← Κύπρος

RICHARD MICHAEL CAUGHELL ν. BANC DE BINARY LTD, Αρ. Αγωγής: 4100/15, 30/6/2017

RICHARD MICHAEL CAUGHELL ν. BANC DE BINARY LTD, Αρ. Αγωγής: 4100/15, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4100/15 Μεταξύ: RICHARD MICHAEL CAUGHELL Ενάγοντος και BANC DE BINARY LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 27.1.17 υπό Ενάγοντος για Διατάγματα (
  2. i)Τύπου Mareva (
  3. ii)Αποκάλυψης Περιουσίας και (iii) Μη Αλλαγής Μετοχικής Δομής Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ν. Λιασίδου για Α.Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων: κ. Γ. Κτωρίδης για Άθως Δημητρίου Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ένα και πλέον έτος μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ εκκρεμούσε για ακρόαση, ο Ενάγων με την ως άνω αίτηση του εξασφάλισε μονομερώς διατάγματα: Α. Με τα οποία απαγορεύεται στους Εναγομένους: «(
  4. i)να διαθέσουν, χρησιμοποιήσουν, αποξενώσουν, μεταβιβάσουν και/ή μειώσουν και/ή εμβάσουν και/ή αποσύρουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή δεσμεύσουν οποιαδήποτε περιουσία και/ή περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο και/ή εκτός Κύπρου, ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των ΗΠΑ $202.450,00 ... (
  5. ii)να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό που να συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη διάθεση, αποξένωση, μείωση της αξίας ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων της πώλησης και/ή αποξένωσης κινητών και/ή ακινήτων και/ή μετοχών και/ή συμφερόντων των Καθ' ων η Αίτηση σε εταιρείες ή ιδρύματα (foundations) με έδρα τους την Κύπρο και/ή ανά το παγκόσμιο είτε διενεργώντας οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο και/ή στη μετοχική δομή εταιρειών ή ιδρυμάτων αυτών, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των ΗΠΑ $202.450,00 ......... Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν κάθε περιουσιακό στοιχείων αυτών, είτε κατέχεται επ' ονόματι τους είτε όχι, είτε αυτό ανήκει μόνο σε αυτούς είτε σε αυτούς από κοινού με άλλους, και είτε διατείνονται ότι έχουν ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest) επί αυτού είτε όχι, και γενικά κάθε περιουσιακό στοιχείο που οι Καθ' ων η Αίτηση, έχουν την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να διαθέσουν ή να μεταχειρίζονται ως εάν να ανήκει σε αυτούς και το οποίο κατέχεται ή και ελέγχεται από τρίτα πρόσωπα σύμφωνα με οδηγίες προερχόμενες, άμεσα ή έμμεσα, από τους Καθ' ων η Αίτηση». B. Με το οποίο διατάσσοντο οι Εναγόμενοι: «. όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος διατάγματος, παρουσιάσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτονται όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο μέχρι του ποσού των ΗΠΑ $202.450,00 (Διακόσιες Δύο Χιλιάδες Τετρακόσια Πενήντα Δολάρια Αμερικής ή το αντίστοιχο τους σε ΕΥΡΩ), και σε περίπτωση που η αξία αυτών δεν ικανοποιεί το ύψος της πιο πάνω απαίτησης, να αποκαλύπτονται και όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία και στο εξωτερικό, μέχρι του πιο πάνω ποσού, αναφέροντας τη συγκεκριμένη τοποθεσία αυτών, είτε τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν εξ' ολοκλήρου σε αυτούς ή από κοινού ή κεχωρισμένα, στο σύνολό τους ή δυνάμει εμπιστεύματος ή με άλλη μορφή ιδιοκτησίας, ή άμεσα ή έμμεσα, και περαιτέρω επισυνάψουν στην ένορκη δήλωση όλα τα σχετικά στοιχεία ή έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη και την τοποθεσία αυτών των περιουσιακών στοιχειών». Γ. Με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους να: «. αποδεχτούν και/ή συναινέσουν και/ή συγκατατεθούν στην οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια που να διαφοροποιεί την υφιστάμενη ιδιοκτησιακή τους δομή και/ή μετοχικό καθεστώς». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 5, 7 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 κ.1-4, 8 και 9, στα άρθρα 3 και 22 του Κεφ. 9 στο Κοινοδίκαιο, στην υπόθεση Mareva και στη συμφυή δικαστική εξουσία. Συνοδεύεται από 28σέλιδη ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μαίρης Τερψοπούλου στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: 1. Οι Εναγόμενοι είναι Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών (εφεξής «ΚΕΠΕΥ»), η οποία προσφέρει σε πελάτες τη δυνατότητα διαδικτυακών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των Συναλλαγών Ξένων Νομισμάτων (εφεξής «FOREX") και των χρηματοοικονομικών συμβάσεων επί διαφορών (εφεξής "CFDs"). Μέτοχοι των Εναγομένων είναι οι Meitov Dash Trusts Ltd, Oren Shabat και Yehezkel Shabat με 850, 4500 και 4500 μετοχές έκαστος αντίστοιχα. 2. Οι Εναγόμενοι ιδρύθηκαν στις 22.2.12 και 10 περίπου μήνες μετά εξασφάλισαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (εφεξής «ΕΚΚ») άδεια για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών τύπου Δυαδικών Επιλογών (Binary Options). 3. Ο Ενάγων έμαθε για τους Εναγόμενους μέσα από διαφημίσεις και τον Ιούνιο του 2013 τους προσέγγισε. Στις 6.6.13 άνοιξε επενδυτικούς λογαριασμούς υπ΄ αρ. 343403 και 143 VIP, στους οποίους κατά καιρούς κατέθετε διάφορα ποσά ως η κατάσταση ημερ. 12.12.14 (Τεκμήριο 5). Στις 12.6.13 οι εκπρόσωποι των Εναγομένων και Διαχειριστές Λογαριασμών (Ross Collins και Sam Walton) απέστειλαν στον Ενάγοντα έντυπο αίτησης Χρηματικής Παραχώρησης Ωφελημάτων (Company's Bonus Application) και του ζήτησαν να την υπογράψει ηλεκτρονικά λέγοντας του ότι αυτό ήταν απαραίτητο ούτως ώστε να ενεργοποιηθούν οι λογαριασμοί του και να μπορεί να δώσει εντολές αγοράς ή πώλησης διατιθέμενων μέσων. Βάσει της υπογραφείσας αυτής αίτησης (Τεκμήριο 6) ο Ενάγων είχε το δικαίωμα να αποσύρει τα κεφάλαια του μόνο όταν διενεργούσε συναλλαγές ενός προκαθορισθέντος από τους Εναγόμενους ύψους, ήτοι στο 20πλάσιο του αθροίσματος των καταθέσεων του με τα οφέλη (". at least 20 times the amount of the benefit plus the deposit amount"). 