ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ Ν. ΚΟΛΙΑΝΔΡΗ, Αρ. Αγωγής: 8337/2012, 29/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8337/2012 Μεταξύ: ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ενάγοντας και ΧΡΙΣΤΟΥ Ν. ΚΟΛΙΑΝΔΡΗ Εναγόμενου 29 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Παπαϊωάννου. Για Εναγόμενο: κ. Πιερίδης. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα ύψους €3.500,00 αφορά την επιταγή αριθμός 26145232 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μαραθάσας Λτδ. Ισχυρίζεται ότι του την παρέδωσε ο εναγόμενος έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Η επιταγή παρουσιάσθηκε στην τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκε και επιστράφηκε στην κατοχή του ενάγοντα με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και έχει μεταφερθεί στο ΚΑΠ. Η μοναδική υπεράσπιση που δικογραφήθηκε είναι ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επιταγή δεν δόθηκε στον ενάγοντα έναντι νομίμου ανταλλάγματος αλλά δόθηκε με ανοικτό το όνομα του δικαιούχου και ότι παραδόθηκε από τον εναγόμενο σε κάποιο αλλοδαπό για εργασίες που εκτέλεσε ο αλλοδαπός προς όφελος του εναγομένου. Η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου καταγράφεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης: «
- Ο εναγόμενος αγνοεί και αρνείται την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης και λέγει ότι η επιταγή δεν αφορούσε τον ενάγοντα και η επίδικη επιταγή εκδόθηκε με ανοιχτό το όνομα του δικαιούχου της επιταγής και αφορούσε κάποιον αλλοδαπό ο οποίος θα έκαμνε κάποιες εργασίες για λογαριασμό του εναγομένου και τις οποίες τελικά δεν έκαμε και έτσι η επίδικος επιταγή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου ανταλλάγματος και/ή καθόλου και δεν πληρώθηκε για αυτούς τους λόγους». Η εκδοχή του ενάγοντα ήταν ότι ο ίδιος πλήρωσε τον αλλοδαπό για εργασίες που είχε εκτελέσει για λογαριασμό του εναγόμενου. Αυτό το έκανε επειδή ο εναγόμενος του ζήτησε να πληρώσει τον αλλοδαπό για λογαριασμό του και αυτός στη συνεχεία θα παρέδιδε στον ενάγοντα μεταχρονολογημένη επιταγή διά να τον αποπληρώσει για τα χρήματα που είχε δώσει στον αλλοδαπό. Στα τέλη Μαρτίου ο ενάγοντας, εν γνώσει του εναγομένου έδωσε στον αλλοδαπό το ποσό των €3.500,00 για λογαριασμό του εναγομένου και το ίδιο διάστημα ο εναγόμενος του παρέδωσε την πιο πάνω επιταγή την οποία είχε εκδώσει για το αντίστοιχο ποσό των €3.500,00 με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής κενό. Στο πίσω μέρος της επιταγής υπήρχαν καταγραμμένες οι λέξεις «Φαρπεζ Πακιστανός». O εναγόμενος ανέφερε ότι αρχικά η επιταγή προοριζόταν για εκείνο το άτομο αλλά άλλαξε γνώμη και τελικά παρέδωσε την επιταγή στον ενάγοντα αντί στον αλλοδαπό. Αυτή η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 16 Απριλίου
- Το πρωί της 16ης Απριλίου 2012, ο εναγόμενος του τηλεφώνησε και του είπε να μην εξαργυρώσει την επιταγή μέχρι το τέλος του μήνα διότι είχε κάποιο πρόβλημα ο λογαριασμός του. Ο ενάγοντας επιχείρησε να εξαργυρώσει την επιταγή στις 02.05.2010 και αυτή όμως δεν πληρώθηκε με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. 1 . Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα ο κ. Πιερίδης επιχείρησε να δεσμεύσει τον μάρτυρα σε συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων ώστε να αναδείξει το ανακόλουθο της εκδοχής ότι ο εναγόμενος είχε παραδώσει τη συγκεκριμένη επιταγή στον ενάγοντα έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Ανέμενα ότι ο ενάγοντας θα εφοδίαζε το Δικαστήριο με περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες για τη δική του εκδοχή των γεγονότων, ώστε να αξιολογηθεί δεόντως εάν αυτή η εκδοχή είναι γνήσια. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ο ενάγοντας δεν μπορούσε να θυμηθεί το πλήρες όνομα του αλλοδαπού, τον οποίο γνώρισε, συμπάθησε και στη συνέχεια του έδωσε €3.500,00 σε μετρητά για να τον βοηθήσει. Ο ενάγοντας δεν ήξερε τον αριθμό τηλεφώνου του αλλοδαπού. Ανέφερε ότι γνώρισε τον αλλοδαπό στο Mall, όμως, δεν ανέφερε άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες γνωριμίας τους ώστε να με πείσει ότι είχε σχέση φιλίας με τον αλλοδαπό, και ότι πράγματι συναντήθηκε μαζί του για να του δώσει €3.500,00 σε μετρητά. Δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο για να με πείσει ότι πράγματι πλήρωσε €3.500,00 μετρητά σε ένα αλλοδαπό, όπως στοιχεία από την τράπεζα του ότι έκανε ανάληψη τέτοιο ποσό ή ότι εξαργύρωσε κάποια επιταγή για να έχει στην κατοχή του το ποσό των €3.500,
- Ούτε και παρουσίασε απόδειξη υπογραμμένη από το αλλοδαπό ότι του έδωσε αυτό το ποσό σε μετρητά. Συνεπώς, δεν ήταν αληθοφανής η εκδοχή του ότι συναντήθηκε με ένα αλλοδαπό τον οποίο δεν κατονόμασε αλλά και ούτε έδωσε τα στοιχεία του για να του δώσει €3.500,00 σε μετρητά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ενάγοντα ο αλλοδαπός δεν είναι πλέον διαθέσιμος μάρτυρας για να επιβεβαιώσει την εκδοχή του. Ο αλλοδαπός του ανέφερε ότι είχε εκδώσει εισιτήριο να φύγει από την Κύπρο τέλος Μαρτίου και ο εργοδότης του, ήτοι ο εναγόμενος, δεν τον είχε πληρώσει. Ανέφερε ότι βρέθηκε με τον εναγόμενο στο σύλλογο της Ομόνοιας. Ο εναγόμενος του είπε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και του ζήτησε να δώσει σε μετρητά το ποσό χρημάτων που όφειλε στον αλλοδαπό. Δεν εξήγησε όμως πως γνωρίστηκε με τον εναγόμενο και πως εξελίχθηκε η γνωριμία τους ώστε αυτός να έχει το θάρρος να του ζητήσει τέτοια χάρη, δηλαδή να δώσει €3.500,00 σε ένα αλλοδαπό που δεν κατονόμασε και θα έφευγε από την Κύπρο. Ανέφερε ότι είδε τον εναγόμενο τρεις φορές στον σύλλογο Ομόνοια. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ανέφερε ότι κατά τη δεύτερη συνάντηση ο εναγόμενος του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Η επιταγή δεν ήταν συμπληρωμένη με το όνομα του δικαιούχου. Δηλαδή, δεν έγραφε το όνομα του δικαιούχου αλλά στο πίσω της μέρος της επιταγής αναγραφόταν η φράση «Φάρπες Πακιστανος» και ο αριθμός τηλεφώνου 96-
- Η επιταγή κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 και σ' αυτή αναγράφεται στο όνομα του δικαιούχο το όνομα του ενάγοντα. Για να εξηγήσει πως έτυχε να συμπληρωθεί η επιταγή ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο υπάλληλος της τράπεζας συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου όταν επισκέφθηκε την τράπεζα για κατάθεση της επιταγής. Για να εξηγήσει τον λόγο που αναγράφεται το όνομα «Φάρπες» στο πίσω μέρος της επιταγής πρώτη φορά κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο «Φάρπες» ήταν φίλος του αλλοδαπού Mohammed. Στη συνέχεια, προσάρμοσε αυτή την εκδοχή γεγονότων και ανέφερε ότι σε σχέση με τους αριθμούς στο πίσω μέρος της επιταγής ότι αυτός τους έγραψε. Συμπλήρωσε ότι αυτά τα στοιχεία στο πίσω μέρος της επιταγής δεν προϋπήρχαν κατά το χρόνο που ο εναγόμενος του έδωσε την επιταγή. Σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ο ενάγοντας εμπλούτιζε την εκδοχή του με νέα γεγονότα και λεπτομέρειες που δεν τα είχε αναφέρει προηγουμένως. Όμως, σε σχέση με τα κρίσιμα ερωτήματα, ποιο είναι το όνομα του αλλοδαπού που πλήρωσε, ποιο το καθεστώς του στην Κύπρο, πως τον γνώρισε, που τον συνάντησε, που είναι τώρα ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί του, με ποια μορφή του έδωσε τα χρήματα, και γιατί τον εμπιστεύτηκε στο σημείο να του δώσει €3.500,00, δεν έδωσε στοιχεία. Ο ενάγοντας δεν προσκόμισε εκείνα τα στοιχεία, για να με πείσει ότι πράγματι πλήρωσε το ποσό των €3.500,00 σε ένα αλλοδαπό για λογαριασμό του εναγόμενου αλλά και να με πείσει ότι πράγματι γνώρισε τον εναγόμενο και ότι έκανε την συγκεκριμένη συμφωνία να πληρώσει τον αλλοδαπό και να δεχθεί ως αντάλλαγμα την μεταχρονολογημένη επίδικη επιταγή. Θεωρώ ότι ο ενάγοντας ήταν σκόπιμα ασαφής και γενικός ως προς λεπτομέρειες, τοποθεσίες, ονόματα των πιο πάνω ουσιαστικών ζητημάτων που απαρτίζουν την εκδοχή του. Προσάρμοσε την εκδοχή του κατά την αντεξέταση και γενικώς η όλη η εκδοχή του στερείται αναγκαία στοιχεία αληθοφάνειας ώστε να με πείσει ότι πρόκειται για την αλήθεια. Δεν είναι λογική και αληθοφανής εκδοχή ότι ο υπάλληλος της τράπεζας θα συμπλήρωνε στο ταμείο της τράπεζας το όνομα του εναγόμενου ως δικαιούχου της επιταγής. Ούτε είναι λογικό ο εναγόμενος να κατέγραφε στοιχεία αγνώστου προσώπου στο πίσω μέρος της επιταγής χωρίς να εξηγήσει γιατί θα έγραφε το όνομα άγνωστου ατόμου στο πίσω μέρος της επιταγής. Μου έχει δημιουργηθεί έντονα η υποψία ότι η επιταγή δεν περιήλθε στην κατοχή του με τον τρόπο που εξήγησε στο Δικαστήριο. Επομένως, δεν μπορώ να βασισθώ στα λεγόμενά του για την εξαγωγή ασφαλών πραγματικών συμπερασμάτων. Κρίνεται αναξιόπιστος. 2 Η μαρτυρία του τραπεζίτη είναι αναντίλεκτη. O τραπεζίτης μάρτυρας που κάλεσε ο ενάγοντας, ΜΕ2, ο Χρίστος Δημητρίου, δεν γνωρίζει κανένα από τους διαδίκους και κλήθηκε να μαρτυρήσει επί της επαγγελματικής του ιδιότητας, ως Λειτουργός της ΣΠΕ Λευκωσίας. Συνεπώς, πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα και τα όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του. Είναι αναντίλεκτο ότι ο εναγόμενος είχε λογαριασμό στο Ταμιευτήριο Μαραθάσας και ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε από το λογαριασμό αυτό, με αριθμό
- Ο εναγόμενος είχε όριο παρατραβήγματος μέχρι €8.000,00 και ο εναγόμενος υπερέβηκε αυτό το όριο από τον Οκτώβριο
- Στη συνέχεια αυτός ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ στις 28.03.
- Ο εναγόμενος ενημερώθηκε γι' αυτό το γεγονός με επιστολή από το ταμιευτήριο. Παρόλο τούτο, εξακολουθούσε να εκδίδει επιταγές από τον συγκεκριμένο λογαριασμό και αυτές οι επιταγές όπως και η επίδικη επεστράφησαν πίσω ως απλήρωτες. Κατά τις 16.04.2012 που είναι η ημερομηνία κατά την οποία φαίνεται να εκδόθηκε η επιταγή, ο λογαριασμός ήταν κλειστός λόγω ΚΑΠ. Η επιταγή κατατέθηκε στην ΣΠΕ Στροβόλου στις 02.05.2012 και στις 03.05.2012 παρουσιάσθηκε στο Ταμιευτήριο για πληρωμή. Δεν πληρώθηκε επειδή ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος λόγω ΚΑΠ. Μέχρι σήμερα αυτή η επιταγή δεν έχει πληρωθεί.
- Αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγόμενου. Η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπερασπίσεως, ως ανωτέρω, είναι λιτή και γενική. Είναι σωστό να δικογραφούνται μόνο ουσιώδη γεγονότα στην Έκθεση Υπεράσπισης, όμως, τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου, πρέπει να είναι ικανοποιητικά ώστε να πληροφορείται η πλευρά του ενάγοντα για την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει. Αυτό δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο εναγόμενος εμπλούτισε την εκδοχή του με νέα γεγονότα. Κατά την ένορκη μαρτυρία, ο εναγόμενος πρόβαλε μία λεπτομερή εκδοχή των γεγονότων, ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης η εκδοχή αυτή δεν περιέχει αρκετά γεγονότα ώστε να πληροφορήσει την πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με την υπόθεση της υπεράσπισης. Ο εναγόμενος, όπως και ο ενάγοντας, εμπλούτισε την εκδοχή του με νέα σημαντικά γεγονότα μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία, κάτι που καταδεικνύει ότι αυτή η νέα εκδοχή διαμορφώθηκε αργότερα της σύνταξης της υπεράσπισης, ως σκέψη εκ των υστέρων. Η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου έρχεται σε αντίθεση με την λεπτομερή εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο. Με την έκθεση υπεράσπισης ήταν θέση του ότι ο αλλοδαπός δεν έκανε τις εργασίες, ενώ με την μαρτυρία του ανέφερε ο αλλοδαπός εκτέλεσε εργασίες αξίας €2.800,00 και παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό μόνο το ποσό των €700,00 (ήτοι €3.500,00 -€2.800,00 = €700,00). Επιπρόσθετα, η εκδοχή του ήταν ότι δεν γνώριζε τον εναγόμενο και δεν συναντήθηκε ποτέ μαζί του για να του παραδώσει την επιταγή και να κάνει συμφωνία μαζί του για να πληρώσει τον αλλοδαπό. Ανέφερε ότι την επιταγή την είχε παραδώσει σε κάποιο Jamal από το Bangladesh ως εξασφάλιση για την αξία των εργασιών που ο αλλοδαπός θα εκτελούσε για λογαριασμό του εναγόμενου. Αυτή η επιταγή εκδόθηκε μεταχρονολογημένη για να παρουσιαστεί στην τράπεζα για πληρωμή εντός δύο μηνών από την έκδοση της. Η περίοδος δύο μηνών ήταν η αναγκαία χρονική περίοδος για να συμπληρώσει ο αλλοδαπός τις εργασίες του. Όμως, αυτή η εκδοχή διαφέρει από την εκδοχή που δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα ο εναγόμενος δεν έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία για την ταυτότητα του αλλοδαπού επ' ονόματι «Jamal». Ούτε έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία για τον τόπο που εργαζόταν ο αλλοδαπός για λογαριασμό του εναγόμενου (πχ. Διεύθυνση οικίας, όνομα του ιδιόκτητη της οικίας), ώστε αυτός ο ισχυρισμός να διασταυρωθεί κατά πόσο αληθεύει από την πλευρά του ενάγοντα. Δεν παρουσίασε καμία απτή απόδειξη των εβδομαδιαίων πληρωμών που κατέβαλε ο εναγόμενος στον αλλοδαπό κατά την επίδικη περίοδο των δύο μηνών. Η μαρτυρία του περιείχε αντιφάσεις. Από την μία επικαλέστηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του αλλοδαπού για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι του παρέδωσε την επιταγή των €3.500,00 για περίοδο δύο μηνών. Από την άλλη, παραδέχθηκε ότι τελικά δεν υπήρχε αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο αντρών στην πράξη επειδή εξαπάτησε τον αλλοδαπό και του εξέδωσε και του παρέδωσε μια επιταγή που ουδέποτε θα μπορούσε να εξαργυρωθεί για πληρωμή, εφόσον ο λογαριασμός του είχε παγιοποιηθεί στο ΚΑΠ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και η μαρτυρία του εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί, ως αναξιόπιστη.
- Πραγματική βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων Προκύπτει, από την αναντίλεκτη μαρτυρία, ότι η επιταγή εκδόθηκε από τον εναγόμενο με ανοικτό το όνομα του δικαιούχου. Περαιτέρω, είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντα χωρίς το όνομα του δικαιούχου συμπληρωμένο. Ο ενάγοντας κατέθεσε την επιταγή στην ΣΠΕ Στροβόλου και αυτή ουδέποτε πληρώθηκε διότι αυτός ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί λόγου ΚΑΠ.
- Νομική Πτυχή Ο ενάγοντας είχε στην κατοχή του μία επιταγή μη συμπληρωμένη αλλά υπογραμμένη από τον εκδότη της επιταγής. Η απαίτηση του ενάγοντα αφορά την αξία της επιταγής. Ήταν θέση του ότι το ποσό των €3.500,00 πρέπει να του αποδοθεί ως η αξία της επιταγής επειδή αυτή περιήλθε στην κατοχή του καλή τι πίστη ως κάτοχος συναλλαγματικής έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Το άρθρο 27 του Κεφ. 262 προνοεί ως ακολούθως: «27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται- (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση~ (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης». Το άρθρο 30 του Νόμου περί Συναλλαγματικών Κεφ. 262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο υπέρ κατόχου συναλλαγματικής (Pωμανός ν Μάριου Χρυσάνθου[1]). Η μόνη υπεράσπιση για την μη πληρωμή επιταγής, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με πληρωμή σε μετρητά, είναι ολική ανεπάρκεια αντιπαροχής για την έκδοση της συναλλαγματικής. «Με το άρθρο 30 του Κεφ. 262 θεσμοθετείται τεκμήριο υπερ της αξίας και καλής πίστης κατόχου της συναλλαγματικής. Το άρθρο 30 προνοεί ως ακολούθως 30.-
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο~ αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική». Το τι σημαίνει αντιπαροχή επεξηγείται με σαφήνεια και περιληπτικά στο Αγγλικό Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England [2]: «Meaning of Consideration. Valuable consideration was in former days said in general terms to consist ' either in some right, interest, profit, or benefit accruing to the one party, or some forbearance, detriment loss, or responsibility given suffered, or undertaken by the other». Στην υπόθεση Ρωμανός, πιο πάνω, επεξηγήθηκε ότι η εξόφληση υφιστάμενου χρέους συνιστά παρελθούσα αντιπαροχή και είναι νόμιμη και καλή αντιπαροχή για την παράδοση της συναλλαγματικής. Οποιοδήποτε αντάλλαγμα είναι ικανοποιητικό για την δημιουργία μίας απλής συμφωνίας, θεωρείται ότι συνιστά αντιπαροχή προς ικανοποίηση των προνοιών του άρθρου 27
(1)του Κεφ.
- Η αντιπαροχή περιλαμβάνει ακόμη και χρέος που έχει δημιουργηθεί προς τρίτου προσώπου. Στην Αγγλική υπόθεση Oliver v Davies[3] επεξηγήθηκε ότι δημιουργείται συμβατική σχέση όταν εκδότης επιταγής δίδει επιταγή για να ξοφλήσει τα χρέη τρίτου προσώπου νοουμένου ότι δοθεί η σιωπηρή υπόσχεση του πιστωτή ότι δεν θα λάβει μέτρα εναντίον το τρίτου προσώπου για είσπραξη του χρέους με την λήψη της επιταγής. Απομένει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο ο ενάγοντας ήταν καλή τι πίστη κάτοχος της επιταγής που του δόθηκε έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Τσίκκος ν Σταυρίνου[4] υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι κάτοχος επιταγής είναι κάτοχος επιταγής κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ο εναγόμενος έχει βάρος να καταρρίψει αυτό το τεκμήριο. Στην υπόθεση Papaellina v Epco (Cyprus) Ltd[5] το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ήταν άσχετο το γεγονός ότι ο κάτοχος της επιταγής δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει ότι ήταν κάτοχος έναντι νομίμου ανταλλάγματος εν όψει του μαχητού τεκμηρίου υπέρ κατόχου επιταγής. Αυτό το τεκμήριο καταρρίπτεται μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί δόλος ή συμπαιγνία ή παράνομη ενέργεια εκ μέρους του κατόχου. (Talbot v Von Boris[6]). Όμως στην υπόθεση Damalona Ltd. Αχιλλέας Φεραίου Εισαγωγές-Εξαγωγές Λτδ[7] το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που τα δεδομένα της υπόθεσης είναι τέτοια που να δημιουργείται αμφιβολία ότι ο ενάγοντας ήταν κάτοχος της επιταγής κατά τον συνήθη τρόπο, ως ορίζει το Άρθρο 29 του Κεφ. 262 δεν δημιουργείται τεκμήριο μαχητό ότι ο κάτοχος της επιταγής την απόκτησε και την έχει στην κατοχή του έναντι καλού ανταλλάγματος ως ορίζει το άρθρο 30 του Κεφ.
- To άρθρο 29 προνοεί ως ακολούθως: «29.
(1)A holder in due course is a holder who has taken a bill, complete and regular on the face of it, under the following conditions, namely:- (
- a)That the became the holder of it before it was overdue, and without notice that it had been previously dishonored, if such was the fact; (
- b)That he took the bill in good faith and for value, and that at the time the bill was negotiated to him he had no notice of any defect in the title of the person who negotiated it.
(2)In particular the title of a person who negotiates a bill is defective within the meaning of this Law when he obtained the bill, or the acceptance thereof, by fraud, duress, or force and fear, or other unlawful means, or for an illegal consideration, or when he negotiates it in breach of faith, or under such circumstances as amount to a fraud.
(3)A holder (whether for value or not) who derives his title to a bill through a holder in due course, and who is not himself a party to any fraud or illegality affecting it, has all the rights of that holder in due course as regards the acceptor and all parties to the bill prior to that holder». Σε εκείνη την περίπτωση, όπως και στην δική μας, ο κάτοχος της επιταγής την παρέλαβε χωρίς να είναι συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου. Περαιτέρω, σε εκείνη την υπόθεση τα γεγονότα ήταν τέτοια που οι εκδότες της επιταγής παρέδωσαν την επιταγή στον κάτοχο χωρίς να τους δοθεί εις αντάλλαγμα για την επιταγή νόμιμη αξία για την επιταγή. Το ζητούμενο σε εκείνη την υπόθεση, όπως και στην δική μας περίπτωση, ήταν κατά πόσο η επιταγή ήταν στα χέρια των εφεσίβλητων ως κομιστών της επιταγής η οποία περιήλθε στην κατοχή τους με την κανονική πορεία των πραγμάτων. Αυτό θα προϋπόθετε ότι θα αποκτούσαν την κατοχή της επιταγή καλή τι πίστη και έναντι νόμιμου ανταλλάγματος για την αξία της επιταγής. Στην εν λόγω απόφαση επεξηγείται πότε δεν πρέπει να θεωρηθεί πρόσωπο ότι είναι κάτοχος συναλλαγματικής κατά προσήκοντα τρόπο ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 30 του Κεφ. 262. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα: «Υπό τις συνθήκες, οι εφεσίβλητοι δεν κατέστησαν κάτοχοι στην πορεία ή κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο, ως ορίζει το Άρθρο 29 του Κεφ. 262. Συμφώνως του εδαφίου
