Αναφορικά με την αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ν. Αναφορικά με το Ιδιωτικό Διεθνές Συλλογικό Επενδυτικό Σχέδιο Nanoenergo Fund Limited, Πρωτογενής Αίτηση Αρ.: 1069/14, 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση Αρ.: 1069/14 Αναφορικά με τον Περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμο 47
(1)/1999, άρθρα 53 και 56
(4)Και Αναφορικά με το Ιδιωτικό Διεθνές Συλλογικό Επενδυτικό Σχέδιο Nanoenergo Fund Limited Και Αναφορικά με την αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ---------------------- 9 Ιουνίου,
- Για την Αιτήτρια : κα Ραφτοπούλου Για την Καθ΄ης η αίτηση : κα Κότσαπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κεντρική Τράπεζα Kύπρου, στη συνέχεια η Κεντρική, υπέβαλε την εν τίτλω Αίτηση επιζητώντας δυο διατάγματα, ως ακολούθως: Α. Διάταγμα που να διορίζεται ο κ. Γιώργος Νικολαίδης ως επιθεωρητής για να διερευνήσει τις εργασίες που διεξάγει το πιο πάνω Ιδιωτικό Διεθνές Συλλογικό Ταμείο και, Β. Διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται το πιο πάνω Επενδυτικό Σχέδιο και/ή ο διευθυντής του (investment manager) Sberezheniya and Investicii Management Ltd προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων τους και/ή υπηρετών τους και/ή υπαλλήλων και/ή προσώπων που ενεργούν εκ μέρους τους και/ή με βάση οδηγίες και/ή εξουσιοδοτήσεις και/ή εντολές τους από το να διαθέσουν στοιχεία του ενεργητικού του πιο πάνω Ταμείου, περιλαμβανομένων των στοιχείων του ενεργητικού που ανήκουν έμμεσα στο πιο πάνω αναφερόμενο Σχέδιο μέσω θυγατρικών εταιρειών του ή άλλως πως, μέχρι τη συμμόρφωση του πιο πάνω Επενδυτικού Σχεδίου και του διευθυντή του με την γραπτή απαίτηση της αιτήτριας ημερ.12.12.
- Η Αίτηση έχει νομική βάση, τον Περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμο, Ν.47
(1)/99, όπως έχει τροποποιηθεί, τον Περί Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο, Ν.131
(1)/14, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, καθώς και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση, συνοδευόμενη από σειρά εγγράφων ως τεκμηρίων, της Χρυστάλλας Κεννέ, Λειτουργού Α στη Διεύθυνση Εποπτείας, Υπηρεσία Οριζόντιων Λειτουργιών - Αδειοδοτήσεις, της Τράπεζας. Το Καθ' ου η Αίτηση Ιδιωτικό Διεθνές Συλλογικό Επενδυτικό Σχέδιο, στη συνέχεια το Ταμείο, υπέβαλε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της Olesya Nikolskaya, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Sberezheniya and Investicii Management Ltd, οι οποίοι είναι οι σύμβουλοι επενδύσεων του Ταμείου. Παρεμβάλλεται εδώ ότι το υπ' αριθμό Β αιτούμενο διάταγμα, στη συνέχεια απεσύρθη. Ως πρώτος λόγος ένστασης που εγείρεται εκ μέρους του Ταμείου, μεταξύ των διαφόρων άλλων λόγων ένστασης, είναι ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ο νόμος που εφαρμόζεται στο πιο πάνω Ταμείο είναι ο Περί Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμος, Ν.131
(1)/14, λόγος που προωθείται και διά της ενόρκου δηλώσεως της ομνύουσας εκ μέρους του Ταμείου (παράγραφος 2 της ενόρκου δηλώσεως), ό,τι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται, ούτε έχει το δικαίωμα να προβαίνει στην παρούσα Αίτηση γιατί έπαψε να είναι η εποπτική αρχή του Ταμείου. Η Πρωτογενής Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων, με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών. Το εγερθέν θέμα εγείρεται διά των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων και εκ των πραγμάτων, και ως θέμα νομικής και λογικής τάξεως, θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο. Θα καταγραφούν όλα εκείνα τα αναγκαία γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η συγκεκριμένη ένσταση, τα οποία να σημειωθεί ότι είναι παραδεκτά και αποτελούν ασφαλή βάση προς εξαγωγή αναλόγου ευρήματος του δικαστηρίου. Εξάγεται εκ της ενόρκου δηλώσεως των Αιτητών ότι η Τράπεζα, κατόπιν αίτησης που υπεβλήθη από τον ελεγκτικό οίκο KPMG Ltd, αναγνώρισε την εταιρεία σταθερού κεφαλαίου Nanoenergo Fund Limited, ως Ιδιωτικό Διεθνές Συλλογικό Επενδυτικό Σχέδιο. Σχετικό είναι το Τεκμ. 2, «Certificate of Recognition of An International Collective Investment Scheme», το οποίο εκδόθηκε από την Τράπεζα την 14.8.12 δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 4
(1)και
(4)του Νόμου του 1999, ως έχει τροποποιηθεί. Στις 3.4.14 υπεβλήθη παράπονο από δικηγορικό γραφείο εκ μέρους της Fonds Rusnano Capital S.A, που είναι ένας εκ των επενδυτών του Ταμείου. Πρόκειται για το Τεκμ. 8. Το παράπονο, σύμφωνα με την ομνύουσα, επικεντρώνετο στο γεγονός ότι δεν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων, όπως αναφέρεται στο Ιδιωτικό Δελτίο Ενημέρωσης και το Ιδρυτικό και Καταστατικό και ότι έχουν μεταφερθεί με ισχυριζόμενο δόλο τα USD45.000.000 από τα USD50.000.000 που είχε επενδύσει η εταιρεία στο Καθ' ου η Αίτηση Ταμείο, γεγονός που έχει εκθέσει το Ταμείο σε κινδύνους και αδικαιολόγητα έχει μειώσει το ενεργητικό του. Οι δικηγόροι των Αιτητών ζήτησαν την ενεργοποίηση των άρθρων 41, 48 και 53 του Νόμου 47
(1)/99 και ζήτησαν μεταξύ άλλων το διορισμό επιθεωρητή, σύμφωνα με το άρθρο 53 και την παγοποίηση των εργασιών του Ταμείου σύμφωνα με το άρθρο 56. Ενημέρωναν επίσης την Τράπεζα ότι ήγειραν την υπ' αριθμό 1772/14 αγωγή εναντίον του Ταμείου και άλλων προσώπων. Η Τράπεζα, την 11.4.14, απέστειλε επιστολή στο διαχειριστή του Ταμείου και του γνωστοποιούσε την καταγγελία του επενδυτή ζητώντας διάφορες πληροφορίες, οι οποίες επί του παρόντος δεν είναι αναγκαίο να καταγραφούν. Την ίδια ημερομηνία η Τράπεζα ενημέρωνε τους δικηγόρους του επενδυτή ότι η καταγγελία ήταν υπό διερεύνηση. Ανταλλάγηκαν διάφορες επιστολές εκ μέρους του δικηγόρου του επενδυτή με την Τράπεζα με διάφορα αιτήματα, καθώς και αλληλογραφία της Τράπεζας με το Ταμείο. Έγιναν επίσης συναντήσεις στα γραφεία της Τράπεζας μεταξύ όλων των εμπλεκομένων και των δικηγόρων τους. Στις 2.7.14 υπεβλήθη στην Τράπεζα έκθεση της KPMG επί των οικονομικών καταστάσεων του Ταμείου μέχρι το 2013, συνοδευόμενη από επιστολή των ελεγκτών, στην οποία, σε συντομία, αναφερόταν ότι από τα πρακτικά των αποφάσεων της Επιτροπής του Ταμείου (committee) για επενδύσεις σε θυγατρικές, αυτές υπογράφτηκαν από ένα μόνο σύμβουλο και περαιτέρω ότι πληροφορήθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο ότι έγιναν διάφορες αιτήσεις για σύγκληση της Επιτροπής Επενδύσεων ώστε να δοθούν πληροφορίες για τις επενδύσεις. Τέλος, στην έκθεση υπό τον τίτλο «qualified opinion» οι ελεγκτές αναφέρουν ότι, «in our opinion, except for the possible effects for the matter described in the Basis for Qualified Opinion, the financial statement give a true and fair view». Η βάση για να εκδοθεί η πιο πάνω γνώμη των ελεγκτών ήταν το γεγονός ότι το Ταμείο παρέλειψε να ακολουθήσει τις διαδικασίες της Επενδυτικής Επιτροπής και τη διαδικασία προς λήψη επενδυτικών αποφάσεων, σύμφωνα με το καταστατικό του Ταμείου, τον Περί Εταιρειών Νόμο και το Νόμο 47
(1)/
- Εν όψει της έκθεσης των ελεγκτών έγιναν περαιτέρω διαβουλεύσεις με την Τράπεζα και τους άλλους ενδιαφερομένους για το διορισμό της Irina Rapoport ως εκτελεστικού διοικητικού συμβούλου, ενώ την 17.7.14 οι δικηγόροι του πιο πάνω επενδυτή απέστειλαν επιστολή στην Τράπεζα για να λάβει μέτρα αναστολής των εργασιών του Ταμείου για να προστατέψουν το ενεργητικό και τα συμφέροντα τους. Η πιο πάνω αναφερομένη κα Rapoport, κατόπιν έρευνας στον Έφορο Εταιρειών διαπιστώθηκε ότι δεν είχε διοριστεί ως εκτελεστικός διοικητικός σύμβουλος, ενώ ο κ. Ρολόγης παραιτήθηκε από τη θέση του μη εκτελεστικού διοικητικού συμβούλου του διευθυντή επενδύσεων του Ταμείου, ήτοι της Sberezheniya and Investicii Management Ltd, ενώ η εταιρεία Alter Domus (Cyprus) Ltd, που διορίστηκε ως ο διαχειριστής του Ταμείου, δεν φαινόταν να είχε παραιτηθεί. Ακολούθησε νέα αλληλογραφία μεταξύ της Τράπεζας και των διαφόρων εμπλεκομένων και έγινε και νέα συνάντηση στα γραφεία της την 17.10.
- Εκεί, οι λειτουργοί της Τράπεζας ανάφεραν την πρόθεση τους να αποταθούν στο δικαστήριο για διορισμό επιθεωρητή, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Νόμου. Έγινε και νέα συνάντηση την 22.10.14 και, μεταξύ άλλων θεμάτων που συζητήθηκαν, οι εκπρόσωποι του Ταμείου ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν το διορισμό της πιο πάνω ως διοικητικού συμβούλου του Ταμείου. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, τα οποία ως λέχθηκε καταγράφηκαν πολύ περιληπτικά, η Κεντρική την 12.12.14 και δυνάμει των εξουσιών του άρθρου 56 του Νόμου απαιτούσε από το Ταμείο τη λήψη μέτρων για την αποτελεσματική ρύθμιση του Σχεδίου. Οι δικηγόροι του Ταμείου ενημέρωσαν την Κεντρική ότι στις 3.12.14 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου στην πιο πάνω αγωγή. Προκύπτει από την απόφαση, ότι τα αιτηθέντα εκ μέρους του παραπονούμενου επενδυτή ενδιάμεσα διατάγματα απορρίφθηκαν. Ακολούθησε στη συνέχεια, την 18.12.14, η καταχώριση της παρούσας Πρωτογενούς Αιτήσεως. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι όλο το ιστορικό, και ειδικότερα η έκθεση της KPMG και τα ευρήματα των ελεγκτών, καθιστά αναγκαία την παρέμβαση της Τράπεζας δυνάμει του άρθρου 56 του Ν.47
(1)/99. Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση Ταμείου επί του συγκεκριμένου είναι αμιγώς νομική, εστιαζόμενη στον Περί Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο, Ν.131
(1)/14. Σύμφωνα με την ομνύουσα για την Τράπεζα, την 25.7.14 δημοσιεύτηκε ο πιο πάνω Νόμος ο οποίος, σύμφωνα με τη θέση της, αντικαθιστά σταδιακά το Νόμο 47
(1)/99. Αναφέρεται στο άρθρο 120 του Νόμου 131
(1)/14 και προσθέτει ότι από πληροφορίες που έλαβαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, που σύμφωνα με τον νέο Νόμο καθίσταται πλέον η Αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή, το Ταμείο δεν έχει λάβει οποιαδήποτε άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη λειτουργία του είτε ως οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, είτε ως ΟΕΕ, είτε ως ΔΟΕΕ. Συνεπώς η Τράπεζα εξακολουθεί να έχει τις εξουσίες που της παρείχε ο Νόμος 47
(1)/99 ως ρυθμιστική και εποπτική αρχή. Εδώ ακριβώς επικεντρώνεται και η ένσταση του Ταμείου. Είναι η θέση της Olesya Nikolskaya, που ορκίζεται εκ μέρους του Ταμείου και προωθείται αναλόγως με την αγόρευση της κας Κότσαπα, ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 120 του Νόμου 131
(1)/14, το Ταμείο έχει υποβάλει, εντός της τασσόμενης υπό του νόμου προθεσμίας, όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, έγγραφα και στοιχεία που προβλέπονται από το πιο πάνω άρθρο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που αφορά τις περιπτώσεις αιτήσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας σε οργανισμό εναλλακτικών επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων και κατά συνέπεια το Ταμείο λειτουργεί με βάση άδεια που του χορηγήθηκε, τεκμ. 1 στην Αίτηση, χωρίς να απαιτείται εκ νέου άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Επισυνάπτει στην ένσταση ως τεκμήριο 1 τη σχετική αίτηση η οποία φέρει χειρογράφως ως ημερομηνία την 21.11.2014 και ώρα 08.31. Είναι επίσης η θέση της ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν έχει ζητήσει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες αναφορικά με την άδεια του Ταμείου και θεωρεί ότι συνεχίζει να λειτουργεί ως οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων και διέπεται από το Νόμο 131
(1)/14. Κατά συνέπεια η Τράπεζα δεν έχει δικαίωμα και δεν νομιμοποιείται στην παρούσα Αίτηση, γιατί έπαυσε να είναι η ρυθμιστική και εποπτική αρχή του Ταμείου. Και οι δύο πλευρές διά των δικηγόρων τους στις γραπτές τους αγορεύσεις αναλύουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επί του συγκεκριμένου θέματος. Πριν γίνει αναφορά στις θέσεις των δυο πλευρών, κρίνεται αναγκαίο να γίνει αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του Νόμου Περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων, Ν.47
(1)/99, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η σχετική άδεια από την Κεντρική προς το Ταμείο. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)η Τράπεζα είναι η ρυθμιστική και εποπτική Αρχή για τα σχέδια, τους διευθυντές και τους εμπιστευματοδόχους τους. Για ό,τι αφορά την κρινόμενη Αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 53, η Τράπεζα, αν της ζητηθεί από μεριδούχους που κατέχουν το 10% ή περισσότερο της καθαρής αξίας του σχεδίου, οφείλει να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο, το οποίο δύναται, αν ικανοποιείται ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο 2, να διορίζει επιθεωρητή για να διερευνήσουν τις εργασίες που διεξάγει το Σχέδιο, ο διευθυντής ή ο εμπιστευματοδόχος του. Δεν αμφισβητείται ότι ο παραπονούμενος επενδυτής κατέχει το 10% της καθαρής αξίας του Ταμείου. Την 25.7.14 τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος που Ρυθμίζει τους Περί Οργανισμούς Εναλλακτικών Επενδύσεων και Συναφή Θέματα του 2014, Ν.131
(1)/
- Στο Άρθρο 122, με την επιφύλαξη του Άρθρου 120, οι Περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμοι 1999 και 2000 καταργήθηκαν. Διά του Άρθρου 100 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίστηκε ως η Αρμόδια Εποπτική Αρχή για να ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο Νόμο. Ειδικότερα, και επί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την εποπτεία του δικτύου διάθεσης των μεριδίων τους, του θεματοφύλακά τους και του προσώπου που αυτά ορίζουν ως διαχειριστή για τη διαχείριση των στοιχείων του χαρτοφυλακίου τους. Η εποπτεία των Οργανισμών αυτών γίνεται, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του Άρθρου 117, με τα κατ' αναλογία εφαρμοζόμενα άρθρα 101 έως 104, 107 και
- Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι το Ταμείο, είναι κοινώς αποδεκτό, ότι αδειοδοτήθηκε από την Τράπεζα και λειτουργούσε, αλλά και συνεχίζει να λειτουργεί ως Οργανισμός Εναλλακτικών Επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων. Το Άρθρο 114
(1)επιτρέπει τη σύσταση Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, αλλά σύμφωνα με το εδάφιο 3 ο Νόμος δεν εφαρμόζεται σε οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, οι οποίοι υπόκεινται στο Μέρος VI, VII και VII, και στα κατ' αναλογία εφαρμοζόμενα άρθρα 43, 51
(3), 52
(1), 63, 101 έως 104 και 107 έως
- Στο Μέρος VII, υπό τον τίτλο Τελικές και Μεταβατικές Διατάξεις, περιλαμβάνονται τα Άρθρα 120 -
- Κρίνεται αναγκαίο να παρατεθεί το άρθρο 120 του Νόμου 131
(1)/14, το οποίο καλείται ουσιαστικά το δικαστήριο να ερμηνεύσει. 120.-
(1)Τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια που έχουν λάβει άδεια κατά τους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους δύνανται να συνεχίσουν να λειτουργούν είτε ως οργανισµοί εναλλακτικών επενδύσεων µε περιορισµένο αριθµό προσώπων είτε ως ΟΕΕ του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόµου είτε ως ∆ΟΕΕ, υπό τις ακόλουθες κατά περίπτωση προϋποθέσεις: (α) ως οργανισµοί εναλλακτικών επενδύσεων µε περιορισµένο αριθµό προσώπων, εφόσον, εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου, συµµορφωθούν µε τα άρθρα 114 έως 118 και υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έγγραφα που προβλέπονται για την περίπτωση αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας σε οργανισµό εναλλακτικών επενδύσεων µε περιορισµένο αριθµό προσώπων, οπότε λειτουργούν µε βάση την άδεια που έχουν λάβει, χωρίς να απαιτείται εκ νέου άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιογοράς· (β) ως ΟΕΕ του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόµου ή ∆ΟΕΕ κατά τον περί των ∆ιαχειριστών Οργανισµών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόµο, κατά περίπτωση, εφόσον λάβουν την απαιτούµενη άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά τις αντίστοιχες διατάξεις· στην περίπτωση αυτή, τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια, συµµορφώνονται µε τον παρόντα Νόµο ή τον περί των ∆ιαχειριστών Οργανισµών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόµο, κατά περίπτωση, και υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για χορήγηση της αντίστοιχης άδειας λειτουργίας, εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου. Τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια που υποβάλλουν αίτηση κατά την παρούσα παράγραφο λειτουργούν νόµιµα, από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου έως ότου λάβουν απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επί της αίτησής τους. Από το σύνολο των Άρθρων που έχουν παρατεθεί, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση του Νόμου και δυνάμει του άρθρου 114, επιτρέπεται η σύσταση Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων με ρυθμιστική και εποπτεύουσα Αρχή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η μεταβατική διάταξη του Άρθρου 120 αφορά Οργανισμούς που έλαβαν άδεια από την Τράπεζα, ως είναι η περίπτωση του Καθ' ου η αίτηση Ταμείου. Ο Νομοθέτης έδωσε δυο επιλογές σε υφιστάμενους Οργανισμούς. Είτε να συνεχίσουν να λειτουργούν με την προηγούμενη άδεια που κατείχαν ως Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, είτε ως ΟΕΕ ή ΔΟΕΕ. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου να συμμορφωθούν με τα Άρθρα 114 και 118 και να υποβάλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο 120
(1)(α), οπότε λειτουργούν με βάση την άδεια που έχουν λάβει χωρίς να απαιτείται εκ νέου άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Διατηρείται δηλαδή σε ισχύ η προγενέστερη χορηγηθείσα άδεια από την Τράπεζα, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας άδειας. Άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτείται στη δεύτερη περίπτωση και κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 120
(1)(β). Στην παρούσα υπόθεση το Ταμείο, και σύμφωνα με τα συνημμένα της ένστασης έγγραφα, υπέβαλε εμπρόθεσμα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 120
(1)(α) τα σχετικά έγγραφα ώστε να μην απαιτείται η έκδοση νέας άδειας. Είναι η θέση της ομνύουσας εκ μέρους της Τράπεζας ότι από πληροφορίες που έλαβαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το Ταμείο δεν έχει λάβει οποιαδήποτε άδεια για τη λειτουργία του είτε ως οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων με περιορισμένο αριθμό προσώπων, είτε ως ΟΕΕ, είτε ως ΔΟΕΕ. Εδώ ακριβώς έγκειται και η διαφορά. Το Ταμείο δεν ισχυρίζεται ότι έλαβε άδεια ως ΟΕΕ ή ΔΟΕΕ αλλά, σύμφωνα και με την εισήγηση της κας Κότσαπα, υπέβαλε τα αναγκαία έγγραφα δυνάμει του Άρθρου 120
(1)(α) και συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς να απαιτείται εκ νέου νέα άδεια. Η εισήγηση της κας Ραφτοπούλου ότι το Ταμείο δεν έχει λάβει άδεια δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, αφού τέτοια άδεια δεν απαιτείται για το Καθ' ου η Αίτηση Ταμείο. Στηρίζει επίσης η κα Ραφτοπούλου την εισήγηση της, μεταξύ άλλων, και στο Άρθρο 120
(2), το οποίο προβλέπει τα εξής:
(2)Τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια, εάν δεν τηρήσουν τη διαδικασία που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου, ή αν τηρήσουν µεν την ανωτέρω διαδικασία, αλλά είτε δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο παρόν Νόµος για τη λειτουργία τους ως οργανισµοί εναλλακτικών επενδύσεων µε περιορισµένο αριθµό προσώπων είτε δεν λάβουν άδεια για τη µετατροπή τους ΟΕΕ του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόµου ή ∆ΟΕΕ κατά τον περί των ∆ιαχειριστών Οργανισµών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόµο, διαλύονται κατά τους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους, ανεξάρτητα από την κατάργηση αυτών των Νόµων δια του άρθρου 122 του παρόντος Νόµου. Σε περίπτωση προαναφερόµενης διάλυσης του διεθνούς συλλογικού επενδυτικού σχεδίου, η διαδικασία εκκαθάρισης πρέπει να ολοκληρωθεί εντός έξι µηνών από την παρέλευση της προαναφερόµενης προθεσµίας των τεσσάρων µηνών. Τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια, µέχρι τη διάλυσή τους ή τη λειτουργία τους ως οργανισµοί εναλλακτικών επενδύσεων µε περιορισµένο αριθµό προσώπων ή ΟΕΕ του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόµου ή ∆ΟΕΕ, εξακολουθούν να υπόκεινται στους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους, ανεξάρτητα από την κατάργηση αυτών των Νόµων διά του άρθρου 122 του παρόντος Νόµου. Κατά την κρίση του δικαστηρίου το πιο πάνω εδάφιο ενισχύει τη θέση της κας Κότσαπα. Αν η εισήγηση της κας Ραφτοπούλου είναι ορθή, το Ταμείο, παρελθούσης της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, ως ανωτέρω προβλέπεται, και αν δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος Ν.131
(1)/14, θα έπρεπε να είχε διαλυθεί εδώ και τριετίας και να είναι εκκαθαρισμένο και ανύπαρκτο σήμερα νομικά πρόσωπο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.47
(1)/99 και των στενών χρονικών περιορισμών που επιβάλλει το πιο πάνω εδάφιο, υπό την εποπτεία της Τράπεζας. Και η παρούσα διαδικασία προφανώς θα ήταν άνευ αντικειμένου. Εισηγείται περαιτέρω η κα Ραφτοπούλου ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα έπρεπε τουλάχιστον να απαντήσει ότι αποδέχεται στην αίτηση του Ταμείου, ότι δηλαδή πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και πως, μέχρι να γίνει αυτό, Αρμοδία Αρχή είναι η Τράπεζα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου η εισήγηση δεν έχει έρεισμα στο Νόμο. Με την υποβολή όλων των πληροφοριών και εγγράφων προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οι οργανισμοί, σύμφωνα με το Νόμο, συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να απαιτείται νέα άδεια, αφού πρόκειται για οργανισμούς που λειτουργούσαν με άδεια της Τράπεζας. Προς αυτόν ακριβώς το σκοπό η Τράπεζα, σύμφωνα με το Άρθρο 120
(6), παραδίδει άμεσα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το Μητρώο ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων που είχε δημιουργηθεί και τηρείτο από αυτήν κατά τους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους. Εκ της ερμηνείας του Άρθρου 120
(2)εξάγεται ότι μόνο στην αρνητική περίπτωση των οριζομένων στο εδάφιο αυτό ο οργανισμός διαλύεται, αφού δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και τότε τίθενται σε εφαρμογή οι περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμοι, ανεξάρτητα αν καταργήθηκαν για το Άρθρο 122 του Νόμου. Η μαρτυρία της ομνύουσας εκ μέρους της Τράπεζας ότι οι πληροφορίες που έχει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι το Ταμείο δεν έχει άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι ανεπαρκής. Θα έπρεπε να υπάρχει μαρτυρία ότι το Ταμείο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 120
(2), αφού με την υποβολή των εγγράφων προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεχίζει τη λειτουργία του χωρίς την ανάγκη εκ νέου έκδοσης άδειας. Κατά συνέπεια η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για την περίπτωση του Ταμείου, δεν θα εξέδιδε νέα άδεια. Ορθά συνεπώς δεν έχει άδεια από την Κεφαλαιαγορά. Προεκτείνοντας μάλιστα την εισήγηση της κας Ραφτοπούλου και κατ' ακολουθία όσων έχουν λεχθεί, αν η εισήγηση είναι ορθή, η Τράπεζα θα έπρεπε ήδη να είχε προχωρήσει τη διαδικασία διάλυσης και εκκαθάρισης του Ταμείου, αντί της υποβολής της παρούσας Αίτησης. Και κατ' επέκταση η Αίτηση θα έπρεπε να είναι απορριπτέα, γιατί ουσιαστικά απευθύνεται εναντίον ανυπάρκτου προσώπου. Η ένορκη δήλωση της ομνύουσας εκ μέρους της Τράπεζας έγινε την 17.12.14 και έκτοτε, αν έτσι είχαν τα πράγματα, η Τράπεζα θα έπρεπε να ενεργοποιούσε τις πιο πάνω πρόνοιες, αντί της προώθησης της παρούσας διαδικασίας. Η κα Ραφτοπούλου παραπέμπει επίσης στο Άρθρο 120
(5)του Νόμου και ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί μέτρο που έχει ληφθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.47
(1)/99. Το σχετικό Άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:
(5)Μέτρα και κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια κατά τους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους διατηρούν την ισχύ τους, ανεξάρτητα από την κατάργηση αυτών των Νόµων δια του άρθρου 122 του παρόντος Νόµου. Η πρώτη παρατήρηση αναφορικά με την εισήγηση αυτή, είναι ότι η παρούσα Αίτηση, ανεξάρτητα αν αποτελεί ή και συνιστά μέτρο, καταχωρήθηκε πολύ μεταγενέστερα της δημοσίευσης του Νόμου 131
(1)/14, που εκ του νόμου Εποπτική Αρχή ήταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κατά συνέπεια η Τράπεζα δεν είχε εξουσία αλλά ούτε και αρμοδιότητα να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση. Η πιο πάνω διάταξη διατηρεί σε ισχύ μέτρα και κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την Τράπεζα πριν την κατάργηση του Νόμου, επί των οποίων πλέον την εποπτεία έχει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το πιο πάνω εδάφιο δεν δίνει δικαίωμα στην Τράπεζα να επιλαμβάνεται και να καταχωρεί διαδικασίες μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Αναφέρεται και αφορά παρελθόντα χρόνο και όχι σε μελλοντικό. Τέλος, η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί επιβληθέν μέτρο στο Ταμείο, επιδιώκεται μεν ο διορισμός επιθεωρητή, αλλά αυτό δεν συνιστά, ούτε και αποτελεί μέτρο. Θα ήταν διαφορετικό αν υπήρχε τέτοιο διάταγμα του δικαστηρίου πριν την έναρξη της ισχύος του νέου Νόμου, το οποίο δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου διατηρεί την ισχύ του. Η Τράπεζα, από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, δεν επέβαλε κάποιο μέτρο ή κύρωση στο Ταμείο, ώστε να διατηρεί την ισχύ του. Εκείνο που έγινε, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι μετά που η Τράπεζα έλαβε την επιστολή του δικηγόρου του επενδυτή του Ταμείου, προέβηκε σε διάφορες ενέργειες και ξεκίνησε μια αλληλογραφία με όλους τους εμπλεκόμενους και ενδιαφερόμενους, καθώς και τους δικηγόρους τους, και έγιναν επίσης συναντήσεις στα γραφεία της. Αυτό συνεχίστηκε και μετά που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος, χωρίς πλέον η Τράπεζα να έχει τέτοια αρμοδιότητα. Ενίσχυση στην πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου αποτελούν και οι πρόνοιες του εδαφίου 7 του Άρθρου 120, το οποίο προβλέπει ότι:
(7)Τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια που έχουν υποβάλει αίτηση για έκδοση άδειας λειτουργίας κατά τους περί ∆ιεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόµους αλλά δεν έχουν λάβει σχετική άδεια µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου, εφόσον πληρούν τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 114
(1)του παρόντος Νόµου, δεν υποβάλλουν εκ νέου αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας κατά τον παρόντα Νόµο, αλλά η ήδη υποβληθείσα αίτηση, µε όλα τα σχετικά έντυπα ή άλλα στοιχεία, διαβιβάζεται από την Κεντρική Τράπεζα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και εξετάζεται από την τελευταία κατά τον παρόντα Νόµο. Από την ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η Τράπεζα, μετά τη δημοσίευση του Νόμου, Ν.131
(1)/14, πλην της περιπτώσεως που ρητά προνοείται στο εδάφιο 2 του Άρθρου 120, δεν είχε εξουσία ούτε και νομιμοποιείτο στη συνέχιση της εξέτασης του παραπόνου του επενδυτή του Ταμείου, ούτε και στη συνέχεια στην καταχώριση της παρούσας διαδικασίας. Για τους όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν αναλυθεί, κρίνεται ορθή και γίνεται αποδεκτή η ένσταση που τέθηκε από το Καθ' ου η Αίτηση Ταμείο, και όπως αυτή προωθήθηκε διά της αγορεύσεως της κας Κότσαπα. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης, η εξέταση της ουσίας και των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα είναι άνευ αντικειμένου. Η Αίτηση, για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] ............. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο