← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Θεοχάρη Μπακαλιάου κ.α., Αρ.Αγωγής: 999/2015, 19/6/2017

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Θεοχάρη Μπακαλιάου κ.α., Αρ.Αγωγής: 999/2015, 19/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 999/2015 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας και 1.Θεοχάρη Μπακαλιάου 2.Αρτεμίου Μαρούλλας 3.Γαλάξη Νεόφυτου Εναγομένων ----------- Αίτηση παραμερισμού απόφασης Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2017 Για τον αιτητή/εναγόμενο 3: κος Θεοφίλου Για την καθ'ης η αίτηση/ενάγουσα: κος Μιχαήλ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση που εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα στη Δ.5 κ.κ.1,2 και 9, Δ.16 κ.κ.1 και 11, Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14 και Δ.48 κ.κ.1-4 και 9(h), ως επίσης στο άρθρο 30 του Συντάγματος, τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, ο εναγόμενος 3 (στη συνέχεια 'ο αιτητής') αιτείται έκδοση διατάγματος: «. που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) αυτοδικαίως (ex debito justitiae) την εκδοθείσα υπ'αυτού απόφαση ημερομηνίας 25.11.2015 στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή.» Η πραγματική βάση του αιτήματος παρατίθεται σε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και την οποία ομνύει ο αιτητής. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Στον αντίποδα βρίσκεται η ενάγουσα τράπεζα που στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας θα καλείται 'η καθ'ης η αίτηση'. Η τελευταία αντιτίθεται στο αίτημα και γι'αυτό καταχώρισε ένσταση. Τούτη η ένσταση αναφέρει τους εξής λόγους: «1.Η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη. 2.Η νομική Βάση της παρούσας αίτησης δεν παρέχει την αναγκαία δικαιοδοσία στο δικαστήριο για να προβεί στην αιτούμενη θεραπεία. 3.Δεν μπορεί να υπάρξει παραμερισμός τελεσίδικης εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης με ενδιάμεση αίτηση στη Βάση της Δ.17 θ.10 ή στη βάση της Δ.26 θ.

  1. 4.Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν δικαιολογούν τον τη αιτούμενη θεραπεία, δηλαδή τον παραμερισμό της τελεσίδικης εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης στην παρούσα αγωγή υπ'αριθμό 999/
  2. 5.Ο μόνος τρόπος παραμερισμού τελεσίδικης εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης είναι με ξεχωριστή αγωγή στη Βάση της Δ.33 θ.
  3. 6.Η παρούσα αίτηση καταχωρείται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθώς ενώ η συμφωνημένη απόφαση επί της παρούσας αγωγής δόθηκε 25.11.2015, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 4.4.
  4. 7.Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και προδήλως καταχρηστική της διαδικασίας του δικαστηρίου. 8.Η παρούσα αίτηση είτε ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του αιτητή/εναγομένου
  5. 9.Οι ισχυρισμοί του εναγομένου 3/αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι αναληθείς. 10.Ακόμα και εάν ήθελε ειπωθεί ότι ο δικηγόρος που εμφανίστηκε να εκπροσωπεί τον εναγόμενο 3 δεν είτε πραγματική εξουσιοδότηση από τον ίδιο τον εναγόμενο 3 να τον εκπροσωπεί, είτε φαινόμενη εξουσιοδότηση να εμφανίζεται και να εκπροσωπεί τον εναγόμενο
  6. 11.Επομένως η συμφωνημένη απόφαση την οποία αποδέχτηκε ο δικηγόρος που εμφανιζόταν να εκπροσωπεί τον εναγόμενο 3, δεσμεύει τον εναγόμενο 3 και ο εναγόμενος 3 κωλύεται να ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν δεσμεύεται από την απόφαση αυτή.» Προτού παραθέσω όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, αρμόζει να συνοψισθούν εκείνα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου. Περιττό βεβαίως να αιτιολογηθεί ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία να εξετάσει τούτο το περιεχόμενο και να καταλήξει σε συμπεράσματα (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd

(2003)1Β Α.Α.Δ.808,814). Ανασκόπηση λοιπόν του φακέλου φανερώνει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 6.3.
  1. Την 6.4.2015 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφανίσεως εκ μέρους και των τριών εναγομένων, δηλαδή και από τον αιτητή. Αξίζει να λεχθεί ότι ο συνήγορος που καταχώρισε το εν λόγω σημείωμα είναι άλλος από εκείνον που σήμερα εμφανίζεται για τον αιτητή. Την 27.5.2015 οι συνήγοροι των μερών εμφανίστηκαν στο δικαστήριο και τότε αποσύρθηκε αίτηση για απόφαση, εφόσον είχε ήδη καταχωριστεί υπεράσπιση από τους εναγομένους. Τούτη η υπεράσπιση είναι ημερομηνίας 7.5.
  2. Ακολούθησε διαδικασία βάσει της νέας Δ.30 και συγκεκριμένα η νενομισμένη κλήση εκδόθηκε την 2.7.2015 και ορίστηκε την 2.10.
  3. Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία το δικαστήριο επιλήφθηκε της κλήσης για οδηγίες και ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 2.11.
  4. Προς το σκοπό συμμόρφωσης των μερών και δη των εναγομένων με τις οδηγίες του δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες τόσο την 18.11.2015 όσο και την 25.11.
  5. Αυτή η τελευταία ημερομηνία [25.11.2015] είναι ημερομηνία σταθμός. Αυτό γιατί την εν λόγω δικάσιμο οι συνήγοροι των μερών εμφανίστηκαν στο δικαστήριο και δήλωσαν ότι η υπόθεση είχε συμβιβαστεί. Συνακόλουθα προέβησαν σε δηλώσεις αναφορικά με τον συμβιβασμό και ως εκ τούτου την ίδια ημερομηνία [25.11.2015] εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της ενάγουσας (καθ'ης η αίτηση) και εναντίον όλων των εναγομένων, δηλαδή και του αιτητή. Την 4.4.2017 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω απόφασης, δηλαδή της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου. Είναι η θέση του αιτητή ότι ο ίδιος ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη της αγωγής και πως η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε οτιδήποτε σχετικό ήταν η 15.3.2017, όταν ο δικαστικός επιδότης Κυριάκος Θωμά τον αναζήτησε στην οικία του. Λόγω του ότι τη δεδομένη στιγμή απουσίαζε από την οικία του, ο επιδότης συνομίλησε με την πενθερά του η οποία παρέλαβε από τον επιδότη αντίγραφο απόφασης και το παρέδωσε στον αιτητή. Αμέσως μετά ο αιτητής κάλεσε τον επιδότη στο τηλέφωνο και ο τελευταίος του ανέφερε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και μάλιστα ότι είχε περιθώριο μέχρι την 7.4.2017 να την ικανοποιήσει, διαφορετικά θα προχωρούσε σε κατάσχεση της κινητής του περιουσίας. Επειδή ουδέποτε πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αγωγής, λέει ο αιτητής, αμέσως απευθύνθηκε στο νυν δικηγόρο του και έδωσε οδηγίες για έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Την 3.4.2017 μετέβη στο δικαστήριο μαζί με τον δικηγόρο του και προέβησαν σε έρευνα του φακέλου. Από την έρευνα διαπίστωσε ότι η αγωγή επιδόθηκε στο Θεοχάρη Μπακαλιάου (εναγόμενο 1), αλλά λανθασμένα αναγράφεται πως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συγκάτοικος του αιτητή. Σύμφωνα με τον αιτητή, από το 2009 διέμενε με τη σύζυγό του σε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό Αθανασίου Τσακάλωφ 8 στο Στρόβολο. Προς απόδειξη τούτου παρουσιάζει το τεκμήριο 1 που είναι τιμολόγιο για υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν την 4.3.2015 και στο οποίο αναγράφεται η διεύθυνση που προαναφέρθηκε. Δέχεται ο αιτητής ότι γνωρίζει τον Θεοχάρη Μπακαλιάου (εναγόμενο 1) καθώς ότι είχε φιλικές σχέσεις μαζί του. Εν τούτοις αρνείται ότι συγκατοικούσαν και περαιτέρω δηλώνει ότι ποτέ τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της ως άνω αγωγής. Η δε διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα ως διεύθυνση του αιτητή, είναι η διεύθυνση της πατρικής του οικίας, αναφέρει ο τελευταίος. Παρόλ'αυτά, είναι η θέση του ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής, δεν γνωρίζει το δικηγορικό γραφείο που εμφανίστηκε, ουδέποτε τους έδωσε οδηγίες να εμφανιστούν και πολύ περισσότερο, ουδέποτε τους έδωσε οδηγίες να δεχτούν απόφαση. Το δε διοριστήριο έγγραφο που επισυνάπτεται στο σημείωμα εμφανίσεως δεν υπογράφεται από τον ίδιο. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του αιτητή ότι δεν θυμάται να υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο ή οποιαδήποτε εγγύηση του επίδικου δανείου και λόγω τούτου διατείνεται πως υπάρχουν σοβαροί λόγοι ώστε η απόφαση να παραμεριστεί και ότι έχει καλή, βάσιμη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Είμαι της γνώμης ότι δεν επιβάλλεται σύνοψη όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παράδοξο όσο και αν είναι τούτο η διαδικασία που ακολουθεί αποκαλύπτει πως η αίτηση αποφασίζεται χωρίς παραπομπή στα όσα εκεί αναφέρονται. Και εξηγώ· παρ'ότι η νομική βάση του αιτήματος φανερώνει ποικιλία κανονισμών, εν τούτοις η ουσία αυτής επικεντρώνεται στη Δ.17 κ.10 και Δ.26 κ.
  6. Είναι βεβαίως γνωστές οι νομολογιακές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης στη βάση των δύο πιο πάνω διαταγών. Στη δοσμένη όμως περίπτωση κρίνω ότι τούτες οι διαταγές [Δ.17 κ.10 και Δ.26 κ.14] δεν εξυπηρετούν το αίτημα. Ορθή είναι η υπόδειξη του συνηγόρου της καθ'ης η αίτηση ότι οι εν λόγω διαταγές δεν τυγχάνουν εφαρμογής εκεί όπου η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου. Ο συνήγορος επικαλείται μάλιστα τα λεχθέντα στην υπόθεση Ανδρέου ν. P&D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Δικαίως βεβαίως επικαλείται τούτη εφόσον ο λόγος της διέπει και εν προκειμένω καθορίζει, την πορεία του αιτήματος. Προτού όμως προχωρήσω σε εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδρέου, πιο πάνω, υποδεικνύω ό,τι αναφέρεται στο Annual Practice σε σχέση με την O.27 r.15 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.26 κ.
  2. Στη σελίδα 617 κάτω από τον τίτλο Judgment by Consent αναφέρεται ότι: «A judgment by consent cannot be set aside on motion after it is passed and entered. A fresh action must be brought for the purpose (Ainsworth v. Wilding
(1896)1 Ch.673, approved in Kinch v. Wallcott
(1929)A.C.482).» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να ακυρωθεί με ενδιάμεσο διάβημα, αλλά μόνο με καταχώριση νέας αγωγής. Δεν παραγνωρίζω, ούτε βεβαίως και μειώνω, το γεγονός ότι ο αιτητής διατείνεται πως ουδέποτε εξουσιοδότησε το συνήγορο που εμφανίστηκε την 25.11.2015 στο δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο αφήνει να νοηθεί, έστω εμμέσως, ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε είτε διά να τον εκπροσωπήσει είτε διά να δεχθεί απόφαση εναντίον του. Συνεπώς, τα αναφερόμενα από τον αιτητή αναδεικνύουν ότι ελλείπει το στοιχείο της συναίνεσης, νοείται του αιτητή, για την απόφαση που εκδόθηκε και γι'αυτό ακριβώς το λόγο η απόφαση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου. Μάλιστα, ο αιτητής επικαλείται την απόφαση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ.64,72 και συγκεκριμένα το ακόλουθο απόσπασμα: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R.646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R.439, Phylactou a.o. ν. Michael
(1982)1 C.L.R.204, Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ.163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1A Α.Α.Δ.333.» Με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι το απόσπασμα που παραθέτει ο αιτητής δεν εξυπηρετεί και ούτε βοηθά τη θέση που προωθείται. Εν πρώτοις, υποδεικνύεται η αναφορά στο απόσπασμα ότι αυτό αφορά την περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε ερήμην του διαδίκου και όχι εκεί όπου εμφανίστηκε είτε ο ίδιος είτε συνήγορος, όπως είναι εδώ η περίπτωση. Από την άλλη η απόφαση Ανδρέου, πιο πάνω, που επικαλείται η καθ'ης η αίτηση, δεν αφήνει αμφιβολία ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου, το μέσο ακύρωσης τούτης δεν είναι ενδιάμεση αίτηση αλλά νέα αγωγή. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Ανδρέου, πιο πάνω, αναφέρθηκε πως: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward
(1889)43 Ch.D.185, Ainsworth v. Wilding
(1896)1 Ch.673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board Of Health v. Vint
(1890)45 Ch.D.351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas
(1984)9 P.D.70,210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson
(1897)2 Ch.534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη (Sheperd v. Robinson
(1919)1 K.B.474). Ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Re Elsteins' Affairs
(1945)1 All E.R.272, ανωτέρα δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από κατώτερα δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής, όταν και ο εφεσείων θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.» Πέραν των πιο πάνω και επιχειρώντας να εξαντλήσω το ζήτημα που απασχολεί, υποδεικνύω ότι σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 3η έκδοση, τόμος 22, σελίδα 792, όπου αναφέρεται ότι: «1672.Setting aside a consent judgment. A judgment given or an order made by consent may, in a fresh action brought for the purpose, be set aside on any ground which would invalidate a compromise not contained in a judgment or order. Compromises have been set aside on the ground that the agreement was illegal as against public policy, or was obtained by fraud or misrepresentation, or non-disclosure of a material fact which there was an obligation to disclose, or by duress, or was concluded under a mutual mistake of fact, ignorance of a material fact, or without authority.» Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η περίπτωση μη εξουσιοδότησης, νοείται του δικηγόρου, είτε για να δεχθεί απόφαση, είτε ακόμη για να εκπροσωπήσει το διάδικο, εμπίπτει στο πλαίσιο που πιο πάνω διαγράφεται, δηλαδή στις περιπτώσεις που η εκδοθείσα απόφαση ακυρώνεται με νέα αγωγή και όχι με ενδιάμεσο διάβημα, δηλαδή όπως εκείνο που αναφέρεται στη Δ.17 κ.10 και Δ.26 κ.14. Υποδεικνύεται μάλιστα ότι η κατάληξη του πιο πάνω αποσπάσματος [Halsbury's] παραπέμπει στη σελίδα 766 όπου εκεί αναφέρεται ότι: «Where that consent is given through mistake or misapprehension of the solicitor or counsel as to his authority, and the consent is withdrawn before the order is drawn up, the case will be restored to the list.» Τέτοια είναι λοιπόν η σημασία και η βαρύτητα της εξουσιοδότησης που αν η απόσυρση της ή η μη παραχώρηση τέτοιας, ήθελε διαπιστωθεί πριν τη σύνταξη της εκ συμφώνου απόφασης, τότε η απόφαση ακυρώνεται και η υπόθεση επαναορίζεται για εκδίκαση. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν όμως ότι σε διαφορετική περίπτωση, όπως και στην προκείμενη, το μέσο που ο αιτητής οφείλει να προωθήσει δεν είναι ενδιάμεση αίτηση, εφόσον είναι ανίκανη να ακυρώσει εκδοθείσα απόφαση λόγω του ότι τούτη εκδόθηκε παρουσία συνηγόρου που τη δεδομένη στιγμή εκπροσωπούσε, έστω φαινομενικά, το διάδικο, αλλά αγωγή. Στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης το δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα της εξουσιοδότησης του δικηγόρου που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως εκπρόσωπος του αιτητή. Τούτο μπορεί να γίνει μόνο με νέα αγωγή. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται, έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ'ης η αίτηση και εις βάρος του αιτητή. Ας σημειωθεί ότι αν δεν έχω σχολιάσει τις θέσεις των μερών και δη το λόγο μη εμφάνισης του αιτητή στο δικαστήριο, το πότε έλαβε γνώση για την εν λόγω απόφαση, καθώς επίσης τις αιτιάσεις της καθ'ης η αίτηση σε σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας και πότε ειδοποίησε τον αιτητή, είναι γιατί θεωρώ ότι όλα αυτά θα αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο τυχόν αγωγής που ήθελε προωθηθεί για ακύρωση της απόφασης και συνεπώς δεν επιθυμώ να προϊδεάσω τα μέρη αποφαινόμενος σχετικά. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.