ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Μιχαλάκη Τσιούττα κ.α., Αρ.Αγωγής: 7993/2013, 15/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 7993/2013 - Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόντων και 1.Μιχαλάκη Τσιούττα 2.Σάββα Σαββίδη 3.Γεώργιου Σαββίδη 4.Ανδρομάχης Τσιούττα Εναγομένων ---------- Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2017 Για τους ενάγοντες/αιτητές: κος Χριστοδούλου Για την εναγομένη 4/καθ'ης η αίτηση: κος Καραπατάκης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ζητούμενο είναι η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι αιτητές είναι οι ενάγοντες στην αγωγή. Εν τούτοις στον αντίποδα δεν βρίσκεται το σύνολο των εναγομένων που αναφέρονται στον τίτλο της αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση αφορά μόνο την εναγομένη 4, ως εκ τούτου κάθε επόμενη αναφορά σε εναγομένη αυτήν είναι που θα εννοεί. Τώρα, δοθέντος ότι η αίτηση επιζητεί συνοπτική απόφαση, πρόσφορο κρίνεται να τεθούν εκ προοιμίου οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα, ώστε να σκιαγραφηθεί το πλαίσιο όσων επιβάλλεται να εξεταστούν. Όπως έχει νομολογηθεί δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας. Η δίκη και ιδιαίτερα η κλήτευση μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές, είναι ό,τι αναδεικνύει τα επίδικα ζητήματα και επιτρέπει στο δικαστήριο να διαγνώσει την αλήθεια, ύψιστο στόχο του δικαίου. Από την άλλη το δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τούτες είναι οι ακόλουθες: η οπισθογράφηση της αγωγής ανταποκρίνεται στα αναφερόμενα στον κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ.782, Νεάρχου κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ.837). Εκεί και όπου οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται το βάρος, μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Σημειώνεται εδώ ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.18 κ.κ.1(α),7-9 και στη Δ.48 κ.κ.1-4 και 9, καθώς επίσης στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στη νομολογία και στην πρακτική. Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της οποίας το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο κρίνω ορθό να παραθέσω όσα γεγονότα διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν χρειάζεται βεβαίως να αιτιολογηθεί ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία εξαγωγής συμπερασμάτων από το περιεχόμενο του φακέλου. Αυτό γιατί ο κ.1 της Δ.48 ρητά αναφέρει ότι αν η αίτηση, οποιαδήποτε αίτηση, εδράζεται σε γεγονότα που δεν αποκαλύπτονται από το περιεχόμενο του φακέλου, τότε και μόνο τότε είναι που επιβάλλεται να αναφέρονται στην αίτηση. Σχετική εν προκειμένω είναι και η απόφαση Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ.808,
- Εν όψει όλων των ανωτέρω σπεύδω να συνοψίσω καθετί που αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του φακέλου. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 11.12.
- Επιδόθηκε στην εναγομένη την 6.3.
- Η τελευταία καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως την 27.3.
- Παρεμβάλλω εδώ ότι το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει πως σε κάποιο στάδιο, εν προκειμένω την 3.7.2014, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης. Εν τούτοις αυτή η απόφαση παραμερίστηκε και μάλιστα εκ συμφώνου, με διάταγμα ημερομηνίας 19.11.
- Αν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι για την απόφαση που παραμερίστηκε είναι πως το σημείωμα εμφανίσεως που εμπρόθεσμα καταχώρισε η εναγομένη, φαίνεται να μην είχε τοποθετηθεί στο φάκελο του δικαστηρίου, εξ ου και εκδόθηκε απόφαση, ενώ όταν στη συνέχεια εντοπίστηκε τούτο οι δύο πλευρές συμφώνησαν τον παραμερισμό της απόφασης. Μετά τον παραμερισμό της απόφασης και συγκεκριμένα την 17.12.2014, η εναγομένη καταχώρισε και υπεράσπιση. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 31.5.
- Πριν οτιδήποτε άλλο επισημαίνεται πως η καταχώριση της υπεράσπισης δεν αποτελεί βεβαίως εμπόδιο στην προώθηση της αίτησης. Η προώθηση οποιουδήποτε ένδικου διαβήματος δεν εξομοιώνεται με αγώνα δρόμου και ως εκ τούτου δεν εξαρτάται από τη σβελτάδα με την οποία διάδικος θα αποταθεί στο δικαστήριο. Αν τούτο χρειάζεται να αιτιολογηθεί περαιτέρω αρκεί να παραπέμψω στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 260 κάτω από τον τίτλο Show Cause, όπου αναφέρεται· «But it is clear that the plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered.» Περιπλέον σχετική είναι και η υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1Α Α.Α.Δ.408,416 όπου αναφέρεται ακριβώς αυτό, δηλαδή πως η καταχώριση υπεράσπισης δεν αποστερεί τον ενάγοντα από το δικαίωμα που έχει να υποβάλει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό το ζήτημα σειρά παίρνουν τώρα οι ισχυρισμοί των μερών. Ας σημειωθεί όμως ότι η εναγομένη ενίσταται στην αίτηση. Προβάλλει δε σωρεία λόγων που δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί. Επίσης, η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της οποίας το περιεχόμενο σχολιάζεται πιο κάτω. Ας δούμε λοιπόν τι είναι εκείνο που προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, έχοντας πάντα ως γνώμονα τα στοιχεία που εξετάζονται στο πλαίσιο αίτησης ως η υπό κρίση. Πρώτα όμως πρέπει να λεχθεί ότι εφόσον το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικά οπισθογραφημένο και η εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως, διαπιστώνεται ότι αυτές οι δύο προϋποθέσεις πληρούνται και συνεπώς δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Ο ομνύων λοιπόν την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της ενάγουσας και εργάζεται στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων το οποίο ασχολείται με την εποπτεία προβληματικών λογαριασμών, όπως είναι και ο λογαριασμός της εναγομένης. Δηλώνει πως έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ότι αντλεί τις πληροφορίες του από έγγραφα και αρχεία που τηρεί η τράπεζα και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αν έχω παραθέσει σε κάποια έκταση τις σχετικές αναφορές του ομνύοντα την ένορκη δήλωση των εναγόντων, είναι γιατί η εναγομένη υποστηρίζει πως ελλείπει αναγκαία προϋπόθεση και δη η θετικότητα της γνώσης του ομνύοντα. Ευθέως και χωρίς περιστροφές απαντώ πως η σχετική εισήγηση είναι αβάσιμη. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223,227 η σχετική νομολογία έχει προσαρμοστεί στο σύγχρονο τρόπο ζωής και ιδιαίτερα στο δεδομένο ότι οι εμπορικές συναλλαγές και τα συναλλακτικά ήθη, διενεργούνται σήμερα από νομικά και όχι φυσικά πρόσωπα. Μάλιστα σε εκείνη την περίπτωση κρίθηκε ότι η θετική γνώση ικανοποιείτο από την αναφορά του μάρτυρα ότι είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα, ότι ήλεγξε την ορθότητά τους και ότι είχε την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού. Στη δοσμένη περίπτωση το σύνολο της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντα Σάββα Άδωνη φανερώνει ότι ο μάρτυρας έχει θετική γνώση όσων αναφέρει. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι αναφέρει πως εργάζεται στο αρμόδιο τμήμα και έχει τα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του, γεγονός που διαπιστώνεται από το ότι ο ίδιος είναι που προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα στο δικαστήριο, δηλαδή επισυνάπτοντας τούτα ως τεκμήρια στην αίτηση. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είναι με περισσή λεπτομέρεια που εξήγησε το σύνολο των συμφωνιών που υπογράφηκαν, τις σχετικές ημερομηνίες και βεβαίως τα υπόλοιπα. Υπό το φως των πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι η θέση της εναγομένης, δηλαδή ότι ελλείπει η αναγκαία προϋπόθεση θετικής γνώσης, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται περαιτέρω ότι «η Εναγομένη οφείλει τα στην Έκθεση Απαίτησης αναφερόμενα ποσά και δεν έχει υπεράσπιση». Αυτή και μόνο η αναφορά ικανοποιεί, πιστεύω και την άλλη προϋπόθεση που θέτει ο σχετικός κανονισμός, δηλαδή ότι ο ομνύων δηλώνει ρητά ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση. (Βλ. Annual Practice του 1958 στη σελίδα 247 στις παραγράφους Stating there is no Defence και Amount Claimed). Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται πως ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 247 κάτω από τον τίτλο Verifying the cause of Action. Συγκεκριμένα επαναλαμβάνει αυτολεξεί όλα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως και περιπλέον παραθέτει τεκμήρια που φαίνεται να αιτιολογούν τα αναφερόμενα στην αγωγή. Εν ολίγοις, αναφέρει το ιστορικό, δηλαδή κάτω από ποιες περιστάσεις η εναγομένη βρέθηκε να εγγυάται τρίτο πρόσωπο, εν προκειμένω τον εναγόμενο 1 στην αγωγή, και περιπλέον παρουσιάζει τις συμβάσεις που αφορούν τον εναγόμενο 1 (βλ. τεκμήρια 1, 3 και 5), ως επίσης τα εγγυητήρια που υπέγραψε η εναγομένη (βλ. τεκμήρια 2, 4 και 6). Όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη χαρακτηρίζονται από λεπτομέρεια και συνιστούν την επιβεβαίωση που επιβάλλεται από το σχετικό κανονισμό. Έχοντας διαπιστώσει ότι η τράπεζα απέδειξε ό,τι όφειλε να αποδείξει, το βάρος πέφτει στους ώμους της εναγομένης και η προσοχή επικεντρώνεται πλέον στους ισχυρισμούς της, ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο αποκαλύπτει καλή τη πίστη υπεράσπιση ή ζήτημα που αρμόζει να ακουστεί. Παρ'ότι η ένορκη δήλωση της εναγομένης είναι μακροσκελής μπορεί κανείς να διακρίνει ότι επί της ουσίας περιορίζεται σε συγκεκριμένα ζητήματα που εκεί εγείρονται. Για παράδειγμα τα αναφερόμενα στις παραγράφους 5, 6, 7, 8, 9 και 10 υποστηρίζουν πως η τράπεζα προέβη σε παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς, καθώς ότι οι όροι των σχετικών συμφωνιών αποτελούν ποινική ρήτρα και είναι έκδηλα καταχρηστικοί. Ως τέτοιοι αντίκεινται στις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, διατείνεται η εναγομένη και συνεπώς είναι υποκείμενοι σε ακύρωση (βλ. παράγραφο 5 ενόρκου δηλώσεως). Είναι περαιτέρω η θέση της εναγομένης ότι ο πρακτικός υπολογισμός του τόκου και οι χρεώσεις του εκάστοτε υπολοίπου από την τράπεζα, είναι εσφαλμένος. Είναι, λέει, αντισυμβατικός και παράνομος καθ'ότι ο διαιρέτης των 360 ημερών αντί 365, που εφάρμοζε η τράπεζα, δεν είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. παράγραφο 7 ενόρκου δηλώσεως) και περαιτέρω, οδηγεί σε μεγαλύτερη χρέωση επί του εκάστοτε υπολοίπου από το συμφωνηθέν επιτόκιο. Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της εναγομένης δεν περιορίζονται στα προαναφερθέντα. Επεκτείνονται εν προκειμένω και σε άλλα ζητήματα, τα οποία όμως αναδεικνύουν άλλη πτυχή των επίδικων συμβάσεων, δηλαδή λόγους άλλους από παράνομη χρέωση τόκων και εσφαλμένη μεθοδολογία προσαρμογής τούτων. Ως εκ τούτου, κρίνω πως για σκοπούς καλύτερης κατανόησης και μετάδοσης στον αναγνώστη του σκεπτικού της απόφασης, βολικότερο είναι να αποφανθώ για αυτό το σκέλος των ισχυρισμών, δηλαδή όσων πιο πάνω αναφέρονται και ακολούθως να παραθέσω και να σχολιάσω τους υπόλοιπους λόγους που εισηγείται η εναγομένη. Βαρυσήμαντα όσο και αν είναι όλα όσα η εναγομένη διατείνεται σε σχέση με το επιτόκιο και τη μεθοδολογία προσαρμογής των τόκων στο εκάστοτε υπόλοιπο, κρίνω πως δεν αποκαλύπτουν, υπό τις περιστάσεις, καλή τη πίστη υπεράσπιση. Και εξηγώ· είναι αδήριτη υποχρέωση του ενιστάμενου σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1Α Α.Α.Δ.148,154 αναφέρεται πως· «Έχει υποδειχθεί στη N.V.Caterchef Ltd v. P.C.P.Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ".. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του". Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση "condescend upon particulars". ΣτοAnnual Practice 1970 σελ.127, παρ.14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence".» Το σημείο στο οποίο στέκομαι είναι η πάρα πάνω αναφορά πως ακόμη και στην περίπτωση που η υπεράσπιση είναι αμιγώς νομική, υποχρέωση του ομνύοντα είναι να παραθέσει το πραγματικό υπόβαθρο, δηλαδή τα γεγονότα εκείνα που δικαιολογούν τη νομική εισήγηση. Στη δοσμένη περίπτωση η πολυσέλιδη κατά τα άλλα ένορκη δήλωση της εναγομένης δεν είναι τίποτα άλλο από γενικόλογες και αόριστες αιτιάσεις που δεν αποκαλύπτουν πραγματικά επιχειρήματα και ούτε συναρτώνται με τέτοια. Εν ολίγοις, η εναγομένη απλώς αιτιάται παράβαση των όρων της σύμβασης ή ακόμη ακυρότητα συγκεκριμένων όρων, χωρίς όμως να επεξηγεί το γιατί ή τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται κάτι τέτοιο και χωρίς να δηλώνει ποιοι όροι θεωρεί πως είναι υποκείμενοι σε ακύρωση. Παρ'όλα αυτά, κρίνω σκόπιμο να υποδείξω πως η αναφορά σε επιτόκιο 11,5% (βλ. παράγραφο 8 ενόρκου δηλώσεως), 9,77% (βλ. παράγραφο 9 ενόρκου δηλώσεως) και 10,33% (βλ. παράγραφο 10 ενόρκου δηλώσεως), το οποίο συναρτάται με ισχυρισμό υπερχρεώσεων, παράνομου ανατοκισμού και τοκογλυφίας, εδράζεται σε λανθασμένο πραγματικό υπόβαθρο. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι οι σχετικές συμβάσεις, δηλαδή τα τεκμήρια 1, 3 και 5 στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη, δεν είναι αυτά τα επιτόκια που αναφέρουν. Τα εκεί αναφερόμενα επιτόκια, δηλαδή το συμφωνηθέν επιτόκιο, είναι 8,75%, 8,75% και 8,90%, αντίστοιχα. Η σημασία της πιο πάνω επισήμανσης έγκειται στο ότι σε κάθε μία από τις τρεις συμβάσεις (τεκμήρια 1, 3 και 5 στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη) αναφέρεται πως ο τόκος υπολογίζεται επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και ότι διαιρέτης είναι το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Μάλιστα οι σχετικές συμβάσεις δηλώνουν ακόμη ότι με αυτό τον τρόπο υπολογισμού και προσαρμογής του τόκου, το Σ.Ε.Π.Ε., δηλαδή το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης, αυξάνεται σε 11,5%, 9,77% και 10,33%, αντίστοιχα. Δηλαδή, αυτό το τελευταίο ποσοστό [Σ.Ε.Π.Ε.] φανερώνει το πραγματικό επιτόκιο που διέπει το λογαριασμό, δηλαδή εκείνο που εν τέλει χρεώνεται, το οποίο προκύπτει από ανάλυση του συνόλου των ποσών που τοκίζονται και ανατοκίζονται στο λογαριασμό. Υπό αυτή την έννοια δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το βάσιμο της θέσης της υπεράσπισης ακόμη και στην αμιγώς νομική διάσταση τούτου. Λέγω αμιγώς νομική εφόσον όπως έχει ήδη υποδειχθεί η εναγομένη ουδέν πραγματικό ισχυρισμό πρόβαλε που να δικαιολογεί συμπέρασμα όσων η ίδια διατείνεται, δηλαδή αντισυμβατικών ή παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμού. Κατ'επέκταση, οι σχετικές αιτιάσεις της εναγομένης είναι ανίκανες να υποστυλώσουν έστω και αυτό το χαμηλό βαθμό υπεράσπισης που είναι ικανή να αναχαιτίσει αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817). Το άλλο σκέλος των αιτιάσεων της εναγομένης είναι περισσότερο νομικό παρά πραγματικό. Εντοπίζεται τούτο στις παραγράφους 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως. Η εναγομένη επικαλείται εν προκειμένω τις διατάξεις των άρθρων 5 και 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003και διατείνεται πως η τράπεζα παραβίασε τα εκεί προβλεπόμενα. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της εναγομένης ότι ουδέποτε έλαβε από την τράπεζα οποιαδήποτε δήλωση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη (εναγομένου 1) και τυχόν επιβαρύνσεις της περιουσίας του και ούτε ενημερώθηκε σε σχέση με τις επίδικες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη και δη τις καθυστερημένες δόσεις. Πρώτη φορά, αναφέρει η εναγομένη, που έλαβε γνώση των καθυστερημένων δόσεων του πρωτοφειλέτη, ήταν την 22.2.2013, όταν πλέον τούτες οι δόσεις είχαν συσσωρευθεί, αφήνοντας να νοηθεί ότι ήταν πλέον αργά. Η σχετική θέση της εναγομένης συναρτάται και με το τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη, δηλαδή τις προειδοποιητικές επιστολές που η τράπεζα απέστειλε στην εναγομένη. Εν όψει των πιο πάνω και δοθέντος ότι το νομικό πλαίσιο που προβάλλεται διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη διερεύνηση των αιτιάσεων της εναγομένης, κρίνεται αναγκαίο να παρατεθούν αυτούσια τα άρθρα 5 και 12 του σχετικού νόμου. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως· «5.Προτού ο προτιθέµενος εγγυητής υπογράψει σύµβαση εγγύησης σε σχέση µε την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέµενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέµενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του - (α) Επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά µε την παροχή της εγγύησης: (
- i)To ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάµει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση µε τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
- ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάµει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάµει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποπληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτησης της υπόσχεσης ή υποχρέωσης του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
- iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματα τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύηση του στον πιστωτή σε σχέση µε ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάµει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύηση του µόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) Γραπτή δήλωση του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη σχετικά µε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη, περιλαµβανοµένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν µε τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνση του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύµβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο µε επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύµβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάµει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωση του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάµει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: 4(β) του 7(Ι) του 2006. Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση µε την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάµει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση µε παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Είναι γεγονός πως παρά τις αιτιάσεις της εναγομένης, δηλαδή ότι η τράπεζα δεν της έδωσε πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, οι ενάγοντες δεν ζήτησαν άδεια να καταχωρίσουν απαντητική ένορκη δήλωση. Αναφέρω τούτο γιατί κανένα από τα στοιχεία που η τράπεζα έθεσε υπόψη του δικαστηρίου και με την αναφορά 'στοιχεία' εννοώ είτε τεκμήρια είτε μαρτυρία, δεν υποστηρίζει ότι η εναγομένη έλαβε γνώση των περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη που εγγυήθηκε ή των επιβαρύνσεων της περιουσίας του. Εν ολίγοις, καίτοι η εναγομένη έθεσε ζήτημα μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 5, πιο πάνω, η τράπεζα δεν ζήτησε να απαντήσει και συνεπώς δεν κατόρθωσε να αντιστρέψει το συμπέρασμα που προκύπτει, ήτοι καταστρατήγηση νόμιμης υποχρέωσης. Πέραν όμως τούτου, που ούτως ή άλλως δυνητικά είναι ικανό να ακυρώσει τη σύμβαση, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον έτερο ισχυρισμό της εναγομένης, δηλαδή πως η τράπεζα δεν την ενημέρωσε, χωρίς καθυστέρηση και ως όφειλε, ότι ο πρωτοφειλέτης καθυστερεί καταβολή τριών, τουλάχιστον, δόσεων. Έχω ήδη υποδείξει πως ακόμη και στην περίπτωση που η εγειρόμενη υπεράσπιση θέτει νομικό ζήτημα, επιβάλλεται παράθεση λεπτομερειών. Στην προκείμενη περίπτωση η σχετική επιταγή ικανοποιείται πλήρως. Η εναγομένη αναφέρει γεγονότα, δηλαδή το ύψος των συσσωρευμένων δόσεων που ήταν καθυστερημένες όταν έλαβε ειδοποίηση από την τράπεζα και περιπλέον, παραπέμπει στο τεκμήριο 7 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Έχω ανατρέξει στο τεκμήριο 7, ως επίσης στο τεκμήριο 8 που ακολουθεί. Εν πρώτοις ας σημειωθεί ότι η τράπεζα δεν αμφισβήτησε τη θέση της εναγομένης πως η προειδοποιητική επιστολή που έλαβε ήταν την 22.2.2013. Αυτό λοιπόν εκλαμβάνεται ως δεδομένο για σκοπούς της επίδικης αίτησης. Το τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη είναι επιστολή που στάλθηκε στην εναγομένη δύο μήνες μετά την επιστολή 22.2.2013. Συγκεκριμένα την 18.4.2013 η εναγομένη έλαβε τρεις επιστολές, μια για κάθε λογαριασμό, που συναρτώνται με αντίστοιχες επιστολές που στάλθηκαν στον πρωτοφειλέτη. Οι επιστολές στον πρωτοφειλέτη φανερώνουν ότι τη δεδομένη στιγμή [18.4.2013] οι καθυστερημένες δόσεις για το δάνειο του τεκμηρίου 3 ανέρχοντο σε 33 μήνες και για το δάνειο του τεκμηρίου 5 σε 36 μήνες. Αυτό και μόνο φανερώνει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, καταστρατήγηση των διατάξεων και του άρθρου 12 που διέπει και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διείπε, τις σχετικές συμβάσεις. Δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω στο κατά πόσο στο τέλος της ημέρας αυτή η υπεράσπιση θα επιτύχει ή όχι. Δεν είναι άλλωστε αυτό το ζητούμενο. Στην παρούσα διαδικασία αρκεί να αποκαλύπτεται υπεράσπιση και όχι επιτυχία τούτης. Εν πάση όμως περιπτώσει, υποδεικνύεται πως συμφώνως των αναφερομένων στο άρθρο 12
(3)(β), πιο πάνω, τέτοια παράβαση εξισώνεται με παράβαση ουσιώδους όρους σύμβασης και επιφέρει τις ίδιες επιπτώσεις, υπερασπίσεις και δικαιώματα, ως αυτά προβλέπονται στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149. Αυτό και μόνο φανερώνει υπεράσπιση και παρέχει δικαίωμα προβολής τούτης. Ως εκ των πιο πάνω, δηλαδή των αιτιάσεων της εναγομένης για καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 5 και 12 του Ν.197(Ι)/2003, αιτιάσεις οι οποίες πλαισιώνονται από ικανοποιητικές λεπτομέρειες, καταλήγω ότι η εναγομένη δεν μπορεί να αποστερηθεί του δικαιώματος υπεράσπισης. Δοθέντος ότι η εναγομένη έχει ήδη καταχωρίσει υπεράσπιση, κρίνω πως δεν χρειάζεται να δοθούν περαιτέρω οδηγίες. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων. Τούτα τα έξοδα θα είναι καταβλητέα με την αποπεράτωση της διαδικασίας. (Υπ.) ........ Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο