ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής: 8676/2010, 19/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 8676/2010 Μεταξύ: ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗ Ενάγοντα και 1.ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ 2.Πανίκου Νικολαΐδη 3.Λούη Μακρή Εναγομένων ----------- Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2017 Για τον ενάγοντα/καθ'ου η αίτηση: κα Ανδρέου Για τους εναγόμενους 1,2,3/αιτητές: κος Βασιλακάς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της υπεράσπισης. Αυτό και μόνο φανερώνει ότι η αίτηση υποβάλλεται από τους εναγομένους. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.25 κ.κ.1 και 5 και στη Δ.48 κ.κ.1-4 και
- Περιπλέον, επικαλείται την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση παρατίθεται σε ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την οποία ορκίζεται κάποια Μαρία Χριστοδούλου που αναφέρει ότι είναι εσωτερική λειτουργός στη νομική υπηρεσία της εναγομένης
- Ο ενάγων δεν αποδέχεται το αίτημα. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί τους λόγους ένστασης που προβάλλει. Στην έκταση που χρειάζεται θα αναφερθώ σε αυτούς στη συνέχεια. Σημειώνεται όμως ότι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ομνύει ο ενάγων. Πριν οτιδήποτε άλλο αρμόζει να παρατεθούν οι αρχές που διέπουν το αίτημα, ώστε να προσδιοριστεί το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η διερεύνηση του δικαστηρίου. Περιττό να λεχθεί ότι η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25, ως ίσχυε πριν την τελευταία τροποποίηση, δοθέντος ότι η αγωγή καταχωρίστηκε πριν το
- Η νομολογία επεξηγεί όμως ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη αντίληψη αντιμετώπισης τέτοιου αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." . . . . . . . . . . . . . . . ................... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J.Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ.Έφ.135/2011, ημερομηνίας 13.6.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ.Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.ά., Πολ.Έφ.79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ'επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να αναφερθεί ό,τι σχετικό της υπόθεσης που αφορά η αίτηση, δηλαδή το αντικείμενο της αγωγής, καθώς επίσης το χρονικό σημείο που υποβάλλεται η αίτηση. Αρχίζοντας από το τελευταίο παρατηρώ ότι η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εφόσον όχι μόνο άρχισε η ακροαματική διαδικασία, είμαστε σήμερα στο στάδιο που μαρτυρία καλεί η υπεράσπιση. Μάλιστα η αίτηση υποβλήθηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης. Το δε αντικείμενο της αγωγής είναι πολυεπίπεδο και περίπλοκο. Εν τούτοις προσεκτική ανάγνωση της έκθεσης απαιτήσεως φανερώνει ότι η αξίωση αφορμάται από το ίδιο πραγματικό γεγονός, δηλαδή κάποιες επιστολές, τέσσερις στον αριθμό, που έστειλαν οι εναγόμενοι 2 και 3 εκ μέρους της εναγομένης
- Και εξηγώ· σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα στην έκθεση απαιτήσεως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και συνεργαζόταν με την εναγομένη
- Η συνεργασία αυτή διεπόταν από τη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου ημερομηνίας 30.10.
- Εν τούτοις την 15.7.2010 ο ενάγων διέκοψε τη συνεργασία που είχε με την εναγομένη
- Τότε οι εναγόμενοι 2 και 3 απέστειλαν σε όλους τους πελάτες του ενάγοντα τις προαναφερθείσες επιστολές. Για σκοπούς της παρούσης δεν έχουν σημασία οι λεπτομέρειες των επιστολών, δηλαδή πότε ακριβώς στάλθηκαν και ποιο το ακριβές περιεχόμενο τούτων. Σημειώνεται απλώς ότι έκαστος των εναγομένων 2 και 3 απέστειλε δύο επιστολές. Το περιεχόμενο τούτων, το οποίο διαφέρει σε καθεμία από τις επιστολές, πληροφορούσε τους τρίτους, δηλαδή τους πελάτες του ενάγοντα, ότι βάσει στοιχείων της εναγομένης 1 δεν είχαν καταβάλει τα ασφάλιστρα τους. Συνακόλουθα, είτε τους καλούσαν να παρουσιάσουν απόδειξη ότι κατέβαλαν τα ασφάλιστρα, αλλιώς θα ακύρωναν την ασφάλεια που είχαν, είτε τους πληροφορούσαν ότι η ασφάλεια θα ακυρώνετο εντός επτά ημερών. Σύμφωνα με τον ενάγοντα το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών είναι άκρως δυσφημιστικό για τον ίδιο. Επεξηγεί συναφώς ότι δυνάμει των όρων της συμφωνίας του με την εναγομένη 1, δηλαδή τη συμφωνία 30.10.2006, την ευθύνη είσπραξης των ασφαλίστρων είχε ο ίδιος και αυτός ήταν που είχε την ευθύνη έναντι της εναγομένης 1 για καταβολή τούτων. Μάλιστα σε σχέση με τα ασφάλιστρα η συμφωνία των διαδίκων προέβλεπε, διατείνεται ο ενάγων, ότι για την καταβολή τους δικαιούταν πίστωση 90 ημερών από την ημερομηνία ανανέωσης ή έκδοσης του ασφαλιστικού συμβολαίου. Εν τούτοις, είναι η θέση του ότι ποτέ δεν έκανε χρήση αυτού του όρου και πως είχε πληρωμένα όλα τα ασφάλιστρα των πελατών του. Έτσι είχαν τα πράγματα, διατείνεται ο ενάγων, και κατά το χρόνο που οι εναγόμενοι έστειλαν τις επίδικες επιστολές. Μάλιστα λόγω αυτού, δηλαδή ότι τα ασφάλιστρα ήταν πληρωμένα, ο ενάγων αποδίδει στους εναγόμενους κακοβουλία και εκδικητική πρόθεση που στόχο είχε να τον πλήξει οικονομικά και να τον δυσφημίσει. Η δυσφήμιση έγκειται στο ότι τον παρουσίασαν ως αναξιόπιστο, κλέφτη και ψεύτη έναντι των πελατών του, λέει ο ενάγων. Σε αυτό το σημείο κρίνω ότι έχει σημασία να αναφερθεί, έστω επιγραμματικά και η υπεράσπιση. Άλλωστε αυτήν είναι που αφορά το αίτημα. Οι εναγόμενοι λοιπόν δέχονται τη σχέση που είχαν οι διάδικοι, ως επίσης ότι αυτή διήρκησε μεταξύ 30.10.2006 με 15.7.
- Εν τούτοις, αν και οι εναγόμενοι δέχονται τη συμφωνία ημερομηνίας 30.10.2006, αρνούνται ότι η σύβαση αυτή ή οτιδήποτε άλλο τους εμπόδιζε να διεκδικήσουν τα ασφάλιστρα. Περιπλέον αρνούνται ότι ο ενάγων δεν έκανε χρήση της πίστωσης 90 ημερών ή ότι γνώριζαν πως όλοι οι πελάτες του είχαν εξοφλημένα όλα τα ασφάλιστρα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δέχονται ότι απέστειλαν τις επίδικες επιστολές μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα. Αρνούνται όμως ότι τα εκεί αναφερόμενα ήταν ψευδή ή κακόβουλα ή ότι αποσκοπούσαν στο να δυσφημίσουν τον ενάγοντα. Μάλιστα, η αποστολή τέτοιων επιστολών, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αποτελεί συνήθη διαδικασία μετά τη διακοπή σύμβασης με ασφαλιστικό σύμβουλο. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι αν η επιστολή στάλθηκε σε πρόσωπο που τα ασφάλιστρα του ήταν πληρωμένα, τούτο έγινε εκ λάθους και χωρίς πρόθεση δυσφήμισης του ενάγοντα. Σε αυτό το στάδιο είναι ο κατάλληλος χρόνος να παρατεθεί αυτούσιο το αίτημα. Με αυτό τον τρόπο θα διαφανεί πως επηρεάζεται η υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι ζητούν να προσθέσουν στην παράγραφο 8(β) της υπεράσπισης και συγκεκριμένα μετά τη φράση «ήταν ή είχαν θεωρηθεί απλήρωτα» την ακόλουθη παράγραφο: «Μετά από επικοινωνία που είχαν ορισμένα άτομα των οποίων τα ασφάλιστρα είχαν θεωρηθεί απλήρωτα με την εναγομένη 1 και οι οποίοι παρέλαβαν επιστολή, όταν εξακριβώθηκε η τακτοποίηση των ασφαλίστρων τους, η εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή σε αυτούς με την οποία απολογείτο και/ή απέσυρε την προηγούμενη επιστολή της ως ο επισυνημμένος κατάλογος "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α"». Σημειώνεται πως στο Παράρτημα Α αναφέρεται το όνομα καθ'ενός των πελατών, φυσικών ή νομικών, προς τους οποίους στάλθηκε η επιστολή απολογίας. Ας δούμε τώρα τί είναι που αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η Μαρία Χριστοδούλου, ομνύουσα την αίτηση των εναγομένων, αναφέρει ότι προσφάτως και μετά από συναντήσεις με τους δικηγόρους τους, αντιλήφθηκαν ότι δεν συμπεριλήφθηκαν στην υπεράσπιση οι απολογητικές επιστολές που έστειλαν προς τα άτομα που επικοινώνησαν μαζί τους και απέδειξαν ότι δεν όφειλαν οιονδήποτε ποσό. Τούτες οι επιστολές εντοπίστηκαν σε μια από τις συναντήσεις που είχαν με τους συνηγόρους τους, μετά την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Τότε ήταν που οι νυν δικηγόροι τους πληροφορήθηκαν την ύπαρξη των επιστολών αυτών και γι'αυτό καταχώρισαν το επίδικο αίτημα. Στον αντίποδα ο ενάγων υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι κανένα λόγο δεν δίδουν για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Επισημαίνει δε ότι το γεγονός αυτό, δηλαδή της αποστολής των επιστολών, ήταν γνωστό ή μπορούσε να έλθει στην αντίληψη των εναγομένων αν επιδείκνυαν εύλογη επιμέλεια. Περαιτέρω, προσθέτει ο ενάγων, η ένορκη δήλωση των εναγομένων δεν αποκαλύπτει πότε είναι που έλαβε χώρα το γεγονός που ζητείται να προστεθεί στην υπεράσπιση. Υποστηρίζει δε ότι η αιτούμενη τροποποίηση επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα και μεταβάλει τη μέχρι σήμερα θέση της υπεράσπισης, καθ'ότι εισάγει νέα στοιχεία που όμως μπορούσε και όφειλε [η υπεράσπιση] να γνωρίζει από την πρώτη στιγμή. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του ενάγοντα πως η αιτούμενη τροποποίηση πλήττει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του και επιπλέον αποκλίνει από τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οφείλω να ομολογήσω ότι το πρώτο ζήτημα που με απασχόλησε κατά την εξέταση του αιτήματος, είναι το αναγκαίο της αιτούμενης τροποποίησης. Αναφέρω τούτο γιατί πρωταρχική προϋπόθεση της παλαιάς Δ.25 είναι το επάναγκες της τροποποίησης, αλλιώς το αίτημα απορρίπτεται δίχως άλλο. Αυτή η αναγκαιότητα είναι εκείνη που ανοίγει το δρόμο διερεύνησης του κατά πόσο το αίτημα είναι δικαιολογημένο και εύλογο, εφόσον συναρτάται με τους σκοπούς της διαδικασίας και κρίνεται πως εξυπηρετεί την πεμπτουσία τούτης, δηλαδή αποκάλυψη των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται από τους διαδίκους και που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο και χωρίς να υπεισέρχομαι, τουλάχιστον για την ώρα, στα ιδιαίτερα ζητήματα που εξετάζονται σε αίτημα τροποποίησης, αναρωτήθηκα κατά πόσο σε υπόθεση λιβέλου η απολογία ή εν πάση περιπτώσει μαρτυρία που φέρεται να είναι απολογία, έστω και αν στο τέλος της ημέρας ενδέχεται να κριθεί πως δεν είναι τέτοια, πρέπει ή αρμόζει να δικογραφείται. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να πραγματεύεται ευθέως το ζήτημα. Μοναδική σχετική απόφαση που εντόπισα είναι η Christos Saveriades a.o. v. Elias Georgiades a.o.
(1982)1 C.L.R.574, όπου οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν σε κάποια ενέργεια, εν προκειμένω δημοσίευση κειμένου που φερόταν ως απολογία, την οποία [απολογία] επικαλέστηκε ο συνήγορος άλλου εναγομένου, συγκεκριμένα του εναγομένου 4 και κάλεσε το δικαστήριο να τη λάβει υπόψη του ως μετριαστικό στοιχείο για τον πελάτη του [εναγόμενο 4]. Αν και η δημοσίευση αυτή κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε απολογία, το δικαστήριο πρόσθεσε ότι· «It may be further said that defendant No.4 did not plead this apology but his counsel referred to it during the trial.» Το πιο πάνω αφήνει να νοηθεί ότι η φερόμενη απολογία επιβάλλεται να δικογραφείται. Πλέον κατατοπιστικό είναι όμως το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, στη σελίδα 1022, κάτω από τον τίτλο Mitigation of damages, όπου αναφέρεται ότι· «29.26 Mitigation of damages. The well-established practice is for the defendant specifically to plead in this defence particulars of any facts on which he relies in mitigation of, or otherwise in relation to, the amount of damages claimed. The plea must be clear and precise. Matters pleaded may include the fact that there has been an offer or a publication of a unilateral correction or apology or they may relate to the circumstances under which the libel or slander was published, e.g. that the claimant provoked the publication by previously attacking the defendant. A defendant may in certain circumstances rely on the failure of the claimant to take up an offer to respond to the material published or to be published. A defendant may also plead in mitigation of damages the claimant's general bad reputation. The defendant may at trial rely in mitigation of damages on any evidence properly before the court, including evidence which has been primarily directed to an unsuccessful plea of justification or fair comment. It is increasingly the practice for a defendant to include in his defence an averment to the effect that he will rely (if and in so far as it is necessary) on such evidence at trial in mitigation of damages. A defendant may also plead in mitigation of damages "directly relevant background context" material.» Μάλιστα αξίζει να υποδειχθεί ότι τα εκεί αναφερόμενα σε απάντηση (plea) που πρέπει να είναι ακριβής (precise), παραπέμπουν σε υποσημείωση (ft 105) όπου εκεί αναφέρεται πως· «Grant v. McRae
(1906)8 O.W.R.304 at 305: "If the defendant wishes . to plead in mitigation of damages, he must do so plainly".» Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι στην Αγγλία το αστικό αδίκημα του λιβέλου διέπεται από θεσμούς που διαφέρουν, ενίοτε παρασάγγας, από το ημεδαπό δίκαιο. Εν τούτοις επισημαίνω ότι το πιο πάνω απόσπασμα ομιλεί για εδραιωμένη πρακτική και μάλιστα παραπέμπει σε πολύ παλαιές αποφάσεις, του 19ου αιώνα, που απηχούν το κοινό δίκαιο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το κοινό δίκαιο επιτάσσει πως σε κάθε περίπτωση που εναγόμενος σε λίβελο επιθυμεί να επικαλεστεί μαρτυρία απολογίας, οφείλει να δικογραφήσει τούτη και μάλιστα με ακρίβεια, ώστε όλοι οι εμπλεκόμενοι στη δίκη να λάβουν γνώση του ζητήματος που θα εγερθεί. Επισημαίνω εδώ και κάτι τελευταίο· με τα προαναφερθέντα ας μην εκληφθεί ότι παραγνωρίζω τις διατάξεις του άρθρου 23 του Κεφ.148 και δη σε ποιον αποστέλλεται η απολογία και ποιο το περιεχόμενο τούτης. Αν δεν πραγματεύομαι αυτά τα ζητήματα είναι γιατί εμπίπτουν στο πλαίσιο της κυρίως δίκης και όχι μιας ενδιάμεσης αίτησης. Συνεπώς η έγκριση του αιτήματος δεν εξαρτάται από την κατάληξη που θα έχει στο μέλλον η απολογία. Αυτά είναι ζητήματα της δίκης, δηλαδή του κριτή των γεγονότων και όχι της αίτησης. Πέραν των πιο πάνω, τα οποία αποκαλύπτουν ότι επιβάλλεται να δικογραφείται ο ισχυρισμός απολογίας, αρμόζει να επαναληφθεί πως η βάση αγωγής είναι πολυεπίπεδη. Πέραν του λιβέλου ο ενάγων επικαλείται και επιζήμια ψευδολογία. Περαιτέρω στο δικόγραφο του ενάγοντα ρητά αναφέρεται πως η ενέργεια των εναγομένων, δηλαδή η αποστολή των επίδικων επιστολών, έγινε κακόβουλα και με πρόθεση να τον πλήξουν οικονομικά. Επί του προκειμένου στον Gatley και πάλι υποδεικνύεται ότι προς το σκοπό μετριασμού της ζημίας ο εναγόμενος δικαιούται να προσφέρει μαρτυρία που αντικρούει τον ισχυρισμό κακοβουλίας (βλ. παράγραφος 35.29 Categories of Evidence-Facts which tend to disprove malice). Περιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο και κάτω από τον τίτλο Intention of the defendant, παράγραφος 35.49, αναφέρεται ότι· «Intention of the defendant. Although it is no defence that the defendant did not intend to refer to the claimant, or intend the words to be understood in any defamatory sense, the defendant can give such fact in evidence in mitigation of damages "as negativing express malice on his part". Further, it has been stated that the defendant may urge in mitigation any facts which go to show that he honestly believed, and had reasonable grounds for believing, that what he said or wrote was true, although such belief is no defence in the absence of privilege.» Απ'όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι o ισχυρισμός που οι εναγόμενοι επιθυμούν σήμερα να προσθέσουν στην υπεράσπισή τους, δεν είναι αλλότριος στο σχετικό δικανικό πλέγμα. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Μια απολογία, αλλά και γενικότερα μαρτυρία που αποκαλύπτει την κατάσταση σκέψης του εναγομένου κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή ότι οι ενέργειες του ήταν γνήσιες και καλόπιστες, αποτελούν αποδεχτή μαρτυρία που αν ήθελε κριθεί αξιόπιστη έχει τα εχέγγυα να αποτρέψει εύρημα κακοβουλίας και να μετριάσει τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Κατ'επέκταση τέτοιος ισχυρισμός είναι σχετικός και συνυφασμένος με τα επίδικα ζητήματα. Εν τούτοις η πλευρά του ενάγοντα διατείνεται πως η προτιθέμενη τροποποίηση είναι ριζική και πως επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα. Με όλο το σεβασμό, κρίνω όμως πως η εν λόγω θέση είναι ανίκανη να αναχαιτίσει το αίτημα τροποποίησης. Αφενός υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ.Έφ.204/2009, ημερομηνίας 25.04.2012. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627).» Αφετέρου ας μην παραγνωρίζεται ότι μια τροποποίηση και δη δικαιολογημένη, που σκοπεί σε διόρθωση σφάλματος, δεν συνιστά χάρη και αυτό γιατί εξυπηρετεί, πρωτίστως, την ίδια τη διαδικασία. Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ.Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.44,52· «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct. If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Εν κατακλείδι, όπως έχει ήδη υποδειχθεί τέτοια μαρτυρία ούτως ή άλλως επιτρέπεται να προσκομιστεί εις απάντηση ισχυρισμού κακοβουλίας, ισχυρισμός που εδώ εγείρεται. Συνεπώς τέτοια μαρτυρία δεν είναι ενστάσιμη. Αν εδώ επιχειρείται ενσωμάτωση ανάλογου ισχυρισμού στο δικόγραφο, είναι γιατί οι εναγόμενοι χαρακτηρίζουν την ενέργειά τους αυτή ως απολογία, που όπως έχει υποδειχθεί χρειάζεται να δικογραφείται. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν είναι αυτή η ουσία του πράγματος αλλά ότι η πιο πάνω διερεύνηση φανερώνει πως τέτοια μαρτυρία ουδέποτε ήταν ανεπίτρεπτη, λόγω του ισχυρισμού κακοβουλίας στην έκθεση απαιτήσεως και γι'αυτό το λόγο δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Λόγω των ισχυρισμών κακοβουλίας στην έκθεση απαιτήσεως, οι όποιες ενέργειες έκαναν οι εναγόμενοι, οι οποίες δυνατόν να φανερώσουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν κακόβουλοι, ανέκαθεν συνιστούσαν επίδικο ζήτημα και συνακόλουθα επιτρεπτή μαρτυρία. Η πλευρά του ενάγοντα διατείνεται περαιτέρω ότι το αίτημα υποβάλλεται αόριστα και εν πάση περιπτώσει καθυστερημένα. Ως λόγος για την καθυστέρηση προτάσσεται το επιχείρημα πως οι εναγόμενοι μπορούσαν, αν ασκούσαν εύλογη επιμέλεια, να εξεύρουν από την αρχή τις εν λόγω επιστολές. Επί του προκειμένου το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι ανέκαθεν είχαν γνώση του γεγονότος πως απέστειλαν τέτοιες επιστολές. Εκείνο που αγνοούσαν, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Χριστοδούλου, είναι πως οι προηγούμενοι δικηγόροι τους δεν δικογράφησαν τέτοιο ισχυρισμό. Αυτό το πληροφορήθηκαν μετά την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως του ενάγοντα, σε συνάντηση που είχαν με τους νυν δικηγόρους τους. Εδώ είναι που έγκειται το σφάλμα, ενώ η διαπίστωση τούτου τοποθετείται χρονικά λόγω του ότι συναρτάται με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Αυτή δε η τροποποίηση [της έκθεσης απαιτήσεως] εγκρίθηκε την 3.4.2017. Υπό το φως των πιο πάνω και χωρίς ποσώς να μειώνω το γεγονός ότι το επίδικο αίτημα υποβάλλεται εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας και αφορά μια υπόθεση που καταχωρίστηκε το 2010, αδυνατώ να συμφωνήσω με τη θέση του ενάγοντα ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν το σφάλμα ή ότι καθυστέρησαν να αντιδράσουν. Σε ό,τι αφορά το καθυστερημένο της αντίδρασης, συναφή είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon, πιο πάνω, όπου λέχθηκε ότι· «Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς µας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε µε την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.» Εν ολίγοις, το έγκαιρο μιας αντίδρασης εξαρτάται από σχετική γνώση. Δηλαδή προϋποθέτει πως το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ότι χρειάζεται να αντιδράσει σχετικά. Εν πάση όμως περιπτώσει, έστω ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιολογούν δεόντως τούτη την καθυστέρηση, ποια είναι η επίπτωση; Σε τούτο το ερώτημα απαντά η υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ.105,1009, όπου υποδείχθηκε ότι ακόμη και μή πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο διά την έγκριση δικαιολογημένου κατά τα άλλα αιτήματος. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η σημασία της καθυστέρησης έγκειται στο ότι συναρτάται με την έλλειψη καλής πίστης (βλ. Federal Bank of Lebanon, πιο πάνω, σελίδα 53). Στην υπό κρίση περίπτωση το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου δεν αναδεικνύει ίχνος υποψίας ότι το αίτημα αφορμάται από κακοπιστία. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Επιχειρείται σήμερα η διόρθωση μίας δικονομικής πλημμέλειας που μόλις προ δύο μηνών διαπιστώθηκε, ώστε να εισαχθεί μαρτυρία που ούτως ή άλλως είναι επιτρεπτή για άλλη πτυχή της αξίωσης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα της υπεράσπισης είναι εύλογο και απόλυτα τροχιοδρομημένο διά εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός επτά ημερών από σήμερα, τυχόν απάντηση να ακολουθήσει εντός δύο ημερών από την εκπνοή του χρόνου διά καταχώριση τροποποιημένης υπεράσπισης. Έξοδα αίτησης και τυχόν διαφυγόντα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο