← Κύπρος

Νίκης Μισιαούλη ν. 1. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας A&C Spitaliotis Catering Ltd και/ή εμφανιζόμενης υπό τη

Νίκης Μισιαούλη ν.

  1. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας A&C Spitaliotis Catering Ltd και/ή εμφανιζόμενης υπό την επωνυμία «Ψαροταβέρνα Παραγάδι» κ.α., Αρ. Αγωγής: 2308/2009, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2308/2009 Μεταξύ: Νίκης Μισιαούλη Ενάγουσας και
  2. A&L Spitaliotis Catering Ltd., και/ή εμφανιζόμενης υπό την επωνυμία «Ψαροταβέρνα Παραγάδι»
  3. Δήμου Λευκωσίας Εναγομένων ----------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.9.2009: Μεταξύ: Νίκης Μισιαούλη Ενάγουσας και
  4. A&C Spitaliotis Catering Ltd., και/ή εμφανιζόμενης υπό την επωνυμία «Ψαροταβέρνα Παραγάδι»
  5. Δήμου Λευκωσίας Εναγομένων ----------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.2017: Μεταξύ: Νίκης Μισιαούλη Ενάγουσας και
  6. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας A&C Spitaliotis Catering Ltd και/ή εμφανιζόμενης υπό την επωνυμία «Ψαροταβέρνα Παραγάδι»
  7. Δήμου Λευκωσίας Εναγομένων ----------------- 30 Ιουνίου,
  8. Για την ενάγουσα: κ. Χατηγεωργίου για Ε. Ευσταθίου Για την εναγόμενη 1: κα Μ. Εφραίμ για Επίσημο Παραλήπτη Για τον εναγόμενο 2: κα Κουλλαπή για Χ. Μαμαντόπουλο Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την τροποποίηση του τίτλου της πιο πάνω αγωγής στις 6.3.2017, ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και η κα Μ. Εφραίμ ήγειρε προφορικά θέμα ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής δεν αφορούν την περιουσία της εταιρείας, γιατί το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας είναι οχληρία. Ενόψει των πιο πάνω θέσεων της κας Εφραίμ το Δικαστήριο, με την συναίνεση όλων των πλευρών όρισε το εγερθέν θέμα για αγορεύσεις. Εξάγεται ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο μπορεί να εγερθεί δυνάμει της Δ.27 και τούτο γιατί το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο και προκύπτει από τη δικογραφία, αναφορά στην οποία εκ των πραγμάτων κρίνεται αναγκαία για να διαφανεί το όλο θέμα. Η εναγόμενη 1, πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον της, ήταν, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ιδιοκτήτης της επωνυμίας Ψαροταβέρνα Παραγάδι και λειτουργούσε ως ψαροταβέρνα στην οδό Νιόβης 3 στους Αγίους Ομολογητές από το
  9. Η πιο πάνω οδός ευρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του εναγομένου 2 και εμπίπτει σε οικιστική περιοχή βάσει του τοπικού σχεδίου Λευκωσίας. Η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια οικίας επί της οδού Νιόβης 4 στους Αγίους Ομολογητές. Είναι η θέση της ότι η λειτουργία της ψαροταβέρνας επηρεάζει τις ανέσεις και προκαλεί ενόχληση και δυσχέρεια στους κατοίκους της περιοχής, μεταξύ των οποίων και της ιδίας, η οποία είναι συνεχής και καθημερινή. Στις λεπτομέρειες γίνεται αναφορά σε εκπομπή καπνού και αναθυμιάσεων, σε στάθμευση οχημάτων των πελατών της ψαροταβέρνας σε χώρους που απαγορεύεται και/ή στην είσοδο της οικίας της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να μετακινήσει το όχημά της. Υπάρχει επίσης θόρυβος και φασαρία που προκαλείται από τους πελάτες της ψαροταβέρνας και τους υπαλλήλους της, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες, πρόβλημα που είναι εντονότερο τους θερινούς μήνες κατά τους οποίους η ψαροταβέρνα λειτουργεί υπαίθρια. Επίσης, υπάρχουν οσμές και ακαθαρσία από