Τάσου Μιχαηλίδη ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (Ο.Σ.Ε.Λ.) Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1280/2016, 12/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1280/2016 Μεταξύ: Τάσου Μιχαηλίδη Ενάγοντα και
- Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (Ο.Σ.Ε.Λ.) Λίμιτεδ κ.ά. ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 26 Σεπτεμβρίου 2016 για Παρακοή Διατάγματος Δικαστηρίου 12 Ιουνίου,
- Για τον Αιτητή: κ. Π. Αγαπητός Για όλους τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μ. Νικολάου για Τ. Παπαδόπουλος (Αιτητής παρών) (Καθ΄ ων η Αίτηση 2-8 παρόντες) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, στα πλαίσια εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος, το οποίο επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση, προώθησε Αίτηση για τιμωρία της εναγομένης 1 ή και των διευθυντών και αξιωματούχων της. Η Αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο 42 του Ν.14/60 και στη Δ.42Α και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αίτηση καταγράφονται τα εξής: (α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η κατάσχεση και/ή μεσεγγύηση (ATTACHMENT AND/OR SEQUESTRATION) της περιουσίας της Εναγόμενης 1 και/ή των Διευθυντών και/ή Αξιωματούχων της Εναγόμενης 1 και/ή επιβολή προστίμου της Εναγόμενης 1 και/ή σύλληψη και/ή επιβολή προστίμου στους Διευθυντές και/ή Αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 για περιφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω της αρνήσεως και/ή παραλείψεως της Εναγόμενης 1 και/ή των Διευθυντών και/ή Αξιωματούχων της να συμμορφωθούν με Διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 10.03.2016 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή λόγω της παραβιάσεως του Διατάγματος τούτου, το οποίο επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 και προσωπικά στους Διευθυντές και/ή στον Γραμματέα της Εναγόμενης 1, κ.κ. TPLAW SECRETARIAL LIMITED, στις 10.03.
- (β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η σύλληψη και/ή η φυλάκιση των Διευθυντών και/ή Αξιωματούχων της Εναγόμενης 1 λόγω παρακοής του διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 10.03.2016 στην παρούσα υπόθεση και/ή λόγω αρνήσεως και/ή παραλείψεώς τους να συμμορφωθούν με το Διάταγμα αυτό και/ή για περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Για να υπάρχει καλύτερη εικόνα, που αποτελεί και μέρος του ιστορικού αλλά και του υποβάθρου της Αίτησης, το διάταγμα του Δικαστηρίου, καθόσον αφορά την επίδικη Αίτηση αναφέρει τα πιο κάτω: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ το Διοικητικό Συμβούλιο και/ή τη Γενική Συνέλευση των Μελών και/ή Μετόχων της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 Εταιρείας να προβεί σε οποιαδήποτε απόφαση και/ή τροποποίηση του Καταστατικού της Εταιρείας, με την οποία να διαφοροποιείται και/ή να μειώνεται ο κατώτατος αριθμός των Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω Εταιρείας καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 Εταιρείας από το να συνεδριάζει και να λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση επί οποιουδήποτε θέματος εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται με βάση τις πρόνοιες του Καταστατικού της Εναγόμενης εταιρείας και ειδικότερα τις πρόνοιες του Κανονισμού 81 όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί, μέχρι τη τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση, προβάλλοντας οκτώ λόγους για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Επί της ουσίας, είναι η θέση τους ότι δεν παραβίασαν τις πρόνοιες του επίδικου διατάγματος και ότι ουδόλως θέλησαν ή και είχαν πρόθεση παρακοής ή και καταστρατήγησης του επίδικου διατάγματος. Ειδικότερα, στο λόγο 8 της ένστασης, αναφέρουν ότι δεν δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων παραβάσεων ή οι ισχυριζόμενες παραβάσεις του διατάγματος και ότι συνίστανται σε πιθανολογήσεις και εκτιμήσεις του Αιτητή. Προκύπτει από το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο πυρήνας της διαφοράς εστιάζεται στον Κανονισμό 81 του Καταστατικού της εναγόμενης 1 εταιρείας, ο οποίος και παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιος: «
- Εκτός αν η Τάξη Α μετόχων σε γενική συνέλευση με ειδικό ψήφισμα αποφασίσει διαφορετικά, ο αριθμός των Συμβούλων δεν θα είναι κατώτερος των οχτώ. Ο αριθμός των Συμβούλων που προέρχεται από την Τάξη Α μετόχων δεν θα είναι κατώτερος των οχτώ. Ο αριθμός των Συμβούλων που θα προέρχεται από την Τάξη Β και Γ μετόχων θα αποφασίζεται εκάστοτε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας με δικαίωμα παύσης ή ανάκλησής του τηρουμένων των προνοιών του Καταστατικού και του Νόμου. Οι υπογραφείς του Ιδρυτικού Εγγράφου οι κληρονόμοι, διάδοχοι και εκδοχείς αυτών διατηρούν πάντοτε το δικαίωμα διορισμού από ένα εκ των οκτώ
(8)Συμβούλων ως ακολούθως:» Στη συνέχεια του πιο πάνω Κανονισμού καταγράφονται οι υπογραφείς του ιδρυτικού εγγράφου, μεταξύ άλλων και ο ενάγοντας, ο οποίος σύμφωνα με τον πιο πάνω Κανονισμό έχει δικαίωμα ενός συμβούλου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από μακροσκελέστατη ένορκη δήλωση του Αιτητή, συνοδευόμενη από διάφορα έγγραφα, μεταξύ άλλων επισυνάπτεται το πιο πάνω διάταγμα, καθώς και ο Κανονισμός 81 της εναγομένης 1 εταιρείας, όπως αυτός τελικά προέκυψε από τροποποίηση του Καταστατικού διά ψηφίσματος ημερομηνίας 8.12.
- Αντίστοιχα, η ένσταση υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, στην οποία επισυνάπτεται ομοίως σειρά εγγράφων. Να αναφερθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 ορκίζεται και ως διευθυντής και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση
- Λεπτομέρειες και αναφορά στις ένορκες δηλώσεις θα γίνει όπου κρίνεται αναγκαίο στη συνέχεια. Παρόλο που το ιστορικό της υπόθεσης θα έπρεπε να καταγραφεί από την πλευρά του Αιτητή, εύκολα ανευρίσκεται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τον Αιτητή. Προκύπτει συνεπώς, και αυτό σε συντομία, ότι στις 12.1.2016 συνεκλήθη το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με θέμα την παύση του Αιτητή από διευθυντή της. Στις 12.1.2016 το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αποφάσισε να συγκαλέσει Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων στις 16.2.2016, με θέματα την παύση του Αιτητή από διευθυντή και διορισμό Διοικητικού Συμβούλου προς πλήρωση της θέσης. Το σχετικό πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Προστίθεται εδώ ότι ο Αιτητής κατά τη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου δεν ήταν παρών, αλλά συμμετείχε σε αυτή μέσω τηλεφώνου, ο οποίος υπέβαλε αρνητική ψήφο στη σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων. Κατά τη διάρκεια της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης εγκρίθηκε με οχτώ ψήφους υπέρ και μία εναντίον η παύση του Αιτητή από τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου. Προκύπτει, σύμφωνα με τα πιο πάνω πρακτικά, σελίδα 4, υπ΄ αριθμόν 2, ότι μετά την απόφαση για την παύση του Αιτητή παραχωρήθηκε το δικαίωμα στον Αιτητή να διορίσει ένα Διοικητικό Σύμβουλο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού. Ο Αιτητής παρέδωσε επιστολή επαναδιορισμού του εαυτού του στην πιο πάνω θέση. Για τους λόγους που καταγράφονται στο πρακτικό, ο επαναδιορισμός του Αιτητή απερρίφθη από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η οποία και αποφάσισε με οκτώ ψήφους υπέρ και μία εναντίον όπως η θέση του Αιτητή πληρωθεί ως θέση που κενώθηκε έκτακτα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 94 του Καταστατικού της Εταιρείας. Καταγράφεται επίσης στο πρακτικό η διαφωνία του Αιτητή ως προς το ότι η Γενική Συνέλευση δεν έχει δικαίωμα να απορρίψει τον επαναδιορισμό του. Εξάγεται επίσης από το Τεκμήριο 2 της ένστασης ότι σε συνεδρία των Διοικητικών Συμβούλων της εταιρείας, ημερομηνίας 29.2.2016, κατ΄ ακολουθία της απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ομόφωνα αποφασίστηκε ο διορισμός του κ. Λουκή Ταπάκη στη θέση του Διοικητικού Συμβούλου που κενώθηκε έκτακτα, μετά την παύση του ενάγοντα από τη Γενική Συνέλευση της εταιρείας, και η ημερομηνία ισχύος του διορισμού του αποφασίστηκε η 16.2.
- Στην Αίτηση επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα του Γραφείου Εφόρου Εταιρειών, καθώς και η αλλαγή του διευθυντή, η οποία φέρει σφραγίδα ότι λήφθηκε από τον Έφορο Εταιρειών στις 29.3.2016, καθώς και επιστολή της TPLAW SECRETATIAL LTD προς τον Έφορο Εταιρειών, με την οποία κοινοποιείται, στον Έφορο Εταιρειών, ότι δυνάμει γραπτής απόφασης των Διοικητικών Συμβούλων της εταιρείας ημερομηνίας 29.2.2016, ο κ. Λουκής Ταπάκης κατέχει τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου από τις 16.2.2016, η οποία ως λέχθηκε φέρει σφραγίδα ότι λήφθηκε από τον Έφορο Εταιρειών στις 29.3.
- Στις 8.3.2016 ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγή εναντίον των εν τίτλω εναγομένων, επιζητώντας διάφορα διατάγματα, μεταξύ άλλων και την ακύρωση της απόφασης 16.2.2016, ενώ την ίδια ημέρα καταχώρησε μονομερή Αίτηση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων. Προτού γίνει αναφορά στις θέσεις των μερών όπως και των σχετικών εισηγήσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών, κρίνεται σκόπιμο, αλλά και αναγκαίο, να παρατεθεί το νομικό πλαίσιο που καθορίζει και οριοθετεί τον τρόπο και τη διαδικασία διεξαγωγής της ακρόασης αλλά και της νομικής θεμελίωσης της αστικής παρακοής. Αντί άλλης αναφοράς, παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova,
(2011)1 Α.Α.Δ. 356, που συμπυκνώνεται και αναλύεται ανάγλυφα η νομολογία και απαντά σε διάφορα ζητήματα. «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: ".. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου." Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Τόσο στις πιο πάνω αποφάσεις, όσο και στην Αγγλική νομολογία, στην οποία αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, αναδεικνύεται ο ποινικής υφής χαρακτήρας της διαδικασίας που προσδιορίζει όχι μόνο το βάρος, αλλά κυρίως το επίπεδο απόδειξης. Γιατί στο τέλος της ημέρας εκείνο που διακυβεύεται είναι η ελευθερία του ατόμου, ήτοι του βαρυνομένου με τέτοια κατηγορία. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Injunctions, Bean, Parry, Burns, 12η έκδοση, σελ. 164, το επίπεδο απόδειξης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι «... with all the strictness that is necessary in such a proceeding as this, when you are going to deprive people of their liberty". Οι πιο πάνω αρχές στις οποίες έγινε αναφορά, καθορίζουν μεν το γενικό πλαίσιο της αστικής περιφρόνησης διατάγματος του Δικαστηρίου, αλλά πέραν των πιο πάνω αρχών εγείρονται ειδικότερα θέματα που αφορούν τη διαδικασία, αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Στην Αγγλία το θέμα ρυθμίζεται με τη δικονομική πρακτική του 2014 και την σχετική προς τούτο διαδικαστική οδηγία (Practice Direction). Κρίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη και κατατοπιστική η αναφορά σε αυτή, γιατί ακριβώς αναδεικνύονται αλλά και επιλύονται διαδικαστικής υφής ζητήματα αλλά και ουσίας ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης, τα οποία τίθενται και θα πρέπει να επιλυθούν και στην παρούσα διαδικασία. Ο σχετικός Κανονισμός είναι ο Κανονισμός 81.10
(3)(a) (b). Παρατίθεται αυτούσιος: «
(3)The application notice must- (
- a)set out in full the grounds on which the committal application is made and must identify, separately and numerically, each alleged act of contempt including, if known, the date of each of the alleged acts; and (
- b)be supported by one or more affidavits containing all the evidence relied upon.» H Αίτηση συνεπώς καταχωρείται εντός του φακέλου της υπόθεσης που εκδόθηκε το διάταγμα, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Παπαχρυστοστόμου (ανωτέρω) γίνεται αναφορά ότι η Αίτηση προσλαμβάνει χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες απόδειξης ποινικής κατηγορίας. Στην υπόθεση Α.-G. for Tuvalu v. Philatelic Distribution Corp. (C.A.)
(1990)1 W.L.R., σελ. 926, εξετάστηκε η επάρκεια αίτησης για αστική περιφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου. Στη σελ. 934, κάτω από τον τίτλο «The lack of particulars» αναφέρονται τα πιο κάτω: "The essential point which the cases establish is that an alleged contemnor should be told, with sufficient particularity to enable him to defend himself, what exactly he is said to have done or omitted to do which constitutes contempt of court. The cases make clear that compliance with this rule will be strictly insisted upon since the liberty of the subject is at stake, but they also show the nature of background of the case is important". Στην υπόθεση Harmsworth v. Harmsworth
(1987)3 All E.R. 816, η αίτηση παρακοής περιείχε διάφορες λεπτομέρειες των καταλογιζομένων στον καθ΄ ου η αίτηση ενεργειών και ο δικηγόρος του ήγειρε θέμα ανεπάρκειας των λεπτομερειών, έστω και αν υπήρχαν κάποιες λεπτομέρειες στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Dorell v. Dorell
(1985)FLR 1089: "All that appears in the application to commit is this: ". an order that the respondent be committed to prison for breach of the order dated 26 June 1984 restraining him from molesting the petitioner and from entering or attempting to enter 234 Davidson Road, East Croydon, Surrey." There is no allegation whatsoever as to the nature of the action which it is said amounts to a breach of that order upon which the committal application is based. This matter is not without authority. In a case called Woolley v. Woolley (
(1974)124 124 NLJ 768) . the brief note of the matter in the New Law Journal reads thus . "In the Woolley v. Woolley an application was made to commit a former husband to prison for writing letters to his former wife in breach of an undertaking given to the court not to speak to her in the street or on the telephone and to communicate with her only through solicitors. A question arose as to what matters should be pleaded to support such a application. It was held that pleaders should set out seriatim the acts alleged to be in breach of the undertaking. A person whose liberty was in jeopardy was entitled to know the precise charges made against him. It should be apparent on the face of the summons whether or not there were breaches of the undertaking." Υπεδείχθη περαιτέρω ότι: "Sir John Arnold P continued: 'It seems to me that that correctly states the law and that that aspect of the law was quite fatal, and always was quite fatal, to the success of this application.' On that basis he dismissed the appeal. Booth J agreed. That was a case where the application contained no particulars at all of the alleged breach." (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Chiltern DC v. Keane
(1985)2 All E.R. 118: "The notice of motion was personally served on Mr Keane, but it only stated the grounds of the application to commit in general terms. It recited the undertaking and the injunction, and then alleged that there had been a breach. This, on the authorities, is not sufficient. It has been said in many cases that what is required is that the person alleged to be in contempt shall know, with sufficient particularity to enable him to defend himself, what exactly his is said to have done or omitted to do which constitutes a contempt of court. The particular undertakings and injunctions in this case cover a wide range of activities. Every notice of application to commit must be looked at against its own background. The test, as I have said, is: does it give the person alleged to be in contempt enough information to enable him to meet the charge? If, for example, a defendant is subject to an injunction to leave a stated house not later than a particular time on a particular day, then it would be sufficient to say that he had failed to comply with that order, because it only permits of one breach, namely failure to leave the house by the time stated. But where the order is not in such a simple form and it is possible for the defendant to be in doubt what breach is alleged, then the notice is defective." (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Τέλος, εφαρμόζοντας το κριτήριο που τέθηκε στην Chiltern ανωτέρω, το Αγγλικό εφετείο (Nicholls L.J) κατέληξε ως εξής: "As I read the rules of court and as I understand the decision in the Chiltern case the rules require that the notice itself must contain certain basic information. The information is required to be available to the respondent to the application from within the four corners of the notice itself. From the notice itself the person alleged to be in contempt should know with sufficient particularity what are the breaches alleged. A fortiori, in my view, where the document referred to is an affidavit, which does not set out particulars in an itemized form, but which leaves the respondent to the committal application to extract and cull for himself from an historical narrative in the affidavit relevant dates and times and so forth, and to work out for himself the precise number of breaches being alleged and the occasions on which they took place. I do not think, therefore, that if there are deficiencies in the notice issued on 22 June, those deficiencies should be regarded as having been cured by reason of the references in para 1 to the affidavit attached to the notice and, in para 2, to the affidavit accompanying the notice. I turn to consider whether, on this footing, the test which I have mentioned is satisfied in this case. In applying that test the contents of the notice are to be read fairly and sensibly as they would be read by a reasonable person in the position of the alleged contemnor to whom the notice is addressed. Would such a person, having regard to the background against which the committal application is launched, be in any doubt as to the substance of the breaches alleged?" (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Κρίθηκε περαιτέρω ότι λόγω ακριβώς της φύσης της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει τις παρατυπίες και τα ελαττώματα που παρουσίαζε η αίτηση. Το θέμα τέθηκε ως εξής: "But there is this difference between a committal application and other applications. Such is the importance which the law attaches to the liberty of the subject that normally the procedural rule must be strictly complied with in the case of a committal application, and it would only be in an exceptional case that is in the absence of the consent of the respondent it would be just to waive an irregularity in a committal application. Hence it would only be in an exceptional case that, in the absence of such consent, the court would exercise its discretion and waive such an irregularity." Σχετική είναι και η Δ.42 Α, θ.3
(1)
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία η Αίτηση γίνεται δια κλήσεως, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Προκύπτει συνεπώς και από τον πιο πάνω θεσμό ότι η ένορκη δήλωση συνιστά τη μαρτυρία και δεν υποκαθιστά την αίτηση. Ο Lord Woolf στην πιο πάνω υπόθεση Harmsworth, υπέδειξε, αναφορικά με τη σύνταξη της αίτησης, ότι οι λεπτομέρειες που απαιτούνται να καταγραφούν δεν χρειάζεται να πάρουν τη μορφή ξεχωριστών κατηγοριών κατ΄ ανάλογο τρόπο που θα ανέμενε κάποιος σε ποινικό κατηγορητήριο. Περαιτέρω, στον πιο πάνω Κανονισμό 81.28, αναφορικά με τον τρόπο εκδίκασης της αίτησης, αναφέρεται το εξής: "81.28
(1)Unless the court hearing the committal application for sequestration otherwise permits, the applicant may not rely on- (
- a)any grounds other than - (
- i)those set out in the claim form or application notice; or (
- ii)................................... (
- b)any evidence unless it has been served in accordance with the relevant Section of this part or the Practice Direction supplementing this Part.» Έχει ήδη παρατεθεί το Αιτητικό της παρούσας διαδικασίας, το οποίο πόρρω απέχει από όσα η νομολογία επιτάσσει. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για να απορριφθεί η Αίτηση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως τελικά παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, επιβεβαιώνουν όλα όσα οι πιο πάνω αποφάσεις επιτάσσουν. Θα παρατεθούν τα κύρια σημεία της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την Αίτηση για να διαφανεί ακριβώς η σοβαρή αδυναμία που παρουσιάζεται στην Αίτηση. Και αυτό γιατί είναι σαφές εκ της νομολογίας που έχει παρατεθεί ότι η Αίτηση υπέχει θέση κατηγορητηρίου, και θα πρέπει να περιέχει με επάρκεια και ανάλογη λεπτομέρεια τις καταλογιζόμενες πράξεις που συνιστούν την καταστρατήγηση του διατάγματος, η δε ένορκη δήλωση ή οι ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν αποτελούν το μαρτυρικό υλικό. Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο και όχι δικόγραφο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1054). Η καταστρατήγηση και περιφρόνηση του πιο πάνω διατάγματος του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Αιτητή - σχετική είναι η παράγραφος 34 της ενόρκου δηλώσεως, στην οποία επαναλαμβάνονται συγκεντρωτικά οι καταλογιζόμενες πράξεις στους Καθ΄ ων η Αίτηση - επικεντρώνεται στα ακόλουθα γεγονότα. Ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο δεν απαρτιζόταν, σύμφωνα με τον Κανονισμό 81, ως το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, ήτοι δεν αποτελείτο από οκτώ Συμβούλους, οι εναγόμενοι: (α) Συνεδρίασαν την 8.3.2016 για το διορισμό δικηγόρου που θα εκπροσωπήσει την εταιρεία στην παρούσα αγωγή. (β) Συνεδρίασαν, στις 17.7.2016 και 2.9.2016, και έλαβαν αποφάσεις και προκήρυξαν πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, τον πρώτο μάλιστα τον κατακύρωσαν, αναφορικά με κάποιες προσφορές. (γ) Συνεδρίασαν, την 3.8.2016, για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας. (δ) Συνεδρίασαν στις 9.9.2016 και αποφάσισαν τη σύγκληση Γ.Σ. Μετόχων στις 23.3.2016 και ενέκριναν τον ισολογισμό της εναγομένης 1 εταιρείας για το 2013 και στις 18.7.2016 κατάρτισαν εκθέσεις Διοικητικών Συμβούλων. Η παραβίαση του Κανονισμού 81 του Καταστατικού της εταιρείας στηρίζεται στα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία ευρίσκονται στις παραγράφους 11 επ. της ενόρκου δηλώσεως. Την 12.4.2016 ο Αιτητής έκαμε έρευνα στο ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και προέκυψε ότι το έντυπο (HE4) καταχωρήθηκε στις 29.3.2016 (Τεκμήριο 6). Την 10.4.2016, κατόπιν ηλεκτρονικής έρευνας που έκαμε στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών, καταγραφόταν ότι ο κ. Λούκας Ταπάκης διορίστηκε στη θέση του Διευθυντή του Ο.Σ.Ε.Λ. από τις 16.2.2016 (Τεκμήριο 5(α)). Σύμφωνα με το Τεκμήριο αυτό, που υπογράφεται από το γραμματέα της εταιρείας, αναφέρεται ως ημερομηνία διορισμού του κ. Ταπάκη η 16.2.2016, ενώ σύμφωνα με τον Αιτητή στο Τεκμήριο 6 ο γραμματέας της εταιρείας βεβαιώνει ότι δυνάμει γραπτής απόφασης των Διοικητικών Συμβούλων της εταιρείας, ημερομηνίας 29.2.2016, ο κ. Ταπάκης κατέχει τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου από τις 16.2.
- Από το σύνολο των γεγονότων που αναφέρει ο Αιτητής, είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι οι πιο πάνω ενέργειες και πράξεις των εναγομένων έγιναν ή και έλαβαν χώρα στη βάση των οκτώ Διοικητικών Συμβούλων και της σχετικής πρόνοιας του Κανονισμού
- Και τούτο γιατί, ως αναντιλέκτως αναφέρει ο Αιτητής, προηγήθηκε του διατάγματος του Δικαστηρίου, με τον τρόπο που έχει αναφερθεί, ο διορισμός του κ. Ταπάκη στη θέση του ενάγοντα. Είναι δεδομένο βεβαίως ότι το ρηθέν διάταγμα του Δικαστηρίου δεν έχει αναδρομική ισχύ, άλλωστε να σημειωθεί ότι για τα προηγηθέντα χρονολογικά γεγονότα του διατάγματος εκκρεμούν άλλες διαδικασίες. Το επιχείρημα συνεπώς του Αιτητή εστιάζεται στον εξής συλλογισμό. Ενώ εμμέσως αποδέχεται ότι από την έκδοση του διατάγματος οι συνεδριάσεις της εταιρείας έγιναν στη βάση του Κανονισμού 81 της εταιρείας, δηλαδή με οκτώ Διοικητικούς Συμβούλους, και σύμφωνα συνεπώς με το Καταστατικό, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν υπήρξε παράβαση του διατάγματος, προβάλλει τον ισχυρισμό περί έμμεσης παράκαμψης του διατάγματος εκ μέρους των εναγομένων. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή περιέχονται στην παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεώς του. Ειδικότερα είναι η θέση του ότι η προχρονολόγηση οποιασδήποτε απόφασης ή εγγράφου είναι παράνομη και πιθανό να αποτελεί και ποινικό αδίκημα, ιδιαίτερα όταν αυτή γίνεται με αλλοίωση των πραγματικών γεγονότων με σκοπό να παρακαμφθούν νόμιμα εκδοθέντα διατάγματα του Δικαστηρίου. Είναι δηλαδή σε συντομία η θέση του, όπως εκφράζεται στην παράγραφο 14, αλλά και στην παράγραφο 33 της ενόρκου δηλώσεώς του, ότι οι εναγόμενοι μετά την έκδοση του διατάγματος κατασκεύασαν ή δημιούργησαν προχρονολογημένα έγγραφα τα οποία υπέβαλαν εκ των υστέρων στον Έφορο Εταιρειών. Είναι επίσης η θέση του ότι διέπραξαν τα πιο πάνω αδικήματα για να παρακάμψουν τα διατάγματα του Δικαστηρίου και να μπορούν να συνεδριάζουν και να λαμβάνουν αποφάσεις αδιαφορώντας για την πιθανή διάπραξη αδικημάτων. Είναι επίσης η θέση του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραδέχονται τον προχρονολογημένο διορισμό του κ. Ταπάκη, παραπέμποντας σε δηλώσεις ή ένορκες δηλώσεις, τόσο των Καθ΄ ων η Αίτηση σε άλλες εκκρεμούσες στο φάκελο διαδικασίες, ή ακόμα προς τρίτους, π.χ. σε αστυνομικό, ή ακόμα σε δηλώσεις του δικηγόρου τους, επικαλούμενος συγκεκριμένο πρακτικό του δικαστηρίου. Δεδομένων των πιο πάνω ισχυρισμών και επί τη βάσει αυτών, στηρίζει τον ισχυρισμό περί παρακοής των διαταγμάτων του Δικαστηρίου από τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Ειδικά επί των πιο πάνω ισχυρισμών του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η Αίτηση αρνούνται τις θέσεις του και δίνουν τις δικές τους εξηγήσεις, στις οποίες αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Ομοίως, η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, αναφορικά με το διορισμό του κ. Ταπάκη, καταγράφεται στην παράγραφο 13 της ένστασης και κυρίως υπό στοιχεία Χ, ΧΙ και ΧΙΙ. Επί των πιο πάνω ισχυρισμών του Αιτητή, εξεταζόμενοι αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση, εγείρονται δύο καίρια ερωτήματα. Πρώτον, και εφαρμόζοντας το κριτήριο που τίθεται στις πιο πάνω Αγγλικές αποφάσεις ως προς το περιεχόμενο της Αίτησης, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα μπορούσαν να αντιληφθούν τι κατηγορίες αντιμετωπίζουν εναντίον τους εκ μέρους του Αιτητή. Η απάντηση προφανώς είναι αρνητική. Πουθενά στην αίτηση υπάρχει τέτοια αναφορά, ή έστω προϊδεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τους καθ' ων η αίτηση ως προς το τι ακριβώς έχουν να αντιμετωπίσουν. Και όχι μόνο αυτό, εισάγοντας το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται, είναι κατά πόσο, ακόμα και να καταγραφόταν στην Αίτηση ο ισχυρισμός περί διάπραξης ποινικού αδικήματος εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, θα μπορούσε να συνιστά παράβαση ή καταστρατήγηση του διατάγματος του Δικαστηρίου, αφού αυτό είναι το αντικείμενο και επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας. Προκύπτει αβίαστα ότι η Αίτηση όχι μόνο πάσχει για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί και δεν θα επαναληφθούν, αλλά η προβολή έστω και διά της ενόρκου δηλώσεως της διάπραξης άλλου ποινικού αδικήματος εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, εκφεύγει τελείως από τα όρια και τα πλαίσια της αστικής περιφρόνησης διατάγματος του Δικαστηρίου, που είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Εν ολίγοις, και για να μπορούσε στα σοβαρά να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της παράβασης του διατάγματος του Δικαστηρίου, με βάση όσα προβάλλει ο Αιτητής, θα έπρεπε να αποταθεί στην αστυνομία προς διερεύνηση των καταλογιζόμενων στους εναγόμενους ποινικών αδικημάτων, και στη συνέχεια, σε περίπτωση καταδίκης τους να προωθήσει την παρούσα διαδικασία. Το να καλεί το Δικαστήριο ο Αιτητής, επί κάποιων αορίστων εικασιών και προφανώς δικών του συμπερασμάτων, περί διάπραξης ποινικών αδικημάτων εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση με σκοπό να παρακάμψουν το εκδοθέν διάταγμα, με την εξαγωγή μάλιστα αναλόγου και συγκεκριμένου ευρήματος του δικαστηρίου, εκφεύγει τόσο από τα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας, όσο και από την γενικότερη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Επειδή, τόσο με την ένορκη δήλωση, όσο και με την αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή, γίνεται παραπομπή και αναφορά, ως λέχθηκε, σε ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η Αίτηση που είναι καταχωρημένες εντός του φακέλου της διαδικασίας που αφορούν άλλες εκκρεμούσες αιτήσεις, ή και δηλώσεις σε αστυνομικό που έγιναν εκ μέρους του εναγομένου 2, το Δικαστήριο θα προχωρήσει ακόμα ένα βήμα και θα εξετάσει, θέτοντας προηγουμένως το δικονομικό και αποδεικτικό υπόβαθρο που διέπει Αίτηση αστικής παρακοής, τις διάφορες εισηγήσεις και παραπομπές του δικηγόρου του Αιτητή. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 81.28 της Αγγλικής δικονομίας προβλέπεται ότι: «
(2)At the hearing, the respondent is entitled- (
- a)to give oral evidence, whether or not the respondent has filed or served written evidence, and, if doing so, may my cross-examined; and (
- b)with the permission of the court, to call a witness to give oral evidence whether or not the witness has made an affidavit or witness statement ........................................» Στην απόφαση Comet Products UK Ltd v. Hawkex Plastics Ltd and another
(1971)1 All E.R. 1141, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1143-4: «Although this is a civil contempt, it partakes of the nature of a criminal charge. The defendant is liable to be punished for it. He may be sent to prison. The rules as to criminal charges have always been applied to such a proceeding. I see that Cross J in Yianni v. Yianni [1966] 1 All ER 231, [1966] 1 WLR 120, so decided; and furthermore we ourselves in this court, in Re Bramblevale Ltd [1969] 3 All ER 1062, [1970] Ch 128, said that it must be proved with the same degree of satisfaction as in a criminal charge. It follows that the accused is not bound to give evidence unless he chooses to do so. In this connection I quote what Bowen LJ said In Redfern v. Redfern [1891] P 139 at 147, [1886-90] All ER Rep 524 at 528: 'It is one of the inveterate principles of English law that a party cannot be compelled to discover that which, if answered, would tend to subject him to any punishment, penalty, forfeiture . "no one is bound to incriminate himself"'.» Περαιτέρω, στη σελ. 1144 λέχθηκε: «I hold that a man who is charged with contempt of court cannot be compelled to answer interrogatories or to give evidence himself to make him provide his guilt. I reject the submission that the defendant is a compellable witness in the contempt proceedings against him.» Προκύπτει συνεπώς από την πιο πάνω νομολογία ότι ο καθ' ου η αίτηση σε αστική διαδικασία περιφρόνησης διατάγματος δικαστηρίου, ενώ είναι ικανός μάρτυρας, δεν είναι εξαναγκάσιμος από την πλευρά του αιτητή για να δώσει μαρτυρία. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να γίνει μια παρένθεση. Από το σύνολο της νομολογίας που έχει παρατεθεί προκύπτει ότι παρά την αστική φύση της διαδικασίας, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Poliakova ανωτέρω, όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Υπάρχουν βεβαίως διαφορές, όπως για παράδειγμα ότι η περιγραφή και οι λεπτομέρειες που καταγράφονται στην αίτηση δεν θα πρέπει κατ' ανάγκη να λαμβάνουν την μορφή κατηγορητηρίου σύμφωνα με τους κανόνες της ποινικής δικονομίας (Harmsworth ανωτέρω). Προκύπτει ακόμα ότι δεν είναι διαθέσιμο στον καθ' ου η αίτηση, σε αστικής φύσης διαδικασία περιφρόνησης του δικαστηρίου, το δικαίωμα της ανόμωτης δήλωσης, ούτε και εφαρμόζονται οι κανόνες καθώς και ενστάσεις περί πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου (Harmsworth, ανωτέρω, σελ.823 υπό Woolf L.J). Στο σύγγραμμα David Bean, ανωτέρω, σελ.165 γίνεται αναφορά στην υπόθεση BZW Securities Ltd v. Nadir, The Times, March 25, 1992, σύμφωνα με την οποία ο καθ' ου η αίτηση σε αστική περιφρόνηση δεν έχει το δικαίωμα να υποβάλει ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, όπως, δικονομικώς προβλέπεται και προβάλλεται στο ποινικό δικαστήριο, πριν αποφασίσει αν θα προσκομίσει μαρτυρία. Από την άλλη, θα πρέπει να λεχθεί ότι στην υπόθεση Tuvalu ανωτέρω, σελ.935, γίνεται σχόλιο ότι το Δικαστήριο προχώρησε και αποφάσισε το θέμα του εκ πρώτης όψεως, με την κατάληξη ότι το σύνολο της μαρτυρίας ήταν τέτοιας ποιότητας, ώστε αν ήταν ποινική υπόθεση, ο δικαστής ορθά θα παρέπεμπε την υπόθεση τους ενόρκους. Από το σύνολο της νομολογίας που έχει παρατεθεί αναδεικνύεται ένα καίριο και θεμελιακό ζήτημα. Η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση, ως κατηγορουμένου σε ποινική δίκη και κυρίως, η θεμελιώδης αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας και της μη αυτοενοχοποίησης. Η αρχή ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εξαναγκάσιμος μάρτυρας ενέχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Προκύπτει από τη νομολογία ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εξαναγκάσιμος μάρτυρας μόνο όταν δεν καταχωρεί μαζί με την ένσταση του ένορκη δήλωση. Σε τέτοια περίπτωση, αν αποφασίσει να δώσει προφορική μαρτυρία τότε υπόκειται σε αντεξέταση. Σε αντεξέταση υπόκειται ομοίως αν καταχώρισε ένσταση και αποφασίσει να δώσει και ένορκη μαρτυρία. Το ερώτημα που εγείρεται είναι τι γίνεται αν, όπως έγινε εδώ, καταχώρισε ένορκη δήλωση υποστηρίζουσα την ένσταση αλλά δεν δίνει ένορκη μαρτυρία. Και αυτό καθόσον αφορά τον καθ' ου η αίτηση 2, γιατί οι υπόλοιποι καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρισαν ένορκη δήλωση. Το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους καθ' ων η αίτηση 3-8 να προβεί στην ένορκη δήλωση και για λογαριασμό τους, στην βάση όσων έχουν εκτεθεί και στα πλαίσια μιας οιονεί ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ούτε και βεβαίως υπερκαλύπτει τις ανάγκες τέτοιας φύσεως και υφής διαδικασίας. Προς άρση δε τυχόν παρερμηνείας, η ένσταση που καταχωρήθηκε αφορά όλους τους καθ' ων η αίτηση, ανεξάρτητα αν δεν καταχώρισαν ένορκη δήλωση. Στη Comet Products ανωτέρω, το θέμα προσεγγίζεται με τον ακόλουθο τρόπο, στη σελ. 1146: «But for the second defendant it was said that, against a person whose committal for contempt of court sought, such an order should be made only in the most exceptional circumstances. I do not accept that. As a general proposition I think is too widely stated. But the fact that it is a proceeding which may result in punishment, whether the imprisonment or fine or sequestration, is not irrelevant. It is a proper factor to be taken into consideration by the judge, along with other factors, in proceedings such as this where an application for cross-examination is resisted. What weight it will have must depend on the circumstances of the particular case. In some cases it may have little or no weight». Προκύπτει συνεπώς ότι ενυπάρχει το δικαίωμα του αιτητή για την αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση όταν καταχωρεί ένορκη δήλωση, αλλά το Δικαστήριο, ως θέμα διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες και κυρίως την ποινική μορφή της διαδικασίας και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Δεδομένο πάντως είναι ότι το δικαίωμα αντεξέτασης του καθ' ου η αίτηση, εκεί όπου καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση εκ μέρους του, παραμένει και αποτελεί ένα δικονομικό όπλο στα χέρια του αιτητή. Κατά συνέπεια η παραπομπή εκ μέρους του αιτητή σε άλλες ένορκες δηλώσεις του καθ' ου η αίτηση 2, ή και σε δηλώσεις του προς τρίτους, ή ακόμα και του δικηγόρου τους, δεν συνιστά μαρτυρία σε βάρος τους ούτε και μπορεί, με την απλή αναφορά και παραπομπή σε αυτές να οικοδομήσει, ή να αποτελέσει μαρτυρικό υλικό σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Σε ποινικής υφής διαδικασία ως είναι η κρινόμενη αίτηση, δεν είναι αυτός ο κατάλληλος τρόπος εισαγωγής τέτοιας φύσεως μαρτυρίας εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Σημειωτέον ότι η παρακοή στρέφεται εναντίον και των οκτώ καθ' ων η αίτηση. Στην υπόθεση Μιχαηλίδη ν. Δρουσιώτη κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 877, υπεδείχθη ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων πρέπει να θεμελιώνονται με το κατάλληλο αποδεικτικό υλικό. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Ακόμα δε περισσότερο εδώ, που ο αιτητής παραπέμπει σε ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 στα πλαίσια άλλης διαδικασίας, χωρίς ποτέ να προσαχθεί ως μαρτυρία στα πλαίσια της κρινόμενης αίτησης. Το ίδιο αφορά και για κάποια άλλη ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε και αυτή στα πλαίσια άλλης διαδικασίας εκ μέρους του λοχία Κολοκοτρώνη. Από την άλλη, η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2, σύμφωνα με την Commet Products ανωτέρω, (Cross L.J σελ.1147) αποτελεί μαρτυρία και αν υπάρχουν παραδοχές μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του από την πλευρά του αιτητή. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να υπεισέλθει διεξοδικά στην υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση. Η ουσία είναι ότι οι καθ' ων η αίτηση δια της ενστάσεως αρνούνται τα περί διάπραξης ποινικών αδικημάτων και για τους λόγους που αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση 2, η εταιρεία εργάζεται υπό καθεστώς οκτώ διοικητικών Συμβούλων, σύμφωνα τόσο με τις πρόνοιες του καταστατικού, όσο και του εκδοθέντος διατάγματος και ότι δεν παραβίασαν, ούτε είχαν πρόθεση παράβασης του διατάγματος. Ειδικότερα, επί του διορισμού του κ. Ταπάκη, όχι μόνο υπάρχει άρνηση περί της διάπραξης ποινικών αδικημάτων, αλλά είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 (δες παραγρ. 12 και 13 της ενόρκου δηλώσεώς του) ότι οι επί τούτου ισχυρισμοί του Αιτητή είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Είναι επίσης η θέση του, αναφορικά με τη νομιμότητα διορισμού του κ. Ταπάκη, ότι καταχωρήθηκε άλλη αίτηση ημερομηνίας 19.5.2016, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση του ότι τα περί διορισμού του κ. Ταπάκη δεν μπορούν να προωθηθούν στην παρούσα διαδικασία. Παρεμβάλλεται εδώ ότι καθόλου δεν παραγνωρίζονται οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την ένσταση, αλλά το Δικαστήριο έχει την ισχυρή άποψη ότι, σε τέτοιας φύσης διαδικασίες, για τους λόγους που αρκούντως έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, θα πρέπει η πιο πάνω διαταγή να προσαρμοστεί ανάλογα, ώστε να συνάδει τόσο με τα Συνταγματικώς καθιερωμένα και προστατευόμενα Θεμελιώδη Δικαιώματα, όσο και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι αποφάσεις της Κυπριακής νομολογίας δεν έχουν εξετάσει τα διάφορα θέματα υπό τη σκοπιά που αναδύθηκαν στην παρούσα υπόθεση, ούτε και εξετάστηκαν σε βάθος οι λεπτομέρειες που προέκυψαν και αναλύονται στην παρούσα υπόθεση. Άλλωστε, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, που προϋπήρχαν του Συντάγματος, ισχύουν και εφαρμόζονται στο βαθμό και την έκταση που δεν αντίκεινται σε αυτό. Εκ της αναλύσεως που έχει παρατεθεί και επί της ουσίας, αντιπαρερχόμενο το Δικαστήριο τους ισχυρισμούς περί διάπραξης ποινικών αδικημάτων εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί απορρίπτονται, η κατάληξη είναι ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν παραβεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το εκδοθέν διάταγμα. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 εταιρείας λαμβάνονται από οκτώ Διοικητικούς Συμβούλους σύμφωνα τόσο με τον Κανονισμό 81 της εταιρείας, όσο και με το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει ιδιαίτερα προβληματιστεί κατά πόσο τα έξοδα θα πρέπει να είναι άμεσα καταβλητέα. Η φύση της διαδικασίας παρακοής, αλλά και η αυτοτέλεια της με την έννοια ότι είναι ανεξάρτητη από την πορεία των υπολοίπων αιτήσεων που εκκρεμούν, όπως και της αγωγής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο επιτυχόν διάδικος δεν θα πρέπει να αναμένει στο τέλος της αγωγής να λάβει τα έξοδα του, όπως συνήθως συμβαίνει σε άλλου είδους ενδιάμεσες αιτήσεις. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι τα έξοδα θα πρέπει να είναι άμεσα καταβλητέα και εκδίδεται προς τούτο ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο