← Κύπρος

HABIB UR REHMAN NOOR AKBAR ν. ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΕΛ ΜΟΥΡΣΙ, Αρ. Αγωγής: 1947/15, 22/5/2017

HABIB UR REHMAN NOOR AKBAR ν. ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΕΛ ΜΟΥΡΣΙ, Αρ. Αγωγής: 1947/15, 22/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1947/15 Μεταξύ: HABIB UR REHMAN NOOR AKBAR Ενάγοντα και ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΕΛ ΜΟΥΡΣΙ Εναγομένης --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Μαΐου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κ. Μ. Αγαθοκλέους, για Γεώργιος Παμπορίδης ΔΕΠΕ (ΔΘ244). Για την Εναγομένη: Ο κ. Δ. Κακουλλής (ΔΘ101). ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει από την εναγομένη, τις ακόλουθες θεραπείες: « Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα πληρεξούσια έγγραφα με ημερομηνίες 12.9.2013 στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα που έχουν παραχωρηθεί από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη είναι άκυρα και χωρίς νομική ισχύ. Β. Διαζευκτικά με το Α, Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει τα πληρεξούσια έγγραφα με ημερομηνίες 12.9.2013 στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα που έχουν παραχωρηθεί από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την επ' ονόματι της Εναγόμενης μεταβίβαση και/ή εγγραφή του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλιος, Στρόβολος, Λευκωσία. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας είναι το μόνο πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλιος, Στρόβολος, Λευκωσία. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την μεταβίβαση και/ή εγγραφή του διαμερίσματος με αριθμός 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλιος, Στρόβολος, Λευκωσία, στο όνομα του Ενάγοντα, και/ή στο όνομα οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου αυτός ήθελε υποδείξει. ΣΤ. Ποσό εξ €378.560,00 ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία του δόλου και/ή της απάτης που διέπραξε η Εναγόμενη σε βάρος του Ενάγοντα και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ζ. Ποσό εξ €6.000,00 ως δεδουλευμένα ενοίκια και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού για τους μήνες Μάιο 2014 μέχρι Απρίλιο 2015 και ενδιάμεσα οφέλη από 1η Μαΐου 2015 μέχρι παράδοσης και/ή μεταβίβασης του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλιος, Στρόβολος, Λευκωσία, στο όνομα του Ενάγοντα και/ή στο όνομα οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου αυτός ήθελε υποδείξει. Η. Γενικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως. Θ. Νόμιμους τόκους .................................................». Είναι η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα ότι περί την 10.11.12, ήρθε στην Κύπρο με στόχο την επαγγελματική δραστηριοποίηση και την αγορά ακίνητης περιουσίας. Κατά την επίσκεψη του, γνώρισε την εναγομένη η οποία δεσμεύτηκε πως θα τον βοηθούσε στην εξεύρεση διαμερίσματος. Περί την 27.8.13, ξαναήρθε στην Κύπρο οπόταν και συναντήθηκε με κτηματομεσίτη που του είχε συστήσει η εναγομένη. Έπειτα από επιθεωρήσεις διαμερισμάτων, ο ενάγων αποφάσισε να αγοράσει ένα από αυτά, στην οδό Τσερίου 142, στον Άγιο Βασίλειο, στον Στρόβολο, με αρ. εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αριθμός Θύρας 401 («το διαμέρισμα»), έναντι €163.000,
  2. Ζήτησε και έλαβε νομική συμβουλή από δικηγόρο που του είχε συστήσει η εναγομένη, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να της παραχωρήσει πληρεξούσιο έγγραφο ώστε να υπογράψει τη συμφωνία αγοράς του διαμερίσματος και να προβεί σε όλες τις επιβαλλόμενες δράσεις για τη μεταβίβαση του στο δικό του όνομα. Περί την 12.9.13, η εναγομένη υπέγραψε εκ μέρους του ενάγοντα το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο για αγορά του διαμερίσματος. Προς ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας, ο ενάγων μετέφερε σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των €163.000,00, που αντιστοιχούσε στο τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, ως και έξτρα ποσό €5.000,00, για τα σχετικά μεταβιβαστικά τέλη. Μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, η εναγομένη (ψευδώς και δολίως), ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος δεν ήταν δυνατή και πως τούτο θα έπρεπε να εγγραφεί στο δικό της όνομα. Η εναγομένη, μετά που ενέγραψε το διαμέρισμα πάνω της, προχώρησε (περί τον Μάιο 2015), σε ενοικίαση του έναντι €500,00 μηνιαίως, παραλείποντας να πληροφορήσει σχετικώς τον ενάγοντα ή να του καταβάλει ποτέ τα όποια ενοίκια, παρόλο που ο ενάγων ματαίως το ζητούσε αυτό επανειλημμένως (όπως και τη μεταβίβαση του διαμερίσματος). Περί τον Νοέμβριο 2013, η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα όπως ο τελευταίος να ανοίξει επιχείρηση εστιατορίου στην Λευκωσία η οποία θα ήταν δική του, ενώ η εναγομένη θα τη λειτουργούσε έναντι ποσοστού συμμετοχής. Ο ενάγων δεν αποδέχθηκε. Το τι συμφωνήθηκε είναι πως η εναγομένη για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στον ενάγοντα για την επιχείρηση θα λάμβανε ποσοστό 50% επί των κερδών της επιχείρησης. Η εναγομένη εξαπατώντας τον ενάγοντα παρέστησε σε αυτόν ότι η επιχείρηση θα ήταν επικερδής και πως η εταιρεία που θα δημιουργείτο δεν θα μπορούσε να εγγραφεί μόνο στο όνομα του εξού και έπρεπε να εγγραφεί και επ' ονόματι της. Ο ενάγων πείστηκε για τη σύσταση εταιρείας αποστέλλοντας στην εναγομένη, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, ποσό ύψους €191.060,00, ενώ της έδωσε σε ρευστό και ένα πρόσθετο ποσό ύψους €187.500,
  3. Περί τον Αύγουστο 2014, ο ενάγων ήρθε την Κύπρο προκειμένου να επιθεωρήσει την επιχείρηση, τίποτε όμως υπήρχε που να δείχνει πως αυτή του ανήκε ως η συμφωνία του με την εναγομένη, η οποία κατείχε και τις μετοχές της συσταθείσας εταιρείας (Magdas' Fish & Grill House Ltd), ούσα Διευθύντρια και Γραμματέας αυτής, αρνούμενη να του δώσει πληροφορίες εν σχέσει με τα έσοδα και έξοδα της επιχείρησης παρά τις εκκλήσεις του. Εξαιτίας της απάτης και του δόλου που διέπραξε η εναγομένη, ο ενάγων, λέγει, πως υπέστη ζημιές που τον νομιμοποιούν να τις απαιτήσει διά της επιδίκασης αντίστοιχου ποσού ειδικών ή/και γενικών αποζημιώσεων εναντίον της εναγομένης ως η αξίωση. Συνθέτει θέση της εναγομένης ότι η εκδοχή του ενάγοντα είναι παντελώς αβάσιμη κατά νόμο και ουσία. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2012, είχε γνωρισθεί με τον ενάγοντα (στην παρουσία της μητέρας της και της γιαγιάς της), κατόπιν συνεννόησης με τον θείο της Θράσο Κούρο που ζούσε στο Κατάρ. Κατά τη συνάντηση, ο ενάγων είχε πει πως επιθυμούσε να προχωρήσει με επενδύσεις στην Κύπρο, δεν έτυχε όμως ενθάρρυνσης από την εναγομένη ή την γιαγιά της Ιουλία Κούρου (ΜΥ1). Δεν επισυνέβησαν γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ισοδυναμούν με τη συνομολόγηση συμφωνίας ή σύμβασης μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης, τέτοιας που να δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τελευταίας. Η σχέση του ενάγοντα με την σύζυγο του ήταν πολύ άσχημη και έλεγε προς την εναγομένη πώς θα έπαιρνε διαζύγιο και ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της και ήθελε να δημιουργήσουν σχέση. Αυτό, ευοδώθηκε τον Αύγουστο 2014, όταν ο ενάγων έφθασε στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2014, όταν η εναγομένη πήγε στο Κατάρ, ο ενάγων τής ζήτησε να παραμείνει εκεί γιατί θα χώριζε την σύζυγο του. Η εναγομένη δεν αποδέχθηκε. Ο ενάγων την κάλεσε να ασπαστεί τη μουσουλμανική θρησκεία για να παντρευτούν. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, η εναγομένη διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον ενάγοντα αντιλαμβανόμενη πως τα δώρα που της έδινε στόχευαν στην εξαπάτηση της αφού τούτος δεν ήθελε να διαζευχθεί την σύζυγο του και να την παντρευτεί ως τη μοναδική γυναίκα του. Με αυτά τα δεδομένα και ελατήρια, ο ενάγων εκδήλωσε βούληση να δωρίσει σε αυτήν το διαμέρισμα, όπως και έγινε. Ομοίως, θέλοντας να την αποκαταστήσει επαγγελματικώς, είπε προς την εναγομένη πως θα της έδινε και χρήματα για να δημιουργήσει τη δική της επιχείρηση, η ιδιοκτησία της οποίας θα παρέμενε δική της. Περαίνει η εναγομένη, ότι η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, ο ενάγων παρουσίασε τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1), καθώς και εκείνη του Ανδρέα Δανού (ΜΕ2), ενώ η εναγομένη - πέραν της δικής της ένορκης μαρτυρίας (ως ΜΥ3) - έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη μαρτυρία των Ιουλίας Κούρου (ΜΥ1) και Ελένης Κούρου (ΜΥ2). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στο επιτρεπτό μέτρο, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας σύντομης περίληψης για πρακτικούς σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Τα αποσπάσματα που παρατίθενται στην απόφαση, έχουν μεταφερθεί αυτούσια, ως είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και στη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο ενάγων Habib Ur Rehman Noor Akbar (ΜΕ1), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφα Α και Β), αναφέρθηκε στις συνθήκες που διέπλασαν το αγώγιμο του δικαίωμα εναντίον της εναγομένης, απαιτώντας την έκδοση απόφασης ως η αγωγή. Ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2), με παραπομπή στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), κατέθεσε ως δικηγόρος, τότε, του ενάγοντα, περιγράφοντας συνάντηση που είχε μαζί με αυτόν, την εναγομένη και την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), περί τον Σεπτέμβριο 2012 και τις εξηγήσεις που έδωσε προς τον ενάγοντα αναφορικώς με τη δυνατότητα μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα του μετά τη λήψη των σχετικών αδειών από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), με σημείο αναφοράς στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Δ), έδωσε μαρτυρία ως η γιαγιά της εναγομένης - και ως μητέρα της Ελένης Κούρου (ΜΥ2) - περιγράφοντας πτυχές που αφορούν στην επίδικη διαφορά και στη σχέση ενάγοντα και εναγομένης. Η Ελένη Κούρου (ΜΥ2), παραπέμποντας στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Ε), έδωσε μαρτυρία ως μητέρα της εναγομένης, περιγράφοντας τη σύνδεση μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντα όπως και περιστατικά αφορούντα στην αγορά του διαμερίσματος. Η εναγομένη Μαγδαληνή Ελ Μούρσι (ΜΥ3), αναπτύσσοντας και επεξηγώντας το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Στ), προέβη σε διασαφήσεις για τη σχέση που διατηρούσε με τον ενάγοντα και την αγορά του διαμερίσματος. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη ότι η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), θα πρέπει να οδηγήσουν σε υιοθέτηση των θέσεων που αναδίπλωσαν. Διεξήλθα πλήρως τη μαρτυρία και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων (με υπόψιν και το ότι στην περίπτωση του ενάγοντα η μαρτυρία δόθηκε με τη μεσολάβηση διερμηνέως), το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη έμφαση στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος πως κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών, μη κατ' ανάγκην εκπορευομένων από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana κα Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική ανυπαρξίας σταθερότητας στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικά την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ο ενάγων Habib Ur Rehman Noor Akbar (ΜΕ1) και ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2) - σε αντίθεση με την Μαγδαληνή Ελ Μούρσι (ΜΥ3), την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1) και την Ελένη Κούρου (ΜΥ2), ως θα αιτιολογήσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια υστερότερα - μου δημιούργησαν θετική εντύπωση, μια που, συν τοις άλλοις, έδωσαν τη μαρτυρία τους συγκροτημένα, άνευ εξάρσεων, σημαντικών αντιφάσεων και ανακολουθιών. Διευκρινίζω. Για τον ενάγοντα Habib Ur Rehman Noor Akbar (ΜΕ1), ο δικηγόρος της εναγομένης υποστηρίζοντας την αναξιοπιστία του μάρτυρα, υπέβαλε ότι αυτός είπε ψέματα για τις συνθήκες που οδήγησαν στην ετοιμασία και σύνταξη της γραπτής του δήλωσης στην Αγγλική γλώσσα (Έγγραφο Α), σε βαθμό (ως υποστηρίχθηκε στη γραπτή αγόρευση εκ μέρους της εναγομένης) «. ξεκάθαρης ψευδορκίας του Ενάγοντα .» και τούτο γιατί, ως ανέφερε ο μάρτυς, ο τελευταίος γνώριζε καλύτερα τη γλώσσα Urdu και την Αραβική και όχι την Αγγλική. Δεν συμφωνώ με την πρόταση του κ. Κακουλλή. Ο μάρτυς υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), χωρίς να ισχυριστεί πως το περιεχόμενο της δεν αντανακλά την πραγματική του θέση επί όλων των ζητημάτων που επιθυμούσε να θέσει στο Δικαστήριο, ή ότι η δήλωση του αυτή περιείχε ψεύδη, ανακρίβειες ή άλλα τέτοια τινά με συνεπόμενο την αντίστοιχη επιμόλυνση της μεταφρασμένης γραπτής του δήλωσης στην Ελληνική γλώσσα (Έγγραφο Β). Καμία ένδειξη αναξιοπιστίας (τοσούτω δε μάλλον ψευδορκίας), ανακύπτει από την περιγραφόμενη περίσταση. Ο μάρτυς παρέθεσε τη γραπτή και προφορική του μαρτυρία ως πραγματικώς επιθυμούσε, απουσιάζουσας αθέμιτης ή άλλης αντικανονικής παρότρυνσης ή εξώθησης. Πρότεινε εισέτι ο δικηγόρος της εναγομένης - με τους δικηγόρους του ενάγοντα να μην τοποθετούνται καθόλου (ενώ θα έπρεπε), επί κάθε πτυχής που αφορούσε στην αξιοπιστία του μάρτυρα (εκτός μιας περίπτωσης που σχετίζεται με τα περί μετάφρασης της γραπτής του δήλωσης) - ότι ο μάρτυς ισχυρίστηκε σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 29.9.15 (Τεκμήριο 14) στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση, πως η εναγομένη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με τον θείο της Θράσο Κούρο και ότι τούτο (κατά την σκέψη του συνηγόρου), έγινε προκειμένου να απορρίψει ο μάρτυς τη δικογραφημένη θέση της εναγομένης περί παρεμβάσεων και επικοινωνίας τού Θράσου Κούρου μαζί της. Ούτε αυτή η τοποθέτηση καταδεικνύει οτιδήποτε το αξιοκατάκριτο από μέρους του μάρτυρα. Το τι ο τελευταίος δήλωσε στην ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 14) - ως και κατά την αντεξέταση του επί του σημείου αυτού - ήταν πως η υπό αναφορά διαπίστωση εκπορεύθηκε από τα όσα ο ίδιος ο Θράσος Κούρος (και η εναγομένη) τού είχαν πει σε σχέση με τα επίδικα θέματα και όχι από τη δική του πρωτογενή σκοπιά (όποια αξία και να είχε αυτή επί του αναλυόμενου), με την απάντηση του μάρτυρα στην αντεξέταση (ότι η σχέση της εναγομένης με τον θείο της ήταν πολύ καλή), να μην αφορά στην όποια διασύνδεση του Θράσου Κούρου με τα επίδικα θέματα, αλλά (γενικώς) με την αντίληψη που ο μάρτυς απεκόμισε κατά τις συναντήσεις που είχε στο Κατάρ με την εναγομένη και τον Θράσο Κούρο, με τον ίδιον τον μάρτυρα να δηλώνει, πως αισθανόταν «. σαν να ήμουν μέλος της οικογένειας». Έδωσε άρα σαφείς επεξηγήσεις ο μάρτυς για την υπό ανάλυσιν αναφορά του, μεταφέροντας απλώς την εικόνα που του δόθηκε περί της σχέσης της εναγομένης με τον Θράσο Κούρο, με την πρώτη να προειδοποιεί τον μάρτυρα «. μην έχεις εμπιστοσύνη στον Θράσο» και με τον Θράσο Κούρο να πληροφορεί τον μάρτυρα (για την εναγομένη), πως «. «δεν έχουμε καλή σχέση» . δεν έχω καμία σχέση και μπορείς να πας απευθείας και να πάρεις βοήθεια από δικηγόρο». Παραπονέθηκε προσέτι ο κ. Κακουλλής, ότι ο μάρτυς είπε ψέματα κατά την αντεξέταση, για τους σκοπούς της επίσκεψης του στην Κύπρο, διατεινόμενος πως κατέφθασε εδώ στις 10.11.12 και αναχώρησε στις 10.12.12, συναντώντας την εναγομένη στις 5.12.12 και ισχυριζόμενος ότι δεν είχε συναντηθεί μαζί της νωρίτερα αφού περίμενε την άφιξη του Θράσου Κούρου από το Κατάρ που θα τον βοηθούσε για την αγορά του διαμερίσματος και για τις άλλες επιχειρηματικές του βλέψεις. Υπέβαλε πως η θέση συγκρούεται με την αναφορά του μάρτυρα στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφα Α και Β), όπου αναφέρεται ότι ο Θράσος Κούρος τού συνέστησε να συναντήσει την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1). Δεν υπάρχει αντίφαση ή ανακολουθία στα λεχθέντα του μάρτυρα. Τούτος είχε υπογραμμίσει στην αντεξέταση πως επειδή η έλευση του Θράσου Κούρου στην Κύπρο καθυστερούσε «. και δεν μπορούσα να περιμένω .», ο τελευταίος, μετά από οχλήσεις του μάρτυρα, διευθέτησε όπως «. κάποιο μέλος της οικογένειας του να έρθει μαζί μου». Τίποτε επιλήψιμο εκπηγάζει από τις θέσεις του μάρτυρα. Προτάχθηκε επιπροσθέτως - υπό παρόμοιο προσεγγιστικό φακό - πως ο μάρτυς, σε αντίθεση με το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α και Β), ανέφερε ότι στην πρώτη επίσκεψη του τον Δεκέμβριο 2012, είχε συναντήσει την εναγομένη μόνο μια φορά (στις 5.12.12), ενώ στην αντεξέταση είπε πως την είχε συναντήσει και για δεύτερη φορά, δίνοντας σε αυτήν και ποσό €300,
  1. Ουδεμία ουσιαστική αντίθεση παρατηρείται. Ο μάρτυς εκφράστηκε εναργώς ως προς τη δυνατότητα του να ανακαλέσει στη μνήμη τις συγκεκριμένες ημερομηνίες (ζητώντας επανάληψη της τεθείσας ερώτησης αφού δεν την είχε κατανοήσει), και αποσαφήνισε πως είχε συναντηθεί με την εναγομένη το βράδυ (της 5.12.12) και ότι την επαύριον την συνάντησε ξανά και για λίγο όταν ήρθε μαζί με κάποιον άλλον άντρα απαιτώντας από τον ενάγοντα να τους πληρώσει ποσό €300,
  2. Όλα αυτά, λίγο πριν ο μάρτυς ξεκινήσει βιαστικώς για την Λάρνακα. Η ουσία της εξήγησης του μάρτυρα παρέμεινε αναλλοίωτη ασχέτως εάν θα μπορούσε να θεωρηθεί πως προκύπτει κάποια (ασήμαντη) ανακολουθία στο πρακτικό αφορούσα στις τοποθετήσεις του. Δεν εντοπίζεται αντίφαση ούτε και για τα €1.000,00, που ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι είχε στείλει προς την εναγομένη στις 29.4.13, μια που η ουσία της μαρτυρίας του ήταν πως το ποσό αυτό αφορούσε (και ασχολούμαι τώρα με τη μεταβλητή της αξιοπιστίας του μάρτυρα και όχι με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του), στην αγορά του διαμερίσματος, ή και στην επιχείρηση που διηύθυνε η εναγομένη εκ μέρους του, ως ιδιοκτήτη. Εκτός αυτών, ο κ. Κακουλλής πρότεινε ότι ο μάρτυς προσχεδιασμένα είναι που επιχείρησε να δείξει κατά τη μαρτυρία του πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ερωτική διάθεση (του ενάγοντα) προς την εναγομένη και αυτό διότι, ο μάρτυς, ήθελε να αμβλύνει ή να ακυρώσει το μέρος εκείνο της εκδοχής της εναγομένης που αφορά στη δωρεά του διαμερίσματος προς αυτήν (από τον ενάγοντα) ακριβώς γιατί η δωρεά είχε τις καταβολές της στα ερωτικά συναισθήματα του προς το πρόσωπο της. Επιχειρηματολόγησε ο κ. Κακουλλής ότι στην παράγραφο 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση καταγράφεται (εκ μέρους του ενάγοντα), πως «. ουδέποτε υπήρξε οτιδήποτε ερωτικό μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης» και τούτο εις απάντησιν αναφοράς στην παράγραφο 5(β) της Υπεράσπισης (εκ μέρους της εναγομένης), ότι «. ο Ενάγοντας ζήτησε από την Εναγόμενη να επιλέξει το διαμέρισμα που της άρεσε γιατί προοριζόταν για την ίδια, καθ' ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της .». Αυτή η οπτική γωνία δεν συνάδει με την ακριβή μαρτυριακή εικόνα που εξέπεμψε ο ενάγων. Τούτος, ουδέποτε αρνήθηκε την ύπαρξη ερωτικών του συναισθημάτων προς την εναγομένη και τούτο διακρίνεται και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση όπου αποτυπώνεται η θέση του πως, επί παραδείγματι (ο ενάγων) «. ουδέποτε ζήτησε από την Εναγόμενη να τον παντρευτεί, αντιθέτως, η ίδια η Εναγόμενη ήταν αυτή που του ανέφερε, στις 21.8.2014, κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο, ότι ήθελε να τον παντρευτεί» και αυτό σε απάντηση θέσης στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης ότι η εναγομένη είχε απορρίψει πρόταση του ενάγοντα για να τον παντρευτεί «. αφού πρώτα ασπαστεί την μουσουλμανική θρησκεία, οπότε εκβιαστικά της ανέφερε ότι αν δεν τον παντρευτεί θα διεκδικήσει την επιστροφή του διαμερίσματος και του χρηματικού ποσού που της έδωσε για την δημιουργία της επιχείρησης της». Το ότι ο μάρτυς προέβη σε αναφορές (ή και σε παραδοχές) στη μαρτυρία του από τις οποίες φύονται τα συναισθήματα του προς την εναγομένη - όπως η αγορά ακριβών προσωπικών δώρων για αυτήν, οι αντανακλάσεις αισθημάτων και στάσεις (για ό,τι τούτα θα μπορούσαν να αξίζουν) από τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 15), ή από τα γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 18) - δεν καθιστούν τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και ή ως δήθεν συγκρουόμενη με τη δικογραφία που κατατέθηκε, για λόγους που εξήγησα. Ο μάρτυς έδωσε ακράδαντες εξηγήσεις και για αυτό το ζήτημα εντάσσοντας τις διασαφηνίσεις του εντός των παραμέτρων της γενικότερης γραμμής που προώθησε στη δίκη. Ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2), έδωσε τη μαρτυρία του αδιάθλαστα και δίχως να αμφισβητηθεί έτσι κι αλλιώς κατά την αντεξέταση του επί της ουσίας αυτών που κατέθεσε. Η μαρτυρία του ήταν αποστασιοποιημένη από τα συμφέροντα των διαδίκων και διαυγής ως προς το τι δήλωνε. Κατ' ακολουθίαν, η μαρτυρία του ενάγοντα και του μάρτυρα του ήταν θετική. Έρχομαι στη μαρτυρία της εναγομένης και των δικών της μαρτύρων. Η Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), μου δημιούργησε κακή εντύπωση. Ήταν φανερό πως στόχευση της ήταν η με κάθε τρόπο (προμελετημένη) επικουρία των θέσεων της εναγομένης, με γνώμονα την ικανοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων της μάρτυρος και όχι του καθήκοντος της για παράθεση της αλήθειας. Είχε πει κατά την κυρίως εξέταση - και τούτο αφορά στο συμπαγές της εκδοχής και μόνο - πως όταν «. πείστηκε η Εναγόμενη να πάρει το διαμέρισμα της ειπα ότι θα είχε πρόβλημα με τον φόρο εισοδήματος, γιατί δεν θα μπορούσα να δικαιολογήσει πού βρήκε τα χρήματα για την αγορά του διαμερίσματος και ότι θα ρωτούσα και θα της έλεγα τη θα κάνει. Μίλησα με τον δικηγόρο κ. Δανό και τους έστειλα κοντά του για να τους βοηθήσει». Τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση στον Ανδρέα Δανό (ΜΕ2), μολονότι του είχε τεθεί εύληπτα ερώτηση επί τούτω κατά την κυρίως εξέταση, με αυτόν να απαντά πως δεν του είχε ζητηθεί η γνώμη επί θεμάτων φορολογίας (όπως υποστήριξε η μάρτυς και κατά την αντεξέταση της). Υπό παρόμοια οπτική - αφορούσα με άλλα λόγια στη συνέπεια της υπερασπιστικής εκδοχής - υπογραμμίζεται και το ότι η μάρτυς αρνήθηκε στην αντεξέταση τη θέση του ενάγοντα πως κατά τη συνάντηση με τον Ανδρέα Δανό (ΜΕ2), δεν τέθηκε σε αυτόν «. θέμα ότι το διαμέρισμα προορίζετο για την Εναγόμενη». Ωστόσο, δεν υποβλήθηκε ανάλογη θέση από τον κ. Κακουλλή προς τον Ανδρέα Δανό (ΜΕ2), με τον τελευταίο να δηλώνει απεριφράστως πως ποτέ δεν του αναφέρθηκε κατά την επίδικη συνάντηση των διαδίκων μαζί του, ότι «.το διαμέρισμα προορίζετουν ως διαμέρισμα για την εναγομένη .». Η μάρτυς ανέφερε στην αντεξέταση ότι κατά τις επισκέψεις της στο Κατάρ, μετέβη εκεί μόνη μαζί με την εναγομένη, για να παραδεχθεί μετέπειτα πως μαζί τους ήταν και δύο άλλα πρόσωπα, ανάμεσα στα οποία και κάποιος Χρήστος Σκουρίδης (τον οποίον η μάρτυς γνώριζε πριν από το ταξίδι στο Κατάρ) και που, ως τούτη παραδέχθηκε ύστερα, «. είναι ο σύντροφος της εγγονής σας σήμερα .», κάτι που αρνήθηκε η εναγομένη στη δική της μαρτυρία, με αυτή την πτυχή του πράγματος να αποτελεί ακόμη ένα δείγμα ανακολουθίας στο υπερασπιστικό φάσμα. Η Ελένη Κούρου (ΜΥ2), μου προξένησε αρνητική εντύπωση. Ήταν φανερώς προδιατεθειμένη υπέρ της εναγομένης (και εναντίον του ενάγοντα), όχι με την έννοια της αναφοράς σε πραγματικά γεγονότα αλλά της αθεμίτως προκατασκευασμένης διαμόρφωσης (ή ενίσχυσης) της ευρύτερης εκδοχής της εναγομένης. Είχε δηλώσει η μάρτυς κατά την αντεξέταση ότι το διαμέρισμα ήταν δώρο του ενάγοντα προς την εναγομένη ως εκ της πρότασης γάμου που αυτός της είχε κάνει το 2014, προτάσσοντας προγενέστερα (η μάρτυς), πως ο ενάγων είχε εκφράσει την επιθυμία για αγορά του διαμερίσματος τον Δεκέμβριο 2012 και ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί και μεταβιβαστεί στην εναγομένη τον Σεπτέμβριο 2013, με τον ενάγοντα να μνημονεύει την προαίρεση του για δωρεά του διαμερίσματος προς την εναγομένη περί τον Αύγουστο 2013, όταν είχε επισκεφθεί ξανά την Κύπρο. Ξεκάθαρη επομένως - και ουσιώδης βάσει των επίδικων θεμάτων - η αντίφαση της μάρτυρος, όπως και η ασυνέπεια (σε ό,τι αφορά στην υπερασπιστική εκδοχή), της θέσης της ότι η εναγομένη (στην επίσκεψη της στο Κατάρ τον Δεκέμβριο 2013), συνοδευόταν από την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), με την άλλη θέση της εναγομένης (πως η τελευταία είχε επισκεφθεί τότε το Κατάρ συνοδευόμενη από τρία άλλα άτομα χωρίς αναφορά στην Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), η οποία δεν ισχυρίστηκε ότι είχε πάει στο Κατάρ με την εναγομένη κατά τον συζητούμενο χρόνο). Η εναγομένη Μαγδαληνή Ελ Μούρσι (ΜΥ3), δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αποκρινόταν διστακτικώς, με νευρικότητα και μεταδίδοντας εικόνα ατόμου το οποίο γνώριζε καλώς πως, ιστάμενο στο εδώλιο του μάρτυρα, απέκρυπτε εσκεμμένως την πραγματικότητα, προσπαθώντας να απαντά μεθοδικώς και θυμίζοντας πρόσωπο που απαντούσε ωσάν εάν αυτά που έλεγε να τα είχε αποστηθίσει. Τούτο ηχεί γενικόλογο και υποκειμενικό. Είναι. Όπως και δικαστικώς επιτρεπτό. Αποτυπώνεται ως η κρυστάλλινη εκτίμηση του Δικαστηρίου για τη γενικότερη συμπεριφορά της μάρτυρος στο εδώλιο δυνάμει των αρχών αποτίμησης μαρτυρίας που παρατέθηκαν πιο πάνω εν είδει αυτοπροειδοποίησης. Η διαμορφωθείσα πεποίθηση περί της αναξιοπιστίας της μάρτυρος - αλλά και των εκδοχών που προώθησε - εδράζεται και επί άλλων αντικειμενικότερων κριτηρίων. Είπε για παράδειγμα η μάρτυς κατά την αντεξέταση ότι είχε αποδεχθεί τη δωρεά του διαμερίσματος από τον ενάγοντα απλώς και μόνο γιατί ο θείος της (Θράσος Κούρος) και η γιαγιά της (Ιουλία Κούρου (ΜΥ1) «. μου είπαν ότι δέκτου το διαμέρισμα γιατί εν πολλά καλός άνθρωπος, θέλει να μας βοηθήσει, αγαπά μας γενικά σαν οικογένεια, ο Habib για εμάς ήταν σαν οικογένεια .», μη ταυτίζοντας (η μάρτυς) τη δωρεά με τα περί πρότασης γάμου και ερωτικών ελατηρίων τού ενάγοντα προς το πρόσωπο της, θέση που είχε μεριμνήσει να αποτυπώσει ευκρινώς στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Στ). Μάλιστα, είπε η μάρτυς κατά την αντεξέταση πως ευθύς μετά που τούτη επέλεξε το διαμέρισμα για αγορά, ο ενάγων προσπάθησε να τη φιλήσει, με αυτήν να καταλαβαίνει «. εκείνη τη στιγμή ότι ήταν ερωτευμένος μαζί μου .», μόλο που τούτο το είχε διαισθανθεί από πιο πριν και απλούστατα δεν ήθελε να το δεχθεί γιατί ο ενάγων «. ήρθε σαν οικογένεια μας, ο άνθρωπος αγκάλιασε μας». Άμα κλήθηκε να εξηγήσει γιατί εξακολουθεί να αρνείται να επιστρέψει το διαμέρισμα προς τον ενάγοντα (δοσμένης θα πρόσθετε κανείς και της θερμής σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους επί οικογενειακής τουλάχιστον βάσης), η μάρτυς (που κατά τα άλλα δυσκολευόταν να δεχτεί «. ένα τόσο ακριβό δώρο .», όπως ένα κινητό τηλέφωνο iPhone 5), με τρόπο επιτηδευμένο - και μη συσχετίζοντας τούτη καταλυτικώς και αποφασιστικώς την ούτω καλουμένη δωρεά του διαμερίσματος με τις ερωτικές και γαμικές προθέσεις του ενάγοντα έναντι της - είπε ότι από τη στιγμή «. που ο άνθρωπος έκαμε μου ένα δώρο τζιαί στο τέλος γύρισε μου τα, γιατί εγώ δεν ήξερα από την αρχή ότι εν να σε πάρω ως δεύτερη γυναίκα, εγώ δεν θεωρώ σωστό να μου κάμει έτσι πράγμα και να του το επιστρέψω. Είναι σαν πως και εξαπάτησε με εμένα και να σας πω και κάτι άλλο, όπως σας είπα ο Habib είναι σοβαρός επιχειρηματίας τζιαί έχει πολλές επιχειρήσεις στο Κατάρ, πήγα, είδα τι έχει γενικά. Έδειξε μου τα, άρα πώς μπορώ εγώ μια εικοσιτετράχρονη τότε, που εν είχα ιδέα, ούτε που επιχειρήσεις, ούτε που ακίνητα, να εξαπατήσω κάποιον; Έπρεπε μόνος του να κάμει τις διαδικασίες και όχι να με μπλέξει εμένα, αν ήθελε να πιάσει διαμέρισμα για τζιείνον». Εκτός του ότι η απάντηση (και ο τρόπος εκφοράς της), προκαλεί διάφορους συνειρμούς (και δεν κρίνω το αναφαίρετο δικαίωμα της εναγομένης να υπερασπιστεί στα όσα της καταμαρτυρούνται από τον ενάγοντα), αναδεικνύει και μια διάφορη διάσταση η οποία συνυφαίνεται με τη στάση της μάρτυρος έναντι της θέσης του ενάγοντα πως αυτός ήταν που της είχε αναθέσει το εγχείρημα εξασφάλισης των σχετικών αδειών για εγγραφή του διαμερίσματος στο όνομα του. Προέταξε η μάρτυς ότι εφόσον ο ενάγων ήθελε να αγοράσει διαμέρισμα για τον εαυτό του θα έπρεπε να είχε και τη νουνέχεια να μην αναθέσει στην ίδια «. μια εικοσιτετράχρονη τότε, που εν είχα ιδέα, ούτε που επιχειρήσεις, ούτε που ακίνητα .», τη διαχείριση της αποστολής. Μολαταύτα (ενδεικτικό και αυτό της αστάθειας στην αναδιπλωθείσα υπεράσπιση), δεν αποδοκιμάστηκε ευθέως (ή άλλως πως), η θέση του Ανδρέα Δανού (ΜΕ2) κατά την αντεξέταση, ότι ήταν η εναγομένη που είχε αναφέρει (ή τέλος πάντων δείξει), κατά τη συνάντηση στο γραφείο του τον Σεπτέμβριο 2012, πως θα επωμιζόταν τη διεκπεραίωση των απαιτουμένων για έκδοση των αδειών από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για να μπορεί «. το διαμέρισμα να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του ενάγοντα .». Μηδέποτε και αμφισβητήθηκε η επιτυχής μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εναγομένη (από τους πωλητές), με τη χρησιμοποίηση του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 1), μετά ασφαλώς από δικές της πρωτοβουλίες. Υπάρχουν και άλλα. Είπε η μάρτυς κατά την αντεξέταση πως η επίδικη επιχείρηση ήταν δική της και ότι είχε πει στον ενάγοντα «. να τον κάμω μέτοχο . αν ήθελε και η απάντηση του ήταν "δεν θέλω να φαίνουμε πούποτε εγώ" .». Η απάντηση αντιμάχεται των περιλαμβανόμενων στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (βλ. Τεκμήριο 19) - που είχε καταχωρισθεί μετά από οδηγίες της, ως Αγωγή 1900/14 (στις 4.4.14), ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας από το Δικηγορικό Γραφείο Ίκαρος Κ Τυπογράφος - περί του ότι δηλαδή η επιχείρηση αυτή ήταν κοινή (και σίγουρα όχι αποκλειστικώς ανήκουσα στην εναγομένη). Όταν η μάρτυς κλήθηκε να εξηγήσει την δικονομική αυτή αντιμετώπιση, είπε - με τρόπο καθόλου πειστικό και σαφώς υποδηλούντα απόκρυψη της αλήθειας - πως, ως της είχε αναφέρει ο δικηγόρος Ίκαρος Τυπογράφος, που δεν κλήθηκε ως μάρτυς στη διαδικασία (και σε αυτό θα επανέλθω), όφειλε να εναγάγει (μαζί με τον εδώ ενάγοντα), τους εναγομένους ώστε ο ενάγων να δύναται «. να έρθει να καταθέσει υπέρ μου .». Αργότερα, η μάρτυς ανέφερε ότι ο ενάγων είχε συγκατατεθεί «. να μπει στην αγωγή για να με βοηθήσει να πάρω πίσω τα λεφτά», πεποίθηση που διαφέρει πάντως από εκείνη που είχε προτάξει. Δεν εστιάζω μόνο σε αυτό. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση, γιατί αξίωνε με την αγωγή εκείνη χρηματικά ποσά, πέραν αυτών που κατ' εικασίαν είχε χρησιμοποιήσει (κατά τα λεγόμενα της) για την επιχείρηση - και τα οποία χρήματα αποτέλεσαν και το αντικείμενο απόσπασης από τους εναγομένους 1 και 3 (στην περί ης ο λόγος αγωγή) - η μάρτυς δήλωσε ότι ενήργησε τοιουτοτρόπως μετά από συμβουλή του δικηγόρου Ίκαρου Τυπογράφου ο οποίος της είχε πει «. να βάλω πιο πάνω το ποσό για να μπορούμε να πάρουμε τις 44» (εννοώντας τις €44.000,00). Η μάρτυς αντικρούστηκε επί της θεώρησης αυτής κατά την αντεξέταση με την υποβολή της θέσης ότι «. ο ενάγοντας ουδέποτε συγκατατέθηκε στην καταχώριση αυτής της αγωγής», με αυτήν μολοντούτο να ανταπαντά ότι η αλήθεια είναι εκείνη που περιέγραψε και πως ο ενάγων τής είχε στείλει λεφτά ώστε να μπορέσει να καταβάλει και τη δικηγορική αμοιβή για την εγερθείσα αγωγή. Η υπό συζήτησιν εκδοχή δεν τέθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση για να δυνηθεί να την εξηγήσει κατά τα αρμόζοντα. Τούτο, πλήττει την αρμονία της πλατύτερης υπερασπιστικής κατεύθυνσης που επέλεξε να χαράξει η εναγομένη. Παρεμπιπτόντως - και αυτό ως διακρίβωση αποτμημένη από τη θεματολογία της αξιοπιστίας της μάρτυρος - η απόφαση της υπεράσπισης να μην καλέσει τον δικηγόρο Ίκαρο Τυπογράφο ως μάρτυρα (για λόγους που δεν εξηγήθηκαν), μ' όλο που δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε δυσμενές συμπέρασμα κατά της εναγομένης (ως ενάσκηση παρεχόμενου δικαιώματος), άφησε ομολογουμένως κενό στην υπερασπιστική θέση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Δέχομαι τη μαρτυρία των Habib Ur Rehman Noor Akbar (ΜΕ1) και του Ανδρέα Δανού (ΜΕ2), ως αξιόπιστη, ενώ απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία των Ιουλίας Κούρου (ΜΥ1), Ελένης Κούρου (ΜΥ2) και Μαγδαληνής Ελ Μούρσι (ΜΥ3). Προχωρώ στα πρόσθετα ευρήματα μου. Ο ενάγων είναι Πακιστανός υπήκοος γεννηθείς στο Κατάρ (όπου διαμένει και εργάζεται). Περί τον Σεπτέμβριο 2012, ο Θράσος Κούρος, που ήταν φίλος του ενάγοντα (και που επίσης ζούσε και εργαζόταν στο Κατάρ), ρώτησε τον τελευταίο κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης που είχαν μεταξύ τους αν είχε επισκεφθεί ποτέ την Κύπρο, πληροφορώντας τον ταυτοχρόνως πως η χώρα μας συνιστούσε καλό προορισμό για επαγγελματική δραστηριοποίηση και αγορά ακινήτων. Μετά από αυτή την κουβέντα, ο ενάγων αποφάσισε να επισκεφθεί την Κύπρο, με τον Θράσο Κούρο να του εισηγείται συνάντηση με την μητέρα του Ιουλία Κούρου (ΜΥ1). Έτσι, στις 10.11.12, ο ενάγων ήλθε για πρώτη φορά στην Κύπρο όπου και παρέμεινε για ένα μήνα. Κατά την επίσκεψη - και μετά από διευθέτηση του Θράσου Κούρου ο οποίος δεν μπόρεσε τελικώς να κατέλθει στην Κύπρο - ο ενάγων συναντήθηκε στις 5.12.12 με την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1) και την αδελφή του Θράσου Κούρου, Ελένη Κούρου (ΜΥ2). Παρούσα ήταν και η θυγατέρα της Ελένης Κούρου (ΜΥ2), εναγομένη Μαγδαληνή (Μάγδα) Ελ Μούρσι (ΜΥ3), την οποίαν ο ενάγων δεν γνώριζε. Εκεί, ο ενάγων εξέφρασε τη θέληση να δραστηριοποιηθεί στην Κύπρο. Η Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), του είπε πως ο χρόνος δεν ήταν κατάλληλος και ότι, όπως και να είχαν τα πράγματα, αυτή μπορούσε να συμβάλει στο να εξευρεθεί διαμέρισμα για αγορά και ότι στην προσπάθεια αυτή θα συνέδραμε και η εναγομένη η οποία προθυμοποιήθηκε προς τούτο να βοηθήσει τον ενάγοντα με τις απαραίτητες διαδικασίες. Μετά την αναχώρηση του ενάγοντα από την Κύπρο στις 10.12.12 και την επιστροφή του στο Κατάρ (και αφού η εναγομένη εντόπισε κάποια διαμερίσματα), ειδοποίησε σχετικώς τον ενάγοντα καλώντας τον να επισκεφθεί την Κύπρο για να τα δει. Στις 27.8.13, ο ενάγων επέστρεψε για αυτό το σκοπό. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη του επίσκεψη, επικοινωνούσε με την εναγομένη για τα σχετικά. Σε μια από τις επαφές του αυτές (περί τον Ιούνιο 2013), η εναγομένη τον παρακάλεσε να της αγοράσει από το Κατάρ ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας iPhone 5 το οποίο, ως του υποσχέθηκε, θα του το αποπλήρωνε. Το κινητό αυτό τηλέφωνο ο ενάγων το αγόρασε και το παρέδωσε προσωπικώς στην εναγομένη κατά τη δεύτερη του επίσκεψη στην Κύπρο (τον Αύγουστο 2013), με την εναγομένη να μην τον πληρώνει. Ο ενάγων θεώρησε ότι, δεδομένου πως είχε αρχίσει ο μεταξύ τους διάλογος για την αγορά διαμερίσματος, δεν θα ήταν σωστό να της ζητήσει τα χρήματα. Πριν από την άφιξη του αυτή στην Κύπρο, η Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), επικοινώνησε μαζί του για να της στείλει €5.000,00, για κάλυψη επειγόντων οικογενειακών θεμάτων, ως του είπε, πράγμα το οποίο ο ενάγων έπραξε δίνοντας στον Θράσο Κούρο ποσό που αντιστοιχούσε σε €5.855,88, για να τα παραδώσει στην Ιουλία Κούρου (ΜΥ1). Κατά την επίσκεψη του ενάγοντα στην Κύπρο (στις 27.8.13), η εναγομένη τον έφερε σε επαφή με κάποιον κτηματομεσίτη ο οποίος του πρότεινε να διαλέξει για αγορά ανάμεσα σε δύο διαμερίσματα. Ο ενάγων τα είδε με την εναγομένη (στην παρουσία του κτηματομεσίτη αυτού), αποφασίζοντας να αγοράσει το διαμέρισμα. Για τη συγκεκριμένη πράξη (και για διασφάλιση τήρησης της ημεδαπής νομοθεσίας για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε νομική συμβουλή (περί τα μέσα Σεπτέμβριου 2012), από τον δικηγόρο Ανδρέα Δανό (ΜΕ2) - ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε στις 28.2.09 και έκτοτε εργάζεται ως νομικός σύμβουλος στο γραφείο ΑΓ Δανός & Σία - τον οποίο σύστησαν στον ενάγοντα η εναγομένη και η Ιουλία Κούρου (ΜΥ1). Ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2), εξήγησε στον ενάγοντα πως η διαδικασία εγγραφής του διαμερίσματος θα διαρκούσε μερικούς μήνες και ότι έπρεπε πρώτα να εξασφαλιστούν οι σχετικές άδειες από τα αρμόδια κρατικά τμήματα. Ενάγων και εναγομένη είπαν πως θα αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση των πραγμάτων οι ίδιοι. Δεν αναφέρθηκε στον Ανδρέα Δανό (ΜΕ2), ότι το διαμέρισμα προοριζόταν για την εναγομένη, όπως και ποτέ δεν του ζητήθηκε να γνωματεύσει επί οποιωνδήποτε φορολογικών θεμάτων σχετιζόμενων με τη δυνητική μεταβίβαση ή εγγραφή του διαμερίσματος σε αυτήν. Στο τι ακριβώς συνίσταντο αυτά τα «φορολογικά θέματα», δεν εξειδικεύθηκε από την εναγομένη και δεν προσφέρθηκε από μέρους της μαρτυρία πραγματογνώμονα (ή άλλη τέτοια), για να συνδέσει την εκδοχή αυτή (και όλες τις σχετικές παραφυάδες της), με το ζήτημα του διαμερίσματος. Ο ενάγων θα αναχωρούσε από την Κύπρο. Γι' αυτό, ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2) τον συμβούλευσε να παραχωρήσει προς την εναγομένη αρμόζων πληρεξούσιο έγγραφο, για να μπορέσει να αγοράσει το διαμέρισμα και να διευθετήσει συνάμα τη μεταβίβαση του στον ενάγοντα, όταν θα τέλευαν οι προσήκουσες προς τούτο διαδικασίες. Ο Ανδρέας Δανός (ΜΕ2), εισηγήθηκε την εναγομένη ως επίτροπο και αντίκλητο του ενάγοντα αφού είχε υποψιαστεί πως υπήρχε μεταξύ τους κάποια στενή προσωπική σχέση. Έτσι λοιπόν ετοιμάστηκε από το γραφείο ΑΓ Δανός & Σία, γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα (Τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), ως και συναφές αγοραπωλητήριο έγγραφο, το οποίο υπογράφθηκε κατοπινά μεταξύ των συμβαλλομένων, ως το Τεκμήριο
  1. Ο ενάγων υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στις 9.9.13, λίγες ώρες πριν φύγει από την Κύπρο, ενώ η πιστοποίηση της υπογραφής του σε αμφότερα τα πληρεξούσια (Τεκμήρια 1 και 2), έγινε στις 12.9.13, γεγονός που ο ενάγων, διά της μεταγενέστερης του συμπεριφοράς επικρότησε. Προτού αναχωρήσει από την Κύπρο (στις 9.9.13), η εναγομένη τού έδωσε τα στοιχεία του τραπεζικού της λογαριασμού για να μπορέσει να της μεταφέρει λεφτά για την αγορά του διαμερίσματος (βλ. Τεκμήριο 3). Μετά την επιστροφή του ενάγοντα στο Κατάρ (στις 9.9.13), η εναγομένη του τηλεφώνησε για να του πει πως στις 12.9.13, είχε υπογράψει εκ μέρους και για λογαριασμό του το αγοραπωλητήριο έγγραφο για το διαμέρισμα (Τεκμήριο 4). Το τίμημα αγοράς συμφωνήθηκε - με τους πωλητές Άντρη Χατζηανδρέου και Κωνσταντίνο Αδαμίδη - στις €163.000,
  2. Περιπλέον, ο ενάγων έπρεπε να πληρώσει και ποσό €5.000,00, για μεταβιβαστικά τέλη. Η συμφωνία τούτη, ως διαρθρώθηκε, αποτελεί έγκυρη σύμβαση η οποία συνομολογήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Η εναγομένη παρά τις εκκλήσεις του ενάγοντα δεν του έδωσε ποτέ το πρωτότυπο ή άλλο πιστό αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο ενάγων, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της εναγομένης, μετέφερε στον τραπεζικό της λογαριασμό (μεταξύ 11.9.13 και 9.11.13), ποσό €168.000,00, για εξόφληση της αγοράς του διαμερίσματος και των τελών μεταβίβασης του (βλ. Τεκμήριο 5). Αυτά, ως εύρημα πλέον, αποδεικνύουν πως ο ενάγων δεν παραπλανήθηκε ή εξαπατήθηκε σε ό,τι αφορά στα όσα οδήγησαν στον εντοπισμό, επιλογή, πληρωμή και προοπτική (προσωρινής) εγγραφής του διαμερίσματος στην εναγομένη, αφού όλες οι συναρτώμενες με αυτά πράξεις (εκτός όπου ορίζεται στην παρούσα ετυμηγορία με τρόπο διαφορετικό), τελέστηκαν με τη γνώση, συναίνεση και ενίοτε καθοδήγηση του ενάγοντα. Εντούτοις, η αγορά του διαμερίσματος έγινε από τον ενάγοντα για τον ίδιον προσωπικώς και ποτέ για σκοπούς δωρεάς προς την εναγομένη και εδώ είναι που ελέγχεται η συμπεριφορά της τελευταίας ως απατηλή και παραπλανητική. Αν πρόθεση του ενάγοντα ήταν η δωρεά του διαμερίσματος προς την εναγομένη, ευλόγως διερωτάται κανείς γιατί τούτος δεν μερίμνησε ώστε η εναγομένη να αγοράσει το όποιο διαμέρισμα επέλεγε η ίδια, με αυτόν να της καταβάλλει απευθείας το αντίστοιχο τίμημα αγοράς δίχως να απαιτηθεί η ετοιμασία και σύνταξη πληρεξουσίων εγγράφων, η λήψη νομικών συμβουλών και όλα τα άλλα που εν προκειμένω συνέβησαν. Ο λόγος είναι πως, ακριβώς, ο ενάγων δεν στόχευε στην τελεσίδικη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εναγομένη (ως δώρο ή διαφορετικώς) και σίγουρα είχε ως επιχειρηματίας, τη σύνεση και τη σωφροσύνη να μην περιέπλεκε τα πράγματα εάν αντίθετες ήσαν οι πραγματικές του επιδιώξεις. Όταν ο ενάγων πλήρωσε το τίμημα αγοράς και τα μεταβιβαστικά, η εναγομένη τον κατατόπισε πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα και ότι το διαμέρισμα δεν μπορούσε να εγγραφεί σε αυτόν, λέγοντας του πως θα το ενέγραφε αρχικώς στο όνομα της και ότι όταν τούτος θα επέστρεφε στην Κύπρο θα του το μεταβίβαζε. Αυτό ήταν ψέμα και εν γνώσει της εναγομένης, αναληθής βεβαίωση - ταξινομούμενη ως ψευδής παράσταση κατά τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 - που σκοπό είχε να επιφέρει όφελος προς αυτήν και το οποίο δεν ήταν άλλο από εκείνο της παράνομης (πλέον) απόκτησης του διαμερίσματος αντίθετα με τα νόμιμα δικαιώματα, αποβλέψεις και προθέσεις του ενάγοντα. Δεν μπορούσε να υπάρξει στρέβλωση στην προδιαγεγραμμένη πορεία των πραγμάτων λόγω του ότι η εναγομένη δεν είχε επιτελέσει κάτι για ενεργοποίηση καν των προβλεπόμενων νομοθετικών μηχανισμών για αγορά και μεταβίβαση του διαμερίσματος στον ενάγοντα, ως είχε αναλάβει. Το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε στην εναγομένη στις 26.11.13 (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Οι αναφερόμενοι χειρισμοί της εναγομένης, έστω και αν κρίνονταν ότι μετατράπηκαν σε παράνομους μετά (και όχι πριν από) την επίδικη μεταβίβαση του διαμερίσματος, είχαν ως απόρροια τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της με τρόπο που θα ήταν άδικο να της επιτραπεί να διατηρήσει την (αποσπασθείσα) ιδιοκτησία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χωματένος ν Σταυρινού, ΠΕ 62/11, ημ. 17.12.15, Θεοχαρίδης και Άλλων ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1323). Τον Νοέμβριο 2013, η εναγομένη επικοινώνησε με τον ενάγοντα προτείνοντας του να ανοίξει επιχείρηση εστιατορίου στην Λευκωσία που θα ήταν δική του και που θα τη λειτουργούσε η ίδια. Του είπε ότι θα αναλάμβανε όλα τα διαδικαστικά, όπως την εγγραφή εταιρείας, την εύρεση χώρου στέγασης και την πρόσληψη των υπαλλήλων. Του ανέφερε προς τούτοις πως η εταιρεία που θα δημιουργείτο δεν θα μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα του και ότι θα έπρεπε να γραφτεί στο δικό της όνομα και ακολούθως να μεταβιβαστεί σε αυτόν. Συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων πως η εναγομένη για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στην επιχείρηση δεν θα έπαιρνε μισθό αλλά ποσοστό 50% επί των κερδών, με την επιχείρηση να παραμένει ιδιοκτησιακό στοιχείο του ενάγοντα. Ο ενάγων συμφώνησε να συσταθεί εταιρεία για τη λειτουργία της επιχείρησης στην Κύπρο - όπερ και εγένετο με τη δημιουργία της εταιρείας Magdas' Fish & Grill House Ltd (βλ. Τεκμήριο 13) - στέλλοντας διάφορα χρηματικά ποσά προς την εναγομένη είτε διά μεταφοράς από τραπεζικούς λογαριασμούς του στο Κατάρ είτε μέσω εταιρείας μεταφοράς χρημάτων. Όποτε η εναγομένη ήθελε χρήματα από τον ενάγοντα για την επιχείρηση, αυτός τα απέστελλε, με το συνολικό ποσό που έδωσε στην εναγομένη τμηματικώς μεταξύ 29.4.13 και 22.12.14, να ανέρχεται σε €191.060,00 (βλ. Τεκμήριο 8). Πέραν των ποσών αυτών ο ενάγων πλήρωσε στην εναγομένη, σε μετρητά (για την επιχείρηση) και ποσό ύψους €187.500,
  1. Πιο συγκεκριμένα, εγχείρισε στην εναγομένη €48.000,00 (σε μετρητά) στις 28.12.13, όταν τον είχε επισκεφθεί στο Κατάρ μαζί με τους Λεωνίδα Αλεξάνδρου (τον οποίον του σύστησε ως σύμβουλο επιχειρήσεων που θα βοηθούσε στη δημιουργία της επιχείρησης) και Χαράλαμπο Θρασυβούλου (που παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης εστιατορίου και που θα βοηθούσε και αυτός στα της επιχείρησης). Το ποσό αυτό, ως τον είχε βεβαιώσει η εναγομένη ήταν απαραίτητο για τις επιδιορθώσεις και τη μετατροπή του χώρου που είχε ενοικιαστεί σε επιχείρηση εστιατορίου. Την 21.8.14, ο ενάγων επέστρεψε στην Κύπρο και ζήτησε από την εναγομένη να του μεταβιβάσει το διαμέρισμα. Η εναγομένη τον πληροφόρησε πως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας μας η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει στο όνομα του, δοσμένου ότι ήταν αλλοδαπός και ότι έπρεπε να ικανοποιηθούν οι εφαρμοζόμενες νομοθετικές προβλέψεις. Ο ενάγων την πίστεψε, όπως και τα όσα άλλα του είχε πει περί του χωρισμού της με τον σύντροφο της Παναγιώτη Κυθραιώτη. Στις 19.2.14, όταν η εναγομένη πήγε ξανά το Κατάρ (αυτή τη φορά με τον Χαράλαμπο Ελίδη, τον οποίον είχε παρουσιάσει στον ενάγοντα ως φίλο της), ο ενάγων της έδωσε σε μετρητά ποσό €50.000,00, για κάποιες διορθώσεις στο χώρο που στεγαζόταν η επιχείρηση. Περί τον Μάρτιο 2014, ζήτησε από την εναγομένη να βρει ενοικιαστές για την ενοικίαση του διαμερίσματος. Στις 15.3.14, η εναγομένη κατέφθασε και πάλι στο Κατάρ μαζί με τον Χρίστο Σκουρίδη αυτή τη φορά (που επίσης παρουσίασε ως φίλο της στον ενάγοντα), αλλά και με τον Παναγιώτη Κυθραιώτη. Σε αυτή την επίσκεψη, ο ενάγων έδωσε στην εναγομένη μετρητά ύψους €50.500,00, για την επιχείρηση. Τέλος, στις 30.9.14, η εναγομένη μετέβη για άλλη μια φορά στο Κατάρ αναζητώντας από τον ενάγοντα χρήματα για μισθούς, ενοίκια και αυτοκίνητα για την επιχείρηση, με τον ενάγοντα να την πληρώνει σε μετρητά €39.000,
  2. Μεταξύ της πρώτης και δεύτερης επίσκεψης της εναγομένης στο Κατάρ, τούτη τηλεφώνησε στον ενάγοντα για να του πει ότι οι Λεωνίδας Αλεξάνδρου και Χαράλαμπος Θρασυβούλου την εξαπάτησαν και πως θα προχωρούσε με αγωγή εναντίον τους (εκ μέρους του ενάγοντα). Ο τελευταίος είπε στην εναγομένη ότι τα λεφτά τα είχε δώσει σε αυτήν προσωπικώς και όχι σε άλλο πρόσωπο, αρνούμενος συν τω χρόνω να εξουσιοδοτήσει την εναγομένη να λάβει δικαστικά μέτρα. Παρά ταύτα, η εναγομένη καταχώρισε στις 4.4.14 την αγωγή 1900/14 (Τεκμήριο 19), εν αγνοία του ενάγοντα. Ο ενάγων έμαθε για την καταχώριση της αγωγής όταν επικοινώνησε μαζί του ο Λεωνίδας Αλεξάνδρου για να τον ρωτήσει για ποιο λόγο συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο αφού είχε συμφωνήσει με την εναγομένη, ως τούτος τον πληροφόρησε, πως θα λάμβανε ποσό €15.000,00, για τις υπηρεσίες που θα παρείχε για τη δημιουργία της επιχείρησης. Το τηλεφώνημα εξέπληξε τον ενάγοντα. Περί τον Μάρτιο 2015, ο Λεωνίδας Αλεξάνδρου ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει δήλωση που του είχε στείλει, σχετιζόμενη με την αγωγή 1900/14 (βλ. Τεκμήριο 9). Ο ενάγων δεν υπόγραψε αφού δεν γνώριζε περί τίνος επρόκειτο. Με τον καιρό, ο ενάγων εξακρίβωσε, πως η κατάσταση με την εναγομένη δεν έβαινε καλώς. Έτσι, επικοινώνησε με τους δικηγόρους του και στις 8.5.15, ανακάλεσε (διά της επιστολής Τεκμήριο 10), τα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμήρια 1 και 2), καλώντας την εναγομένη όπως εντός πέντε ημερών από τη λήψη της επιστολής προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για απόσυρση της αγωγής 1900/
  3. Η επιστολή επιδόθηκε στην εναγομένη την 8.5.15 (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). Το γεγονός αυτό - τοποθετημένο εντός του πλαισίου συμπεριφοράς της εναγομένης έναντι του ενάγοντα - δεν μπορεί (από μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα), να οδηγήσει σε αλλιώτικα συμπεράσματα ή σκέψεις υπέρ της εκδοχής του ενάγοντα και οι λόγοι έχουν ήδη εξηγηθεί. Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει γιατί τα λεφτά αυτά (που πλήρωσε για δημιουργία της επιχείρησης), θα πρέπει να του αποδοθούν (ολικώς ή μερικώς) ως αποζημίωση οιασδήποτε μορφής, ακόμη και στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δεν δόθηκε επαρκής μαρτυρία που να δείχνει πως τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν για σκοπούς άλλους από εκείνους που χρησιμοποιήθηκαν (βλ. κατ' αναλογίαν, The Commissioners for Her Majesty's Revenue and Customs and Others v The Investment Trust Companies
(2017)UKSC 29). Απεναντίας, η αξιόπιστη μαρτυρία κατατείνει στο ότι, πράγματι, τα λεφτά αυτά πληρώθηκαν, ακριβώς, με την προρρηθείσα βλέψη, με τον ενάγοντα να γνωρίζει και να συναινεί στα όσα επισυνέβαιναν βάσει του επιχειρησιακού σχεδίου. Εάν ο ενάγων είχε οποιεσδήποτε αμφιβολίες για τον τελικό προορισμό των περί ων ο λόγος χρημάτων, όφειλε να επιδιώξει απόδειξη της επιζητούμενης αυτής θεραπείας με την κατάλληλη μαρτυρία (με το συνολικό ποσό να ανέρχεται σε €378.560,00). Δεν το κατόρθωσε. Το ότι, απλώς, ο ενάγων έδωσε τα λεφτά αυτά στην εναγομένη, δεν συνιστά επαρκή λόγο για την επιδίκαση οιουδήποτε ποσού επί τούτης της βάσης (ή άλλης που διάρθρωσε), αφού ούτε απάτη, ούτε δόλος, ούτε ψευδείς παραστάσεις, ούτε και άλλη περίσταση αποδείχθηκε που να δικαιολογεί διαφορετική κατάληξη. Το ότι έχει κριθεί πως η εναγομένη εξαπάτησε κατ' ουσίαν τον ενάγοντα για το διαμέρισμα, αν και μετρήσιμο, δεν απαρτίζει αρκούσα δικαιολογία (ή τέτοιας δύναμης μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων ή κακού χαρακτήρα), για αντίστοιχη σταχυολόγηση των ενεργειών της στην περίπτωση της επιχείρησης. Μήτε και συζητήθηκε ή δόθηκε μαρτυρία τέτοιας βαρύτητας που να επιρρώνει θέση πως η επιχείρηση ήταν κερδοφόρα και ότι το ποσοστό των (όποιων) κερδών που αναλογούσε στον ενάγοντα δεν του πληρώθηκε από την εναγομένη. Μηδέ και προεκτάθηκε, ως ίσως θα έπρεπε, η θέση του ενάγοντα ότι η επιχείρηση πωλήθηκε (σε κάποια στιγμή) από την εναγομένη με τη δική του συγκατάθεση καθότι, όπως του είχε πει η εναγομένη «. στην τελική χάναμε πολλά χρήματα». Ουδέ και ο ενάγων απαιτεί οτιδήποτε για τις μετοχές που η εναγομένη κατέχει σύμφωνα με το Τεκμήριο 12 στην εταιρεία Magdas' Fish & Grill House Ltd (υπό την όποια αίρεση θα μπορούσε να διατυπωθεί για την πώληση της επιχείρησης σε τρίτους). Θα μπορούσε, φερ' ειπείν, ο ενάγων, εκτός από το να ζητήσει από την εναγομένη, ως θεραπεία πια στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, Χωματένος ν Σταυρινού, ΠΕ 62/11, ημ. 17.12.15, Κουκούνη και Άλλων ν Νικολάου και Άλλων
(2007)1(Α) ΑΑΔ 630), την απόδοση λογαριασμών και λεπτομερειών για την επιχείρηση (κάτι που επεδίωξε ατελεσφόρως προτού καταχωρίσει την αγωγή) και να αιτηθεί πριν από τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της εναγομένης (με την παρούσα αγωγή), την έκδοση διαταγμάτων τύπου Anton Piller ή και Norwich Pharmacal έτσι που να αδράξει την ευκαιρία στο πρώιμο εκείνο στάδιο να εντοπίσει μαρτυρικό υλικό, πειστήρια, ή άλλα τεκμήρια και πληροφορίες για να εξαγάγει ή να συναγάγει συμπεράσματα για γεγονότα και ισχυρισμούς που θα πλαισίωναν την αξίωση αλλά και για να διαμορφώσει τελική ιδέα ως προς το ποιοι θα ήσαν οι αναγκαίοι διάδικοι. Δεν το έκανε. Θα πρέπει να υποδειχθεί και το ότι η μαρτυρία που δόθηκε για το κονδύλι αυτό (για το στήσιμο της επιχείρησης) συγχρωτίστηκε και με ποσά που, ως είπε ο ενάγων, είχε καταβάλει προς την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), ξέχωρα από οτιδήποτε αφορούσε στο διαμέρισμα ή στην επιχείρηση και τα οποία, ενώ η συνήγορος του ενάγοντα δήλωνε πως θα αξιωθούν (σε όσο την αφορά), με ξεχωριστή αγωγή εναντίον της Ιουλίας Κούρου (ΜΥ1), ο ενάγων τα συνυπολόγισε ή φαίνεται να τα συνυπολόγισε σε αυτά που είχαν δοθεί για την επιχείρηση, ή ως δάνειο (ή χρηματική βοήθεια) - κατ' ισχυρισμόν ύψους €216.000,00 - προς την Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), ή και προς την εναγομένη. Τούτη η πτυχή των πραγμάτων σταθμίστηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς στο τέλος να κριθεί πως επηρέαζε αρνητικώς την αξιοπιστία του μάρτυρα ο οποίος με παρρησία δήλωσε στη μαρτυρία του τόσο την πληρωμή των ποσών αυτών όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες τα έδωσε στην εναγομένη ή και στην Ιουλία Κούρου (ΜΥ1), μη μπορώντας - και τούτο είναι κατανοητό ως εκ της έλλειψης νομικών γνώσεων - να ταυτίσει τις διά της αγωγής επιζητούμενες θεραπείες με τη μαρτυρία του. Κατά συνέπεια, κανένα ποσό (εκτός εκείνου που αφορά στα της αγοράς του διαμερίσματος), έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα (και επί αυτής της θεματολογίας ασχολούμαι και κατωτέρω για τα περί δεδουλευμένων ενοικίων). Γύρω στον Μάιο 2014, η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα πως θα ενοικίαζε το διαμέρισμα για το ποσό των €500,00 μηνιαίως. Δεν του έδωσε περαιτέρω πληροφορίες, ή του κατέβαλε τα αναλογούντα ενοίκια (τα οποία υποτίθεται πως είχε πληρωθεί από τον ενοικιαστή), παρότι είχε υποσχεθεί στον ενάγοντα ότι θα του τα κατέβαλλε κατά την επόμενη επίσκεψη του στην Κύπρο, όταν θα συντελούταν και η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του. Ο ενάγων απαιτούσε από την εναγομένη να του μεταβιβάσει το διαμέρισμα και να του αποδώσει τα ενοίκια. Τούτη προέβαλλε πάντοτε την ίδια δικαιολογία και δη ότι οι διαδικασίες καθυστερούσαν. Στη βάση αυτή - και επανέρχομαι στην ενότητα των φερόμενα δεδουλευμένων ενοικίων - και στην απουσία άλλης βαρύνουσας μαρτυρίας (όπως θα μπορούσε ίσως να ήταν η μαρτυρία του «. επιδότη που προσπάθησε να εντοπίσει την Εναγόμενη και είχε επισκεφθεί την διεύθυνση του Διαμερίσματος .», εντοπίζοντας «. σε αυτό . ενοικιαστές»), ή εκείνη που πιθανώς να εξασφαλιζόταν διά των προειρημένων διαταγμάτων Anton Piller ή και Norwich Pharmacal, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές εύρημα πως η εναγομένη ενοικίασε το διαμέρισμα σε τρίτους, πόσω δε μάλλον για ποσό €500,00 μηνιαίως. Ας μη λησμονείται ότι η μαρτυρία της εναγομένης έχει κριθεί αναξιόπιστη και ότι οι όποιες παραδοχές εναντίον του συμφέροντος της (κατά τη μαρτυρία της), είναι ούτως ή άλλως τόσο γενικές που δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εύλογο βάθρο επί του οποίου να εδρασθεί λογικώς και δικαίως εύρημα για ενοικίαση του διαμερίσματος - το οποιο βρίσκεται ακόμα εγγεγραμμένο παρανόμως επ ονόματι της - και επακολούθως για απόδοση «δεδουλευμένων ενοικίων» στον ενάγοντα υπό τη μορφή ειδικών ή άλλης κατηγορίας αποζημιώσεων. Ο ενάγων, στην έκταση που προαναφέρθηκε, απέδειξε την απαίτηση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Με κατά νουν τα πιο πάνω (όπως και τα όσα διαλαμβάνονται στα άρθρα 31 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60), εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, ως ακολούθως: (Α) Διάταγμα ακυρώνον αμέσως τα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμήρια 1 και 2), που χορήγησε ο ενάγων προς την εναγομένη. (Β) Δηλωτική απόφαση ότι η εναγομένη δεν έχει και ουδέποτε είχε οποιοδήποτε περιουσιακό ή άλλο εμπράγματο ή έτερο δικαίωμα επί του επίδικου διαμερίσματος (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία). (Γ) Δηλωτική απόφαση ότι ο ενάγων είναι το μόνο πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία), τηρουμένων των διατάξεων του Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου, Κεφ. 109. (Δ) Διάταγμα διατάζον την εναγομένη όπως μεταβιβάσει και/ή εγγράψει το επίδικο διαμέρισμα (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία), στο όνομα του ενάγοντα και/ή στο όνομα οιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου ήθελεν υποδείξει ο ενάγων προς την εναγομένη, αμέσως μετά την κοινοποίηση προς την εναγομένη από τον ενάγοντα ή τους αντιπροσώπους του, της όποιας σχετικής άδειας ήθελεν χορηγηθεί προς τον ενάγοντα από τα αρμόδια όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τα συναφώς προνοούμενα στον Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμο, Κεφ. 109. (Ε) Διαζευκτικώς με την αποδοθείσα θεραπεία (Δ), ανωτέρω, διάταγμα διατάζον την εναγομένη όπως μεταβιβάσει και/ή εγγράψει αμέσως το επίδικο διαμέρισμα (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία), στο όνομα οιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου ήθελεν υποδείξει ο ενάγων προς την εναγομένη, τηρουμένων των διατάξεων του Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου, Κεφ. 109. (ΣΤ) Διαζευκτικώς με τις αποδοθείσες θεραπείες (Δ) και (Ε), ανωτέρω, απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για ποσό €168.000,00, με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (27.4.15), μέχρι εξόφλησης, σε περίπτωση μη χορήγησης στον ενάγοντα τής απαιτούμενης άδειας για την κτήση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο βάσει των προνοιών του Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου, Κεφ. 109, ήτοι του επίδικου διαμερίσματος (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία), ή σε περίπτωση που δεν μπορεί να επιτευχθεί (τηρουμένων των προνοιών του Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου, Κεφ. 109), η μεταβίβαση ή εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος (με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/Σχ 30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο Επί 1853, στην οικοδομή με το όνομα EUROBUILD Ι, Αρ. Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος, Λευκωσία), από την εναγομένη στο όνομα οιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου ήθελεν υποδείξει ο ενάγων προς αυτήν. (Ζ) Το απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στην παρούσα αγωγή στις 29.4.15 και το οποίο οριστικοποιήθηκε κατόπιν ακρόασης στις 16.10.15 (με αντικείμενο το διαμέρισμα), θα ισχύει στην ολότητα του (και έτσι διατάζεται), μέχρι την πλήρη ικανοποίηση και εκτέλεση της αποδοθείσας θεραπείας (Δ), ανωτέρω, εκτός στο βαθμό που οι όροι του διατάγματος αυτού θα πρέπει (πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα), να τύχουν εύλογης και ανάλογης αναπροσαρμογής από τους διαδίκους και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του διαμερίσματος από την εναγομένη στον ενάγοντα, ως ανωτέρω διατάζεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Μανώλη και Άλλων
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, 1428-1429, Linmare Shipping Co Ltd ν Boustani
(1981)1 CLR 386, 399-400). Οι υπόλοιπες αξιώσεις του ενάγοντα απορρίπτονται, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (στην κλίμακα της απόφασης) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.