4. Οι ως άνω αντιπρόσωποι παρουσίασαν στον Ενάγοντα την αίτηση μέσω ανακριβών, ασαφών, ψευδών και παραπλανητικών παραστάσεων ως απαραίτητο όρο για την ενεργοποίηση των λογαριασμών του ενώ οι περιορισμοί που περιέχονται στην αίτηση είναι αντίθετοι με τον Νόμο, την Οδηγία 144-2007-01 και τις Εγκυκλίους της ΕΚΚ 144-2014-02 και Ε065, δεν εξήγησαν με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας, τους όρους και τις προϋποθέσεις παραχώρησης ωφελημάτων, ενώ δεν διενεργήθηκαν οι προβλεπόμενοι από Οδηγίες έλεγχοι. Ο δε Ενάγων μη γνωρίζοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι Εναγόμενοι πείστηκε από τους εκπροσώπους τους και υπέγραψε στις 12.6.13, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι λογαριασμοί του. 5. Στο διάστημα 12.6-16.7.13 ο Ενάγων κατέθεσε στον λογαριασμό .403 το συνολικό ποσό των USD258.450 και εντός 16 λεπτών από την προτελευταία κατάθεση του (που είχε γίνει στις 27.6.13 και ώρα 12:47) οι Εναγόμενοι κατέθεσαν στον εν λόγω λογαριασμό του οφέλη ύψους USD187.500. 6. Περί τον Ιούλιο του 2013 ο Ενάγων μέσω ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Τεκμήριο 7) ενημέρωσε τους εκπροσώπους των Εναγομένων (Collins, Walton και Newton) ότι επιθυμούσε να αποσύρει ποσό USD229.000 πριν το τέλος Αυγούστου προς εξόφληση τιμήματος αγοράς ακινήτου βάσει σχετικής σύμβασης αγοράς ημ. 3.2.13 (Τεκμήριο 8), χωρίς να επιτύχει οτιδήποτε αφού οι Εναγόμενοι με διάφορες ανυπόστατες δικαιολογίες απέρριψαν το αίτημα του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει το διαθέσιμο προς απόσυρση κεφάλαιο του διότι οι Εναγόμενοι δεν διέθεταν τους απαραίτητους μηχανισμούς για τέτοια δυνατότητα, όπως απαιτείται από τους σχετικούς Νόμους, Οδηγίες και Εγκυκλίους. 7. Κατόπιν αρκετών αιτημάτων του οι Εναγόμενοι επέτρεψαν στον Ενάγοντα να αποσύρει ποσό USD56.000 υπό τον όρο να υπογράψει Πλήρη και Οριστική Παραίτηση από Αξιώσεις, πράγμα το οποίο έπραξε στις 21.8.13, αποδεχόμενος τους έξι όρους οι οποίοι συμπεριλαμβάνοντο στο σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 9). Η υπογραφή του εγγράφου αυτού έγινε κατόπιν πίεσης και δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης. 8. Με την απόσυρση των USD56.000 οι Εναγόμενοι επέβαλαν υπερβολικές και αδικαιολόγητες χρεώσεις στον Ενάγοντα για καταθέσεις, αποσύρσεις και μεταφορές στους λογαριασμούς του, ήτοι χρέωση USD9.238,99 χωρίς ενημέρωση του (Τεκμήριο 10). 9. Τον Αύγουστο του 2013 ο Ενάγων ζήτησε όπως αποσύρει και τα κεφάλαια τα οποία είχαν απομείνει στους λογαριασμούς του αλλά υπήρξε άρνηση των Εναγομένων. Από τον Ιούνιο του 2015 ο Ενάγων δεν είχε και δεν έχει πρόσβαση στους λογαριασμούς του και παρανόμως οι Εναγόμενοι δεν του επιτρέπουν να αποσύρει χρήματα τα οποία σήμερα ανέρχονται στα USD46.978,50. 10. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 2.2.15 (Τεκμήριο 11) ο Ενάγων ζήτησε όπως του καταβάλουν το ποσό των USD202.450 ως το κατατεθέν υπ΄ αυτού ποσόν μείον το αποσυρθέν κεφάλαιο του (258.450-56.000). Με δική τους επιστολή ημερ. 9.2.15 (Τεκμήριο 12) οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι παρέχουν επενδυτικές συμβουλές μόνον εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΕΕ») και ότι ο ίδιος όντας κάτοικος Καναδά είναι πελάτης της BDB Services Ltd (Σεϋχέλλες) και όχι των Εναγομένων. Ο Ενάγων αρνήθηκε τις πιο πάνω θέσεις με δεύτερη επιστολή του ημερ. 13.2.15 (Τεκμήριο 13), η οποία παραμένει αναπάντητη. 11. Οι Εναγόμενοι «. έχουν ενεργήσει αμελώς έναντι του Αιτητή με σκοπό την εξαπάτηση του και την οικειοποίηση των κεφαλαίων κατά παράβαση του Νόμου και των Κανονισμών που διέπουν τέτοιες συμφωνίες .». Στην ένορκη δήλωση ακολουθούν ισχυρισμοί για αμέλεια, παραλείψεις, παραβάσεις και δόλιες ενέργειες των Εναγομένων (§27Α-Ξ). 12. Στις 9.1.17 οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν την ΕΚΚ ότι παραιτούνται από την άδεια λειτουργίας τους, πράγμα το οποίο η ΕΚΚ δημοσιοποίησε στις 11.1.17, προσθέτοντας ότι η εν λόγω άδεια ΚΕΠΕΥ υπ΄ αρ. 188/13 έπαυε να ισχύει από τις 15.1.17 και ότι οι Εναγόμενοι παρέμεναν υπό την εποπτεία της μέχρι να τακτοποιήσουν όλες τις υποχρεώσεις τους (Τεκμήριο 14). Ακολούθως επισυνάπτονται δημοσιεύματα ιστοσελίδων σχετικά με τον τερματισμό των εργασιών, την εκκαθάριση και επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις προς τους Εναγομένους (Τεκμήρια 16-28). 13. Τέλος προβάλλεται η θέση πως είναι προφανές ότι ο Ενάγων έχει αρκετές πιθανότητες επιτυχίας τόσο στη βάση συμβατικής παραβίασης των συμφωνηθέντων όσο και στη βάση εξαπάτησης ή ψευδών παραστάσεων και ότι οι Εναγόμενοι είτε θα εκκαθαριστούν λόγω αφερεγγυότητας είτε θα αποξενώσουν ή εξαφανίσουν περιουσιακά τους στοιχεία. Ένσταση Οι Εναγόμενοι προέβαλαν 15 λόγους ένστασης στη βάση των οποίων αιτούνται την απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση των διαταγμάτων, πλείστοι εκ των οποίων είναι επάλληλοι, αλλά θεωρώ ότι δύνανται να συνοψιστούν στο ότι: 1. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα ούτε καλό αγώγιμο δικαίωμα. 2. Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 3. Δεν αποδεικνύεται το επείγον ή ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. 4. Δεν έχει αποδειχθεί ανεπανόρθωτη βλάβη ή ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης περιουσίας. 5. Ο Ενάγων τελεί υπό πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα. 6. Η αίτηση βασίζεται σε αυθαίρετα και αβάσιμα συμπεράσματα. 7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη διότι επιδιώκεται να εκδικαστούν θέματα ουσίας. 8. Η αίτηση είναι παράτυπη διότι περιέχει ασάφειες αφού επιζητείται αόριστα η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν γίνονται γνωστά στο δικαστήριο. 9. Η αίτηση είναι παράτυπη διότι δεν προσδιορίζονται τα όρια, η έκταση και η φύση της ακίνητης ιδιοκτησίας (άρθρο 5

(3)του Κεφ. 6).
  1. Η αίτηση είναι παράτυπη διότι δύναται να βλάψει ατομικά δικαιώματα ατόμων που δεν είναι διάδικοι στην αγωγή.
  2. Το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων.
  3. Το σύνολο των στοιχείων δεν δικαιολογεί την έκδοση ή διατήρηση των διαταγμάτων.
  4. Δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη.
  5. Δεν πληρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων.
  6. Δεν είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Στέλιου Αντωνίου, Λειτουργού Συμμόρφωσης των Εναγομένων. Σε αυτήν αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν μεταξύ άλλων υπηρεσίες δυαδικών επιλογών (binary options) σε πολλούς πελάτες, πλην όμως μόνο εντός Ε.Ε. Θέση του είναι πως ο Ενάγων δεν έχει αντιληφθεί τον διαχωρισμό του θεωρητικού με το πρακτικό στοιχείο, ότι δηλαδή η αναγραφή συγκεκριμένων υπηρεσιών στην ιστοσελίδα της ΕΚΚ αναφορικά με άλλες δικαιοδοσίες δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν όλες εκείνες τις υπηρεσίες, αφού προϋπόθεση ήταν να έχουν λάβει τις αναγκαίες άδειες. Εξηγεί πως ο Ενάγων δεν αντιλαμβάνεται ότι η μόνη συμβατική σχέση που υπήρξε ήταν μεταξύ του και της BDB Services Ltd (Seychelles) και όχι με τους Εναγομένους, πράγμα το οποίο προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος παρουσίασε π.χ. τα Τεκμήρια 2, 4-7 και
  7. Προσθέτει πως οι Εναγόμενοι δεν δύνανται να δέχονται πελάτες οι οποίοι κατοικούν σε χώρες εκτός Ε.Ε. και τεχνικά όποιος εισέρχεται στην ιστοσελίδα τους από διεύθυνση IP η οποία δεν ανήκει σε έδαφος της Ε.Ε. αυτόματα βγαίνει από την ιστοσελίδα και είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι πελάτης των Εναγομένων. Έχει υποδειχθεί στον Ενάγοντα ότι η επωνυμία "Banc de Binary" ανήκει από το 2008 σε τρίτη εταιρεία, η οποία παρείχε στους Εναγομένους σχετική άδεια χρήσης της αποκλειστικά και μόνο εντός της Ε.Ε. βάσει σχετικής Συμφωνίας Αδειοδότησης (Licensing Agreement), ενώ παρόμοια άδεια έχει χορηγήσει και στην BDB Services Ltd (Seychelles) μόνο για χώρες εκτός Ε.Ε, καθώς και σε άλλες νομικές οντότητες για άλλες περιοχές, κατ΄ αναλογίαν προς τα προνόμια δικαιόχρησης (franchise). Καταλήγει πως πελάτες από μη χώρες της Ε.Ε. δεν μπορούν να εγγραφούν μέσω της πλατφόρμας που εποπτεύεται από εποπτικές αρχές της Ε.Ε., λόγω των ενσωματωμένων εφαρμογών γεωγραφικής απόφραξης μέσω λογισμικού (όπως το Geo IP κ.λ.π.). Συνεπώς ο Ενάγων, όντας κάτοικος Καναδά όταν επέλεξε να «συναλλαγεί» με την Banc de Binary αυτομάτως παραπέμφθηκε από το σύστημα στην ιστοσελίδα της BDB Services Ltd (Seychelles), όπου και η ταυτότητα της οντότητας με την οποία θα συναλλάσσετο θα είχε καταστεί προφανής, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε. Η αδυναμία αντίληψης ορισμένων αντικειμενικών και λογικών συμπερασμάτων, κυρίως ως προς την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης ενδεχομένως να οφείλεται στη γνωστική κατάσταση του Ενάγοντος συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο είχε τραυματιστεί. Δεν είναι αποδεκτοί οι ισχυρισμοί περί πλήρους κατάρρευσης των Εναγομένων. Γίνεται παραπομπή στο περιεχόμενο της επιστολής παραίτησης από την άδεια ΚΕΠΕΥ ημερ. 9.1.17, στις εκεί διαβεβαιώσεις και στη σχετική απάντηση της ΕΚΚ ημερ. 10.1.17 (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ενάγοντος Σε συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερ. 27.3.17 η κα Τερψοπούλου εκ μέρους του Ενάγοντος υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι μέσω της δικής τους ένορκης δήλωσης προσπάθησαν ψευδώς και παραπλανητικώς να παρουσιάσουν ότι ο Ενάγων δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους ίδιους. Επισύναψε ηλεκτρονική επιστολή ημερ. 3.2.14 από την οποία - κατά τη γνώμη της - προκύπτει ότι ο Ενάγων συναλλάσσετο με τους Εναγομένους (Τεκμήριο 1). Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εναγομένων Σε δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση άλλου προσώπου (του Χρίστου Ταλιαδώρου) οι Εναγόμενοι προβάλλουν ξανά ότι έχουν άδεια να λειτουργούν μέσω της eu.Bancdebinary.com εντούτοις ο Ενάγων επιμένει να παρουσιάζει στοιχεία που αφορούν στις www.bbinary.com και www.bbinary.eu χωρίς όμως να παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να συσχετίζει τους Εναγόμενους με αυτές. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (υπ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. Μιχάλης Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Έχει βεβαίως ήδη καταστεί σαφές πως το βασικό αίτημα του Ενάγοντος αφορά την έκδοση (και τώρα απολυτοποίηση) διαταγμάτων τύπου mareva στη βάση των αρχών της Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carries S.A.
(1980)1 All E.R. 213 και της μεταγενέστερης νομολογίας επί του θέματος. Ένα τέτοιο διάταγμα απαγορεύει στον εναγόμενο να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία ή να μετακινήσει περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας όπως έχει λεχθεί στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301. Βασικός σκοπός είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων ούτως ώστε να καθίσταται δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση τυχόν εκδοθησομένης απόφασης υπέρ του (Sunoil Bunkering Ltd v. Jaoular Maritime Transport Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 627). Όπως έχει αναγνωριστεί, διάταγμα mareva στην Κύπρο δύναται να εκδοθεί στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Poltava, ανωτέρω). Κατά συνέπειαν τόσο για αυτό το διάταγμα όσο και για το κλασικής μορφής εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα περί μη διαφοροποίησης της μετοχικής δομής των Εναγομένων, απαιτείται εξέταση των καθιερωμένων προϋποθέσεων ενώ ειδικά για τα mareva καθίσταται αναγκαία η εξέταση τόσο των προϋποθέσεων του άρθρου 32 όσο και των νομολογιακών αρχών για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, 2016 στη σελ. 215: «Πέραν των γενικών προϋποθέσεων, ο ενάγων θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι: (α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους, και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης». Στο ίδιο σύγγραμμα (σελ. 211) αναφέρεται αφενός πως με τη Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162 αναγνωρίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία παγοποίησης περιουσίας που ευρίσκεται στο εξωτερικό και αφετέρου πως το άρθρο 5 του Κεφ. 6 χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που η δέσμευση αφορά σε ακίνητη περιουσία. Τονίζεται βέβαια (σελ. 212) πως για να δεσμευθεί ολόκληρη η ακίνητη περιουσία του εναγομένου οπουδήποτε και αν βρίσκεται, θα πρέπει να επεξηγηθεί στο Δικαστήριο η αναγκαιότητα για μια τέτοια γενική δέσμευση, ενώ πρέπει να παρατίθενται λεπτομέρειες της ακίνητης περιουσίας, καθώς και υπολογισμός της αξίας της. Όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης θα πρέπει να σημειωθεί πως ανήκει στην κατηγορία των «επικουρικών» διαταγμάτων. Στο πιο πάνω σύγγραμμα των «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», στη σελ. 260 τέτοιου είδους διάταγμα αποκάλυψης συσχετίζεται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και στη συνέχεια εξηγείται ότι: «Παρόμοια διατάγματα είναι και τα διατάγματα αποκάλυψης για υποβοήθηση διαταγμάτων παγοποίησης (Mareva), π.χ. για να εξακριβωθεί ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον εναγόμενο και ποια σε τρίτα πρόσωπα, ώστε να κατασχεθούν από τον ενάγοντα ή διατάγματα έρευνας (Anton Piller), π.χ. για να εξακριβωθούν τα ονόματα των προμηθευτών του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται το επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) ενός διατάγματος παγοποίησης ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης». Διευκρινίζεται εδώ πως οι Εναγόμενοι στην αγόρευση τους δεν εγείρουν οποιοδήποτε ζήτημα για το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης. Αντιθέτως δηλώνουν σαφώς ότι προχώρησαν σε συμμόρφωση αναφορικά με την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων τους μέχρι του ποσού των USD202.450 καταχωρίζοντας στις 10.2.17 ένορκη δήλωση του επικεφαλής επιχειρήσεων τους (κ. Ομέρ Χεν), πράγμα το οποίο δέχεται και ο Ενάγων, δηλώνοντας στην αγόρευση του ότι «. η Καθ΄ ης η Αίτηση συμμορφώθηκε με το Ενδιάμεσο Διάταγμα ..». Το ουσιαστικό μέρος της ως άνω ένορκης δήλωσης έχει ως εξής: «Διά της παρούσας δηλώνω ενόρκως ότι η Εταιρεία διατηρεί στον λογαριασμό της στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) ΛΤΔ με αρ. ....... κεφάλαια τα οποία ξεπερνούν το ποσό των USD$202,450.- (ή το ισόποσο σε ΕΥΡΩ) και ότι αυτά τα κεφάλαια έχουν ήδη δεσμευτεί από την Τράπεζα προς συμμόρφωση με το Διάταγμα ημερομηνίας 31.01.2017». Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (υπ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο του ο Ενάγων αξιώνει:
  1. Απόφαση για US$202.450 ως αποζημιώσεις είτε για παράβαση σύμβασης είτε λόγω απάτης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων είτε λόγω οικειοποίησης και παρακράτησης του είτε για αμέλεια (§Α-Δ).
  2. Δήλωση ότι το ως άνω ποσό κατέχεται από τους Εναγόμενους ως απολήγον και ή εξ επαγωγής εμπίστευμα προς όφελος του (Ενάγοντος), στον οποίον ανήκει η ωφέλιμη ιδιοκτησία (§Στ). Στην καταχωρισθείσα έκθεση απαίτησης, αφού παρατίθενται γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν του Ενάγοντος υποστηρίζουν τις ως άνω βάσεις, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών αμέλειας, απάτης, δόλου κ.λ.π επαναλαμβάνονται αυτούσιες οι πιο πάνω αξιώσεις της οπισθογράφησης. Καθίσταται λοιπόν προφανές από τα ανωτέρω πως, σε συνδυασμό και με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση, αποκαλύπτονται γνωστές στον νόμο αιτίες αγωγής, οι οποίες εάν επιτύχουν αναπόφευκτα θα οδηγήσουν στη χορήγηση ανάλογων ουσιαστικών θεραπειών. Υπό την πιο πάνω έννοια σαφέστατα έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα και η διασύνδεση της προϋπόθεσης αυτής από τους Εναγόμενους με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης είναι ατυχής, αφού όσα προέβαλαν εντάσσονται και εξετάζονται στα πλαίσια της δεύτερης προϋπόθεσης. Ούτε βεβαίως συμφωνώ με τη θέση ότι δεν συγκεκριμενοποιείται η αξίωση του Ενάγοντος δεδομένου ότι τα πιο πάνω περιεχόμενα στην έκθεση απαίτησης καθιστούν σαφή την αξίωση του, η οποία ουσιαστικά ισούται με το υπόλοιπο του ποσού το οποίο, κατ΄ ισχυρισμόν του, είχε αποστείλει στους Εναγόμενους. Πιθανότητα Θεραπείας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί και τονιστεί ιδιαίτερα, για σκοπούς τουλάχιστον της αίτησης, είναι πως πέραν του ότι υπήρξε κάποια συναλλαγή με τους ίδιους οι Εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν κάποιο από τα γεγονότα τα οποία προέβαλε ο Ενάγων. Όπως και στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση τους στην αγωγή, η βασική τους θέση στην ένσταση είναι πως ο Ενάγων ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μαζί τους ή οποιοδήποτε λογαριασμό και ότι ο ίδιος τελεί υπό σύγχυση εν σχέσει με τους πραγματικούς αντισυμβαλλόμενους του. Με δεδομένη λοιπόν τη θέση αυτή - και ανεξαρτήτως του ποιοι πραγματικά ήταν οι αντισυμβαλλόμενοι του Ενάγοντος - δεν συνιστά υπερβολή να λεχθεί πως για όλα τα υπόλοιπα διαδραματισθέντα, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος παραμένουν για σκοπούς της αίτησης χωρίς αντίλογο ή αντίκρουση. Εν ολίγοις, αυτό το οποίο προβάλλει ο Ενάγων είναι πως στα πλαίσια της εξιστορηθείσας συναλλαγής οι αντισυμβαλλόμενοι του (όποιοι και αν ήταν αυτοί) εν γνώσει τους τον καταδολίευσαν και ή εξαπάτησαν με σκοπό την απόσπαση των χρημάτων του. Είναι ακριβώς σε αυτή τη βάση που διεκδικεί με την αγωγή του το υπόλοιπο του ποσού, το οποίο τμηματικά κατέθεσε στον έναν εκ των δύο επενδυτικών λογαριασμών. Ο Ενάγων ουσιαστικά ισχυρίζεται πως η όλη συναλλαγή συνιστούσε μια απάτη με σκοπό την απόσπαση των χρημάτων του. Ως προς την ύπαρξη και την πορεία της συναλλαγής παρέθεσε σειρά γεγονότων, συνομιλιών και εγγράφων τα οποία τείνουν να καταδείξουν ότι είχε τη συναλλαγή στην οποίαν αναφέρεται και ότι η εξέλιξη των γεγονότων είναι ως την ανέφερε, ιδιαίτερα ενόψει της απουσίας αντιλόγου ως προς αυτά. Οι συνομιλίες του με κάποιον Ross Collins καλύπτουν 55 σελίδες και διάφορες ημερομηνίες κατά το χρονικό διάστημα από 13.6.13 έως και τις 27.02.14 (που ήταν η τελευταία φορά που φαίνεται να του απάντησαν). Οι συνομιλίες αυτές αναφέρονται: i. σε μια συνεχή προσπάθεια του Collins να πειστεί ο Ενάγων να καταθέσει περισσότερα χρήματα, ii. σε μια συνεχή προσπάθεια του Ενάγοντος να ενημερωθεί και αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούσαν οι αντισυμβαλλόμενοι, οι λογαριασμοί του, οι επενδύσεις και το δικαίωμα απόσυρσης ή είσπραξης κερδών ή ακόμα και απόσυρσης του δικού του αρχικού κεφαλαίου. iii. στα έγγραφα τα οποία ο Ενάγων υπέγραψε κατ΄ απαίτηση των αντισυμβαλλομένων του, καθώς και στα ποσά που κατέβαλε ο ίδιος ή που του αναφέρθηκε ότι κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του. Επί του παρόντος λοιπόν, και ανεξαρτήτως του ποιοι ήταν οι αντισυμβαλλόμενοι του, αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί είναι πως ο Ενάγων έχει καταδείξει πως διαθέτει συζητήσιμη υπόθεση και πως εάν εν τέλει γίνουν αποδεκτά τα όσα προβάλλει τότε υπάρχει καλή πιθανότητα να δικαιούται σε ανάλογη θεραπεία εις βάρος όποιων τον έχουν μεταχειριστεί ως ο ίδιος διατείνεται. Βασικά δηλαδή το μοναδικό αμφισβητούμενο ζήτημα από τους Εναγόμενους, είναι το ότι ο Ενάγων συνεβλήθη με τους ίδιους που παραδεκτώς εδρεύουν στην Κύπρο, εποπτευόμενοι από την ΕΚΚ, πλην όμως και για αυτό το (επίδικο) θέμα κάποια εξέταση είναι απαραίτητη για να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση. Είναι γεγονός πως στην ιστοσελίδα της ΕΚΚ οι Εναγόμενοι παρουσιάζονται ως εποπτευόμενη ΚΕΠΕΥ έχουσα γραφεία στη Λεμεσό και ως παρέχουσα υπηρεσίες σε κράτη μέλη της Ε.Ε αλλά και σε χώρες εκτός Ε.Ε, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Οι Εναγόμενοι βέβαια ισχυρίζονται ότι όταν ο Ενάγων προσπάθησε να συναλλαγεί με την Banc de Binary (επωνυμία) αυτομάτως παραπέμφθηκε σε άλλη εταιρεία η οποία εδρεύει στις Σεϋχέλλες ήτοι την BDB Services Ltd (και όχι στους ίδιους) με αποτέλεσμα όσα ακολούθησαν και όσα αναφέρει ο ίδιος να τα αποδίδουν σε συναλλαγές με την εν λόγω τρίτη και άσχετη με τους Εναγόμενους εταιρεία. Είναι περαιτέρω γεγονός πως σε καταστάσεις του λογαριασμού .403 τις οποίες ο Ενάγων παρουσίασε ως Τεκμήρια 4 και 5 αναγράφεται στα αριστερά των σελίδων με μεγαλύτερα και εντονότερα γράμματα το όνομα "BANC DE BINARY" και στο κέντρο των σελίδων με πολύ μικρότερα και (εν πολλοίς) κάπως δυσανάγνωστα γράμματα το όνομα BDB Services Ltd (SY), στοιχείο το οποίο κατά τους Εναγόμενους επιβεβαιώνει ότι άλλοι ήταν οι αντισυμβαλλόμενοι του Ενάγοντος, ήτοι η εταιρεία από τις Σεϋχέλλες. Από την άλλη όμως οι Εναγόμενοι δεν σχολιάζουν το ότι στην Αίτηση Ωφελημάτων (Bonus Application), την οποίαν ο Ενάγων επίσης παρουσίασε, ως Τεκμήριο 6, περιέχεται το δικό τους όνομα (ως φαίνεται και στην αγωγή), και μάλιστα σε συσχετισμό με διευθύνσεις τις οποίες αρνούνται, στη φράση: "This Bonus Application is subject to the conditions detailed in the general "Terms of Use" and "Bonus Policy" appearing on the Banc De Binary LTD website: www.bbinary.com and/or www.bbinary.EU" Αναμφίβολα η αναφορά στο δικό τους όνομα συνιστά ένδειξη εμπλοκής τους στη συναλλαγή το οποίο βέβαια επίσης θα αξιολογηθεί κατά την ακρόαση. Όπως θα γίνει και για τη θέση τους ότι οι πιο πάνω διαδικτυακές διευθύνσεις ανήκουν στην BDB και ότι δεν σχετίζονται με τους ίδιους, αν και στο πιο πάνω Τεκμήριο 6 παρατίθενται και οι δυο δίπλα από το όνομα τους (ασχέτως του ότι δεν τις επισκέφθηκε ποτέ ο Ενάγων). Πέραν των πιο πάνω οι συνομιλίες του Ενάγοντος με εκπροσώπους των αντισυμβαλλομένων περιέχουν στοιχεία και αναφορές οι οποίες αξιολογούμενες στο κατάλληλο στάδιο δυνατόν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η νομική οντότητα με την οποία συνεβλήθη ο Ενάγων είχε έδρα και γραφεία στην Κύπρο, εποπτεύετο από την ΕΚΚ (CySEC), καθώς και ότι τα χρήματα έφθασαν σε τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου. Παραθέτω ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα από τέτοιου είδους αναφορές με διδόμενη έμφαση σε κάποια τέτοια στοιχεία: Από τη συνομιλία με τον Sam Walton: α) 27.6.13 - 06:14' Ενάγων: ". hey quick question, u guyz based in Cyprus the country? Walton: Yes .........................................." β) 27.6.13 - 11:41' Ενάγων: Yo Sam when I make a deposit with u guys where is the bank located that the deposit goes to? Walton: we use a few banks german bank ......................................... Walton: and we have a bank in Cyprus too" Από τη συνομιλία με τον Ross Collins: α) 29.7.13 - 12:21' Ενάγων: hey what bank r my funs located at? Collins: in Cyprus Ενάγων: what bank? specifically? ......................................... (ακολουθεί διεύθυνση ιστοσελίδας) http://www.cbc.ca/news/business/story/2013/07/29/business-cyprus-bank.htm β) 26.9.13 - 07:05' Ενάγων: Ross let me tell you this, I put 258K plus exchange rate 19K, if I don't get that back with good signals Im comin to Cyprus .................. ......................................... Collins: i will replenesh your anger with someone better than eugen if you give me 24 hours ......................................... and no need for Cyprus threats" γ) 19.2.14 - 07:24' Ενάγων: "i hope one day I can come to Cyprus and punch you, punch you right in the mouth Collins: that would hurt ......................................... Ενάγων: have u read the ruling from CySEC? Collins: does it say to kick my ass? ......................................... (ακολουθεί διεύθυνση ιστοσελίδας) "http://www.cysec.gov.cy/Down/oads/Circulars/2014/EPEY" ......................................... δ) 21.2.14 - 13:05' Ενάγων: "I have spoken with individuals at the CySEC and a Cyprus lawyer" .......................................... ε) 27.2.14 - 06:06' Collins: "and how cysec help you in Canada ......................................... Ενάγων: you're a Cyprus broker are you not Collins: take care rick ......................................... Collins: cysec is only regulated for European clients ... any regulation rules applies to them ... you have different terms in Canada Ενάγων: . you r Cyprus dealer regulated under the CySEC Collins: we have complied fully with all terms you HAVE AGREED TO IN THE PASSED ......................................... Collins: YOU ARE NOT IN EUROPE BUD Ενάγων: either are you BUD Collins: i do not need to describe anything Ενάγων: you r in CYPRUS Collins: yet I am regulated for all eurpean union sthru cyprus ......................................... Collins: like I have mentioned to you CYSEC and all the regulations from CYSEC are not relevant to your case. You are not a holder of a European Account. All terms set out to you in the beginning and through your time with us have been clear and transparent at all times" Αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί επί του παρόντος είναι πως εάν η πιο πάνω μαρτυρία γίνει αποδεκτή κατά την ακρόαση, έχει τη δυναμική να οδηγήσει στο συμπέρασμα αφενός πως τα πρόσωπα με τα οποία συνομιλούσε ο Ενάγων εκπροσωπούσαν τη νομική οντότητα με την οποίαν είχε τη συναλλαγή και αφετέρου, κυρίως, πως αυτά τα πρόσωπα όχι μόνο δεν αρνήθηκαν ότι εργάζονταν και εκπροσωπούσαν εταιρεία στην Κύπρο αλλά αποδέχοντο ότι η έδρα των εργασιών τους ήταν εδώ στην Κύπρο, αναφέροντο σε πιστωτικό ίδρυμα της Κύπρου καθώς και σε εποπτική αρχή της Κύπρου (CySEC - Cyprus Securities and Exchange Commission), χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να απορρίψουν τέτοιου είδους στοιχεία ή να επικαλεστούν ότι ευρίσκοντο στις Σεϋχέλλες ή σε κάποια άλλη χώρα εκτός Ε.Ε. Κρίνεται βασικά πως τα υφιστάμενα στοιχεία είναι ικανοποιητικά στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και καταδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφενός της θέσης του Ενάγοντος για συναλλαγή με τους Εναγόμενους και αφετέρου της ίδιας της αξίωσης του. Η δε πιθανότητα να δικαιωθεί ο Ενάγων όσον αφορά την ουσία των θέσεων του ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο εάν στο τέλος στη βάση πιθανών σχετικών ευρημάτων θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και μια προσπάθεια των Εναγομένων να αποσυνδεθούν με τον πιο πάνω τρόπο από κάθε συμβατική σχέση μαζί του. Με άλλα λόγια αυτό θα είναι στοιχείο το οποίο θα έχει την κάποια σημασία του και στους ισχυρισμούς του περί δολιότητος, απάτης και οργανωμένου σχεδίου απόσπασης χρημάτων. Ειδικά δε ως προς το ουσιώδες αμφισβητούμενο ζήτημα (της εμπλοκής ή όχι των Εναγομένων) θα πρέπει να επαναληφθεί πως αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για εκδίκαση της ουσίας της αγωγής ή όπως έχει τονιστεί στη Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημ. 16.4.14: «. ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων». Είναι γεγονός πως πέραν των πιο πάνω παρουσιάστηκε και φερόμενη ηλεκτρονική επιστολή ημερ. 3.2.14 των Εναγομένων προς τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 1 στην σ.ε.δ. του Ενάγοντος) στην οποία γίνεται αναφορά στον λογαριασμό του μαζί τους, ενώ στο επιστολόχαρτο όντως υπάρχει σημείωση ότι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία εποπτευόμενη από την Ε.Κ.Κ με έδρα τη Λεμεσό (".Bank De Binary Ltd, a ... Company .. authorized and regulated by the .. CySEC .. Banc De Binary is located at .. Limassol, Cyprus). Δεν θεωρώ ότι οι αναφορές αυτές προσθέτουν οτιδήποτε περισσότερο στις ήδη προηγηθείσες διαπιστώσεις για σκοπούς της δεύτερης προϋπόθεσης και κατά τη γνώμη μου παρέλκει η περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό, ιδιαίτερα ενόψει του ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν ευρίσκετο εξαρχής ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη χορήγηση μονομερώς των διαταγμάτων. Ό,τι έχει σημασία είναι πως στη βάση του υλικού το οποίο εξαρχής είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα προβληθέντα από τους Εναγομένους κρίνεται πως υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή όσον αφορά το αξιούμενο ποσό. Τέλος, στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει καθηκόντως να επισημανθεί πως δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής και πολύ περισσότερο οποιαδήποτε αξίωση η οποία να σχετίζεται με την ιδιοκτησιακή δομή ή το μετοχικό καθεστώς των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι παρουσιάζονται από τον ίδιο τον Ενάγοντα ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (§2 της Ε/Α), ιδρυθείσα στις 22.2.12 υπ΄ αρ. 301698 στον Έφορο Εταιρειών, σύμφωνα με σχετική επισυνημμένη έρευνα στην αρχική του ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 1). Ως εταιρεία σαφώς συνιστά ξεχωριστή νομική οντότητα από τους όποιους μετόχους της (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) και το αν θα εκδοθεί ή όχι απόφαση εναντίον της, καθώς και η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης μιας πιθανής απόφασης δεν μπορεί βάσιμα να συσχετίζεται με το ιδιοκτησιακό ή μετοχικό καθεστώς της. Θεωρώ πως η διαπιστωθείσα ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν καλύπτει το χορηγηθέν σχετικό διάταγμα (υπό Γ ανωτέρω) το οποίο και θα πρέπει να ακυρωθεί. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην περίπτωση του διατάγματος mareva, ακριβώς λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης» και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας (Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583). Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπειαν κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», ανωτέρω, σελ. 215). Στην Poltava (ανωτέρω) πέραν της παραπομπής στη Sunoil (ανωτέρω) συνοψίστηκαν τα γεγονότα και δύο άλλων πρωτόδικων αποφάσεων Ναυτοδικείου από τις οποίες προκύπτει ότι χορηγείται διάταγμα mareva μεταξύ άλλων όταν: - τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να το ανακτήσει ο ενάγων, οπότε και θα υποστεί μεγάλη αδικία, την οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να αποτρέψει (Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and others
(1976)1 C.L.R. 302) - αν δεν δοθεί το διάταγμα mareva, τότε σε περίπτωση που ο ενάγων επιτύχει, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση, ο εναγόμενος να μετακινήσει τα χρήματα του εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (Linmare Shipping Co. v. Roustani
(1979)1 C.L.R. 37). Στην ίδια υπόθεση (Poltava, ανωτέρω) παρατέθηκε αγγλική νομολογία βάσει της οποίας το διάταγμα mareva χορηγείται σε σχέση με επαπειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων εντός δικαιοδοσίας, καθώς και ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψιν της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθησομένη απόφαση υπέρ του ενάγοντος θα παραμείνει ανικανοποίητη, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει επιδειχθεί άνομη πρόθεση. Για τη μη αναγκαιότητα κατάδειξης πρόθεσης αποξένωσης υπήρξε παραπομπή στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. ............................... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση .......... Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση .................., εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Παρά τα πιο πάνω και με αφορμή την υπόδειξη σε αγγλική νομολογία (Ninemia) ότι ο ενάγων πρέπει να προσαγάγει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί υπήρξε παραπομπή στο σύγγραμμα "Mareva Injunctions Law and Practice" των S. Gee και G.M. Andrews από το οποίο παρατέθηκαν αφενός η υπόδειξη ότι εφόσον κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες και αφετέρου ορισμένοι από τους κανόνες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί με τέτοια διεργασία, μερικοί εκ των οποίων έχουν ως ακολούθως (σε μετάφραση του Έντιμου Δικαστή Καλλή): «
(1)Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων π.χ. την κατοικία του ή το γραφείο του ..................
(2)Η φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου .....
(3)Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγομένου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.
(4)Η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου ....................................
(5)................................
(6)................................
(7)Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.
(8)................................
(9)Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα: Σχέδιο υπεκφυγής , ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα». Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός πως δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Στην ερμηνευτική όμως επιφύλαξη υπάρχει ρητή επεξήγηση ότι στον σχετικό όρο συμπεριλαμβάνεται κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο αλλά παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν ζητείται παγοποίηση όλης της περιουσίας των Εναγομένων και υπ΄ αυτή την έννοια σαφώς δεν πρόκειται για γενική δέσμευση. Με τα διατάγματα mareva (υπό Α(i), (
  1. ii)ανωτέρω) ζητείται όμως από τους Εναγομένους να μην αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο ή παγκοσμίως κατά τρόπον που η εναπομείνασα περιουσία τους να είναι αξίας κατώτερης των US$202.450. Με άλλα λόγια ζητείται από τους Εναγομένους να διατηρούν ανά πάσα στιγμή μέχρι ολοκλήρωσης της αγωγής περιουσιακά στοιχεία της πιο πάνω αξίας τουλάχιστον και δίδεται εξήγηση ως προς αυτό από τον Ενάγοντα. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα των ζητηθέντων και εκδοθέντων εν τέλει διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι αποτελούν εταιρεία η οποία ιδρύθηκε το 2012 με υφιστάμενους μετόχους πλειοψηφίας δύο Ισραηλινούς υπηκόους (έχοντες συνολικό ποσοστό 91,3%). Αδειοδοτήθηκε από την ΕΚΚ μόλις το 2013 και λειτούργησε υπό το καθεστώς της ΚΕΠΕΥ μόνο για τέσσερα έτη παραιτούμενη οικειοθελώς από την ισχύουσα σχετική άδεια της στις 9.1.17. Ως ΚΕΠΕΥ ασχολείτο με την παροχή σε πελάτες της της δυνατότητας διενέργειας διαδικτυακών συναλλαγών. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του σχετικού νόμου ώφειλε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις υπηρεσίες ή και τις δραστηριότητες της εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΚΚ, δηλαδή από τις 15.1.17. Σύμφωνα δε με τη σχετική απόφαση της ΕΚΚ ημ. 10.1.17 (Τεκμήριο 3 Εναγομένων) «[Η] εταιρεία οφείλει να μεριμνήσει πρωτίστως για την επιστροφή των χρημάτων των πελατών της το συντομότερο δυνατόν». Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στην επιστολή παραίτησης τους δήλωσαν ότι θα συμμορφώνοντο με τον Νόμο, επιτρέποντας στους πελάτες τους είτε να αποσύρουν τα διαθέσιμα κεφάλαια είτε να συναλλαγούν μέχρι τις 15.4.17. Απώτερος στόχος όπως γίνεται αντιληπτό είναι να υπάρξει τελική διευθέτηση όλων των υποχρεώσεων και γενικά εκκρεμών θεμάτων. Είναι λοιπόν καθόλα λογικό να θεωρηθεί πως υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να δοθούν τα χρήματα αυτά. Από την άλλη πλευρά σαφέστατα η εικόνα η οποία αναδύεται δεν παραπέμπει σε μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία, αλλά αντιθέτως σε ένα σχετικά πρόσκαιρο πέρασμα από τον Κυπριακό χώρο με χρήση της Κύπρου ως έδρας διαχείρισης των επενδύσεων και δη των διαδικτυακών, όπως και πρόσκαιρης χρήσης της άδειας ΚΕΠΕΥ. Προφανώς και εκ της φύσης των δραστηριοτήτων αυτών ένα σημαντικό μέρος των περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται από τους Εναγομένους είναι κεφάλαια τα οποία προήλθαν από πελάτες-επενδυτές, τα οποία και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δήλωσαν αλλά και ο Νόμος (δια της ΕΚΚ) επιβάλλει όπως επιστραφούν στους πελάτες των οποίων η συνεργασία υποχρεωτικά τερματίζεται λόγω της εκούσιας παραίτησης από την άδεια, η οποία στην ουσία ισοδυναμεί με αναστολή ή διακοπή των σχετικών επενδυτικών εργασιών. Ως προς τη φήμη και παρά τη διαμαρτυρία των Εναγομένων για τη χρήση των δημοσιευμάτων, εντούτοις δεν αμφισβητείται η ύπαρξη τους, για τα οποία δύναται να λεχθεί πως αν μη τι άλλο δεν φαίνεται να περιποιούν ιδιαίτερη τιμή στη φήμη των Εναγομένων. Περαιτέρω, όπως και στην υπόθεση Poltava (ανωτέρω), θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η κυριότερη βάση και της παρούσας αγωγής είναι ο δόλος και η απάτη μέσω κατ΄ ισχυρισμόν σχεδίου απόσπασης χρημάτων για την οποία (αιτία αγωγής) έχει κριθεί ήδη πως υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Όπως δε έχει λεχθεί στην εν λόγω υπόθεση: «Είναι αυτονόητο ότι ένας δόλιος και απατηλός εναγόμενος θα φροντίσει να λάβει μέτρα προς την κατεύθυνση μη ικανοποίησης της απόφασης που θα ήθελε εκδοθεί εναντίον του». Στη βάση όλων των ανωτέρω δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως στην παρούσα υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθησομένη υπέρ του Ενάγοντος απόφαση θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη κινητών περιουσιακών στοιχείων. Αντιθέτως το εκδοθέν, έστω στην ίδια αίτηση, επικουρικό διάταγμα και η ένορκη δήλωση συμμόρφωσης επιβεβαιώνει την ύπαρξη κινητών περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας, τα οποία δεν εκφεύγουν του πιο πάνω αναφερθέντος κινδύνου. Έχει προβληματίσει βεβαίως η μη εξειδίκευση ακίνητης ιδιοκτησίας, κάτι το οποίο υπό άλλες περιστάσεις ίσως θα αποτελούσε κώλυμα στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, δηλαδή στην περίπτωση που θα οδηγούσαν σε μια γενική, καθολική και απόλυτη δέσμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να έχει δοθεί ιδιαίτερη επεξήγηση («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», ανωτέρω, σελ. 212). Από την άλλη όμως έχει πιο πριν επισημανθεί και η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης, η οποία συνίσταται στο ότι αυτό που ζητείται είναι να διατηρούνται μέχρι εκδίκασης περιουσιακά στοιχεία ισάξια της αξίωσης. Η ευχέρεια που αφήνεται στους Εναγομένους για συμμόρφωση είτε μέσω κινητών είτε μέσω ακινήτων είναι στην πραγματικότητα προς όφελος τους ασχέτως του ότι οι ίδιοι μέχρι στιγμής και παρά την ευρύτητα των διαταγμάτων επέλεξαν να το πράξουν μέσω δέσμευσης καταθέσεων τους σε τραπεζικό λογαριασμό. Αυτό δεν αλλοιώνει τη φύση των διαταγμάτων τα οποία παρέχουν στους ίδιους την ευχέρεια και ελευθερία να αποφασίζουν με ποιο συγκεκριμένο τρόπο θα διατηρούν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία ύψους US$202.450. Οπότε υπό αυτές τις περιστάσεις βεβαίως και δεν τίθεται ζήτημα επηρεασμού υποχρεωτικά της ρευστότητας τους, όπως διατείνονται οι Εναγόμενοι (χωρίς όμως, σημειώνεται, να εξειδικεύσουν κάποιο στοιχείο που να υποστηρίζει τέτοια θέση). Καθήκον Αποκάλυψης Δεν συμφωνώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα μη αποκάλυψης από πλευράς Ενάγοντος. Ιδιαίτερα ως προς το θέμα που εγείρουν οι Εναγόμενοι, δηλαδή τις δύο διαδικτυακές διευθύνσεις δεν φαίνεται αφενός να αποτελούν ουσιώδες ζήτημα που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου η επίσκεψη ή όχι σε αυτές. Ούτως ή άλλως το θέμα καλύπτετο από τη γενικότερη θέση του Ενάγοντος ότι εντόπισε τους Εναγόμενους διαδικτυακά χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση από τον ίδιο. Κατεπείγον Ως προς την ύπαρξη του κατεπείγοντος αρκεί να αναφέρω ότι ο Ενάγων κινήθηκε για εξασφάλιση διαταγμάτων μονομερώς πολύ λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της ΕΚΚ στις 11.1.17 για τερματισμό της άδειας από 15.1.17, ήτοι καταχωρώντας την αίτηση του στις 27.1.17 όταν ευλόγως πλέον θεώρησε ότι θα άρχιζε η διευθέτηση των οικονομικών υποχρεώσεων των Εναγομένων, πράγμα που αναπόφευκτα συνεπήγετο και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Υπό αυτές τις περιστάσεις και εκκρεμούσης της διαδικασίας διεκπεραίωσης των οικονομικών και άλλων υποχρεώσεων των Εναγομένων, αναμφίβολα το θέμα ήταν επείγον. Ισοζύγιο Ευχέρειας Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται πως με την οριστικοποίηση των διαταγμάτων υπό Α και Β διατηρείται ως προς το ζητούμενο η κατάσταση που υπήρχε πριν την παραίτηση από την άδεια της ΕΚΚ, η οποία (παραίτηση) επιβάλλει ενός είδους «εκκαθάριση» των υποχρεώσεων των Εναγομένων. Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα προκαλέσουν ιδιαίτερη δυσχέρεια στους Εναγομένους, οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν δηλώσει προς την ΕΚΚ την προθυμία και ετοιμότητα τους να διευθετήσουν δεόντως τις όποιες συναλλαγές και υποχρεώσεις είχαν. Στα πλαίσια αυτά σαφώς κατά τη γνώμη μου το ισοζύγιο κλίνει προς όφελος του Ενάγοντος και θεωρείται δίκαιο και πρόσφορο όπως οριστικοποιηθούν τα ως άνω διατάγματα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα εκδοθέντα διατάγματα υπό §Α(
  2. i)και (
  3. ii)και Β καθίστανται απόλυτα, ενώ το διάταγμα υπό §Γ της αίτησης ακυρώνεται. Δεδομένης της κατάληξης και συνεκτιμώντας τη μερική επιτυχία της αίτησης τα 2/3 των εξόδων ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντος-Αιτητή και εις βάρος των Εναγομένων-Καθ΄ ων. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.