← Κύπρος

Nguyen Thi Thuy Phuong ν. NRC Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 2876/2016, 30/6/2017

Nguyen Thi Thuy Phuong ν. NRC Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 2876/2016, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2876/2016 Μεταξύ: Nguyen Thi Thuy Phuong Ενάγουσας -και- NRC Holdings Limited Εναγομένων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22 Μαρτίου 2017 30 Ιουνίου, 2017. Για την εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Κοζάκου Για την ενάγουσα-Καθ΄ ης ου η Αίτηση: κ. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη-Αιτήτρια δυνάμει της Δ.60, θ.1, υπέβαλε Αίτηση για παροχή ασφάλειας των εξόδων της. Το αίτημα, σύμφωνα με τη Δ.48, θ.8, δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση αλλά στηρίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ήτοι ως καταγράφεται στο σώμα της αίτησης:

(1)Στο ειδικό οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η μόνιμη διαμονή της ενάγουσας βρίσκεται στο Βιετνάμ.
(2)Η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο και στην περίπτωση που απορριφθεί η απαίτησή της η εναγομένη δεν θα μπορέσει να εισπράξει τα έξοδά της. Η εναγόμενη υπέβαλε ταυτόχρονα ενδεικτικό κατάλογο για τα πιθανολογούμενα έξοδα της, ανερχόμενα στο ποσό των €31.000 περίπου. Η ενάγουσα έφερε ένσταση, η οποία κάτω από τον τίτλο «Εξειδικευμένοι Λόγοι Ένστασης», αναφέρει ότι:
(1)Η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
(2)Ο κατάλογος εξόδων περιέχει κονδύλια που είναι υπερβολικά.
(3)Το ποσό που ζητείται να καταβληθεί είναι υπερβολικό και ότι η προθεσμία των 30 ημερών για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού είναι απαράδεκτη.
(4)Ότι η Αίτηση είναι καταπιεστική και στοχεύει να ανακόψει την πορεία της αγωγής και τη σύντομη εκδίκαση της ουσίας της και θα αποστερήσει την ενάγουσα του δικαιώματος πρόσβασής της στο Δικαστήριο.
(5)Η Αιτήτρια δεν αναφέρεται περί της εμβέλειας και δυναμικής της υπεράσπισής της. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, αναφορά στην οποία θα γίνει στη συνέχεια. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν γραπτώς αγορεύσεις, χωρίς να ζητηθεί αντεξέταση του ομνύοντος εκ μέρους της ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις εκατέρωθεν αγορεύσεις των μερών και στη συνέχεια, όπου είναι αναγκαίο θα γίνει ειδική αναφορά. Έχουν παρατεθεί οι λόγοι ένστασης και ως ορθά υποδεικνύει και η κα Κοζάκου για την Αιτήτρια, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται και σε θέματα, τα οποία δεν καταγράφονται στο σώμα της ένστασης. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη και άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 92, τονίστηκε το εξής: «. Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Σχετικές είναι οι επιτακτικές πρόνοιες της Διαταγής Δ.48 Θ.4
(1)σύμφωνα με την οποία κάθε Ειδοποίηση Ένστασης θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και «θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Ουσιαστικά, ως κύριος λόγος ένστασης που προβάλλεται με την ένορκη δήλωση, είναι ότι η Αιτήτρια έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος, και στην απουσία υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της για την πιθανή οικονομική αδυναμία της ενάγουσας, δεν έχει αποδείξει το στοιχείο αυτό. Το υπόλοιπο μέρος της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Καθώς η πιο πάνω νομολογία υποδεικνύει ότι λόγοι που δεν προβάλλονται στην ένσταση δεν μπορούν να προωθηθούν, η ένσταση επί του συγκεκριμένου, όσα και αντιστοίχως προωθούνται δια της γραπτής αγορεύσεως του κ. Σαββίδη είναι εκτός των λόγων ενστάσεως. Αναπόφευκτα όμως, το θέμα αυτό θα εξεταστεί στα γενικότερα πλαίσια των αρχών που διέπουν την παροχή ασφάλειας εξόδων εκ μέρους της ενάγουσας στα πλαίσια της Δ.60. Η Δ.60, θ.1 και 2 προνοεί σε ελεύθερη μετάφραση τα ακόλουθα:- «ΔΙΑΤΑΓΗ 60: ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ Ο ενάγων (και, σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει απλώς τη φύση συμψηφισμού, ο εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα, έστω και αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αγωγές, οι οποίες εγείρονται από πρόσωπα, τα οποία διαμένουν εκτός Κύπρου ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η απαίτηση του ενάγοντος στηρίζεται σε απόφαση ή διάταγμα ή διαπραγματεύσιμο έγγραφο θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ζητεί από τον ενάγοντα να δίδει ασφάλεια για έξοδα. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.» Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, στην αντίστοιχη Αγγλική O.65, r.6A, σελ.1884 - 1887, ο κανόνας ήταν άκαμπτος και από την στιγμή που ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού διατασσόταν η παροχή εγγύησης. Στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Έτσι και η δική μας νομολογία προσαρμόστηκε στις νέες σύγχρονες αντιλήψεις αλλά και στη προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, άλλως Στυλιανού, Πολ. Έφεση 31/12, ημερ.8.4.14, υπεδείχθη ότι: «Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διάδικου εναντίον του οποίου η διαταγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διάδικου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του». Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, 436, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αναφέρθηκαν τα εξής: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος 'may' (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384 - 385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του. Οι ίδιοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη και στην άσκηση της ίδιας εξουσίας στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας με την εξής επιφύλαξη: Το βάρος για την τεκμηρίωση εκ μέρους του ενάγοντα (εφεσείοντα) ισχυρής υπόθεσης είναι πολύ μεγαλύτερο ενόψει της ετυμηγορίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Προκύπτει συνεπώς πως ως πρώτο θέμα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει ως ζήτημα δικαιοδοσίας, είναι η συνήθης κατοικία της ενάγουσας. Από τον φάκελο της υπόθεσης εξάγεται ότι στον μεν τίτλο της αγωγής αναγράφεται ότι η ενάγουσα είναι από το Βιετνάμ, στην δε παράγραφο 1 της εκθέσεως απαιτήσεως αναφέρεται ότι η ενάγουσα είναι κάτοικος εξωτερικού. Περαιτέρω και στα πλαίσια τόσο της παρούσης διαδικασίας, όσο και στα πλαίσια αίτησης προς έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης, προέβη στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση δικηγόρος, γιατί η ενάγουσα είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν είναι ευχερής η προσέλευση της στην Κύπρο. Από το Annual Practice ανωτέρω, σελ.1887, προκύπτει ότι ο τόπος διαμονής του ενάγοντα δηλώνεται και καταγράφεται στον τίτλο της αγωγής και αν δεν δηλώνεται καθόλου, η δηλώνεται εσφαλμένα ο ενάγων μπορεί να διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα. Ούτε και στην ένσταση υποστηρίζεται κάτι διαφορετικό ως προς τον τόπο διαμονής της ενάγουσας που είναι το Βιετνάμ. Ομοίως, σύμφωνα με την Δ.48, Θ.9 (t) το γεγονός (fact) του τόπου διαμονής του ενάγοντα εμφαίνεται (appears) στον τίτλο της αγωγής. Εξάγεται συνεπώς στην βάση όσων έχουν εκτεθεί, ότι η ενάγουσα διαμένει εκτός Κύπρου και σε χώρα άλλη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην βάση αυτών, η εναγομένη δεν έχει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό βάρος και κατά συνέπεια ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.60. Έχει γίνει αναφορά στην Δ.48, Θ.9 (t) σύμφωνα με την οποία αίτηση δυνάμει της Δ.60 δεν απαιτείται να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Almana Engineering v. Glyfos Commercial
(1981)1 C.L.R.273, 288 υπεδείχθη, αναφορικά με την Δ.48, Θ.9 (
  1. t)ότι: «The discretion under our Admiralty rule 185 as well as that under Order 60, rule 1 of the Civil Procedure Rules is a much narrower discretion than that existing today in England under the new Rules and does not force the Court to go into the merits of the case and take into consideration what is alleged in the pleadings before deciding whether an order should be made. That this is so, it is also clear from the provision of Order 48 rule 9(
  2. t)of the Civil Procedure Rules whereby it is provided that an application for security for costs need not be accompanied by an affidavit if the fact relied upon is plaintiff's residence out of Cyprus and such fact appears on the writ of summons. I wish to adopt for the purposes of this application, what was was said by Lord Esher, M.R. in Crozat v. Brogden (supra) at p. 34 and to which I have already referred extensively in this judgment. ".......... if the matter is discretionary, the discretion, unless there is something very exceptional is exercised only in one way"». Θα πρέπει περαιτέρω να υποδειχθεί ότι στους αντίστοιχους Αγγλικούς Θεσμούς δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια όπως την Δ.48 των δικών μας Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και κατά συνέπεια αυτά που αναφέρθησαν στην υπόθεση Hills v. London Passenger Transport Board
(1937)4, All.E.R 230, που αναφέρει η κα Κοζάκου για την αιτήτρια στην αγόρευση της, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής θα πρέπει να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση γεγονότα που να καταδεικνύουν την ανικανότητα του καθ' ου η αίτηση να πληρώσει τα έξοδα, αφορούν περισσότερο την Αγγλική πρακτική, σε αντίθεση με την Δ.48, τηρουμένης και της Δ.48 Θ.4 για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επί του συγκεκριμένου θα γίνει αναφορά και στην συνέχεια. Ο χρόνος υποβολής τέτοιας αίτησης δεν καθορίζεται στην σχετική διαταγή, αντίθετα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο και συνεπώς η ένσταση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση περί καθυστερημένης υποβολής της αίτησης είναι ανεδαφική. Εν πάση περιπτώσει η αίτηση καταχωρήθηκε πριν τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με την Δ.30 και μόλις έκλεισαν τα δικόγραφα. Κατά συνέπεια και υπό αυτή την σκοπιά δεν εγείρεται θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Εφόσον διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου στην εξέταση της αίτησης, σύμφωνα με την Alahmari ανωτέρω, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι αφενός η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του από την άλλη. Η εναγόμενη στην παράγραφο 2 του αιτητικού μέρους της αίτησης αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο και δεν θα μπορέσει να εισπράξει τα έξοδα της. Από την πλευρά της η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί με κάποιο τρόπο την θέση αυτή της εναγομένης. Αντίθετα, αλλού στοχεύει η ένσταση της και όχι στην ύπαρξη περιουσίας εκ μέρους της στην Κύπρο, ώστε αν απορριφθεί η αγωγή η εναγομένη να μπορέσει να εισπράξει τα έξοδα της. Κρίνεται πως στην απουσία αμφισβήτησης εκ μέρους της ενάγουσας ότι δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, η εναγομένη δεν έχει περαιτέρω αποδεικτικό βάρος, ώστε να ζητήσει την ενεργοποίηση της Δ.48 Θ.4, για να καταδείξει οτιδήποτε περισσότερο από εκείνο που η ίδια η ενάγουσα δεν αμφισβητεί. Με άλλα λόγια δεν κατέστη επίδικο θέμα η ύπαρξη ή όχι περιουσίας της ενάγουσας στην Κύπρο ώστε το βάρος επί του συγκεκριμένου να μετατεθεί στην εναγομένη. Για παράδειγμα στην υπόθεση Continental Insurance Company of Hampshire v. O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ 1087, 1090, ο εφεσίβλητος με την ένσταση του εξέθεσε λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και εκ των πραγμάτων η δυνατότητα αποπληρωμής των εξόδων κατέστη επίδικη. Ομοίως στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A v. Bost AD κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1416, υπεδείχθη ότι οι ενάγοντες στην ένορκη τους δήλωση δεν ανέφεραν ότι αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα γιατί δε διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία, την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό, ούτε ότι, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, ώστε να ανακύπτει θέμα εξέτασης του δικαιώματός τους πρόσβασης προς τη δικαιοσύνη, όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το ΄Αρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Προκύπτει συνεπώς πως σε τέτοια περίπτωση, όπως αναλόγως ισχύει και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις μηνιαίων δόσεων, ο αιτητής δεν μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από τον καθ' ου η αίτηση την οικονομική του κατάσταση και εναπόκειται στον ίδιο, αν επιθυμεί να αμφισβητήσει το στοιχείο αυτό και να το καταστήσει επίδικο, να παράσχει λεπτομέρειες της οικονομικής του κατάστασης τέτοιες, που να δικαιολογούν και να υποστηρίζουν την ένσταση του. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1698, 1700, υπεδείχθη ότι η θεμελιακή σκέψη κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης έχει ως βάση τη δυνατότητα του διαδίκου να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια και αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα τότε η αίτηση απορρίπτεται, ώστε να μην απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Θα πρέπει όμως και ο διάδικος εναντίον του οποίου επιζητείται η ασφάλεια εξόδων να παράσχει στοιχεία που να δικαιολογούν την οικονομική του αδυναμία. Η γενική και αόριστη επίκληση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι αρκετή (Hampton ανωτέρω). Παρομοίως στην υπόθεση Studland Holdings Ltd κ.ά ν. Ευσταθίου κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809, 1815, υπεδείχθη ότι: «Οι καθ' ων η αίτηση εφεσείοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν βάσιμα να καταδείξουν ότι η έφεσή τους έχει πιθανότητα επιτυχίας ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για έξοδα θα καταστεί εμπόδιο προώθησης της γνήσιας απαίτησης που έχουν κατά των εφεσιβλήτων/αιτητών, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής των εξόδων των εφεσιβλήτων/αιτητών σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης οπότε, σε τέτοια περίπτωση θα ανέκυπτε θέμα δικαιώματος πρόσβασης του ατόμου προς τη δικαιοσύνη το οποίο, καθηκόντως θα εξετάζαμε ως συναπτόμενο του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62. Βλ. Continental Ins. Co of Hampshire v. O' Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία, Π.Ε. 11265, ημερ. 21.10.2002 και Θεμιστοκλής Σ. Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Αντίθετα, από ό,τι εξ αντιδιαστολής προκύπτει από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, φαίνεται πως οι εφεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν αδυναμία καταβολής των εξόδων..» Σε τέτοιας φύσης διαδικασίες, το δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει από την μια το δικαίωμα του ενός διαδίκου να διασφαλίσει την είσπραξη των εξόδων του σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής του ενάγοντα και από την άλλη, το Συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντα. Η απλή, γενικόλογη και αόριστη επίκληση της αποστέρησης του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, όπως ακριβώς συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση δια του λόγου 6 της ενστάσεως, δεν είναι αρκετή για να ανατρέψει την έκδοση τέτοιου διατάγματος δυνάμει της Δ.
  2. Θα πρέπει να υπάρχει πραγματική και ουσιαστική οικονομική αδυναμία εκ μέρους του διαδίκου, τέτοιας φύσης και δυναμικής ώστε πραγματικά και αποδεδειγμένα να απολήγει, αν εκδοθεί διάταγμα για την ασφάλεια εξόδων, σε αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Και κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά αντίθετα δια του λόγου 4 της ένστασης, όπως αναλύεται και στην παράγραφο 8 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης, αναφέρεται ότι ο χρόνος των 30 που επιζητείται για την παροχή της ασφάλειας είναι σύντομος, που προβάλλει και ως αντιφατικός με την θέση περί αποστέρησης του δικαιώματος πρόσβασής της στο δικαστήριο. Εν κατακλείδι, η εναγόμενη - αιτήτρια δια της αιτήσεως της κατέδειξε αφενός ότι η ενάγουσα, ως η ίδια κατέγραψε στο κλητήριο ένταλμα, διαμένει στο Βιετνάμ και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν διαθέτει στην Κύπρο οποιαδήποτε περιουσία δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί προς είσπραξη των εξόδων της σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής της. Και η ενάγουσα από την πλευρά της ούτε το ένα στοιχείο ανέτρεψε, ούτε και κυρίως το άλλο. Ακόμα ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με την νομολογία είναι η δύναμη ή η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να κριθεί στην ουσία του, αλλά στην όψη των πραγμάτων και στην βάση των δικογράφων εκεί και όπου έχουν καταχωρηθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που κατ' έφεση του βάρος του ενάγοντα είναι μεγαλύτερο, γιατί επί εφέσεως υπάρχει απόφαση του δικαστηρίου, σε αντίθεση με το παρόν στάδιο που το μόνο που υπάρχει είναι τα δικόγραφα της αγωγής. Θα ήταν ίσως ορθότερο, σε τέτοιες περιπτώσεις, ως υπεδείχθη και στην Almana ανωτέρω, να υπάρχουν ή και να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για να μην εκδοθεί διάταγμα για την ασφάλεια των εξόδων, οι οποίες θα κρίνονται στην βάση των προβαλλόμενων λόγων, συμπεριλαμβανομένης και της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου. Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα αποτάθηκε δυνάμει την Δ.18 προς έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης και για τους λόγους που καταγράφονται στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημερ.31.3.17, η αίτηση απερρίφθη. Σημειώνεται πως δεν είναι η ισχύς της υπεράσπισης που λαμβάνεται υπόψη, ως αναφέρεται στην ένσταση, αλλά εκείνη της απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, οι εκατέρωθεν θέσεις έχουν κριθεί έστω και στο επίπεδο της συνοπτικής απόφασης που αναδεικνύει την εκατέρωθεν ισχύ της υπόθεσης εκάστης πλευράς. Το γεγονός ότι απερρίφθη το αίτημα προς έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί στοιχείο που στην όψη του αποτελεί συνυπολογίσιμο παράγοντα εν σχέση με την ισχύ της υπόθεσης εκάστου διαδίκου. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι στο παρόν στάδιο η ισχύς της υπόθεσης δεν μπορεί να κριθεί σε κανένα άλλο πεδίο, αφού στο τέλος της ημέρας η υπόθεση εκάστης πλευράς θα κριθεί κατά την ακρόαση. Παρόλο που η ενάγουσα ουδέν αναφέρει περί της δυναμικής της δικής της υπόθεσης, στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ 459, υπεδείχθη ότι η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αποτελεί πιθανολόγηση και εκτίμηση της πλευράς των εφεσειόντων, που δεν είναι αρκετός για να αποτρέψει το δικαστήριο από διάταγμα παροχής ασφάλειας για τα έξοδα. Πέραν αυτού, δεν έχουν καταδειχθεί εκ μέρους ενάγουσας άλλες ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την απόρριψη του αιτήματος. Κρίνεται συνεπώς ότι η εναγομένη - αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τους σχετικούς παράγοντες προς έκδοση διαταγής για ασφάλεια των εξόδων της. Στην Alhamari ανωτέρω, υπεδείχθη ότι το ποσό της ασφάλειας κατά κανόνα είναι εκείνο το οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. Στην παρούσα υπόθεση η εναγομένη υπέβαλε λεπτομερή κατάλογο εξόδων που τείνει να καθορίσει το ύψος του ποσού. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τον κατάλογο που υπέβαλε η εναγομένη. Έχει επίσης υπόψη του ότι, σύμφωνα με την νομολογία, για παράδειγμα Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 633, 639, 640, η ασφάλεια για τα έξοδα είναι δυνατόν να καλύψει έξοδα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα και πως υπάρχει ευχέρεια έκδοσης σε μελλοντικό στάδιο νέας διαταγής παροχής ασφάλειας για πρόσθετο ποσό αν οι περιστάσεις το απαιτούν. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι τα έξοδα της συνοπτικής απόφασης έχουν επιδικαστεί προς όφελος της εναγομένης. Η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι στον κατάλογο εξόδων υπάρχουν κονδύλια τα οποία είτε είναι αστάθμητα, είτε είναι υποθετικά, όπως για παράδειγμα ότι θα απαιτηθούν 15 εμφανίσεις στο δικαστήριο για την ακρόαση της υπόθεσης, ή πραγματικά έξοδα μάρτυρα από το εξωτερικό. Ομοίως, κατά την κρίση του δικαστηρίου και στην βάση του Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ.5) αναφορικά με τα έξοδα, κρίνεται ότι τα καταγραφόμενα ποσά αναφορικά με τα έξοδα της συνοπτικής απόφασης είναι μεγαλύτερα από τα εκείνα του πιο πάνω Διαδικαστικού Κανονισμού. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης καθώς και την κλίμακα της αγωγής, και έχοντας ως βάση τον ενδεικτικό κατάλογο εξόδων που ενσωματώνεται στην αίτηση, κρίνει ότι το ποσό των €10.000 είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις για παροχή ως ασφάλεια για τα έξοδα. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η ενάγουσα να παράσχει ασφάλεια εξόδων προς την εναγομένη για το ποσό των €10.000. Η ασφάλεια θα παρασχεθεί δια τραπεζικής εγγυήσεως Κυπριακής Τράπεζας προς όφελος της εναγομένης και θα παραδοθεί σε αυτήν, αντίγραφο της οποίας να καταχωρηθεί και εντός του φακέλου του δικαστηρίου. Η τραπεζική εγγύηση θα δοθεί στην εναγομένη εντός 60 ημερών από σήμερα. Η αγωγή αναστέλλεται μέχρι να παρασχεθεί και να δοθεί στην εναγομένη η τραπεζική εγγύηση. Αν η ρηθείσα τραπεζική εγγύηση δεν δοθεί στην εναγομένη εντός της περιόδου των 60 ημερών η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης και σε βάρος της ενάγουσας καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.