ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5837/13, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5837/13 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιουνίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Σ. Αγγελίδης, για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ (ΔΘ336). Για τον Εναγόμενο: Η κ. Δ. Παπαμιλτιάδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγομένου ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη. Αποτελεί εκδοχή του ενάγοντα ότι περί την 17.10.08, ο εναγόμενος δίωξε κακοβούλως τον ενάγοντα διά της Ποινικής Υπόθεσης 15956/08 στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας («η υπόθεση 15956/08»), για αδικήματα που αφορούν σε συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και προμήθεια ναρκωτικών Τάξεως Α από άλλο πρόσωπο. Στις 20.10.08, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας («το Επαρχιακό Δικαστήριο»), ύστερα από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση του ενάγοντα μέχρι την εμφάνιση του στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας («το Κακουργιοδικείο»), διέταξε όπως τούτος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την 11.12.08, που ήταν ορισμένη η υπόθεση στο Κακουργιοδικείο. Στις 12.12.08, το Κακουργιοδικείο μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής διέταξε την κράτηση όλων των κατηγορουμένων (και του ενάγοντα ως κατηγορουμένου 3), μέχρι την 4.3.09, που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στις 3.4.09, το Κακουργιοδικείο απέρριψε αίτημα για κράτηση του ενάγοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο διατάζοντας όπως αφεθεί ελεύθερος υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης €30.000,00, με αξιόχρεο εγγυητή, παράδοση προς την Αστυνομία του διαβατηρίου και ταξιδιωτικών του εγγράφων, εμφάνισης του μια φορά τη μέρα σε Αστυνομικό Σταθμό και τοποθέτησης του ονόματος του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία. Στις 5.10.09, το Κακουργιοδικείο μετά από δίκη εντός δίκης για τρεις καταθέσεις της κατηγορουμένης 1 (με τις οποίες ενοχοποιούσε τον ενάγοντα), αποφάσισε πως αυτές δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτές αφού η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος που είχε για να πείσει περί του εθελούσιου τους. Στις 16.12.09, το Κακουργιοδικείο, κρίνοντας ότι η μαρτυρία εναντίον του ενάγοντα ήταν ανεπαρκής, απεφάνθη πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και απέρριψε την υπόθεση απαλλάσσοντας και αθωώνοντας τον στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Όλες οι προηγηθείσες ενέργειες και συμπεριφορά τού εναγομένου ή των αντιπροσώπων του ή και των μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου έλαβαν χώραν κακοπροαίρετα και με μόνη έγνοια την ποινική δίωξη του ενάγοντα άνευ νομικού υποβάθρου ή ίχνους μαρτυρίας. Ο εναγόμενος καταχώρισε την ποινική υπόθεση κατά του ενάγοντα και αιτήθηκε την κράτηση του ενώ ήξερε ότι η μαρτυρία εναντίον του τελευταίου ήταν αντιφατική και πως δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες. Ο εναγόμενος είχε υπόψιν πως κατά την έρευνα της οικίας του ενάγοντα δεν είχε εντοπιστεί ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ή άλλα ενοχοποιητικά τεκμήρια, αγνοώντας συγχρόνως μέρος της μαρτυρίας στον φάκελο της υπόθεσης. Μάλιστα δε, ο εναγόμενος παρέλειψε να συνεκτιμήσει μαρτυρία που προέκυπτε από καταθέσεις μαρτύρων αλλά και από τη μαρτυρία του συγκατηγορούμενου 4 (Αντώνη Καπετάνιου), με βάση την οποία θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί οι κατηγορίες εναντίον του ενάγοντα ή να μην καταχωρούνταν ευθύς εξ αρχής. Ο εναγόμενος συνέχισε την ποινική δίωξη με είχε επίγνωση του αναξιόπιστου, αντιφατικού, ανακριβούς και συγχυσμένου της μαρτυρίας με πλήρη αδιαφορία προς τα δικαιώματα του ενάγοντα, παραλείποντας επίτηδες να ενεργήσουν με την αναμενόμενη επιμέλεια και να εξετάσουν τη μαρτυρία, παραβλέποντας την ανυπαρξία ενισχυτικής μαρτυρίας για θεμελίωση των κατηγοριών και ενεργώντας τουτέστιν δολίως και χωρίς πίστη για ενοχή του ενάγοντα. Ο ενάγων απολύθηκε από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου (όπου υπηρετούσε ως Αστυνομικός), στις 26.5.06, με απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής η οποία επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων για μη σοβαρό πειθαρχικό αδίκημα. Η απόφαση παραμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 27.7.12, ένεκα παραβίασης της αρχής τής αμεροληψίας. Έκτοτε, καμία ενέργεια έγινε για επαναπρόσληψη του ενάγοντα. Παρότι απαλλάχθηκε και αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στην υπόθεση 15956/08, η Αστυνομία εξακολούθησε να τον διώκει προχωρώντας και στην καταχώριση της Ποινικής Υπόθεσης 23311/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας («η υπόθεση 23311/12»), βασισμένη σε παραποιημένα και λανθασμένα πειστήρια. Ειδικότερα, ενώ το σχετικό ένταλμα έρευνας είχε εκδοθεί για την οικία και το υποστατικό του στην οδό Θηρεσίας 9Β στον Στρόβολο, ο εναγόμενος ή οι συν αυτώ, το πλαστογράφησαν διαγράφοντας το γράμμα «Β» ώστε το υποστατικό να περιγράφεται ως βρισκόμενο στην οδό Θηρεσίας 9 στον Στρόβολο, πράττοντας ομοίως και στην πίσω σελίδα του εντάλματος έρευνας απαλείφοντας το γράμμα Β και/ή την αναφορά «ΙΙ» και προσθέτοντας το γράμμα «Α» έτσι που το υποστατικό να περιγράφεται ως ευρισκόμενο στην οδό Θηρεσίας 9Α στον Στρόβολο. Συνεπεία των αδικαιολόγητων και κακόβουλων αυτών ενεργειών του εναγομένου, ο ενάγων παρέμεινε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για περίοδο 5 μηνών και 14 ημερών με παρεπόμενο να υποστεί ανάλογες ζημιές και απώλειες, πόνο και ψυχική ταλαιπωρία. Ο εναγόμενος αρνείται τα όσα του επιρρίπτονται από τον ενάγοντα, προτάσσοντας πως οι ενέργειες του (ως και αυτές της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου), ήσαν καθόλα νόμιμες, θεμιτές εύλογες και δίκαιες και ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Απαύγασμα των θέσεων του εναγομένου είναι και το ότι η διεξαχθείσα έρευνα εναντίον του ενάγοντα ήταν αναγκαία και εντός του πλαισίου της νομιμότητας, με την ποινική δίωξη να βασίζεται επί υπαρκτής και βαρύνουσας μαρτυρίας - με τις πιθανότητες καταδίκης να είναι λογικές και πραγματικές - με την καταχώριση των αφορούντων ποινικών υποθέσεων να είναι απαραίτητη για προστασία του δημοσίου συμφέροντος και κατίσχυση του Δικαίου. Η Αστυνομική Δύναμη Κύπρου λειτούργησε σε κάθε στάδιο του ανακριτικού και διωκτικού έργου επιμελώς, συλλέγοντας και παρουσιάζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, με την αθώωση του ενάγοντα να συγκροτεί στοιχείο άσχετο και ανεξάρτητο της αστυνομικής εξέτασης που προηγήθηκε. Στη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ακολουθία γεγονότων για ποικίλες συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα γεγονότα αυτά (ασχέτως αν δεν τα αναφέρω ρητώς στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για υποστήριξη της αξίωσης ο ενάγων παρουσίασε μόνο τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1), ενώ ο εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία ή κλήτευσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Συνοψίζω τη μαρτυρία του Νικόλα Νικολάου (ΜΕ1), υπογραμμίζοντας συγχρόνως πως οι περικοπές από τα πρακτικά και τις αγορεύσεις αποδίδονται αυτούσιες. Ο Νικόλας Νικολάου (ΜΕ1), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ασχολήθηκε με πτυχές της υπόθεσης και γεγονότα που κατ' αυτόν επιρρώνουν την αξίωση, καταθέτοντας συνάμα και αριθμό τεκμηρίων (Τεκμήρια 1-20). Διεξήλθα και αποτίμησα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, έχοντας πάντοτε υπόψη τη σχετική δικογραφία στην πλήρη έκταση της. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τον μάρτυρα που κατέθεσε, αξιολογώντας τη μαρτυρία του με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων του μάρτυρα (που αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας του), τα όποια προσωπικά συμφέροντα ή προκατάληψη του στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά περί των οποίων κατέθεσε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές του δηλώσεις, την ειλικρίνεια του και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων του στο εδώλιο και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε ενώ έδινε μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του μάρτυρα αντιλαμβανόμενος πως κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και επί τω λόγω ότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να πηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Με τα ανωτέρω στο μυαλό (ως αυτοκαθοδήγηση), σημειώνω πως ο Νικόλας Νικολάου (ΜΕ1), δεν μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς, ήταν ανακόλουθος σε κάποιες πτυχές της μαρτυρίας του, δίδοντας την ζωηρή αίσθηση ότι μόνη ανησυχία του ήταν η αποστασιοποίηση του από καθετί που μπορούσε ενδεχομένως να σκιάσει την καλή εικόνα που ήθελε να εκπέμψει ως μάρτυς και διάδικος, αλλά και η επίτευξη πλήγματος ως εκ του προβαλλόμενου καλού χαρακτήρα του και άλλων ιδιοτήτων του, στο σύνολο της αστυνομικής και ανακριτικής πραγμάτευσης της περίπτωσης. Ένα μόνο απλό παράδειγμα θα υποσημειώσω, δίχως να χρειάζονται άλλα, λόγω και της φύσης της διαφοράς και της πολύ υποβαθμισμένης, τρόπον τινά, αξίας που θα μπορούσε να έχει στα πράγματα η αξιοπιστία του μάρτυρα σε ό,τι εδώ νοιάζει. Είπε λοιπόν σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης, ότι δεν κατηγορήθηκε ποτέ για ποινικό αδίκημα. Εντούτοις, κατοπινά (πάλι κατά την αντεξέταση), παραδέχθηκε πως είχε, τωόντι, κατηγορηθεί για ποινικό αδίκημα δίχως όμως να εξειδικεύει καθαρώς την περίπτωση που εννοούσε, μη υποβληθείσας και οποιασδήποτε ερώτησης κατά την επανεξέταση επί τούτου. Γνωρίζουμε ότι ο μάρτυς είχε κατηγορηθεί στην υπόθεση 15956/08. Άρα, η θέση του, εξανδραποδίζεται μόνο από αυτό. Το παράδειγμα τούτο, για όσο θα μπορούσε να αξίζει, είναι και αυτό δεικτικό της ευκολίας με την οποία ο μάρτυς τοποθετούνταν επί πτυχών που καλούσαν στην επίδειξη περισσότερης προσοχής για να πει κανείς το λιγότερο. Δεν ήταν, όμως, αυτή η έκφανση της μαρτυρίας του ενάγοντα, η καίρια, στα όσα τώρα απασχολούν. Η χαρακτηριστικότερη, ήταν η ροπή του προς την υπερβολή και η ένδεια ακριβούς και προσδιορισμένου λόγου, ιδιαίτερα για τα περιστατικά των υποθέσεων 15956/08 και 23311/12, τα οποία προέτασσε ως ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα γεγονότων, γνώμης, υποψιών και υπονοιών, διαλέγοντας και αναδιπλώνοντας (ανά περίστασιν), όσα τον βόλευαν προς ενδυνάμωση των θέσεων του, συνταιριάζοντας την ίδια στιγμή γεγονότα που ενώ άπτονταν της υπόθεσης 23311/12, μεταφέρονταν ως να αφορούσαν στην υπόθεση 15956/08 και αντιστρόφως. Ήταν έκδηλο ότι ο μάρτυς διέπλασε μονοσήμαντη πεποίθηση για τα επίδικα θέματα επιρρίπτοντας διαρρήδην ευθύνες και προθέσεις στον εναγόμενο και στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου βασιζόμενος, ως επί το πλείστον, επί γενικόλογων αιτιάσεων και εικασιών. Είχε βεβαίως (ο μάρτυς) δικαίωμα να παραθέσει και αναπτύξει τη μαρτυρία του με τον τρόπο και το ύφος που έκρινε πως ήταν το σωστό. Αναντίρρητο τούτο. Δεν παύει όμως η συμπεριφορά του αυτή να εντάσσεται στις πλατύτερες παραμέτρους εκτίμησης των εκδοχών και της εν γένει μαρτυριακής του διάθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367), χωρίς ποτέ να συμπλέκεται η αξιοπιστία του μάρτυρα με το αποδεικτικό βάρος τεκμηρίωσης των όσων εν προκειμένω αποτελούν σημείο αντιμαχίας με τον εναγόμενο, μια και κάτι τέτοιο (ως τελικό αποτέλεσμα), θα ήταν στοιχειωδώς (και ως ζήτημα αρχής) απαράδεκτο (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαήλ και Άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Έφ 145/14, ημ. 15.4.16, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Επιβάλλεται, ως παρένθεση, με τη δική της σημαντικότητα στην αξιοπιστία του μάρτυρα (αφού ετέθη προς αυτόν συγκεκριμένη υποβολή κατά την αντεξέταση και αναπτύχθηκε ακολούθως επιχειρηματολογία κατά τις αγορεύσεις), να υπογραμμιστεί ότι οι αναφορές του σε προηγούμενη κατ' ισχυρισμόν καταδίκη του τον Μάιο 2004, για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία, της δημόσιας εξύβρισης, της απειλής και της διασάλευσης της ειρήνης (και της τιμωρίας του σε ποινή προστίμου ΛΚ150,00, από το παρόν Δικαστήριο ως ειπώθηκε), δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάλυσης. Εξηγώ. Η υπό αναφορά καταδίκη, αν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα - διότι ο εναγόμενος όφειλε, κάτι που δεν έπραξε, να παρουσιάσει αντίστοιχη μαρτυρία μέσω αρμόδιου προσώπου (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολαΐδης ν Χ" Ευτυχίου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 633), ή διά κατάθεσης σχετικού αποσπάσματος από το Αρχείο Προηγούμενων Καταδικών της Αστυνομίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Panayi v The Police
(1968)2 CLR 124, R v Albright
(1987)2 SCR 383), ή με επίκληση άλλων αξιόπιστων και επίσημων πηγών πληροφόρησης (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Pahl
(2016)BCCA 234, R v Wesley
(2016)ONSC 408), αφήνοντας έτσι αθεράπευτο αποδεικτικό κενό - έχει πλέον εξαλειφθεί και ο ενάγων αποκατασταθεί δυνάμει των συνδυασμένων προνοιών των άρθρων 4 και 5 του Περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου 70/81. Το γεγονός ότι ο μάρτυς, στα πολλά, έχοντας εκφράσει αβεβαιότητα και δισταγμό στο να παραδεχθεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες των όσων υποτίθεται συνέθεσαν τα αδικήματα της προηγούμενης του καταδίκης (ή ακόμη την ίδια την καταδίκη εν όλω), παραδέχθηκε εν τέλει μέρος της καταδίκης αυτής και τη διάπραξη του αδικήματος της διασάλευσης της ειρήνης, δεν εντάσσει την περίπτωση σε εκείνες περί των οποίων γίνεται ειδική πρόβλεψη στο άρθρο 4
(1)(β) του Περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου 70/81. Η μνεία του πράγματος δεν ήταν αυτόβουλη από μέρους του μάρτυρα ούτε και εμφανώς, στόχευε να εξυπηρετήσει συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης, ή τέλος πάντων αναδείχθηκε από αυτόν σε μια προσπάθεια διασφάλισης των συμφερόντων του και των όσων πρέσβευε. Προήλθε από τον εναγόμενο, με επακόλουθο, υπό αυτό το πλέγμα γεγονότων, η υποτιθέμενη παραδοχή του να εκφεύγει από τα όσα η συζητούμενη νομοθετική πρόνοια αποσκοπεί να διαρθρώσει. Τούτων δοθέντων, το Δικαστήριο αυτοπροειδοποιείται περί του γεγονότος - χωρίς να έχει και δικαστική γνώση της φερόμενης προηγούμενης καταδίκης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Μιχάλη Ευαγγέλου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 297, Φάττας ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 127) - και καταγράφει, ως ουσία, πως διέγραψε συνειρμικώς την άστοχη αναφορά σε προηγούμενη καταδίκη του ενάγοντα αντικρίζοντας το ζήτημα της αξιοπιστίας του αποκλειστικώς στη βάση της αποδεκτής και μόνο μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοΐζου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, Σάββα ν Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258). Απορρίπτω τη μαρτυρία του Νικόλα Νικολάου (ΜΕ1). Η απόφαση του εναγομένου να μην δώσει μαρτυρία ή να παρουσιάσει άλλη μαρτυρία (εκτός των παραδεκτών γεγονότων), δικαιωματική ως ήταν δεν δικαιολογεί άνευ ετέρου την εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων εναντίον του, με αυτή του την επιλογή να μην καθιστά αυταπόδεικτη την αξίωση του ενάγοντα ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με απόδειξη της υπόθεσης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917). Προεξάρχον ζήτημα αναδεικνύεται η προοπτική απόδοσης ευθύνης στον εναγόμενο για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την ενάσκηση των συνταγματικώς οριζόμενων καθηκόντων του εντός της διάστασης που ενδιαφέρει εν σχέσει με το παράπονο του ενάγοντα. Δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Οι εξουσίες του εναγομένου, ως εδώ συζητούνται και δη εκείνες της ποινικής ανάκρισης και δίωξης του ενάγοντα, παραμένουν πράξεις ανέλεγκτες δικαστικώς, κατά τις πρόνοιες των Άρθρων 113 και 114 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση της Meryem Kaya
(2009)1(B) ΑΑΔ 953, Xenophontos ν The Republic, through the Minister of the Interior
(1961)2 RSCC 89). Κατ' ακολουθίαν, ως εκ τούτου και μόνο, η αγωγή χρήζει απόρριψης. Μολαταύτα (για σκοπούς ολοκληρωμένης αντίκρισης της υπόθεσης), θα επιληφθώ και των έτερων θεμάτων και εισηγήσεων που προβλήθηκαν από τον ενάγοντα (την επιχειρηματολογία του οποίου απορρίπτω με κάθε σεβασμό για λόγους που θα καταστούν ακόμη πιο κατανοητοί στη ροή του σκεπτικού). Παρεμβάλλω - πριν προχωρήσω στα υπόλοιπα (και στον ανεπαίσθητο βαθμό που αφορά εδώ) - ότι δεδομένου πως η διοικητική πειθαρχική διαδικασία δεν κατατάσσεται ως συγγενής με την ποινική διαδικασία, δεν χωρεί επί τούτω καταχώριση αγωγής για κακόβουλη δίωξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Αριστοδήμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1(Α) ΑΑΔ 728). Τούτο ως θέμα νομικής τάξης. Επανέρχομαι στην επεξήγηση του σκεπτικού της παρούσας. Το παραθέτω. Υπό μορφή ευρημάτων. Υπήρχε επαρκές μαρτυρικό υλικό που δικαιολογούσε την καταχώριση της επίδικης ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα (στην υπόθεση 15956/08). Τούτο εξάγεται από το ανακριτικό υλικό. Πιο συγκεκριμένα, η επί του εδάφους κατάσταση για τους ανακριτές (και τελικώς στον εναγόμενο), ήταν πως την 7.10.08, μετά από πληροφορίες που έλαβε η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ), ο ενάγων μαζί με κάποια Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ ασχολούνταν με τη διακίνηση κοκαΐνης. Η ΥΚΑΝ έθεσε υπό παρακολούθηση τις οικίες τους. Κατά την παρακολούθηση, γύρω στο μεσημέρι της ίδιας μέρας (7.10.08), ο Αστυφύλακας 1272 Π. Μουστάκας (ΥΚΑΝ), είδε την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να πηγαίνει στην οικία του ενάγοντα (στον Στρόβολο), μαζί με κάποιον Αντώνη Καπετάνιο με το αυτοκίνητο AAA 012 («το αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος. Εισήλθαν για 5 περίπου λεπτά και έφυγαν (με το αυτοκίνητο). Παρακολουθήθηκαν μέχρι ενός σημείου, μετά από το οποίο τα περί ων ο λόγος πρόσωπα χάθηκαν. Οι προσπάθειες εντοπισμού τους ήσαν φρούδες. Μέλη της ΥΚΑΝ έμειναν στο μέρος προς παρακολούθηση του ενάγοντα. Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ και ο Αντώνης Καπετάνιος μετά πάροδο δύο τόσων ωρών επέστρεψαν στην οικία του ενάγοντα με το αυτοκίνητο και αφού μπήκαν στην οικία παρέμειναν για λίγο οπότε και αποχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Η παρακολούθηση της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ και του Αντώνη Καπετάνιου συνεχίστηκε. Περί την 20:20 της ίδιας μέρας, ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), εντόπισε το αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από την οικία της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ, με την τελευταία να επιβιβάζεται. Ο Αντώνης Καπετάνιος το οδήγησε σταματώντας έξωθεν της οικίας. Κατέβηκαν. Έμειναν στην οικία για περίπου 5 λεπτά. Έφυγαν με το αυτοκίνητο τιθέμενοι υπό παρακολούθηση από την ΥΚΑΝ. Οι Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ και Αντώνης Καπετάνιος κατευθύνθηκαν προς την Λάρνακα. Σε κάποιο σημείο πλησίον της παραλίας των Φοινικούδων («οι Φοινικούδες»), σε πολυσύχναστη οδό, η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ αποβιβάστηκε και πεζοπόρησε προς τις Φοινικούδες ενώ ο Αντώνης Καπετάνιος ανέμενε στην περιοχή. Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ) και η Αστυφύλακας 3601 Φ. Χριστοδούλου (ΥΚΑΝ), τη συνοδεία άλλων μελών της ΥΚΑΝ, την έθεσαν υπό πεζή παρακολούθηση. Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ προβαίνοντας σε ύποπτες κινήσεις είσδυσε εντός του εστιατορίου McDonald's στις Φοινικούδες και εξήλθε από άλλη θύρα του εστιατορίου. Πήγε στο εστιατόριο Pizza Hut. Ανέβηκε στα αποχωρητήρια. Παρέμεινε εκεί για πάρα πολύ λίγο. Έφυγε από το εστιατόριο Pizza Hut και κατευθύνθηκε προς το σημείο που την είχε αφήσει ο Αντώνης Καπετάνιος τον οποίον συνάντησε, με αμφότερους να εισέρχονται στο αυτοκίνητο και να ξεκινούν προς Λευκωσία. Το αυτοκίνητο ανακόπηκε για έλεγχο περί ώρα 21:55 από μέλη της ΥΚΑΝ στην Λεωφόρο Ελευθερίας στην Αραδίππου. Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), αντιλήφθηκε την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να ρίχνει τη τσάντα της πάνω από τον Αντώνη Καπετάνιο. Σε έρευνα που επακολούθησε στο αυτοκίνητο, ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), εντόπισε στην τσάντα με τα προσωπικά αντικείμενα της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ ένα άσπρο νάιλον σακούλι μέσα στο οποίο υπήρχε ένα πορτοκαλί κουτί μωρομάντηλων Baby Care. Μέσα εκεί υπήρχαν 3 τεμάχια χαρτομάντιλου και 22 νάιλον κυλινδρικές συσκευασίες περιέχουσες κοκαΐνη. Περιπλέον, ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), βρήκε στην ίδια τσάντα δύο κινητά τηλέφωνα παραλαμβάνοντας τα ως τεκμήρια. Τους επέστησε την προσοχή στο νόμο με την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να απαντά «μα ηντα που λαλεις» και τον Αντώνη Καπετάνιο να αποκρίνεται «εν ηξέρω τίποτε». Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), συνέλαβε και τους δύο για το αυτόφωρο ποινικό αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών εφιστώντας την προσοχή τους στο νόμο, με την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να απαντά «εν δική μας τζιαι εννα πω την αληθκεια» και τον Αντώνη Καπετάνιο να λέγει «εν ηξέρω τίποτε». Μετά, ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), μετέφερε τους δύο συλληφθέντες και τα σχετικά τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ και τους παρέδωσε στον Αστυφύλακα 2479 Α. Καψάλη (ΥΚΑΝ). Ο ίδιος Αστυφύλακας χώρισε με προφύλαξη τα τεκμήρια από τα ναρκωτικά και τα σφράγισε σε ξεχωριστούς φακέλους στην παρουσία της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ, βρίσκοντας και μια απόδειξη αποστολής χρημάτων με την εταιρεία Western Union, την οποία και παρέλαβε ως τεκμήριο, με τον εν λόγω Αστυφύλακα και την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να υπογράφουν τους αντιστοιχούντες φακέλους. Στις 22:30, ο Αστυφύλακας 2479 Α. Καψάλης (ΥΚΑΝ), έλαβε από τον Αντώνη Καπετάνιο δείγμα γενετικού υλικού. Του επέστησε πρώτα την προσοχή στο νόμο και έλαβε τη γραπτή του συγκατάθεση. Στις 23:50, ο ίδιος Αστυφύλακας έλαβε δείγμα γενετικού υλικού από την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ. Της επέστησε την προσοχή στο νόμο και έλαβε προς τούτο γραπτώς τη συγκατάνευση της. Ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά τη σωματική έρευνα που έκανε στον Αντώνη Καπετάνιο με σκοπό την ανεύρεση τεκμηρίων βρήκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia παραλαμβάνοντας το ως τεκμήριο και παραδίδοντας το στον Αστυφύλακα 2479 Α. Καψάλη (ΥΚΑΝ). Την 7.10.08 προς 8.10.08 και μεταξύ των ωρών 23:10 και 00:40 ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Αντώνη Καπετάνιο (βλ. Τεκμήριο 29), αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, με τον ανακρινόμενο να λέγει πως δεν γνώριζε το σκοπό της επίσκεψης τους στην Λάρνακα και ότι τον είχε στείλει ο ενάγων. Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ ανακρινόμενη από τον Αστυφύλακα 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), ο οποίος της επέστησε την προσοχή στο νόμο, με την επικουρία της διερμηνέως Βιολέτας Βασιλείου εξέφρασε επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση, κάτι που επράχθη μεταξύ των ωρών 01:05 και 02:20 (και πάλι με τη βοήθεια της Βιολέτας Βασιλείου). Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ δήλωσε στην κατάθεση της (Τεκμήριο 26), ότι τα ναρκωτικά τα προμηθεύτηκε από κάποιο πρόσωπο στις Φοινικούδες για λογαριασμό του ενάγοντα, με τον τελευταίο να της δίνει και τα χρήματα όταν τον είχε επισκεφθεί νωρίτερα στην οικία του μαζί με τον Αντώνη Καπετάνιο. Είπε επίσης πως το μεσημέρι ήρθε ξανά στην Λάρνακα με τον Αντώνη Καπετάνιο και προμηθεύτηκε την ίδια ποσότητα κοκαΐνης από το ίδιο πρόσωπο και την παρέδωσε στον ενάγοντα. Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ ζήτησε να συνεργαστεί με την Αστυνομία για να συλληφθεί ο εγκέφαλος της σπείρας λόγω του ότι της ανέφερε πως έχει και άλλη ποσότητα κοκαΐνης προτείνοντας σε αυτήν, αν ήθελε, να την προμηθεύσει. Αμέσως η ΥΚΑΝ (με δικαστικό ένταλμα έρευνας), ερεύνησε την οικία του ενάγοντα (στην οδό Θηρεσίας 9Α στον Στρόβολο), όπου και ανευρέθηκαν (ως φάνηκε μετέπειτα) 8,1902 γραμμάρια κοκαΐνης, με τον ενάγοντα ως ύποπτο να συλλαμβάνεται για αυτόφωρο αδίκημα. Στις 8.10.08 και περί ώρα 10:00 άρχισε επικοινωνία μεταξύ της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ και της Gorko Grazyna Tereza στο πλαίσιο της εκφρασθείσας βούλησης της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ να συνεργαστεί με την Αστυνομία με στόχο τη σύλληψη του ατόμου που την είχε προμηθεύσει με ναρκωτικά. Η επικοινωνία γινόταν στην παρουσία του Αστυφύλακα 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), ο οποίος και ενημέρωνε την ηγεσία της ΥΚΑΝ περί των εξελίξεων λαμβάνοντας οδηγίες για το πώς θα εκτυλισσόταν η κατάσταση. Όντως, γύρω στις 14:12, η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ με τη συνοδεία μελών της ΥΚΑΝ, μετέβη στις Φοινικούδες για να συναντηθεί με την Gorko Grazyna Tereza και να προμηθευτεί από αυτήν κοκαΐνη. Η Gorko Grazyna Tereza προσήλθε για να προμηθεύσει την κοκαΐνη στην Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ. Σε κάποια στιγμή όταν ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), βεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για τον προμηθευτή συμφώνως της περιγραφής που έδωσε η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ, την ανέκοψε με τη βοήθεια της Αστυφύλακος 4785 Σ. Ανδρέου (ΥΚΑΝ). Σε έρευνα που επακολούθησε, ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), ανηύρε επί της Gorko Grazyna Tereza ένα τσαντάκι ώμου στο οποίο περιεχόταν ένα κουτί μωρομάντηλων με 23 νάιλον κυλινδρικά σκευάσματα τα οποία είχαν κοκαΐνη και τα οποία ήσαν ίδια με αυτά που βρέθηκαν στην κατοχή της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ την προηγούμενη μέρα (7.10.08). Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), επέστησε την προσοχή της Gorko Grazyna Tereza στο νόμο και αυτή απάντησε «its cocaine». Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), τη συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα, της επέστησε την προσοχή στο νόμο, με αυτήν να απαντά «ok, follow me to my flat and I will cooperate with you». Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), βρήκε στην κατοχή της και παρέλαβε ένα κινητό τηλέφωνο Nokia. Της επέστησε την προσοχή στο νόμο και τούτη απάντησε «take it». Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ (έχοντας εξασφαλίσει γραπτή συγκατάθεση από την Gorko Grazyna Tereza), ερεύνησαν το δωμάτιο της στο ξενοδοχείο Augusta. Κατά την έρευνα η Gorko Grazyna Tereza, παρέδωσε στον Λοχία 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), ένα κουτί χυμού ΚΕΑΝ που περιείχε 25 νάιλον κυλινδρικά σκευάσματα που περιείχαν κοκαΐνη, ίδια με εκείνα που είχαν βρεθεί στην κατοχή της. Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «I told you I will cooperate with you». Μετά, τούτη υπέδειξε στον Λοχία 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), ερμάρι εντός του υπνοδωματίου στο οποίο βρίσκονταν €45.500,00 τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήριο. Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), την πληροφόρησε πως τα λεφτά μπορεί να αποτελούν προϊόν πώλησης ναρκωτικών και της επέστησε την προσοχή στο νόμο. Αυτή απάντησε «yes, it's from selling the last three days». Στη συνέχεια της έρευνας ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), εντόπισε φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και πληροφόρησε την Gorko Grazyna Tereza ότι θα τον παραλάβει για εξετάσεις εφιστώντας την προσοχή της στο νόμο, με αυτήν να λέγει «take it». Ο Λοχίας 4345 Χ. Στυλιανού (ΥΚΑΝ), βρήκε σε κάλαθο αχρήστων και παρέλαβε ένα κινητό τηλέφωνο Samsung, το οποίο η Gorko Grazyna Tereza συναίνεσε να παραληφθεί για εξετάσεις μετά από νενομισμένη προειδοποίηση. Το αυτό συνέβη και με ένα κενό κουτί χυμού μάρκας ΕΝΑ, που ήταν κομμένο στο πίσω μέρος, με την Gorko Grazyna Tereza να μην απαντά οτιδήποτε. Πιο μετά, τα ανευρεθέντα τεκμήρια χωρίστηκαν με τον ενδεδειγμένο και νόμιμο τρόπο και σφραγίστηκαν σε ξεχωριστούς φακέλους στην παρουσία της Gorko Grazyna Tereza. Την ίδια μέρα (8.10.08) και ώρα 16:20 ο Αστυφύλακας 2479 Α. Καψάλης (ΥΚΑΝ), συνέλαβε τον ενάγοντα δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε «αν δεν φύω πόψε που δαμέσα εν ξέρω ηντα που να γίνει». Στις 16:30 ο Αστυφύλακας 2772 Γ. Γεωργίου (ΥΚΑΝ), συνέλαβε τον Αντώνη Καπετάνιο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο, τούτος απάντησε «δεν παραδέχομαι τίποτε». Στις 17:30, ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), συνέλαβε την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και όταν της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «παραδέχομαι». Ακολούθως (στις 8.10.08), κατά την ανάκριση της Gorko Grazyna Tereza από τον Αστυφύλακα 1779 Φ. Ηλία (ΥΚΑΝ), τούτη δήλωσε πως ήθελε να προβεί σε θεληματική κατάθεση, κάτι που έγινε μεταξύ 18:00 και 20:00 από τον Αστυφύλακα 1779 Φ. Ηλία (ΥΚΑΝ), με τη βοήθεια της διερμηνέως Grazyna Νικολάου και επίστησης της προσοχής της Gorko Grazyna Tereza στο νόμο. Η Gorko Grazyna Tereza παραδέχθηκε ότι στις 7.10.08 προμήθευσε δύο φορές την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ με κοκαΐνη και πως τη μέρα που συνελήφθηκε πήγε στις Φοινικούδες για να προμηθεύσει με κοκαΐνη την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ. Παραδέχθηκε περιπλέον πως τα λεφτά στο ερμάρι του υπνοδωματίου προήλθαν από την πώληση ναρκωτικών. Στις 9.10.08 και ώρα 09:05 ο Αστυφύλακας 1779 Φ. Ηλία (ΥΚΑΝ), συνέλαβε την Gorko Grazyna Tereza δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Της επέστησε την προσοχή στο νόμο και τούτη απάντησε «I didn't import the cocaine». Οι τότε ύποπτοι (συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντα), οδηγήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο όπου και εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης τους. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:20 και 19:25 ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), έλαβε από την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ κατάθεση στην οποία τούτη περιέγραψε τα γεγονότα που συνέβησαν στις 8.10.08 (βλ. Τεκμήριο 27), κατά τη σύλληψη της Gorko Grazyna Tereza. Την 10.10.08, έπειτα από επίμονη άρνηση του ενάγοντα να παραστεί στην έρευνα της οικίας του, μεταξύ των ωρών 13:40 και 14:50 εντεταλμένοι αστυφύλακες ερεύνησαν την οικία στην παρουσία του κοινοτάρχη της περιοχής. Ο Αστυφύλακας 1829 Α. Μιλτιάδους (ΥΚΑΝ), βρήκε και παρέλαβε από κομοδίνο εντός του υπνοδωματίου ένα μεταλλικό τασάκι με 19 διαφανή νάιλον που ομοίαζαν με εκείνα στα οποία ήταν συσκευασμένη η κοκαΐνη που είχε κατασχεθεί στην Λάρνακα προηγουμένως. Κατασχέθηκαν επιπροσθέτως φορητοί υπολογιστές και ένας πύργος ηλεκτρονικού υπολογιστή που αργότερα παραδόθηκαν για περαιτέρω εξετάσεις. Στις 11.10.08, λήφθηκαν από τον ενάγοντα και τον Αντώνη Καπετάνιο δείγμα γενετικού υλικού μετά από επίστηση της προσοχής τους στο νόμο και γραπτή τους συγκατάθεση. Πάρθηκε γραπτή κατάθεση από τον Αντώνη Καπετάνιο, ως το Τεκμήριο 30. Στις 15.10.08 και μεταξύ των ωρών 15:20 και 16:00 ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ενάγοντα αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο στην οποία ο ενάγων αρνήθηκε να απαντήσει σε κάποια ερώτηση. Μεταξύ των ωρών 18:00 και 19:10 ο Αστυφύλακας 1914 Δ. Χρίστου (ΥΚΑΝ), έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο με αυτήν να λέγει ότι σε διαφορετικές ημερομηνίες έστειλε λεφτά στον προμηθευτή της μέσω της εταιρείας Western Union (βλ. Τεκμήριο 28). Δοσμένης της ανευρεθείσας ποσότητας ναρκωτικών, η ΥΚΑΝ έκρινε πως η υπόθεση ήταν σοβαρή και πως οι εμπλεκόμενοι έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικώς. Επειδή αρμοδιότητα για εκδίκαση της υπόθεσης είχε το Κακουργιοδικείο ο φάκελος διαβιβάστηκε για αποστολή στην Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας για λήψη συγκατάθεσης για απευθείας δίκη των εμπλεκομένων (και του ενάγοντα), στο Κακουργιοδικείο, κάτι που εγένετο στις 16.10.08 (βλ. Τεκμήριο 1
(17)). Η παραπομπή (και του ενάγοντα), στο Κακουργιοδικείο που θα συνεδρίαζε στις 11.12.08, έγινε από το Επαρχιακό Δικαστήριο στις 17.10.08 (βλ. Τεκμήριο 1
(17)), το οποίο διέταξε και την κράτηση των παραπεμπομένων (περιλαμβανομένου και του ενάγοντα), μέχρι την εμφάνιση τους στο Κακουργιοδικείο, σε απόφαση που εξέδωσε στις 20.10.08 (βλ. Τεκμήριο 12). Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε από τον ενάγοντα, με το Εφετείο να απορρίπτει την έφεση στις 28.11.08, ως το Τεκμήριο 23. Το Κατηγορητήριο στην υπόθεση 15956/08, καταχωρίστηκε στις 11.12.08, ως το Τεκμήριο 11, με τον ενάγοντα να καταγράφεται ως κατηγορούμενος 3, την Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ (ως κατηγορούμενη 1), την Gorko Grazyna Tereza (ως κατηγορούμενη 2) και τον Αντώνη Καπετάνιο (ως κατηγορούμενο 4). Το Κακουργιοδικείο (στις 12.12.08), όρισε την υπόθεση για ακρόαση σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 για την 4.3.09 και για απάντηση αναφορικώς με την κατηγορουμένη 1 στις 18.12.08, διατάζοντας ταυτοχρόνως όπως όλοι οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση «. μέχρι την επόμενη για αυτούς δικάσιμο .» (Τεκμήριο 15). Η ενδιάμεση αυτή απόφαση του Κακουργιοδικείου εφεσιβλήθηκε από τον ενάγοντα (με το Εφετείο να απορρίπτει την έφεση στις 3.3.09 (Τεκμήριο 22)). Στην πορεία της υπόθεσης και μετά από αναβολή (ή αναβολές), η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για την 3.4.09, όταν δόθηκε εκ νέου αναβολή με το Κακουργιοδικείο να διατάζει με ενδιάμεση απόφαση (και ανάμεσα σε άλλα), όπως ο ενάγων αφεθεί ελεύθερος υπό συγκεκριμένους όρους (Τεκμήριο 16). Στην εξέλιξη των πραγμάτων, άρχισε η ακροαματική διαδικασία στο Κακουργιοδικείο, έκβαση της οποίας ήταν η απαλλαγή και αθώωση του ενάγοντα και των κατηγορουμένων 1 και 4 (Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ και Αντώνη Καπετάνιου, αντιστοίχως) από το εκ πρώτης όψεως στάδιο λόγω μη απόδειξης συστατικών των επίδικων αδικημάτων. Το Κακουργιοδικείο πέρανε ότι η μαρτυρία εναντίον του ενάγοντα «. είναι ακόμα πιο ανεπαρκής. Η διακίνηση της κατηγορούμενης 1 και οι επισκέψεις της στην οικία του δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει» (βλ. Τεκμήριο 18). Πριν από την απόφαση αυτή, το Κακουργιοδικείο αποφάνθηκε στις 5.10.09 (κατά πλειοψηφία), για τις γραπτές καταθέσεις της Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ (με τις οποίες ενοχοποιούσε τον εαυτό της, την Gorko Grazyna Tereza, τον ενάγοντα και τον Αντώνη Καπετάνιο), πως η Κατηγορούσα Αρχή «. δεν απέσεισε το βάρος που είχε να πείσει για το εθελούσιο των καταθέσεων χωρίς να απαιτείται να πειστούμε ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης είναι αληθείς» (βλ. Τεκμήριο 17). Από τα πιο πάνω, προκύπτει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, πως η απόφαση των αρμοδίων και συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας (και του εναγομένου ασφαλώς), για ποινική ανάκριση και δίωξη του ενάγοντα λήφθηκε σύννομα υπό περιστάσεις πόρρω απέχουσες (εν είδει ενέργειας ή και παρενέργειας), από το να μπορούσαν να σταχυολογηθούν ως παραβιαστικές συνταγματικών ή άλλων δικαιωμάτων του ενάγοντα. Ο ενάγων διώχθηκε με κύριο αν όχι αποκλειστικό σημείο αναφοράς τις ομολογίες/καταθέσεις των δύο συγκατηγορουμένων του. Το περιεχόμενο τούτων των ομολογιών/καταθέσεων, αντικειμενικώς και εναργώς, διέπλασαν εύλογη και πιθανή αιτία ποινικής δίωξης, με λογική την πιθανότητα καταδίκης του ενάγοντα για όσα θα του καταλογίζονταν (και του καταλογίστηκαν). Η μαρτυρία που υπήρχε εις χείρας των ανακριτικών αρχών και του εναγομένου δεν ήταν καθόλου αντιφατική και συγκεχυμένη (ως λέγει ο ενάγων) και οπωσδήποτε κρινόμενη στο απόγειο της (ή και με χαμηλότερο πήχη), ήταν δυνατόν να συνδράμει στην απόδειξη των κατηγοριών εναντίον του ενάγοντα. Ο εναγόμενος δεν προχώρησε στην ποινική δίωξη γνωρίζοντας πως από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν θα μπορούσαν να στηριχθούν οι κατηγορίες εναντίον του ενάγοντα, μήτε και μαρτυρία (πραγματική και άλλη), θα μπορούσε εκ προοιμίου και συνετώς να χαρακτηριστεί και να κριθεί από τον εναγόμενο ως αναξιόπιστη. Δεν διαφάνηκε τέτοια τάση κατά τους κρίσιμους χρόνους που να κατατείνει σε τέτοιο συμπέρασμα ή συνειρμό. Μηδέ και ο εναγόμενος ή και οι αστυνομικοί ανακριτές (ή άλλοι αστυνομικοί) αγνόησαν εσκεμμένως (ή άλλως) μαρτυρία στον φάκελο της υπόθεσης (ή αλλαχού), με βλέψη την καταδίκη του ενάγοντα. Το ότι ο Αντώνης Καπετάνιος θεώρησε καλό, για δικούς του λόγους, να δώσει κατάθεση προς την Αστυνομία στις 12.11.08 (βλ. Τεκμήριο 13) και να προτάξει πως όταν είχε δώσει την αρχική του κατάθεση προς την Αστυνομία, βρισκόταν υπό πίεση και εκφοβισμό από την τελευταία και πως, αν δεν έγραφε ό,τι του υπαγόρευαν, θα «. τα φόρτοναν ολα εμενα .» και πως η όλη αλήθεια ήταν ότι ο ενάγων δεν «. γνωριζε και δεν είχαι καμια σημετοχή στα γεγονότα της 7.10.08 και ολα αυτά εγιναν για να καταφέρη η Αστυνομια να κλήση [τον ενάγοντα] στην φυλακυ για δικους τους λογους», δεν σημαίνει πως έπρεπε απαρεγκλίτως να στρέψει τα ανακριτικά δρώμενα προς άλλη ρότα. Εκ των πραγμάτων και με τον τρόπο που τούτα εκτυλίχθηκαν, η όποια σπουδαιότητα προσδόθηκε στην κατάθεση του Αντώνη Καπετάνιου (Τεκμήριο 13), δεν ήταν τέτοια που να οδηγήσει σε εκτροπή. Τα προηγηθέντα της ποινικής δίωξης διαβήματα (αλλά και όσα επακολούθησαν αυτής), ήσαν τα προσήκοντα και αυτό φαίνεται από την εν όλω αστυνομική και ανακριτική συμπεριφορά όσων απασχολήθηκαν στην υπόθεση (ως αναδύεται με καθαρότητα και από το σχετικό Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 1)). Ο εναγόμενος, οι ανακριτές και όσοι άλλοι μετείχαν στις επίδικες επιχειρήσεις ενήργησαν με επιμέλεια και καλή πίστη. Το ότι οι συγκατηγορούμενοι δεν χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον του ενάγοντα κατά τη δίκη στην υπόθεση 15956/08, αν και συνεκτιμάται, δεν ακυρώνει ή αμβλύνει ex post facto την απόφαση για διερεύνηση και (επέκεινα) δίωξη του ενάγοντα και τούτο για καλούς λόγους οι οποίοι καθάπτονται της ελαστικότητας που πρέπει συνεχώς να διέπει την ανακριτική/διωκτική λειτουργία, με απόλυτο εννοείται σεβασμό των δικαιωμάτων τού κάθε υπόπτου/κατηγορουμένου (και του ενάγοντα). Ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε που να συνδέει τον εναγόμενο με κακή προαίρεση απορρέουσα είτε από χειρισμούς του ιδίου είτε των Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας ή μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Ο αποδοθείς ψόγος του ενάγοντα κατά του εναγομένου είχε ως εφαλτήριο την κατάληξη του Κακουργιοδικείου στο εκ πρώτης όψεως στάδιο αλλά (και σε κάποια έκταση), την απόληξη στην υπόθεση 23311/12, της οποίας η συνέχιση ανακόπηκε. Η καταχώριση της υπόθεσης 23311/12, δεν βασίστηκε (ως εισηγήθηκε ο δικηγόρος του ενάγοντα), σε παραποιημένη ή λανθασμένη μαρτυρία. Απεναντίας. Για παράδειγμα, το ένταλμα έρευνας που (παραδεκτώς) είχε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντα στις 7.10.08 (βλ. Τεκμήρια 5-7), δεν αποδείχθηκε πως ήταν μολυσμένο από αθέμιτη επέμβαση ή αλλοίωση. Η φαινομενική διαγραφή στο σώμα του εντάλματος (με αναφορά στη διεύθυνση της οικίας του ενάγοντα) «. στην οδό Θηρεσίας 9Β .», του χαρακτήρα «Β», με επακόλουθο η διεύθυνση του να αναγιγνώσκεται ως «Θηρεσίας 9», δεν συναρτήθηκε επαρκώς με οιαδήποτε δόλια ή ποταπά κίνητρα, πόσω μάλλον του εναγομένου (ή των αστυνομικών/ανακριτών). Το σβήσιμο μονογραφήθηκε. Όπως και η προσθήκη στο πίσω μέρος του εντάλματος που αναφέρεται «. στην οδό Θηρεσίας 9Α». Κατά τεκμήριο - και ελλείψει άλλων παραγόντων ή περιστάσεων - οι προσθήκες/απαλείψεις έγιναν κατά το χρόνο έκδοσης του εντάλματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Gibbs and Others v Rea
(1998)3 WLR 72). Παρενθέτεται, ότι το επίμαχο ένταλμα έρευνας, ως δικαστική απόφαση (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Συνδέσμου για την Πρόληψη Βίας στα Γήπεδα και την Προαγωγή Άλλων Κοινωφελών Σκοπών
(1996)1(Α) ΑΑΔ 171), μπορούσε να προσβληθεί από τον ενάγοντα διά προνομιακού εντάλματος, αφού μόνο έτσι θα ήταν δυνατός ο έλεγχος του κύρους του (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαμάλη ν Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου
(2010)2(Α) ΑΑΔ 329, 343-344), θέτοντας, ο ενάγων, αν επιθυμούσε (σε σχέση με τα περί αθέμιτης επέμβασης στο ένταλμα, αφορούσας τη διεύθυνση της οικίας του ενάγοντα), την ύπαρξη, φερ' ειπείν, δόλου ή ψευδορκίας κατά την έκδοση του (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Μιχάλη Μιχαήλ, ΠΕ 345/13, ημ. 30.1.15), ή ακόμα και παράλειψη αναφοράς στον συνοδευτικό όρκο ουσιωδών γεγονότων περί του ζητήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση των Αντώνη Ανδρέου & Σια ΔΕΠΕ και Άλλου, ΠΕ 348/15, ημ. 9.6.17). Θα μπορούσε και να συζητήσει ποικίλα άλλα θέματα εντός της ενότητας της ούτω καλουμένης λανθασμένης διεύθυνσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Osbourne v Minister of Justice and Others
(2006)IEHC 117). Τίποτε από αυτά δεν έκανε. Ερχόμενος σε αυτή τη διαδικασία να προσβάλει, σε τελευταία ανάλυση, τη νομιμότητα ή και τις συνθήκες έκδοσης του εντάλματος καλώντας το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να αναθεωρήσει κατ' ουσίαν τα της έκδοσης του εντάλματος, κάτι απαράδεκτο, αφού το Επαρχιακό Δικαστήριο «. ως κατώτερο Δικαστήριο .», στερείται δικαιοδοσίας αναθεώρησης αποφάσεων ή διαταγών άλλων πρωτόδικων Δικαστηρίων (βλ. κατ' αναλογίαν, Al-Hamad and Another v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117). Εκείνο που έχει σημασία - και ορθώς υπεδείχθη από την συνήγορο του εναγομένου στις αγορεύσεις - είναι ότι η επίδικη έρευνα διεξήχθη στην οικία του ενάγοντα, ως το παραδέχθηκε εξάλλου και ο ίδιος ενάντια στο συμφέρον του κατά τη μαρτυρία του και με τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο, για τούτο τον λόγο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Αθανασίου και Άλλων
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2012, Awake Security Services Limited v Μαυρομμάτη και Άλλης
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1257), να αποδεχθεί το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ως αξιόπιστο, σε αντίθεση με το υπόλοιπο (βλ. κατ' αναλογίαν, Φάρμα Ρένος Χ" Ιωάννου ν Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331). Ο ενάγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση του εναντίον του εναγομένου βάσει του άρθρου 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (βλ. Π. Αρτέμης, Γ. Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα: Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμ. 1, 2003, σελ. 105-108). Οι ενέργειες του εναγομένου είχαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως αποκλειστικό μέλημα την προσαγωγή του ενάγοντα, ως παραβάτη, ενώπιον της Δικαιοσύνης, για ορθούς και γνήσιους λόγους. Η απαλλαγή και αθώωση του ενάγοντα, ή ακόμη και η διακοπή/στασιμότητα της εναντίον του υπόθεσης (23311/12), δεν συναποτελεί αίτιο που από μόνο του θα μπορούσε να τείνει σε κακοπιστία του εναγομένου ή των αστυνομικών λειτουργών έναντι του (βλ. κατ' αναλογίαν, Κλεάνθους ν Μιλτιάδους
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1111, Πίτσιλλος ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 ΑΑΔ 268, Elguzouli-Daf v Commissioner of Police of the Metropolis and Another
(1995)QB 335). Η απόφαση του εναγομένου να διώξει τον ενάγοντα - και τούτο ως ζήτημα αρχής ισχύει οριζοντίως σε κάθε όμοια ή παρόμοια περίπτωση - δεν εμπερικλείει ή υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού στην αυτονομία και αξιοπρέπεια του ενάγοντα (ως κατηγορουμένου) παρά μόνο θέτει αρμοδίως και καθηκόντως το ζήτημα για την απόφανση περί της ενοχής ή αθώωσης του ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου (εδώ του Κακουργιοδικείου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου), που με τη σειρά του έχει την ευθύνη κρίσης επί κάθε παράλληλου, επάλληλου και σχετικού θέματος, συμπεριλαμβανομένης της κράτησης και της επιβολής ποινής (βλ. κατ' αναλογίαν, SXH v The Crown Prosecution Service
(2017)1 WLR 1401). Η αγωγή καλεί σε απόρριψη. Με αυτά ως δοσμένα - και με κατά νουν την ιδιάζουσα φύση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης - η παρούσα κρίνω ότι δεν προσφέρεται για (κατά πρακτική) ενασχόληση σε αυτό το στάδιο με το ζήτημα των αποζημιώσεων που θα μπορούσαν να επιδικαστούν υπέρ του ενάγοντα αν και εφόσον επετύγχανε η αγωγή για να δύναται το Ανώτατο Δικαστήριο (στο ενδεχόμενο αποκλίνουσας άποψης), να προχωρήσει στα πρέποντα με ανοικτή την προσδοκία αποφυγής έκδοσης διατάγματος επανεκδίκασης. Η περιγραφόμενη πρακτική είναι γεγονός πως μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν πρέπει να ακολουθείται (βλ. κατ' αναλογίαν, Nicolaides ν Economides
(1963)2 CLR 78, 81). Η μέθοδος, εμπεδωμένη ως είναι για υποθέσεις οδικής κυρίως (αλλά όχι μόνο) αμέλειας και προσωπικών τραυματισμών/ζημιών (personal injury cases), δεν ενδείκνυται, κατά την ταπεινή μου αντίληψη, στην κάθε περίπτωση αστικού αδικήματος και τούτο διότι αναπόσπαστο συστατικό μέρος των προς επιδίκασιν αποζημιώσεων (τοσούτω δε μάλλον των τιμωρητικών και των παραδειγματικών αποζημιώσεων), συνιστά και η γενικώς προκλητική, θρασεία ή άλλη παρόμοια συμπεριφορά των άμεσα εμπλεκόμενων στην αδικοπραξία, μεταβλητές που, ως εκ των ευρημάτων μου, δεν υφίστανται, ακριβώς, γιατί, η μαρτυρία (εδώ του ενάγοντα), έχει απορριφθεί. Όπως και να έχουν τα πράγματα και για να αποφευχθεί η όποια δικονομική και άλλη ταλαιπωρία του ενάγοντα (με άμεση επίδραση στην κοινή αντίληψη ως προς την αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης), θα ακολουθήσω την προβληθείσα πρακτική για να καταγράψω ότι ο ενάγων δεν πέτυχε να αποδείξει με την απαραίτητη αυστηρότητα που η νομολογία ορίζει οιανδήποτε ειδική ζημιά (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, 243). Ούτε και απέδειξε ο ενάγων πως δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν Βασιλείου και Άλλων, ΠΕ 381/10, ημ. 26.5.15, McGregor, On Damages, Sweet & Maxwell, 18η έκδ., 2009, παρ. 38-014 μέχρι 38-015). Ο ενάγων θα δικαιούταν μονάχα σε γενικές αποζημιώσεις για τη βλάβη που υπέστηκε στη φήμη και αξιοπρέπεια του αλλά και για την προσωπική απώλεια της ελευθερίας του ως εκ της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 15956/08 (βλ. McGregor, On Damages, Sweet & Maxwell, 18η έκδ., 2009, παρ. 38-002 μέχρι 38-013). Το ποσό που θα επιδίκαζα υπέρ του ενάγοντα ως γενικές αποζημιώσεις, θα ήταν ύψους €5.000.00, με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (στις 13.9.13), μέχρι εξοφλήσεως, έχοντας κατά νούν τις προσωπικές του συνθήκες, τη θέση του στην κοινωνία, τη γενικότερη επαγγελματική και οικογενειακή του φήμη, την ταλαιπωρία, τον εξευτελισμό, την απαξίωση, τον στιγματισμό, την ταπείνωση και καθετί άλλο που συνυπολογίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις και τεκμηριώνεται από τη μαρτυρία. Ωστόσο όλα τούτα αποτυπώνονται υπό το φακό και τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν επί του ζητήματος τής επιδίκασης αποζημιώσεων, αν η αγωγή είχε αίσιο τέλος για τον ενάγοντα. Που δεν έχει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο