντα και η προστασία των καταθετών. Δεν θα σχολιάσω τη μαρτυρία του ότι αυτό που ενδιαφέρει την Κεντρική Τράπεζα είναι η προστασία μόνο των πελατών του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd. Ερωτήθηκε από τον κ. Ταλιαδώρο, και ορθά, εάν έγινε κάποια έρευνα-μελέτη πριν από τις 21.12.15 (ημερομηνία ανάκλησης άδειας για λειτουργία υποκαταστήματος στην Κύπρο), ώστε να υπολογιστεί το ποσοστό περίπου που θα πάρει ο κάθε καταθέτης σε περίπτωση που η FBME Bank Ltd εκκαθαριστεί. Η απάντηση που έδωσε ήταν η ακόλουθη: «Αυτό για να γίνει εξαρτάται από το πότε θα γίνει η εκκαθάριση και από το τι στοιχεία ενεργητικού, θα μπορέσει ο εκκαθαριστής να επαναπατρίσει. Δεν είναι κάτι πάνω στο οποίο μπορείς να πάρεις ποσοστό και να ξέρεις. Ευελπιστούμε και ακόμα έχουμε την κρυφή ελπίδα, αν ολοκληρωθεί η διαδικασία, ότι θα μπορέσουμε να επαναπατρίσουμε αρκετά, για να ικανοποιηθούν οι καταθέτες.» Με άλλα λόγια, η Κεντρική Τράπεζα ζητά την εκκαθάριση μιας αλλοδαπής Τράπεζας χωρίς να γνωρίζει αν ο εκκαθαριστής που θα διοριστεί θα μπορέσει να επανακτήσει στοιχεία του ενεργητικού της Τράπεζας που βρίσκονται στο εξωτερικό. Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις και απαντήσεις: «E. Ναι, κύριε Δημητρίου, αλλά στις 21.12.2015 ανακλήθηκε η άδεια και ήρθατε στο Δικαστήριο με μονομερή Αίτηση στις 22.12.15, την άλλη μέρα και ζητούσατε την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, διότι πληρείτο η προϋπόθεση του δημόσιου συμφέροντος. A. Μάλιστα. E. Δεν έπρεπε να πείτε και του Δικαστή, αν μας δώσεις το διάταγμα τώρα, οι καταθέτες π.χ θα πάρουν 90% ή αν δεν μας το δώσεις, κάθε μέρα που θα περνά θα πέφτει το ποσό. Δεν έγινε κάποια μελέτη; A. Επαναλαμβάνω έπρεπε να γίνει μία μαθηματική μελέτη, εκείνο που λέμε στο Δικαστήριο και το λέω επανειλημμένως σε όλες τις ένορκες μου δηλώσεις είναι ότι επείγει η έκδοση του διατάγματος, διότι με την έκδοση του διατάγματος, το συντομότερο δυνατόν θα ικανοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό, όλοι οι καταθέτες. Όσο καθυστερεί η έκδοση του διατάγματος, η εκδίκαση της αίτησης, σίγουρα το ποσοστό αυτό μειώνεται, δεν υπάρχει μια μαθηματική εξήγηση στην οποία να βάλουμε μία φόρμουλα και να βγάλουμε ποσοστά. Υπάρχουν ένα σωρό αστάθμητοι παράγοντες. E. Στις 21.12.15 δεν γνωρίζατε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του υποκαταστήματος; Όλες τις καταθέσεις που είχε το υποκατάστημα σε ξένες τράπεζες παντού στην υφήλιο; A. Όπως επανειλημμένα έχω δηλώσει, ξέραμε τι υπάρχουν στα χαρτιά, στον ισολογισμό του καταστήματος, αυτό το ξέραμε. Αλλά από εκεί και πέρα τι μπορούμε, τι μπορούσαμε και τι θα μπορέσουμε ποτέ να πάρουμε από αυτά, για να ρευστοποιηθούν και να ικανοποιηθούν οι υποχρεώσεις του υποκαταστήματος, αυτό επαναλαμβάνω εξαρτάται από πάρα πολλά πράγματα. E. Δηλαδή δεν είχατε κάνει μία τέτοια μελέτη, που σας είπα, μέχρι τις 21.12 σωστά; A. Δεν είχαμε κάνει μαθηματική μελέτη με ποσοστά, που να λέμε ότι ξέρεις, σε έναν μήνα θα είναι 80, σε δύο μήνες 70 και ούτω καθεξής. Δεν θα μπορούσε και ούτε μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. E. Ούτε και σήμερα δηλαδή μπορείτε να μας πείτε, αν εκδοθεί σήμερα το διάταγμα εκκαθάρισης, οι πελάτες μου πόσο ποσοστό των καταθέσεων τους θα πάρουν, που έχουν και οι δύο μαζί 100 εκατομμύρια ευρώ. A. Σήμερα το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό των καταθέσεων, όπως έχω πει, βρίσκεται κατατεθειμένο σε γερμανικά Δικαστήρια, κάτι το οποίο δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα στο να μπορέσουν να επαναπατριστούν από τον εκκαθαριστή, όταν θα διοριστεί. Και όσο περνά ο χρόνος, σίγουρα αυτά τα ποσά, τα οποία είναι κατατεθειμένα σε Δικαστήρια θα αυξάνονται. Ήδη ξέρουμε ότι η Commerzbank, στην οποία υπάρχουν περίπου 170 εκατομμύρια δολάρια και περιμένει εντολές ή μία συμφωνία, μεταξύ του ειδικού διαχειριστή και του διαχειριστή μας, έχει δώσει παράταση μετά από προσπάθειας του ειδικού διαχειριστή, μέχρι τις 18 Ιουνίου. Αν δεν πάρει οδηγίες και δεν φαίνεται να υπάρχει η διάθεση από τον διαχειριστή να συμφωνήσει σε οτιδήποτε, τότε και αυτά θα καταλήξουν σε γερμανικά Δικαστήρια, οπότε το ποσοστό το οποίο θα μπορέσουν να πάρουν οι πελάτες σας, θα μειωθεί και άλλο. E. Άρα δεν μπορείτε να μου πείτε σήμερα, ώστε να πω και εγώ στους πελάτες μου, που μπορεί και να τους πείσω να αποσύρουν την ένσταση τους, ότι αν δεχτείτε σήμερα την εκκαθάριση, θα πάρετε ένα ποσοστό 50% των καταθέσεων σας. A. Πώς μπορώ να ξέρω τι θα μπορέσει να επαναπατρίσει ο εκκαθαριστής και πέραν τούτου, νομίζω οι πελάτες σας, αυτό που διεκδικούν και είναι ξεκάθαρο και από την ένορκο δήλωση ουσιαστικά, είναι συμψηφισμό κάποιων υποχρεώσεων τους, με τις καταθέσεις‑‑ E. Κάνεις λάθος— ......................................... Ε. Υπάρχε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.