(1)(α), τέτοιος κάτοχος λογίζεται εκείνος που έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει («in good faith») και για αξία («value») και κατά το χρόνο που η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε («negotiated»), δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο. Όπως αναφέρεται στον Chalmers on Bills of Exchange 13η έκδ. σελ. 94, η συναλλαγματική πρέπει κατ' αρχάς να είναι δεόντως συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της: «The rights of a holder in due course can only be acquired by a person who takes the bill before it is overdue, and which is 'complete and regular on the face of it'. Its holder, however honest, can acquire no better title than that of its transferor. The holder takes at his peril a blank acceptance ......». Εδώ, η επιταγή ήταν ασυμπλήρωτη με το όνομα του αποδέκτη. Ο Τσίκκος δεν την οπισθογράφησε παραδίδοντας την στους εφεσίβλητους. Έστω και αν οι εφεσίβλητοι είχαν δικαίωμα να συμπληρώσουν με το όνομα τους την επιταγή δυνάμει του Άρθρου 20 του Κεφ. 262, εντούτοις δεν την πήραν για αξία. Η διάσταση στις ημερομηνίες παρουσίασης της επιταγής μεταξύ Φεραίου και Τάττη, δείχνει ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στις 16.7.04 και πολύ πριν την ημερομηνία λήξης της, ο Φεραίος πληροφορήθηκε για το ενδεχόμενο μη εξαργύρωσης της επιταγής. Το τιμολόγιο ημερ. 20.7.04, δεν μπορεί να είναι επομένως ορθό. Αναφέρεται στον Byles - ανωτέρω - σελ. 223, παρ. 18-008, ότι: «However, notice of the facts more or less in detail is not necessary in order to invalidate the title; it is sufficient if the holder had general notice.» Στη συνέχεια εξηγείται ότι αν ο κάτοχος της συναλλαγματικής δυνατόν να γνώριζε από τις περιστάσεις ότι υπήρχε οτιδήποτε το λανθάνον με τη συναλλαγματική, τότε αυτή η γενική ή εξυπακουόμενη ειδοποίηση θα καταστρέψει τον τίτλο του. Στην ουσία οι εφεσείοντες όταν εξέδωσαν την επιταγή προς τον Τσίκκο, δεν πήραν κανένα αντάλλαγμα και συνεπώς δεν λήφθηκε με αξία.». Με βάση την ολότητα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου, προκύπτει ότι ο ενάγοντας παρέλαβε την επιταγή με το όνομα του δικαιούχου ασυμπλήρωτο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας παρέλαβε την επιταγή από τον εναγόμενο με αντάλλαγμα την πληρωμή κάποιου τρίτου προσώπου που είχε εκτελέσει οικοδομικές εργασίες προς όφελος του εναγόμενου. Αντιθέτως, με βάση την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον μου, υπάρχει υπόνοια ότι ο ενάγοντας παρέλαβε την επιταγή από τρίτο πρόσωπο, μη συμπληρωμένη, και χωρίς να πληρώσει ποσό σε μετρητά σε κάποιο αλλοδαπό. Εφόσον, ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του με τον συνήθη τρόπο και καλή τι πίστη έναντι νομίμου ανταλλάγματος και αντιθέτως τίθεται εν αμφιβόλου η όλη του εκδοχή σε σχέση με τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του η επιταγή, είναι από τις περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιμένει στην πληρωμή της επιταγής. H επιταγή δεν είχε συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι παρέλαβε την επιταγή καλή τι πίστη και έναντι καλού ανταλλάγματος από τον εναγόμενο. Εφόσον δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι παρέλαβε την επιταγή συμπληρωμένη, καλή τι πίστη, και έναντι ανταλλάγματος δεν εφαρμόζεται το μαχητό τεκμήριο ότι παρέλαβε την επιταγή με τον συνήθη τρόπο που προνοείται με το άρθρο 30 του Κεφ. 262. Εφόσον, δεν έχει αποδείξει ότι παρέλαβε την επιταγή από τον εναγόμενο, είναι άγνωστο κατά πόσο ο τρόπος που περιήλθε στην κατοχή του η επιταγή ήταν νόμιμος. Εφόσον, τίθεται εν αμφιβόλω ο ισχυρισμός του ότι έλαβε την επιταγή έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, ως κάτοχος που την παρέλαβε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, καλή τι πίστη, δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί την πληρωμή της επιταγής από τον εναγόμενο μέσω της αγωγής. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ
(1991)991 [2] 4th edition , Volume 4, par. 380 [3] [1949] 2 All E.R. 353 [4] Πολιτική Έφεση 10145 ημερομηνίας 24 Ιουνίου 1999 [5]
(1969)1 CLR 525 [6] [1911] 1 KB 854 [7] 1 ΑΑΔ 1082
(2011)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο