ALPHA BANK LTD ν. Πρόδρομος Πετρίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 12000/03, 26/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12000/03 ALPHA BANK LTD Εναγόντων -και- 1. Πρόδρομος Πετρίδης κ.ά Εναγομένων Αίτηση για Παραμερισμό της Αίτησης Έρευνας 26 Ιουνίου, 2017 Για τον Αιτητή : κ. Λ. Διομήδους Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλένος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια αίτησης έρευνας που καταχώρισαν οι ενάγοντες αιτητές εναντίον του εναγομένου 1 καθ' ου η αίτηση, υπεβλήθη εκ μέρους του αίτηση για την διαγραφή και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση της αίτησης έρευνας που υπεβλήθη εναντίον του. Νομικό υπόβαθρο αποτελεί ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ.4, αρ.1,2,3,5,9, 27Α, 31Β, 34 και 128, ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, 1-4, 16-18, 38-43 και 184, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Θ.3, Δ.48, Θ 1
(4)-4, 8 και 9, Δ.57 Θ.2 και Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, αρ. 82-90, 91 Γ, Ε-Ζ και στην γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, με αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δυο πλευρών. Προβάλλονται εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση διάφοροι λόγοι ουσίας για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εκ των οποίων, ένας εξ αυτών αφορά το διαδικαστικό μέρος, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου. Κρίνεται ότι θα πρέπει να επιλυθεί και να αποφασιστεί ως πρώτο θέμα κατά πόσο θεμελιώνεται η νομική βάση της αίτησης, ώστε να παρέχει έρεισμα για την περαιτέρω εξέταση του θέματος επί της ουσίας. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση προβάλλει την θέση ότι η Δ.27 αναφέρεται σε δικόγραφο και η αίτηση μηνιαίων δόσεων δεν είναι, ούτε και μπορεί να ενταχθεί στην έννοια που αποδίδεται στον όρο δικόγραφο, η δε Δ.27 δεν προσφέρεται προς επίλυση για διαγραφή δικογράφου, όπως λανθασμένο είναι και το αιτητικό της αίτησης για την διαγραφή της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Στην αντίπερα όχθη ο δικηγόρος του αιτητή παραπέμπει σε νομολογία που αφορά την Δ.27 καθώς και στην σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να ανακόπτει όλες τις έκδηλα καταπιεστικές και ενοχλητικές διαδικασίες, ή διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των δυο πλευρών. Το ζήτημα αναπόφευκτα θα πρέπει να εξεταστεί μέσα από τους λόγους που προβάλλονται εκ μέρους του αιτητή προς ακύρωση της αίτησης έρευνας. Προκύπτει πάντως από την αίτηση, αλλά και την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, ότι κανένας λόγος δεν προβάλλεται που να παραπέμπει είτε σε κατάχρηση, είτε σε οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η ουσία του αιτήματος σχετίζεται με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο και κρίνεται ως καθαρά νομικός. Η θέση του αιτητή είναι ότι οι ενάγοντες αγνοούν και εσκεμμένα παραλείπουν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα στο δικαστήριο με σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου. Αφορούν διάφορα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε σχέση με διαδικασία εκδόσεως διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση και της αποκατάστασης του, και ότι ο αιτητής πλέον εμπίπτει στην πτωχευτική διαδικασία. Το δικαστήριο ως εκ του λόγου αυτού δεν έχει δυνατότητα εξέτασης της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Η Δ.27 παρέχει το απαραίτητο δικονομικό πλαίσιο για να προβληθούν και να εξεταστούν αμιγώς νομικά θέματα, πριν την ακρόαση της υπόθεσης, που προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα δια των δικογράφων, ως για παράδειγμα ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας αγώγιμο δικαίωμα ή είναι ενοχλητική. Αναφέρεται, η Δ.27, και αφορά, καθόσον αφορά την παρούσα διαδικασία σε αγωγή. Το ερώτημα συνεπώς που αναδύεται είναι αν η αίτηση μηνιαίων δόσεων συνιστά και/ή εμπίπτει στην έννοια του όρου αγωγή, ώστε να εμπίπτει στις πρόνοιες της Διαταγής 27. Κρίνεται συνεπώς απαραίτητη η εξέταση της διαδικασίας μηναίων δόσεων εναντίον χρεώστη. Στην υπόθεση Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ 1759, εξηγήθηκε ότι κάθε αίτηση με βάση τις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, αναφορικά με διαδικασία κάτω από τις διατάξεις του Κεφ.62, αναφέρθηκε ότι: «Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ.62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών». Τέλος στην υπόθεση Central Co- Operative Bank v. CY.E.M.S
(1984)1 C.L.R. 435, 442, υπεδείχθη το εξής: «Having regard to the definition of the expression "action" in s.2 of the Courts of Justice Law, there is no doubt that questions which arise in the course of the execution of a District Court judgment come within the ambit of that definition» Στην Ιωακείμ ανωτέρω, υπεδείχθη ότι: «Στην Σπηταλιώτης, ανωτέρω, λοιπόν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης σε πρωτογενή αίτηση των εφεσειόντων καταχωρήθηκε σε 36 ημέρες. Γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, «ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών». Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος «αγωγή» δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Διαταγής 1, Θεσμός 2: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως μπορεί να καθορίζεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Προκύπτει συνεπώς ότι η αίτηση μηνιαίων δόσεων, ως μέτρο εκτέλεσης κάτω από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, αποτελεί αυτόνομη διαδικασία και εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Σύμφωνα δε με την Central Co- Operative Bank ανωτέρω, μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά νομικό σημείο, εκεί αφορούσε δικαιοδοσία του δικαστηρίου στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, την οποία μπορεί και αυτεπάγγελτα το δικαστήριο να την εξετάσει, έστω και αν δεν εγερθεί, ακόμα και στο στάδιο της έφεσης. Κατά συνέπεια κατά την κρίση του δικαστηρίου, μπορεί να εγερθεί στα πλαίσια αίτησης μηνιαίων δόσεων, προδικαστικό θέμα δυνάμει της Δ.
- Επί της ουσίας της αίτησης προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία και αποτελούν την βάση επί των οποίων προωθήθηκε το σχετικό αίτημα. Δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ.23.6.11 στα πλαίσια της παρούσης αγωγής, ο εναγόμενος 1 οφείλει το ποσό των €355.037,36 πλέον τόκους και έξοδα. Σχετικό είναι το τεκμ.1 στην ένσταση. Την 22.5.08 στα πλαίσια αίτησης Πτώχευσης εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου 1 διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως ο παραλήπτης της περιουσίας του. Μετά την πάροδο 5 ετών από της εκδόσεως του ρηθέντος διατάγματος, την 13.6.13 και κατόπιν αίτησης του εναγομένου 1, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 31Α του Κεφ.5 το δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 1 και 2 στην αίτηση καθώς και το τεκμ.3 στην ένσταση. Το διάταγμα ακύρωσης δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την 13.6.
- Προηγήθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα. Την 8.7.08 ο εναγόμενος 1 συμπλήρωσε και παρέδωσε στον Επίσημο Παραλήπτη Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας του και την ίδια ημερομηνία ο Επίσημος Παραλήπτης προχώρησε στην προκαταρκτική του εξέταση (τεκμ.4 και 5). Στην συνέχεια, και μετά την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής, την 15.9.14 ο Επίσημος Παραλήπτης του απέστειλε επιστολή για τον κατάλογο πιστωτών του οι οποίοι προέβηκαν σε επαλήθευση του χρέους τους. Μεταξύ αυτών είναι και η ενάγουσα Τράπεζα η οποία ως εμφαίνεται στην σχετική επιστολή επαλήθευσε 4 ποσά (τεκμ.6). Είναι η θέση του εναγομένου 1 ότι το ποσό των €398.000 αποτελεί το επίδικο ποσό. Έκτοτε, από την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής δεν έχει αποκτήσει κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ακολούθησε επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης ημερ.4.9.14 εκ μέρους της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 καθόσον αφορά άλλη δικαστική απόφαση που ελήφθη την 30.11.07 στην υπόθεση υπ' αριθμό 12004/03, σύμφωνα με την σχετική ειδοποίηση. Ο εναγόμενος 1 αντέδρασε στην ειδοποίηση πτώχευσης και καταχώρισε την υπ' αριθμό 117/14 αίτηση για τον παραμερισμό της. Την 4.12.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, εξέδωσε απόφαση με την οποία παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης (τεκμ.9), γιατί αυτό είχε επαληθευθεί σύμφωνα με το ρηθέν τεκμ.
- Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων και κυρίως της δικαστικής απόφασης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, προβάλλει ο αιτητής την ύπαρξη δεδικασμένου και ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται να προωθούν διαδικασία εκτέλεσης εναντίον του δια την αποπληρωμή του χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Ομοίως εισηγείται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται, λόγω των προνοιών των Άρθρων 27Α και 30 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί δια του Νόμου, Ν.61
(1)/15, να λαμβάνουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του αναφορικά με το χρέος για το οποίο έχει αυτοδικαίως αποκατασταθεί και έχει πλήρως απαλλαχθεί. Η τράπεζα από την πλευρά της αποδέχεται τα πιο πάνω γεγονότα, εκ διαμέτρου όμως αντίθετες είναι οι θέσεις της ως προς το κατά πόσο εμποδίζεται να προχωρεί με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου 1 στην παρούσα αγωγή. Είναι επίσης η θέση της ότι σε άλλη παρόμοιας φύσεως διαδικασία, το Επαρχιακό Δικαστήριο στην υπόθεση 2632/06 έχει εκδώσει ενδιάμεση απόφαση, απορριπτική όλων των πιο πάνω εισηγήσεων του εναγομένου 1. Οι θέσεις των δυο πλευρών επί του πιο πάνω νομικού θέματος, αναλύονται εκτενώς στις γραπτές τους αγορεύσεις. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα εμπεριστατωμένα αναλύουν οι δικηγόροι των δυο πλευρών. Στην συνέχεια και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Εγείρεται ένα θέμα εκ μέρους του δικηγόρου του εναγόμενου 1 - αιτητή, ότι δια της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ.4.12.15, με την οποία παραμερίστηκε η αίτηση προς έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, συνιστά κώλυμα δυνάμει δεδικασμένου και δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, γιατί υπάρχει ταύτιση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ της παρούσας διαδικασίας και των ανάλογων γεγονότων με την πιο πάνω απόφαση. Κρίθηκε, με την πιο πάνω απόφαση, σύμφωνα με τον κ. Διομήδους, τελεσίδικα αφού δεν εφεσιβλήθηκε, ότι ο εναγόμενος 1 απαλλάχτηκε από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη του, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, γεγονός που συνιστά δεδικασμένο. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Καλλένος για τους ενάγοντες, επικαλείται απόφαση άλλου δικαστηρίου, στην αγωγή αρ.2632/06, απορρίπτοντας ότι υπάρχει δεδικασμένο, γιατί, μεταξύ άλλων δεν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών. Παραπέμπει επίσης σε νομολογία που πραγματεύεται το δεδικασμένο και ότι, επί ενδιαμέσων αποφάσεων, ως είναι κατά την εισήγηση του η πιο πάνω εκδοθείσα απόφαση, δεν χωρεί δεδικασμένο (Recnex Trading Ltd κ.ά ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ.16.4.14). Στην υπόθεση Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20, 26, 27, αναφορικά με το εγερθέν θέμα αναφέρονται τα εξής: «Η αυστηρή προσήλωση στη νομολογία, stare decisis, συνιστά καθιερωμένη αρχή δικαίου θεμελιωμένη στο δόγμα της δεσμευτικότητας της νομολογίας (δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο) ως μέσου διασφάλισης της βεβαιότητας του δικαίου. Στην Κύπρο, το δικαστικό προηγούμενο λειτουργεί στη βάση αρχών που διέπλασε η νομολογία, σύνοψη των οποίων γίνεται στη συνέχεια, (α) οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου, είναι δεσμευτικές για τα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα Κακουργιοδικεία και όλα τα άλλα πρωτοβάθμια δικαστήρια των ειδικών δικαιοδοσιών. Οι αποφάσεις του Εφετείου είναι επίσης δεσμευτικές για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του. (β) Οι αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Πειστική μόνο είναι και η αξία των αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε σχέση προς άλλα Δικαστήρια. Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, η αξία των αγγλικών αποφάσεων είναι μόνο πειστική και όχι δεσμευτική, γεγονός το οποίο ενίοτε παραγνωρίζεται ή δεν εκτιμάται σωστά ώστε να αποδίδεται και η δέουσα σημασία». Προκύπτει συνεπώς ότι οι δυο αποφάσεις που παραπέμπουν οι δικηγόροι των δυο πλευρών δεν δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο και δεν συνιστούν δεδικασμένο, παρά μόνο έχουν πειστική αξία. Στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ.4, στην συνέχεια ο Νόμος, επήλθαν σημαντικές αλλαγές και τροποποιήσεις σε σχέση με το προϋπάρχον νομικό καθεστώς. Για ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, θα γίνει αναφορά στο ιστορικό όπως αυτό αναντίλεκτα αναδύεται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και κυρίως στα συνημμένα τεκμήρια παρεμβάλλοντας το νομικό καθεστώς που ίσχυε χρονικά, ανάλογα με το διάβημα ή την διαδικασία που λάμβανε χώρα αναφορικά με τον εναγόμενο 1. Εναντίον του εναγομένου 1 την 22.6.08 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του δυνάμει δικαστικής απόφασης στην Πτωχευτική διαδικασία Αρ.150/08. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη. Παρόλο που δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου η Ειδοποίηση προς έκδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1, προκύπτει ότι αυτό εξεδόθη στα πλαίσια του Νόμου που ίσχυε τότε, ή εν πάση περιπτώσει κατά το 2008 που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του - τεκμ.1 στην αίτηση -. Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Νόμου ως ίσχυε τότε, αν ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 3 και 5, το δικαστήριο επί πτωχευτικής αίτησης εκδίδει διάταγμα παραλαβής για την προστασία της περιουσίας χρεώστη. Το διάταγμα παραλαβής, σύμφωνα με την υπόθεση Λοίζου κ.ά ν. ΣΠΕ Δερύνειας
(2009)1 Α.Α.Δ.279, 285, έχει την εξής νομική σημασία: «Όλα τα πιο πάνω εναρμονίζονται με την όλη πτωχευτική διαδικασία, η οποία έχει ορθά χαρακτηριστεί κατ' επανάληψη ως μια suis generis διαδικασία και μάλιστα οιωνεί ποινικού χαρακτήρα (δέστε Williams and Hunter on Bankruptcy - πιο πάνω - σελ. 1), με γνώμονα πρώτιστα την προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος βεβαίως των πιστωτών του. Η προστασία αυτή επιτυγχάνεται με το διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντα, ο οποίος και είναι σε θέση να ανακαλύψει περιουσιακά στοιχεία όταν αναλαμβάνει το καθήκον του μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. (Williams and Hunter on Bankruptcy - πιο πάνω - σελ. 70). Στα πλαίσια αυτά είναι που αναμένεται η όλη πτωχευτική διαδικασία να προχωρεί με γρήγορους ρυθμούς, γι' αυτό και δεν υπάρχουν πρόνοιες για αναστολή διαδικασίας, τη στιγμή που καταχωρείται έφεση εναντίον ενός διατάγματος παραλαβής». Σύμφωνα με το Άρθρο 9
(1)του Νόμου, με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, ο Επίσημος Παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη. Προκύπτει συνεπώς ότι στα πλαίσια των Άρθρων 3, 4, 5 και 9 εκδόθηκε το 2008 το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1. Στα Άρθρα 14-18 προνοείται η διαδικασία μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του χρεώστη. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ.320, παραγ.609, αναφέρεται ότι: «A receiving order is not equivalent to an adjudication in bankruptcy; it does not divest the debtor of his property, or making him a bankrupt, or place him under the disabilities of an adjudicated bankrupt». Στο Άρθρο 19 επ. του Νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του Διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1, προβλέπεται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις κήρυξης υπό του Δικαστηρίου ενός χρεώστη σε πτώχευση, εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Ανάλογη είναι η διαδικασία που αναφέρεται στους Halsbury's ανωτέρω, παρα.679, σελ.348 επ. Σχετικοί επίσης είναι οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί, Καν.64-92 αναφορικά με το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας και οι Καν.93 επ. αναφορικά με την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση (adjudge bankrupt). Το γεγονός συνεπώς ότι έγινε επαλήθευση χρεών κατά το στάδιο μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, χωρίς την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση, δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή του από το χρέος, εκτός βέβαια και αν έχει πληρωθεί ή και εξοφληθεί. Στο Άρθρο 27 προβλέπεται η διαδικασία αποκατάστασης του πτωχεύσαντα, ενώ στο Άρθρο 27Α προνοείται η διαδικασία αυτοδίκαιης αποκατάστασης του πτωχεύσαντα. Από όσα έχουν παρατεθεί εξάγεται ότι το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας ενός χρεώστη, δεν εξισούται ούτε και ισοδυναμεί με την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση. Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά στάδια, απόλυτα διακριτά μεταξύ τους με διαφορετική νομική εμβέλεια και αποτελέσματα επί της περιουσίας του χρεώστη. Στην συνέχεια και εκκρεμούντος μόνο του εκδοθέντος Διατάγματος Παραλαβής του εναγομένου 1, την 13.6.13 δυνάμει δικαστικής απόφασης, το Διάταγμα Παραλαβής της Περιουσίας του εναγομένου 1 ακυρώθηκε. Και πάλι η σχετική αίτηση και οι λόγοι που βάσισε την αίτηση του ο εναγόμενος 1 δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Προκύπτει όμως πως ο εναγόμενος 1 όταν υπέβαλλε την αίτηση, ήταν σε ισχύ ο τροποποιητικός Περί Πτώχευσης Νόμος, Ν.206
(1)/
- Με τον τροποποιητικό νόμο προστέθηκε νέο Άρθρο, το 31Α σύμφωνα με το οποίο: «Τόσο το διάταγμα παραλαβής όσο και το διάταγμα κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση ακυρώνεται μετά από σχετική αίτηση και αφού παρέλθουν πέντε χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής». Εκείνο που εξάγεται είναι πως ο εναγόμενος 1 ενεργοποίησε την διαδικασία του πιο πάνω Άρθρου και πέτυχε την έκδοση του διατάγματος ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του που εκδόθηκε το
- Είναι σημαντικό να υπομνησθεί, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι ο πιο πάνω τροποποιητικός Νόμος, συνέχισε να διατηρεί την διάκριση μεταξύ του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη από την κήρυξη του σε πτώχευση. Το 2015 με τον τροποποιητικό Νόμο 61
(1)/15 επήλθε μια εκ βάθρων αλλαγή στο πτωχευτικό καθεστώς. Με το Άρθρο 4 καταργήθηκε ουσιαστικά το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη και έτσι δυνάμει των Άρθρων 3 και 5 ο χρεώστης κηρύσσεται απευθείας σε πτώχευση. Τα αποτελέσματα της πτώχευσης, σύμφωνα με το Άρθρο 9, είναι ότι ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντος. Επίμαχο και επίδικο είναι το Άρθρο 27Α
(1)
(8), το οποίο έχει ως ακολούθως: «27Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης τριών
(3)ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί ........................................................................
(8)Τηρουμένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάμει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας». (ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία και το Άρθρο 128, το οποίο προνοεί ότι: «128. Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, ισχύουν οι ακόλουθες μεταβατικές διατάξεις: (α) Οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων· (β) οποιοδήποτε διάταγμα παραλαβής έχει εκδοθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, δύναται να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο εντός δώδεκα
(12)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, ώστε να αποτελεί πλέον διάταγμα πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για σκοπούς σύντμησης της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης που προνοείται στην παρούσα παράγραφο: Νοείται περαιτέρω ότι, η ημερομηνία έκδοσης του τροποποιηθέντος ως ανωτέρω αρχικού διατάγματος παραλαβής θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού των προθεσμιών για αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα δυνάμει του άρθρου 27Α, ως εάν να επρόκειτο για την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν υποβληθεί ένσταση από οποιοδήποτε πιστωτή». Από τον συνδυασμό των πιο πάνω Άρθρων κρίνεται ορθή η εισήγηση του κ. Καλλένου ότι οι πιο πάνω πρόνοιες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Ο εναγόμενος 1 ποτέ δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, είτε με τον αρχικό Περί Πτώχευσης Νόμο, είτε με οποιαδήποτε από τις τροποποιήσεις που επήλθαν σε αυτόν. Είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, κατά δε τον επίδικο χρόνο που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής, αλλά και στην συνέχεια η με δικαστικό διάταγμα ακύρωση του διατάγματος παραλαβής, η ισχύουσα νομοθεσία διατηρούσε την διάκριση μεταξύ του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας ενός χρεώστη, ως το αρχικό στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Η ακύρωση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1 το 2013 δεν μπορούσε, ούτε και ήταν δυνατόν να επενεργήσει, υστερογενώς μάλιστα, και ως ακύρωση διατάγματος κήρυξης του σε πτώχευση, αυτό ουσιαστικά εισηγείται ο κ. Διομήδους, αφού ουδέποτε ο εναγόμενος 1 κηρύχθηκε σε πτώχευση. Στην ουσία, με την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, εξέλιπε κάθε πτωχευτική διαδικασία ή άλλο πτωχευτικό μέτρο που θα μπορούσε να προωθηθεί, στην βάση της κατά τον χρόνο ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής, ισχύουσας νομοθεσίας. Ακόμη δε περισσότερο, με την μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου που επήλθε το 2015, δεν εκκρεμούσε εναντίον του εναγομένου 1 οποιαδήποτε πτωχευτική διαδικασία, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νόμου, Ν.61(Ι)/15, και κυρίως ποτέ δεν εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα πτώχευσης, ώστε να μπορούσε να τις επικαλεστεί. Η διάκριση στο Άρθρο 31 Α του Ν.206
(1)/12 μεταξύ του διατάγματος παραλαβής και του διατάγματος κήρυξης σε πτώχευση είναι σαφής. Ο χρονικός προσδιορισμός των πέντε χρόνων για την ακύρωση του διατάγματος πτώχευσης από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής αποτελεί αυτονόητη νομική απόρροια του αποτελέσματος που επιφέρει το διάταγμα παραλαβής, ως το προστάδιο της κήρυξης σε πτώχευση. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου 1. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο