← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ARCHIMIDES & PAVLOS PARASKEVAIDES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2536/09, 30/6/2017

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ARCHIMIDES & PAVLOS PARASKEVAIDES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2536/09, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2536/09 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 12/04/2011 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και

  1. ARCHIMIDES & PAVLOS PARASKEVAIDES LTD
  2. SANDY KITIUM COMPANY LTD Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιουνίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Τσάρκατζιης, για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ (ΔΘ158). Για τους Εναγομένους: Ο κ. Θ. Κορφιώτης, για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ (ΔΘ122). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: « ............................................... (α) €1.195.287,70σ δυνάμει δανείου ή/και δυνάμει σύμβασης πίστωσης ημερομηνίας 18/11/2002 και/ή δυνάμει παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή ως δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως και/ή δυνάμει εγγύησης και/ή δυνάμει συμφωνίας κάλυψης και/ή δυνάμει έγγραφης εγγυήσεως και αποζημιώσεως και/ή άλλως πως. (β) €855.921,00 δυνάμει δανείου ή/και δυνάμει σύμβασης πίστωσης ημερομηνίας 18/11/2002 και/ή δυνάμει παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή ως δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως και/ή δυνάμει εγγύησης και/ή δυνάμει συμφωνίας κάλυψης και/ή δυνάμει έγγραφης εγγυήσεως και αποζημιώσεως και/ή άλλως πως. (γ) €1.064.659,89σ δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και/ή ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή ως δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό /και δυνάμει σύμβασης πίστωσης ημερομηνίας 18/11/2002 και/ή δυνάμει παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως και/ή δυνάμει εγγύησης και/ή δυνάμει συμφωνίας κάλυψης και/ή δυνάμει έγγραφης εγγυήσεως και αποζημιώσεως και/ή άλλως πως. (δ) €1.135.759,81σ δυνάμει παραχώρησης ενέγγυων πιστώσεων και/ή δυνάμει εκτελεσθέντων ενέγγυων πιστώσεων και/ή δυνάμει σύμβασης πίστωσης ημερομηνίας 18/11/2002 και/ή δυνάμει παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως και/ή δυνάμει εγγύησης και/ή δυνάμει συμφωνίας κάλυψης και/ή δυνάμει έγγραφης εγγυήσεως και αποζημιώσεως και/ή άλλως πως. (ε) Τόκους προς 11.5% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από 02/10/2008 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρη εξόφληση. (στ)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου των Εναγομένων αρ.2, του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 2776, Φ/Σχ L/31+32, Τεμάχιο 310, Τοποθεσία Σπήλιος, στο χωριό Μενεού, εντός της Επαρχίας Λάρνακας και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων αρ.2, πλέον τόκους και έξοδα και την επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στους Εναγομένους. ..............................................». Συνιστά εκδοχή των εναγόντων πως οι εναγόμενοι 1 (ως πρωτοφειλέτες) και οι εναγόμενοι 2 (ως εγγυητές των εναγομένων 1), οφείλουν σε αυτούς τα επιζητούμενα ποσά δυνάμει συνομολογηθεισών συμφωνιών δανείου και τραπεζικών διευκολύνσεων (κατά την 18.11.02), με τους εναγομένους να υποβάλλουν (αρχικώς), ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται «. εις τας αιτουμένας θεραπείας, διατάγματα ή ποσά ή εις οιανδήποτε θεραπείαν, διάταγμα ή ποσόν», παραδεχόμενοι αργότερα όλη την εναντίον τους αξίωση - η οποία περιορίστηκε κατά τρόπο που (από την έναρξη ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 141(Ι)/14, στις 9.9.14), το επιτόκιο υπερημερίας να μην υπερβαίνει το 2% - πλην του ζητήματος τού αν οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα σε τόκους υπερημερίας. Θα επανέλθω στα του τοκισμού στην ώρα του. Παρά τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων, επιβάλλεται η διατύπωση των αναγκαίων διαπιστώσεων περί αξιοπιστίας μαρτύρων και γεγονότων ώστε να καταστεί δυνατή η συζήτηση και η ένταξη τους στη συναφή δικαστική και αιτιολογημένη απόληξη, ως προσήκει. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (ΜΕ1), Τούλιας Θεμιστοκλέους (ΜΕ2), Αντώνη Βασιλείου (ΜΕ3), Ιωάννη Μιχαήλ (ΜΕ4) και Χριστάκη Χρίστου (ΜΕ5). Οι εναγόμενοι δεν κατέθεσαν στη δίκη ούτε και κάλεσαν μάρτυρες. Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΕ1), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), κατέθεσε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων των εναγόντων, παραθέτοντας το ιστορικό των επίδικων συμφωνιών με αναφορά σε σειρά εγγράφων (Τεκμήρια 1-53), δικαιολογώντας και αιτιολογώντας ταυτοχρόνως το ευσταθές της αξίωσης. Η Τούλια Θεμιστοκλέους (ΜΕ2), υπάλληλος και αυτή των εναγόντων, με εφαλτήριο τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β), είπε για τους επίδικους λογαριασμούς και για τις αναπροσαρμοσμένες/αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 42-73), τις οποίες και επεξήγησε, με αναφορά και σε συγκεντρωτική κατάσταση των αποτελεσμάτων των καταστάσεων αυτών, ως το Τεκμήριο
  4. Ο Αντώνης Βασιλείου (ΜΕ3), έδωσε μαρτυρία μέσω και της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Γ), ως αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, επικεντρωνόμενος στον υπολογισμό του επίδικου επιτοκίου και στη συνάρτηση του με τη ζημιά που υπέστησαν κατ' ισχυρισμόν οι ενάγοντες λόγω των καθυστερήσεων και υπερβάσεων των εναγομένων. Ο Ιωάννης Μιχαήλ (ΜΕ4), Διευθυντής της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών των εναγόντων, έδωσε μαρτυρία παραπέμποντας στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ), για τη φερόμενη ζημιά των εναγόντων ένεκα της αθέτησης από τους εναγομένους των συμφωνηθέντων με τους ενάγοντες όπως και για τα στοιχεία με τα οποία εφοδίασε προς τούτο τον Αντώνη Βασιλείου (ΜΕ3). Ο Χριστάκης Χρίστου (ΜΕ5), Διευθυντικό Στέλεχος των εναγόντων, με βάθρο τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Ε), καταπιάστηκε με την ρευστότητα των εναγόντων και με την παρακολούθηση/διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων τους. Κατά τις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι, με εξειδικευμένη πια επικέντρωση στο ζήτημα του τόκου υπερημερίας, πρότειναν ο καθένας αποδοχή των δικών του θέσεων έναντι του άλλου. Σε αυτές θα αναφερθώ κατωτέρω. Διεξήλθα και αποτίμησα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και όλη την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, έχοντας διαρκώς υπόψη τη σχετική δικογραφία στην πλήρη διάσταση της, καθώς και τα εναπομείναντα προς επίλυση επίδικα θέματα. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή αμφότερους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο σημείο που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιωδών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου

(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί, σαφείς και συγκεκριμένοι στις απαντήσεις τους, εκτός του ότι το σύνολο της στάσης τους ήταν κατά βάσιν θετικό. Δέχομαι τη μαρτυρία των μαρτύρων ως αξιόπιστη, με το ερώτημα της αποδεικτικής της εμβέλειας (σε ό,τι πάντοτε σχετίζεται με τον τόκο υπερημερίας), να συγκροτεί δικαστική και μόνο διεργασία αποτμημένη από την αξιοπιστία της μαρτυρίας καθότι η μαρτυριακή αξιοπιστία δεν συνυφαίνεται είτε με το βάρος είτε με το επίπεδο απόδειξης με το οποίο είναι επωμισμένος ο κάθε διάδικος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614). Οι μάρτυρες κρίνονται αξιόπιστοι. Ο Αντώνης Βασιλείου (ΜΕ3) - παρά τις χαλαρές ενστάσεις των εναγομένων για τα προσόντα και πείρα του (τις οποίες και απορρίπτω χωρίς δεύτερη σκέψη ως ούτε κατ' ελάχιστον στοιχειοθετηθείσες) - γίνεται δεκτός ως πραγματογνώμονας για τα εξειδικευμένα ζητήματα περί των οποίων κατέθεσε. Λεπτομερής και συγκεκριμένος, διάρθρωσε τη γνώμη του τεκμηριωμένα, ως είχε, εξάλλου, καθήκον να πράξει έναντι του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Η απόφαση των εναγομένων να μην δώσουν μαρτυρία (διά προσήκοντος αντιπροσώπου), ή να παρουσιάσουν άλλη μαρτυρία, δικαιωματική ως είναι, δεν θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογήσει, άνευ ετέρου, την εξαγωγή οιουδήποτε δυσμενούς συμπεράσματος εναντίον τους - και έτσι επράχθη - με αυτή τους την επιλογή να μην καθιστά και αυταπόδεικτη την αξίωση των εναγόντων οι οποίοι εξακολουθούν να βαρύνονται με απόδειξη της υπόθεσης τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917). Πριν προχωρήσω σε αποτύπωση τελικών ευρημάτων, θα ασχοληθώ με το μοναδικό κατ' ουσίαν επίδικο θέμα που παραμένει και που αφορά στο αν έχει αποδειχθεί η αξίωση για τον τόκο υπερημερίας. Συνέθεσε επιχείρημα των εναγομένων ότι οι ενάγοντες απέτυχαν αυτά με τα οποία ήσαν επωμισμένοι βάσει του άρθρου 3
(1)(1α) και (1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99. Όπως αποσαφήνισε ο κ. Κορφιώτης, το άρθρο 3
(1)(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (που άρχισε να ισχύει την 1.1.01), ως τροποποιήθηκε με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο 66(Ι)/15 - και το οποίο εφαρμόζεται σε συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που έχουν τερματιστεί προτού τεθεί σε ισχύ η αναφερόμενη τροποποίηση (στις 7.5.15) - απαγορεύει τη χρέωση τόκου υπερημερίας εκτός και αν αποδειχθεί πως ο τοκισμός ανταποκρίνεται στην πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος. Πέραν του γεγονότος ότι η αξίωση τούτη των εναγόντων δεν δικογραφήθηκε ως πραγματική ζημιά στην Έκθεση Απαίτησης, με όλα τα καταλυτικά συνεπόμενα (αντιλαμβάνεται κανείς), ο συνήγορος προέταξε πως έτσι κι αλλιώς η μαρτυρία των εναγόντων και δη εκείνη των Αντώνη Βασιλείου (ΜΕ3) και Χριστάκη Χρίστου (ΜΕ5), δεικνύει ότι οι ενάγοντες είχαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διαθέσιμα κεφάλαια για επιπλέον δανεισμούς και πως, ακόμη και όταν οι ενάγοντες δεν πληρούσαν τους απαιτούμενους δείκτες, τούτο δεν αποτελούσε τροχοπέδη στο να δανείζουν πρόσθετα ποσά σε πελάτες τους. Κατ' ακολουθίαν, πέρανε ο κ. Κορφιώτης, οι ενάγοντες δεν ζημιώθηκαν ελλείψει δυνατότητας δανειοδότησης τρίτων προσώπων, ζημιά βεβαίως που θα ήταν ούτως ή άλλως απομεμακρυσμένη και μη διεκδικούμενη, με την ίδια τύχη να συνοδεύει και την αξίωση για ζημιές που απορρέουν από το κόστος του τμήματος των εναγόντων που χειρίζονταν τα καθυστερημένα δάνεια αφού οι ισχυρισμοί των εναγόντων παρέμειναν γενικοί και υπεραπλουστευμένοι. Ο κ. Τσάρκατζιης προτάσσοντας το αξιόπιστο και επαρκές της δοθείσας μαρτυρίας των εναγόντων, υποστήριξε πως κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2Β(γ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, το νομοθέτημα αυτό (ως τροποποιήθηκε), καλύπτει άπασες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που τερματίζονται, ως και εκείνες των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις κατέστησαν (ή καθίστανται) απαιτητές, με αυτό να εννοεί (για τις συμβάσεις που τερματίζονται), τις τερματιζόμενες από την ημερομηνία έναρξης του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 66(Ι)/15 (7.5.15) και (για τις συμβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις κατέστησαν ή καθίστανται απαιτητές), τις συμβάσεις εκείνες που δεν έχουν τερματιστεί αλλά των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις κατέστησαν υπερήμερες. Επομένως, οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(1α) και (1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, δεν ισχύουν εδώ μια και οι επίδικες συμφωνίες και πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν τερματιστεί στις 2.10.
  1. Έτσι, οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να αποδείξουν πραγματική ζημιά επειδή ο τερματισμός έγινε πριν από την ημερομηνία ισχύος των νομοθετημάτων που τροποποίησαν (αρχομένης της 9.9.14) τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/
  2. Αν ο νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει και τις συμφωνίες που τερματίστηκαν προηγουμένως, θα το διατύπωνε ρητώς στο νομοθέτημα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Πέραν τούτου, το άρθρο 2Β του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως ειδική διάταξη, υπερισχύει της γενικής διάταξης που αποτυπώνεται στο άρθρο 3
(1)(1α) και (1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, με αποτέλεσμα να επικρατεί της τελευταίας κατά πάγια ερμηνευτική αρχή. Ανεξαρτήτως τούτου, οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει πως θα χρεωνόταν τόκος υπερημερίας 2% επί των ληξιπρόθεσμων οφειλών ή υπερβάσεων κάτι που αντανακλά και τις γνήσιες προσπάθειες των διαδίκων για προκαθορισμό των αποζημιώσεων που θα δικαιούνταν οι ενάγοντες σε ανάλογο ενδεχόμενο, με τη μαρτυρία να καταδεικνύει τη συναφή πραγματική ζημιά τους, που και εγγύς και απαιτητή είναι. Δέχομαι τη θέση των εναγόντων και το σκεπτικό που την απαρτίζει (ως τούτο καταγράφηκε πιο πάνω). Με μια πρόσθετη υπογράμμιση σε ό,τι αφορά στον κανόνα ερμηνείας νομοθετημάτων generalibus specialia derogant και την ακριβή συναρμογή και χρήση του σε περιπτώσεις όπως η ενεστώσα (βλ. FB Bennion, Statutory Interpretation: A Code, 3η έκδ., Butterworths, London, 1997, σελ. 903). Τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 2Β του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως ειδική διάταξη, δεν καθιστούν εν προκειμένω εφαρμόσιμες τις γενικότερες διατάξεις του άρθρου 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ακριβώς, γιατί, οι επίδικες συμφωνίες δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων τερματίστηκαν νομίμως στις 2.10.
  1. Ακολουθεί, ότι οι ενάγοντες δεν όφειλαν να αποδείξουν ως πραγματική ζημιά ή άλλως πως (σε περίπτωση που ήσαν υποχρεωμένοι να το έπρατταν κατά την εδώ διαμορφωθείσα κατάσταση πραγμάτων από απόψεως γεγονότων), την απαίτηση για τόκο υπερημερίας 2%. Έπεται ότι αποδεικνύεται ικανοποιητικώς η υπό ανάλυσιν αξίωση ως εκ του συνδυασμένου περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών και πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδης και Άλλων ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 1/10, ημ. 8.7.14). Προχωρώ στα υπόλοιπα ευρήματα. Οι ενάγοντες είναι νομίμως εγγεγραμμένος τραπεζικός οργανισμός ασχολούμενος, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και υπηρεσιών. Μετά από αίτηση των εναγομένων 1, οι ενάγοντες συμφώνησαν στις 25.2.98 να παρέχουν (και παρεχώρησαν) προς αυτούς πίστωση μέχρι ποσού £500.000,00 (€854.300,72) σε τρεχούμενο λογαριασμό, με τόκο επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου προς 8%, καταλογιζόμενου κάθε 15 Ιουλίου και 15 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, με την πίστωση να είναι αορίστου διαρκείας (βλ. Τεκμήριο 1). Οι εναγόμενοι 2, για παραχώρηση της πίστωσης, εγγυήθηκαν τους εναγομένους 1 και ανέλαβαν αλληλεγγύως και/ή προσωπικώς (ως το Τεκμήριο 2), όπως σε πρώτη ζήτηση των εναγόντων πληρώσουν προς αυτούς τα όποια οφειλόμενα ποσά από τους εναγομένους 1, εκπορευόμενων τούτων από την εν λόγω συμφωνία. Ήταν προσέτι όρος της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 2), ότι σε περίπτωση αύξησης της χρηματοδότησης της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού σε υπέρβαση, η εγγύηση των εναγομένων 2 θα εξικνούνταν μέχρι το κάθε φορά χρεωστικό υπόλοιπο, νοουμένου πως το ποσό της υπέρβασης δεν θα ήταν πέραν των £750.000,00 (€1.281.451,00). Οι εναγόμενοι 2 προς εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας (διά της υποθήκης Υ607/98 ημερομηνίας 24.2.98), το χωράφι με αριθμό εγγραφής 2776, Φ/Σχ. L/31+32, τεμάχιο 310, Τοποθεσία Σπήλιος, στο χωριό Μενεού, στην Επαρχία Λάρνακας, μεγέθους 177 δεκαρίων και 900 τετραγωνικών μέτρων («το ακίνητο»). Οι ενάγοντες με δήλωση τους ημερομηνίας 24.2.98, αποδέχθηκαν την υποθήκευση του ακινήτου μαζί με συμπληρωματικό έγγραφο υποθήκης (βλ. Τεκμήριο 3). Οι εναγόμενοι 2 υποθήκευσαν το ακίνητο για ποσό £500.000,00 (€854.300,72), με 9% τόκο επί του ποσού από 24.2.98, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα. Οι ενάγοντες με συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών ευκολιών ημερομηνίας 25.2.98 (Τεκμήριο 4), εξέδωσαν (με εξουσιοδότηση και κατ' απαίτησιν των εναγομένων 1), ενέγγυες πιστώσεις υπέρ φυσικών και νομικών προσώπων με τους οποίους είχαν συναλλαγές οι εναγόμενοι 1 και παραχώρησαν σε αυτούς τραπεζικές ευκολύνσεις για ποσά που κατά καιρούς ενέκριναν οι ενάγοντες μετά από αίτηση των εναγομένων 1, με τόκο 8% ετησίως επί εκάστου ποσού μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα και δικαιώματα. Οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν όπως πληρώνουν σε πρώτη ζήτηση των εναγόντων, τακτικώς και ανελλιπώς, το ποσό που θα κατέβαλλαν οι ενάγοντες ως εκ των ενέγγυων πιστώσεων, συν τόκο προς 8% ετησίως επί εκάστου ποσού μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενοι 2, ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση των τραπεζικών αυτών δυνατοτήτων, υπέγραψαν αντίστοιχο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης αναλαμβάνοντας αλληλεγγύως και προσωπικώς υποχρέωση αποπληρωμής σε πρώτη ζήτηση των εναγόντων κάθε οφειλόμενου ποσού από τους εναγομένους 1 μέχρι ποσού £1.000.000,00 (€1.708.601,44), πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα (βλ. Τεκμήριο 5). Στις 18.11.02, οι ενάγοντες μετά από αίτηση των εναγομένων 1 ανανέωσαν τις προειρημένες συμφωνίες διά συνομολόγησης άλλης συμφωνίας, ως το Τεκμήριο
  2. Με επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας οι ενάγοντες κατόπιν αίτησης των εναγομένων 1, ενημέρωσαν τους τελευταίους για την έγκριση σειράς δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων προς όφελος των εναγομένων 1 (ως λεπτομερώς περιγράφεται στο Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο του οποίου έγινε αποδεκτό από τους εναγομένους). Δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.02 (βλ. Τεκμήριο 6), οι ενάγοντες παραχώρησαν προς τους εναγομένους 1 όριο ύψους £500.000,00 (€854.300,72) σε τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 523/337132-7, εφάπαξ δάνειο με αριθμό 523/337162-2 ύψους £541.000,00 (€924.353,38), εφάπαξ δάνειο με αριθμό 523/337163-3 ύψους £500.000,00 (€854.300,72) και ενέγγυες πιστώσεις σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 2002 και 2004, συνολικού ποσού €805.096,00 (έπειτα από αίτηση και παράκληση των εναγομένων 1). Σε επιστολή ημερομηνίας 18.11.02 (Τεκμήριο 7) - που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της συμφωνίας ημερομηνίας 18.11.02 (Τεκμήριο 6) - περιλαμβάνονταν όροι αποπληρωμής των δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων (που αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι 1). Οι εναγόμενοι 2, στις 18.11.02 (ως το Τεκμήριο 8), υπέγραψαν αντίστοιχο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης με το οποίο ανανεώθηκε η εγγύηση ημερομηνίας 25.2.98 (βλ. Τεκμήριο 5). Την ίδια ημερομηνία, οι ενάγοντες παρέδωσαν προς τους εναγομένους 2 επιστολή (ημερομηνίας 18.11.02), με την οποία τους πληροφορούσαν για το επιτόκιο και τις χρεώσεις που θα επιβάρυναν το ποσό της εγγύησης και άλλα τινά (ως περιγράφονται στο Τεκμήριο 9). Οι εναγόμενοι 2, στο ίδιο πλαίσιο και προς επιπρόσθετη εξασφάλιση των νέων τούτων πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους εναγομένους 1, προσέφεραν προς τους ενάγοντες (και οι τελευταίοι αποδέχθηκαν), την υποθήκη Υ4175/02 για ποσό £700.000,00 (€1.196.021,00), με τόκο 7,75% από 20.11.02, πλέον δικαστικά και δικηγορικά έξοδα (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). Οι ενάγοντες, συμφώνως αντίστοιχων ενέγγυων πιστώσεων, πλήρωσαν εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγομένων 1 ποσό συνολικού ύψους €1.135.759,81 (βλ. Τεκμήρια 12-22). Οι ενάγοντες (μεταξύ Ιουνίου 2004 και Φεβρουαρίου 2008), με σειρά επιστολών ενημέρωναν τους εναγομένους 1 - με κοινοποίηση προς τους εναγομένους 2 - ότι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων παρέλειπαν να πληρώνουν τις δόσεις τους, καλώντας τους σε άμεση συμμόρφωση (βλ. Τεκμήριο 23). Δεν υπήρξε αποτελεσματική ανταπόκριση από τους εναγομένους. Οι ενάγοντες με επιστολή προς τους εναγομένους 1, ημερομηνίας 2.10.08 (με κοινοποίηση στους εναγομένους 2), τερμάτισαν τους λογαριασμούς (με υπαιτιότητα των εναγομένων), μεταφέροντας το υπόλοιπο στις οριστικές καθυστερήσεις με νέους αριθμούς λογαριασμού (Τεκμήριο 24). Πριν τους τερματίσουν, οι ενάγοντες ασκώντας το παρεχόμενο συναφές δικαίωμα από τη συμφωνία ημερομηνίας 18.11.02 (Τεκμήριο 6), αύξησαν το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονταν τα χρεωστικά υπόλοιπα της εναγομένης 1 (αναφορικώς με τον τρεχούμενο λογαριασμό 523/337132-7 και τις ενέγγυες πιστώσεις), σε 11,5% ετησίως (από 2.10.08 μέχρι 8.9.14), και από 9.9.14 μέχρι 31.12.15 σε 8,75% και (εν σχέσει με τους λογαριασμούς δανείου 523/337162-2 και 523/337163-3), σε 7,25% (βασικό επιτόκιο 4,25%, πλέον 1% περιθώριο συν 2% επιτόκιο υπερημερίας), κεφαλαιοποιούμενων δύο φορές ετησίως (την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου), ως τα Τεκμήρια 26-74 (μέρος των τραπεζικών βιβλίων των εναγόντων). Μέχρι τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών, τα οφειλόμενα χρεώνονταν με τα προβλεπόμενα στις συμφωνίες επιτόκια (με τις ανάλογες διαφοροποιήσεις και προσαρμογές, ως τα Τεκμήρια 40 και 41). Οι ενάγοντες αφότου άρχισε η ακροαματική διαδικασία ενεργώντας προς όφελος των εναγομένων ετοίμασαν (με καλόπιστα ελατήρια), τις προλεχθείσες αναπροσαρμοσμένες/αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκμήρια 42-74 [με τις σχετικές διορθώσεις στο Τεκμήριο 45, διά του Τεκμηρίου 45A]) - με την πρακτική τούτη να επικροτείται κατ' αρχήν και από τη νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Λανίτης ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2337, 2354-2356, Ζερβού και Άλλης ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2192, 2203-2204, Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, 1246-1248) - προκειμένου να περιορίσουν και διασαφηνίσουν την αξίωση, προπαντός σε ό,τι αφορά στον τοκισμό, λαμβανομένων υπόψιν ανησυχιών των εναγομένων και άλλων περιστάσεων που ανέκυψαν κατά τη δίκη. Όλες οι χρεώσεις (υπό το πλέγμα που συζητήθηκε ανωτέρω), είναι εναρμονισμένες με το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και τις διατάξεις του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως ίσχυαν ανά περίπτωσιν κατά τους κρίσιμους χρόνους, με εκείνες των αναπροσαρμοσμένων/αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού που αφορούν στον τόκο υπερημερίας ύψους 2%, να συναποτελούν τμήμα των ευρημάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Επίσημος Παραλήπτης και Άλλων ν Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1(Α) ΑΑΔ 38). Μια υποσημείωση. Με τη δική της δυνητική αξία. Αν ήθελεν επικρατήσει δευτεροβαθμίως έτερη άποψη σε σχέση με τα αφορούντα τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99 και το συνακόλουθο εύρημα για απόδοση τόκου υπερημερίας ύψους 2%, οι ενάγοντες θα δικαιούνταν στον τόκο αυτό και υπό τη μορφή πραγματικής ζημιάς - έστω ότι ερμηνευόταν το άρθρο 3
(1)(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, με τρόπο που η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί των καθυστερημένων δόσεων ή σε οποιαδήποτε ποσά καθυστέρησης ή υπερβάσεων ορίου άλλης μορφής να αφορούν σε οποιοδήποτε τόκο υπερημερίας (και όχι σε τόκο υπερημερίας μέχρι 2% [η χρέωση του οποίου δεν απαγορεύεται]) - αφού υπήρξε ειλικρινής προσπάθεια μεταξύ των συμβαλλομένων για προεκτίμηση και προκαθορισμό της ζημιάς που θα δικαιούνταν οι ενάγοντες σε περίπτωση υπέρβασης ή καθυστέρησης πληρωμής εκ πλευράς εναγομένων (κατά τα συμφωνηθέντα). Αυτό, για το λόγο ότι, συν τοις άλλοις, ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας (2%) - πάντα υπό την επιφύλαξη που διατυπώθηκε - συγκρινόμενος με το αρχικό κόστος του δανεισμού (ιδωμένου συνολικώς αλλά και μεμονωμένως), ταξινομείται αντικειμενικώς ως λογικός και αποδεκτός, απουσιαζουσών ενδείξεων (πόσω δε μάλλον στοιχείων), πως η χρέωση του (με όσα τη συναποτέλεσαν), επιλέχθηκε από τους ενάγοντες για να επενεργήσει σε βάρος των εναγομένων, προς εκφοβισμό, καταπίεση (ή άλλα τέτοια) των τελευταίων, σε βαθμό που η χρέωση θα μπορούσε να θεωρηθεί (ή να εκληφθεί ευλόγως), ως ποινική ρήτρα, ή ως άλλη αθέμιτη/παράνομη χρέωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Arab Bank Australia Ltd v Sayde Developments Pty Ltd
(2016)NSWCA 328, Χαραλάμπους και Άλλοι ν Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1739, Jeancharm Ltd ν Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G&C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) AAΔ 500 και Lordsvale Finance Plc ν Bank of Zambia
(1996)3 All ER 156). Επί της αναλυόμενης τούτης εναλλακτικής θεματικής, προστίθεται και το ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και η χρέωση από τους ενάγοντες τόκου υπερημερίας (2%), αντικατοπτρίζει την πραγματική ζημιά που επωμίστηκαν οι ενάγοντες ως φυσιολογική, λογική, προβλεπτή και παρεπόμενη κατάληξη τής περί ης ο λόγος διαγωγής των εναγομένων, που προσδιορίζεται (με ικανοποιητική σαφήνεια για ό,τι ενεστώτως συζητείται και ενδιαφέρει), ως το επιπλέον κόστος που υπέστηκαν οι ενάγοντες υπό τη μορφή αύξησης των προβλέψεων και κατ' επέκτασιν της ισόποσης δέσμευσης ιδίων κεφαλαίων για εξασφάλιση έναντι πιθανής ζημιάς - επιλογή ή και περίσταση η οποία μείωσε αναλογικώς κατά τους αφορούντες χρόνους τη δυνατότητα των εναγόντων να παράσχουν νέους δανεισμούς με την ίδια ευρύτητα που θα τους παρείχαν εάν (οι ενάγοντες), δεν ήσαν επιβαρυμένοι με τα επακόλουθα του περιγραφόμενου φερσίματος των εναγομένων - και να επωφεληθούν τουτέστιν από την είσπραξη αντίστοιχων τόκων ως διαφυγόντων κερδών. Αυτά όλα, συνθέτουν πραγματική ζημιά των εναγόντων κατά το άρθρο 3
(1)(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (βλ. κατ' αναλογίαν, JSC BTA Bank v Ablyazov and Others
(2013)EWHC 867 (Comm)). Περιπλέον (και επί παρόμοιου πρίσματος παρατήρησης), το γεγονός και μόνο ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν προς τους ενάγοντες τα χρωστούμενα για σειρά ετών (πέραν της δεκαετίας) - αλλά και για καθένα έτος ξεχωριστά μέχρι το επόμενο - δίχως οι ενάγοντες να έχουν κατά συνέπεια εισπράξει οτιδήποτε από τους εναγομένους έναντι του χρέους, συναπαρτίζει αναμφιβόλως (και από μόνο του), πραγματική ζημιά για τους ενάγοντες, της φύσης και είδους που εννοείται στις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99. Παραμένοντας εντός της τρέχουσας (εναλλακτικής) θεματολογίας περί απόδειξης (ή όχι) του τόκου υπερημερίας ως πραγματικής ζημιάς, πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα αυτό απέκτησε σημασία εδώ (στην ειδική του μορφή), μετά τη θέσπιση του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 66(Ι)/15 (στις 7.5.15), με τον δικηγόρο των εναγομένων να παραπονείται, ως εκ της νομοθετικής τούτης εξέλιξης, πως «. η προώθηση απαίτησης . για τόκο υπερημερίας προσκρούει στη μη δικογράφηση . οποιουδήποτε ισχυρισμού σχετικά με την πραγματική ζημιά που υπέστησαν [οι ενάγοντες] ως εκ της μη πληρωμής των οφειλομένων». Στη θέση αυτή δεν απάντησε ο δικηγόρος των εναγόντων. Δεν συμφωνώ με τον δικηγόρο των εναγομένων. Επεξηγώ. Από το συνολικό περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης στην Υπεράσπιση, προκύπτει - διά αποδεκτής δικογράφησης (βλ. Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η έκδ., Sweet & Maxwell, London, 1990, σελ. 666-667) - σαφής η αξίωση των εναγόντων για την επιδίκαση τόκου υπερημερίας (λόγου χάριν στην παράγραφο 8(ε) της Έκθεσης Απαίτησης), οπότε, οι εναγόμενοι, δεν δικαιούνται, υπό αυτό το φάσμα, να εκφράζουν, δικαιολογημένως, παράπονο για το εγχείρημα των εναγόντων να εντάξουν τον τόκο υπερημερίας ως πραγματική ζημιά εντός της έννοιας του άρθρου 3
(1)(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ο οποίος, υπενθυμίζεται, ψηφίστηκε λίγους μήνες πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (9.12.15) και πολλά έτη μετά την καταχώριση της αγωγής (27.4.09). Το πρόβλημα δεν σύγκειται στο ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν εξασφάλιση θεραπείας η οποία δεν είναι δικογραφημένη, αλλά στη μέθοδο (εν τη ευρεία έννοια του όρου) απόδειξης του υπό αναφορά τοκισμού και στο είδος της μαρτυρίας που χρειάζεται γι' αυτόν τον σκοπό. Το ότι θα μπορούσε, ίσως, να προωθείτο αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την εφαρμογή του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 66(Ι)/15, ώστε ο περί ου ο λόγος τόκος υπερημερίας να απαιτείται ως (ή και ως), πραγματική ζημιά, είναι μια, εν πρώτοις συνειρμική αντίδραση, με τη δική της λογική. Ως εκεί όμως και τίποτε περισσότερο. Το αποσαφηνίζω. Υπό τις συνθήκες, η μη τροποποίηση της δικογραφίας και η μη συμπερίληψη του τόκου υπερημερίας στη συζητούμενη μορφή της πραγματικής ζημιάς, δεν αποβαίνει καθοριστική και σίγουρα δεν κωλύει τους ενάγοντες από τη διεκδίκηση της μια που τούτη, εν πάση περιπτώσει, εκπηγάζει και από υφιστάμενη νομοθετική πρόνοια και όχι αποκλειστικώς, από οποιαδήποτε γενική αρχή δικαίου ή άλλη συμφυή δικαστική εξουσία, οπόταν ο φακός θεώρησης θα μπορούσε, πιθανώς, να αλλοιωθεί κατά τι (βλ. κατ' αναλογίαν, British Telecommunications PLC v Office of Communications and Others
(2017)EWCA Civ 330, Sempra Metals Limited v Her Majesty's Commissioners of Inland Revenue and Another
(2007)4 All ER 657 (HL), JSC BTA Bank v Ablyazov and Others
(2013)EWHC 867 (Comm)). Άλλη προσέγγιση (με χροιά αχρείαστης, θα έλεγε κανείς, δικονομικής ακαμψίας), πιθανόν και να δημιουργούσε πασιφανή αδικία στους ενάγοντες στην προώθηση της εξειδικευμένης τούτης αξίωσης τους, σε αντίθεση με τους εναγομένους, για όλους τους λόγους που έχουν κιόλας τύχει εντρύφησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Gupta v Goyal
(2002)INSC 25 [Supreme Court of India]). Ακόμη και να υπάρξει διιστάμενη εφετειακή πραγμάτευση και γνώμη περί της ενότητας που αφορά στον τόκο υπερημερίας ως πραγματικής ζημιάς, θα επιδίκαζα το αντίστοιχο ποσό (και όχι πέραν αυτού), υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως εύλογη αποζημίωση, με επίκληση και ανάλογη προσαρμογή των προβλέψεων στο άρθρο 74 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (ως πρότεινε και ο δικηγόρος των εναγόντων), συνεκτιμώντας προς τούτο, κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, το είδος και χρονική διάρκεια των παραβάσεων εκ πλευράς εναγομένων καθώς και κάθε άλλη αξιολογήσιμη μεταβλητή (βλ. κατ' αναλογίαν, Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors-Developers ν Αδελφοί Παπαλαζάρου Λτδ
(2006)1(A) AAΔ.590, 597-598, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G&C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(A) AAΔ.500, 512-527, ΠΓ Πολυβίου, Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο: Θεωρία και Πράξη, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία, 2017, σελ. 669-674, Pollock & Mulla, On Indian Contract and Specific Relief Acts, 10η έκδ., 1991, ΝΜ Tripathi Private Ltd, Bombay, σελ. 676-714). Εντούτοις, όλα αυτά έχουν (κατά την προρρηθείσα διάζευξη), θεωρητική και μόνο υφή, για ό,τι αποτελεί (ως δεδομένο πια), την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες απέδειξαν επαρκώς την αξίωση εναντίον ενός εκάστου των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή επιτυγχάνει στην έκταση που προαναφέρθηκε. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, ως εξής: Α: €1.195.287,70, δυνάμει δανείου (αριθμός λογαριασμού 523/337162-2), με τόκο 11,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 2.10.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι 8.9.14 και από 9.9.14, με επιτόκιο 7,25%, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης. Β: €855.921,00, δυνάμει δανείου (αριθμός λογαριασμού 523/337163-3), με τόκο 11,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 2.10.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι 8.9.14 και από 9.9.14, με επιτόκιο 7,25%, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης. Γ: €1.064.659,89, δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού (αριθμός λογαριασμού 523/337132-7), πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 2.10.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι 8.9.14 και από 9.9.14, με επιτόκιο 8,75%, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης. Δ: €1.135.759,81, δυνάμει παραχώρησης ενέγγυων πιστώσεων, πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 2.10.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι 8.9.14 και από 9.9.14, με επιτόκιο 8,75%, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης. Ε: Διάταγμα πώλησης σε δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου των Εναγομένων 2 και δη του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 2776, Φ/Σχ L/31+32, Τεμάχιο 310, Τοποθεσία Σπήλιος, στο χωριό Μενεού (Επαρχία Λάρνακας) και διάθεσης του προϊόντος της πώλησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον τόκους και έξοδα και επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στους Εναγομένους. Το απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή στις 28.9.15 (στο πλαίσιο αίτησης ημερομηνίας 29.1.15), εναντίον των εναγομένων 1, θα εξακολουθεί να ισχύει στην ολότητα του (και έτσι διατάζεται), μέχρι την πλήρη εκτέλεση της ανά χείρας απόφασης, εκτός στο βαθμό που οι όροι του διατάγματος αυτού θα πρέπει (πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων), να τύχουν εύλογων και ανάλογων αναπροσαρμογών ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση (μερική ή ολική) της παρούσας απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Μανώλη και Άλλων
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, 1428-1429, Linmare Shipping Co Ltd ν Boustani
(1981)1 CLR 386, 399-400). Τα δικηγορικά έξοδα (πλέον ο ΦΠΑ), επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.