μεγάλους καλάθους απορριμμάτων, οι οποίοι βρίσκονται λίγα μέτρα από την είσοδο της οικίας της. Τόσο η ενάγουσα όσο και οι υπόλοιποι περίοικοι δεν συγκατατίθενται στη λειτουργία της ψαροταβέρνας και αποτάθηκαν επανειλημμένα στον εναγόμενο 2 προς επίλυση του προβλήματος που αντιμετωπίζουν από τη λειτουργία της. Ο εναγόμενος 2, παρόλο που έχει καθήκον να επιλύσει τα πιο πάνω προβλήματα, δηλαδή να τερματίσει τη χρήση του υποστατικού ως ψαροταβέρνα, αρνείται και αμελεί να το πράξει. Διά της συμπεριφοράς του αυτής ο εναγόμενος 2 παροτρύνει, εγκρίνει και επιτρέπει την πρόκληση της πιο πάνω οχληρίας. Είναι επίσης η θέση της ότι η ψαροταβέρνα λειτουργεί χωρίς τις σχετικές άδειες. Η οχληρία και η παράνομη επέμβαση που προκαλείται στο ακίνητο της ενάγουσας την παρεμποδίζει από το να απολαύσει, ως επιθυμεί, την ακίνητη ιδιοκτησία της. Στην παράγραφο 14 η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, διάφορα διατάγματα τα οποία ουσιαστικά στρέφονται εναντίον της εναγομένης 1, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και γενικές αποζημιώσεις για μείωση της αξίας του ακινήτου της. Η εναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η οποία ως αναφέρει κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται περί οχληρίας. Ούτε και οι περίοικοι έκαμαν οποιοδήποτε διάβημα εναντίον της. Λειτουργεί με τους όρους της άδειας της και κατέχει προς τούτο νόμιμη άδεια σύμφωνα με το Νόμο. Αρνείται δε όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι το 2000 από έλεγχο που έγινε από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαπιστώθηκε πρόβλημα οσμών και με απαίτηση του εναγομένου 2 και με τις υποδείξεις του εγκαταστάθηκε από την εναγόμενη 1 ειδικό σύστημα φιλτραρίσματος αιθάλης και οσμών, το οποίο μετά από ελέγχους διαπιστώθηκε ότι λειτουργεί ικανοποιητικά αντιμετωπίζοντας επιτυχώς το πρόβλημα των οσμών. Περαιτέρω, από ελέγχους που έγιναν δεν διαπιστώθηκε ηχητική οχληρία από τον τρόπο λειτουργίας του υποστατικού, ούτε και υπήρξαν, εδώ και πολλά χρόνια, παράπονα για πρόκληση οποιουδήποτε είδους οχληρίας. Προκύπτει επίσης ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 3.12.2015, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, η εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας. Εξάγεται ακόμα ότι στις 27.1.2017 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η συνέχιση της εν τίτλω αγωγής εναντίον του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της εναγομένης
  10. Τέλος, και σύμφωνα με την αγόρευση της κας Εφραίμ, ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης της εναγομένης 1 ήταν δυνάμει του άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, δηλαδή ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Να σημειωθεί εδώ ότι η ακρόαση της πιο πάνω υπόθεσης άρχισε και ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση της ενάγουσας, ενώ ζητήθηκε και έγινε και επιτόπια εξέταση υπό του Δικαστηρίου. Να προστεθεί τέλος, για να υπάρχει πλήρης εικόνα, ότι εκκρεμεί αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, διά της αντικατάστασης της αξίωσης υπό στοιχείο (Ζ) όπου αναφέρονται γενικές αποζημιώσεις, δια αποζημιώσεις €115.000 ως μείωση της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας με την ανάλογη προσθήκη στην παράγραφο 11 της εκθέσεως απαιτήσεως. Η βασική θέση της κας Εφραίμ είναι ότι κακώς δόθηκε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, αφού πρόκειται για υπόθεση οχληρίας και δεν αφορά χρέος το οποίο μπορεί να επαληθευτεί σε διαδικασία εκκαθάρισης. Πρόκειται για αστικό αδίκημα και σχετικό είναι το άρθρο 6 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο καμία αγωγή δεν εγείρεται σε σχέση με αστικό αδίκημα για λογαριασμό ή κατά της περιουσίας οποιουδήποτε πτωχεύσαντα. Είναι επίσης η θέση της, ότι το πιο πάνω άρθρο τυγχάνει εφαρμογής και σε εκκαθαρίσεις εταιρειών, δυνάμει του Κανονισμού 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί του 1933-1938 και ότι οι περί Εταιρειών και Πτωχεύσεως Νόμοι ισχύουν κατ΄ αντιστοιχία. Ομοίως είναι η θέση της, ότι στα καθήκοντα του Επίσημου Παραλήπτη είναι η φύλαξη της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας προς όφελος των πιστωτών και όχι τα οποιαδήποτε αστικά αδικήματα που προέκυψαν εναντίον της εταιρείας πριν από το διάταγμα εκκαθάρισης. Ο κ. Χατζηγεωργίου από την πλευρά του για την ενάγουσα, αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ότι το υποστατικό συνεχίζει να λειτουργεί από τα ίδια άτομα που συνέστησαν και λειτουργούσαν την εναγομένη 1 και ως εκ τούτου γεννάται η ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση στο θέμα, ώστε να επιτευχθεί η απονομή της δικαιοσύνης διά της προσκόμισης των ιθυνόντων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι η εισήγησή του, ότι πρόκειται για περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δύναται να άρει το εταιρικό πέπλο και να επιρρίψει ευθύνη στους μετόχους ή τους διοικητικούς συμβούλους. Κατά συνέπεια, η διαδικασία εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας δεν θα προσφέρει τα αιτούμενα διατάγματα και αποζημιώσεις κατά τρόπο λειτουργικό και δίκαιο, επειδή οι υπαίτιοι για τα επίδικα αδικήματα είναι οι μέτοχοι και οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας και όχι η ίδια η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο. Ως εκ τούτου είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει άρση του εταιρικού πέπλου, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα άτομα που είναι υπόλογα για τα αδικήματα που περιγράφονται στην αγωγή. Παραπέμπει προς τούτο σε Αγγλική νομολογία και ως προς το πότε αίρεται το εταιρικό πέπλο. Είναι η εισήγησή του ότι η αγωγή θα πρέπει να συνεχιστεί εναντίον των μετόχων και των διοικητικών συμβούλων της εναγομένης 1, αφού προηγουμένως αρθεί το εταιρικό πέπλο. Προς αυτό το σκοπό η ενάγουσα θα προσκομίσει μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 ουδέποτε έπαυσε να κατέχει το χώρο και ενεργεί παράνομα και ότι πίσω από την εταιρεία υπάρχουν πρόσωπα. Επισυνάπτει επιστολή του ΚΟΤ, ημερομηνίας 15.6.2017, σύμφωνα με την οποία η «άδεια λειτουργίας» του υποστατικού από το 2009 μέχρι και σήμερα εκδίδεται στην εταιρεία A&C Spitaliotis Catering Ltd (Επιχειρηματίας) και στον κ. Κώστα Σπηταλιώτη ως διευθυντή. Η κα Κουλλαπή από την πλευρά της για τον εναγόμενο 2, στην αγόρευση της αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στις χορηγηθείσες άδειες εκ μέρους του εναγόμενου 2 Δήμου. Πρόκειται για εκτελεστές διοικητικές πράξεις η νομιμότητα των οποίων μόνο δυνάμει του Αρ.146.6 μπορούν να ελεχθούν και ως εκ τούτου δυνάμει του τεκμηρίου νομιμότητας είναι νόμιμες και έγκυρες. Αναφέρεται επίσης στην βάση της αγωγής της ενάγουσας, που είναι δημόσια οχληρία και μόνο επί αποδείξει ειδικής ζημιάς μπορεί να εγερθεί αγωγή. Η σχέση του εναγομένου 2 από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της εναγομένης 1 διεκόπη και οι άδειες λειτουργίας έπαυσαν να ισχύουν και συνεπώς το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έπαυσε εναντίον της εναγομένης
  11. Είναι επίσης η θέση της ότι με βάση την έκθεση απαιτήσεως δεν τεκμηριώνονται αξιώσεις εναντίον του εναγόμενου
  12. Προβαίνει επίσης σε ανάλυση της Δ.27 καθώς και σε σχετική επί τούτου νομολογία. Το δικαστήριο έχει εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή της εκατέρωθεν εισηγήσεις όλων των πλευρών, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά στις αγορεύσεις τους. Από την αγόρευση του δικηγόρου της ενάγουσας εκείνο που εξάγεται είναι ότι υπάρχει έμμεση και σαφής αναγνώριση ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη. Προστίθεται ότι επίδικο θέμα της αγωγής δεν είναι η άρση του εταιρικού πέπλου της εναγομένης 1 εταιρείας, ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας, αλλά κατά πόσο μπορούν να προωθηθούν αξιώσεις δυνάμει αστικού αδικήματος και δη οχληρίας, εναντίον εταιρείας υπό εκκαθάριση. Αυτό ήταν και το θέμα που ηγέρθη από την κα Εφραίμ και αυτό καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει. Καθ΄ όσον αφορά την άρση του εταιρικού πέπλου, στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ v. Ellinas Finance Public Company Ltd

(2013)1 AAΔ 668, 683, υπεδείχθη ότι: «Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law, 2003, στις σελ. 74-82, είναι με μεγάλη δυσκολία που τα Αγγλικά Δικαστήρια δέχονται την άρση του εταιρικού πέπλου στη βάση της θεωρίας της ενιαίας μονάδας ενός ομίλου εταιρειών. Πέραν της αυτοτέλειας της εταιρικής οντότητας με βάση τη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co Ltd [1897] A.C. 22, και μεταγενέστερα, αναφορικά με την ύπαρξη θυγατρικών εταιρειών, η υπόθεση Adams v. Cape Industries plc [1990] BCLC 479, έχει αναγνωρίσει ότι παρά το γεγονός ότι οι θυγατρικές εταιρείες είναι δημιουργήματα των μητρικών τους εταιρειών, εξακολουθούν να θεωρούνται στο γενικό εταιρικό δίκαιο ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η αρχή στη Salomon δεν ατονεί διότι οι εταιρείες οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους «in group structures», (δέστε Ord v. Belhaven Pubs Ltd [1998] 2 BCLC 447). Στην υπόθεση Re: Southard Ltd [1979] 3 All E.R. 556, υποδείχθηκε ότι ο κύριος νόμιμος σκοπός για τη χρήση ομίλου εταιρειών είναι ο περαιτέρω περιορισμός των υποχρεώσεων του ομίλου, όπως δε ορθά υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στο σύγγραμμα του Pennington: The Principles of Company Law σελ. 27 και 32, ο Νόμος και το δίκαιο δεν ασχολούνται με την οικονομική οργάνωση ενός ομίλου εταιρειών, στα μάτια δε του Νόμου, η μητρική ή ιθύνουσα εταιρεία είναι απλώς ένας μεγάλος μέτοχος της θυγατρικής της». Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η εξέταση τέτοιου θέματος, ήτοι άρσης εταιρικού πέπλου, μπορεί να εξεταστεί στην περίπτωση ενός ομίλου εταιρειών, κάτι το οποίο δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση. Ούτε και περαιτέρω υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τέτοια άποψη. Η υπόθεση Trustor AB v Smallbone and others (No 2)
(2001)WLR 1177, που παραπέμπει ο δικηγόρος της ενάγουσας, αφορούσε παράβαση του καθήκοντος διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας ο οποίος μεταβίβασε χρήματα της εταιρείας σε κάποια τρίτη εταιρεία. Σε αγωγή της ενάγουσας εναντίον του διευθυντή της, εκδόθηκε απόφαση, στα πλαίσια συνοπτικής απόφασης, εναντίον της τρίτης εταιρείας γιατί εν γνώσει της είσπραξε χρήματα από τον εναγόμενο διευθυντή της ενάγουσας ενώ δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι η τρίτη εταιρεία που είσπραξε τα χρήματα ήταν υπό τον έλεγχο του διευθυντή της ενάγουσας και η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε σε παράβαση του καθήκοντος του διευθυντή. Κρίθηκε ότι η τρίτη εταιρεία ήταν βιτρίνα (facade) και χρησιμοποιείτο ως όχημα από τον διευθυντή για να παίρνει χρήματα από την ενάγουσα εταιρεία. Υπεδείχθη, ότι η αρχή που εφαρμόζεται είναι στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Adams v. Cape Industries plc
(1990)Ch. 433, 535: «[Counsel for Adams] described the theme of all these cases as being that where legal technicalities would produce injustice in cases involving members of a group of companies, such technicalities should not be allowed to prevail. We do not think that the cases relied on go nearly so far as this. As [counsel for Cape] submitted, save in cases which turn on the wording of particular statutes or contracts, the court is not free to disregard the principle of Salomon v A. Salomon & Co Ltd [1897] AC 22 merely because it considers that justice so requires. Our law, for better or worse, recognises the creation of subsidiary companies, which though in one sense the creatures of their parent companies, will nevertheless under the general law fall to be treated as separate legal entities with all the rights and liabilities which would normally attach to separate legal entities." Το εταιρικό πέπλο αίρεται όταν, σύμφωνα με την απόφαση Trustor : «The court is entitled to "pierce the corporate veil" and recognize the receipt of the company as that of the individual(s) in control of it if the company was used as a device or facade to conceal the true facts thereby avoiding or concealing any liability of those individual(s)». Εν πάση περιπτώσει, αν αυτή είναι η θέση της ενάγουσας, ουδείς την εμποδίζει να εγείρει αγωγή εναντίον των μετόχων ή των διευθυντών της εναγομένης 1 εταιρείας, ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας, όπως έγινε και στην υπόθεση Trustor ανωτέρω. Θα πρέπει να τονιστεί ως αυτονόητο, ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει, ούτε και βεβαίως θα επιχειρήσει να αναθεωρήσει τη δοθείσα άδεια από άλλο Δικαστήριο για τη συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής. Εκείνο το οποίο εξετάζεται εδώ είναι το θέμα όπως το ήγειρε η κα Εφραίμ, και στα στενά περιορισμένα πλαίσια της έκθεσης απαιτήσεως, στο κατά πόσο δηλαδή η βάση της αγωγής, ως έχει, και τα αιτούμενα διατάγματα που επιδιώκονται, μπορούν να τύχουν εφαρμογής και να εκδοθούν εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη. Ούτε και το παρόν δικαστήριο, ως το εκδικάζον μάλιστα δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας ή και εξουσίας να εξετάσει την εισήγηση της κας Εφραίμ στα πλαίσια της Δ.27. Αναγνωρίζεται εν πάση περιπτώσει και από την πλευρά της ενάγουσας το αλυσιτελές τέτοιου εγχειρήματος για την έκδοση εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη των αξιουμένων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Loukos Manufacturers Ltd
(2000)1 AΑΔ 891, υπεδείχθη ότι ο όρος πιστωτής είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο στο οποίο η εταιρία οφείλει καθορισμένο ποσό. Το ερώτημα συνεπώς που εγείρεται είναι κατά πόσο με την έκθεση απαιτήσεως αξιώνεται καθορισμένο ποσό, ώστε να μπορεί να επαληθευτεί ως χρέος εναντίον της περιουσίας της εταιρείας. Είναι ορθή η εισήγηση της κας Εφραίμ ότι ο περί Εκκαθάρισης Εταιρειών, όπως και ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, ισχύουν κατ΄ αντιστοιχία. Σχετικό είναι το άρθρο 298Β του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας υπερισχύουν και εφαρμόζονται, καθ΄ όσον αφορά τα χρέη που δύναται να επαληθευτούν, οι ισχύοντες κανονισμοί του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 92 των περί Εταιρειών Εκκαθαρίσεις Κανονισμών, σύμφωνα με τον οποίο εκεί όπου δεν υπάρχει πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, συμπεριλαμβανομένων και των Πτωχευτικών Κανονισμών, στο βαθμό που δεν αντίκεινται με τους περί Εκκαθαρίσεων Κανονισμούς. Σύμφωνα δε με το άρθρο 34 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν μπορούν να επαληθευτούν σε πτώχευση. Η κα Εφραίμ παρέπεμψε επίσης στον άρθρο 6 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο «καμία αγωγή δεν εγείρεται σε σχέση με αστικό αδίκημα για λογαριασμό ή κατά περιουσίας οποιουδήποτε πτωχεύσαντα». Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου, «δικαστική απόφαση σε σχέση με αστικό αδίκημα που εκδόθηκε κατά πτωχεύσαντα πριν από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής είναι δεκτική επαλήθευσης σε πτώχευση». Δεν είναι βεβαίως αυτή η περίπτωση, αφού δεν υπάρχει δικαστική απόφαση εναντίον της εναγομένης 1. Στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 109 επ. κάτω από τον τίτλο Proof of Debts, καταγράφεται διεξοδικά ο τρόπος και η διαδικασία επαλήθευσης των χρεών από τους πιστωτές. Εγείρεται συνεπώς ζήτημα αν το επίδικο θέμα της αγωγής αποτελεί χρέος εν τη εννοία του Νόμου και των Κανονισμών, ώστε να επαληθευθεί εναντίον της περιουσίας της εναγομένης 1 εταιρείας. Στην υπόθεση Σπανού ν. G.I.P Construction Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 315 υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Έχουμε την άποψη ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στον όρο "πιστωτής", μέσα στα πλαίσια του άρθρου 243
(1)του Νόμου, ότι δηλαδή είναι ταυτόσημος με τον ίδιο όρο όπως απαντάται στο άρθρο 213
(1), είναι ορθή. Όπως εύστοχα παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα ήταν παράλογο κάποιος που δεν μπορεί να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας ως πιστωτής βάσει του άρθρου 213
(1), να μπορεί να ζητήσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της εκκαθάρισης ως πιστωτής βάσει του άρθρου 243
(1). Δοθέντος ότι η έννοια του "πιστωτή" στα άρθρα 213
(1)και 243
(1)είναι, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ταυτόσημη, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο, στην περίπτωση που εξετάζουμε, η εφεσείουσα είναι πιστωτής που μπορούσε να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης. Κρίνουμε ότι ορθή είναι η αρνητική απάντηση. Βάσει του άρθρου 213
(1)στην έννοια του "πιστωτή" περιλαμβάνεται και ο "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" (contingent or perspective creditor). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία ως ενδεχόμενος πιστωτής, βάσει του άρθρου 224
(1)του αγγλικού Νόμου, θεωρείται "a person towards whom, under an existing obligation, the company may or will become subect to a present liability on the happening of some future event or at some future debt" - πρόσωπο έναντι του οποίου, βάσει υφιστάμενης υποχρέωσης, η εταιρεία ενδέχεται ή πρόκειται να ευρεθεί υπόλογη παρούσης ευθύνης με την επέλευση κάποιου μελλοντικού γεγονότος ή σε κάποια μελλοντική ημερομηνία (βλ. Re William Hockley [1962] 1 W.L.R. 555, Re Community Development Pty [1969] Qd. R.1 και Palmer΄s Company Law, 23rd Ed., 1127, para. 85-15). Με άλλα λόγια, "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" σημαίνει πιστωτή υπό αναβλητική αίρεση ή πιστωτή υπό αναβλητική προθεσμία όπως είναι ο πιστωτής μη ληξιπρόθεσμου χρέους, π.χ. μη πληρωτέας συναλλαγματικής, ή ο εγγυητής που δεν ξόφλησε χρέος της εταιρείας ή ο εκμισθωτής αναφορικά με μελλοντικά ενοίκια. Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer΄s πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury΄s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477). Στην περίπτωση της εφεσείουσας δεν βρισκόμαστε μπροστά σε "ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή", δηλαδή πιστωτή έναντι του οποίου η υποχρέωση της εφεσίβλητης υφίσταται μεν αλλά τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή αναβλητική προθεσμία. Βρισκόμαστε μπροστά σε πρόσωπο έναντι του οποίου, με την υπεράσπιση στην ανταπαίτησή του, αμφισβητείται αυτή τούτη η υποχρέωση της εταιρείας. Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια, μπροστά σε πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως η εφεσείουσα, έστω και εάν μέρος της ανταπαίτησής της είναι για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, δεν είναι ούτε υφιστάμενος ούτε ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής, υπό την έννοια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν είχε το απαραίτητο locus standi για να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης καθ' η στιγμή τελούσε υπ' αμφισβήτηση η ανταπαίτησή της στην αγωγή». Σημαντική στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως είναι η υπόθεση In re Islington Metal & Planting Works Ltd
(1984)WLR 14. Το θέμα που ηγέρθη είναι κατά πόσο απαιτήσεις προερχόμενες από αστικό αδίκημα και ειδικότερα από οχληρία, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, εναντίον περιουσίας εταιρείας που τέθηκε υπό εκκαθάριση, μπορούν να επαληθευτούν. Εξηγήθηκε ότι αποδοχή επαλήθευσης χρεών αποφασίζεται από την ημέρα της έναρξης της εκκαθάρισης. Σχετικό επί τούτου είναι και το Άρθρο 218
(2)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  1. Υπεδείχθη επίσης ότι οι κανόνες εκκαθάρισης και πτώχευσης εξομοιώνονται (assimilated). Επί πτώχευσης, μη εκκαθαρισμένες απαιτήσεις προερχόμενες από αστικό αδίκημα δεν μπορούν να επαληθευτούν. Η αναλογία μεταξύ της πτώχευσης και της εκκαθάρισης μια εταιρείας είναι η ίδια. Όπως παραστατικά τέθηκε: « So also in a winding up; it is not in my judgment, admissible to proof in the winding up; the company dies and the claim cannot pursued thereafter». Τα πιο πάνω απόσπασμα ενέχει ιδιαίτερη σημασία, αφού επί πτώχευσης δεν εγείρεται θέμα θανάτου του πτωχεύσαντος. Όπως επίσης εξηγήθηκε, έχει σημασία ο λόγος για τον οποίο τέθηκε η εταιρεία υπό εκκαθάριση. Στην περίπτωση που η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση της εναγομένης 1, κατ' αναλογία επί πτώχευσης, απαιτήσεις από αστικά αδικήματα εξαιρούνται. Εξηγήθηκε η διαφορά μεταξύ εκκαθάρισης αφερέγγυας και φερέγγυας εταιρείας. Υπεδείχθη ότι: «It is also plain that on a company which is not insolvent going into liquidation, section 316 of the Act of 1948 applies and "all claims" are admissible to proof. In such a case persons who were in the position of the present tort claimants against a solvent company would be able to proof in a winding up and the liquidator in such case would have to make a "just estimate" of the value of the claim». Η διαφορά μεταξύ φερέγγυας και αφερέγγυας εταιρείας προνοείται στο πιο πάνω άρθρο 298Β του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, αφού οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου εφαρμόζονται, όπως ευθέως καταγράφεται επί αφερέγγυας εταιρείας. Η πιο πάνω ανάλυση, αναπόφευκτα οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη. Η διαφορά μεταξύ φερέγγυας και αφερέγγυας εταιρείας, αφορά τις ενέργειες που θα πρέπει να κάμει και τα μέτρα που θα πρέπει να λάβει ο εκκαθαριστής ως προς την επαλήθευση των χρεών, και όχι για την έκδοση εναντίον του δικαστικού διατάγματος δυνάμει οχληρίας εναντίον «νεκρού» νομικού προσώπου. Εκτός βέβαια αν ο Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εναγόμενης 1 συνεχίζει τις εργασίες της ψαροταβέρνας της εναγομένης
  2. Δεν είναι βέβαια αυτή η θέση της ενάγουσας. Η επιστολή του ΚΟΤ που δόθηκε με την αγόρευση του δικηγόρου της ενάγουσας δεν μεταβάλλει την κατάσταση πραγμάτων, αφού η εναγομένη 1 εξακολουθεί να ευρίσκεται υπό εκκαθάριση. Εναπόκειται στον Επίσημο Παραλήπτη να εξετάσει και να διερευνήσει το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου του ΚΟΤ. Η πιο πάνω κατάληξη αναφορικά με τον εναγόμενο 1 δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της αγωγής εναντίον και του εναγομένου
  3. Έχει ήδη γίνει μία περιγραφή της έκθεσης απαιτήσεως της ενάγουσας, καθώς και των αξιούμενων διαταγμάτων. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον του εναγομένου 2, πέραν του γεγονότος ότι, και αυτό είναι αυτονόητο, ότι ο εναγόμενος 2, εκ του νόμου εξέδωσε την άδεια λειτουργίας της εναγομένης 1 ψαροταβέρνας. Επιβεβαίωση αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ουδέν ουσιαστικά αξιώνεται εναντίον του εναγομένου
  4. Όλα τα διατάγματα που επιζητούνται στις αξιούμενες θεραπείες στρέφονται εναντίον της εναγομένης 1 και κυρίως αφορούν την άρση της ισχυριζόμενης οχληρίας εκ μέρους της εναγομένης
  5. Προκύπτει συνεπώς ότι δυνάμει της Δ.27, η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον και του εναγομένου
  6. Υπάρχει ακόμα ένα θέμα που εγείρεται από την κα Κουλλαπή. Η αγωγή έχει ως βάση της τη δημόσια οχληρία, σχετική είναι η παράγραφος 6 της εκθέσεως απαιτήσεως, χωρίς όμως να υπάρχει δικογραφημένη θέση και/ή αξίωση για ειδική ζημιά της ενάγουσας, σύμφωνα με το Άρθρο 45 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, και τούτο καθόσον αφορά και τους δυο εναγόμενους. Το δικαστήριο δεν θα προβεί σε ανάλυση επί του θέματος, ως προς τις εφαρμοζόμενες αρχές επί δημόσιας οχληρίας χρήσιμη είναι η παραπομπή στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζιπίτη κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ.749, καθώς και την αγγλική υπόθεση Sedleigh-Denfield v. O' Callagham
(1940)2 All.E.R. 349 και κυρίως ως προς την πρόθεση του κατόχου να βλάψει στα πλαίσια της μη εύλογης χρήσης της περιουσίας του. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται τόσο εναντίον του εναγομένου 1 όσο και εναντίον του εναγομένου 2. Αναφορικά με τα έξοδα και εν όψει της εξέλιξης που επήλθε στην εναγόμενη 1, κρίνεται δίκαιο να μην εκδοθεί καμιά διαταγή για τα έξοδα. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.