Γιώργου Κυριακίδη ν. Θέλμας Παρασκευαίδου, Αρ. Αγωγής: 5587/12, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5587/12 Γιώργου Κυριακίδη, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- Θέλμας Παρασκευαίδου Εναγομένης Αίτηση για τροποποίηση εκθέσεως απαιτήσεως ημερ.7.6.17 30 Ιουνίου, 2017 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Παπαχριστοδούλου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κατσελλή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Επί τροποποιήσεως δικογράφων, οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης από τη νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Παρομοίως, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.13, κρίνεται επίσης κατατοπιστικό: «Σε σχετικά πολύ πρόσφατη απόφαση μας στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ.58/2012, 4.3.13, είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Τα γεγονότα βεβαίως της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 AAΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Rutman (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 92). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 υπεδείχθησαν τα κάτωθι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R 24, το θέμα τέθηκε ως εξής: «. it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, στην Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, εξηγήθηκε η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, η οποία ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.13. Συνάγεται πως κοινή συνισταμένη επί τροποποιήσεως δικογράφων, και παρά την φιλελεύθερη τάση που η νομολογία αντιμετωπίζει τέτοια αιτήματα, υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση ανάλογα με το πότε υποβάλλεται το αίτημα, και αν άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Ταυτόχρονα είναι σαφές εκ της νομολογίας πως τέτοιο δικονομικό διάβημα θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς τον παράγοντα του χρόνου. Τέλος ως κυρίαρχο και καθοριστικό στοιχείο θα πρέπει η ζημιά που θα υποστεί ο αντίδικος να αποζημιώνεται με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Η τροποποίηση των δικογράφων είναι ευχερέστερη όταν επιδιώκεται σε έγκαιρο στάδιο και όταν αφορά κυρίως τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, ώστε να αποτραπεί η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών με τρόπο ώστε να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα στην ορθή τους διάσταση. Στην παρούσα υπόθεση επιδιώκεται η τροποποίηση της παραγράφου 7 της εκθέσεως απαιτήσεως δια της διαγραφής της φράσης «κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2010» με την φράση «περί τα μέσα του 2008». Δικαιολογητικό υπόβαθρο, σύμφωνα με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα, είναι ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη πριν αυτή καταχωρηθεί. Υπέπεσε στην αντίληψη τους κατά την αντεξέταση του ενάγοντα και η έγκριση του αιτήματος ουδεμία βλάβη ή ζημιά θα επιφέρει στην άλλη πλευρά. Η εναγόμενη από την πλευρά της, ενιστάμενη επί του αιτήματος, προβάλλει ότι η υπόθεση τελείωσε και ορίστηκε για αγορεύσεις και το αίτημα υποβάλλεται με καθυστέρηση 5 χρόνων. Είναι επίσης η θέση της, με αναφορά στην γραπτή κατάθεση του ΜΕ1, ότι δεν πρόκειται για τυχαίο σφάλμα και ουσιαστικά η αίτηση έγινε για να καλύψει κενά που προέκυψαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, γεγονός άμεσα σχετικό με την αξιοπιστία του μάρτυρα, η αντεξέταση του οποίου τελείωσε και συνεπώς θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της που δεν αποζημιώνονται με την πληρωμή εξόδων. Οι δυο πλευρές κατά την ακρόαση της αίτησης παρέδωσαν γραπτώς αγορεύσεις στις οποίες αναλύεται η επί τούτου νομολογία. Επί της ουσίας, είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί γιατί, με αναφορά σε σχετικές απαντήσεις του μάρτυρα κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το λάθος και ήταν ειλικρινής και δεν απέκρυψε την ορθή ημερομηνία από κακοβουλία ή κακοπιστία, ή για να δυναμώσει την υπόθεση του. Η τροποποίηση θα θέσει τα ορθά γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της εναγομένης, αφού και η ορθή ημερομηνία να αναγραφόταν και πάλι η γραμμή της αντεξέτασης δεν θα επηρεαζόταν. Αλλά ακόμα και επηρεασμός να υπάρξει, μπορεί να αποτιμηθεί στα έξοδα της αίτησης αφού δεν είναι αναγκαία η τροποποίηση της υπεράσπισης, ούτε και περαιτέρω αντεξέταση θα απαιτηθεί, αφού ο μάρτυρας ήδη αντεξετάστηκε. Αντίθετη είναι η θέση του κ. Μιχαηλίδη. Γίνεται αναφορά στην αγόρευση του επί διαφόρων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως και της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, καθώς και σε διάφορες απαντήσεις του κατά την αντεξέταση, για να καταδείξει ότι υπήρξαν αντιφάσεις καθόσον αφορά τα περιστατικά που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, συνιστούν την προφορική συμφωνία επί της οποίας βασίζει την αξίωση του. Προστίθεται ότι είναι και ο μόνος μάρτυρας για την υπόθεση του, ο οποίος αξιώνει ένα μεγάλο ποσό, επικαλούμενος προφορικές συμφωνίες. Το όλο θέμα εστιάζεται στην αξιοπιστία του και μεταξύ άλλων και στις, κατά την εισήγηση αντιφάσεις του, ενδεικτικές των οποίων καταγράφονται στην αγόρευση του. Έγκριση του αιτήματος με κεντρικό σημείο αναφοράς την αξιοπιστία του, θα αλλάξει και θα επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης, με την έννοια ότι η εναγομένη θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του, όπου δε χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια. Στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, όπως φαίνεται και από τις εκατέρωθεν θέσεις και κυρίως την ένσταση, υπάρχουν σημαντικές παράμετροι που διαφοροποιούν την φιλελεύθερη τάση και τις αρχές με τις οποίες προσεγγίζονται παρόμοια αιτήματα, όταν κυρίως αυτά αφορούν τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η ακρόαση της υπόθεσης έχει τελειώσει και η υπόθεση ορίστηκε για (γραπτές) αγορεύσεις. Ο ενάγων όταν έδινε μαρτυρία αντεξετάστηκε τόσο επί της γραπτής του κατάθεσης, όσο και επί της συγκεκριμένης παραγράφου που επιδιώκεται η τροποποίηση και όχι μόνο, έδωσε δε τις δικές του απαντήσεις και εξηγήσεις. Δεν είναι βέβαια του παρόντος να γίνει αναφορά στην μαρτυρία και στην γραπτή κατάθεση του μάρτυρα, ούτε και σε όσα προέκυψαν από την αντεξέτασή του, στην οποία γίνεται αρκετή αναφορά και από τις δυο πλευρές. Το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν έχει ούτε την εξουσία, αλλά ούτε την ευχέρεια να αξιολογήσει τις απαντήσεις του μάρτυρα, ως δικαιολογητικό υπόβαθρο για να εγκρίνει, ή ανάλογα να απορρίψει την αίτηση. Σημειώνεται πάντως, ότι με την ένσταση προβάλλεται θέμα που αφορά την αξιοπιστία του μάρτυρα και προσπάθεια διόρθωσης της μαρτυρίας του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του, ο δικηγόρος της εναγομένης ανέφερε στο δικαστήριο ότι δεν θα προσκόμιζε μαρτυρία και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δυο πλευρών. Μεσολάβησε η υπό κρίσιν αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν είναι νοητό να επιτραπεί τροποποίηση δικογράφου μετά το τέλος της ακρόασης για να συνάδει η μαρτυρία με το δικόγραφο. Γιατί αυτό επιδιώκεται στο τέλος της ημέρας. Ανεξάρτητα από τις απαντήσεις του μάρτυρα, η βασική υποστηρικτική θέση αλλά και το υπόβαθρο της αίτησης, αυτό έχει ως ζητούμενο. Άλλο ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων πριν την ακρόαση της υπόθεσης και τελείως διαφορετικό να επιδιώκεται τροποποίηση του δικογράφου για να συνάδει με την μαρτυρία, μετά που η υπόθεση αποπερατώθηκε και ορίστηκε για αγορεύσεις. Θέματα που ανακύπτουν εκ των δικογράφων, στον βαθμό που χρήζουν τροποποίησης, θα πρέπει να εντοπίζονται και να διαπιστώνονται έγκαιρα, και να απευθύνονται οι διάδικοι τον συντομότερο δυνατό χρόνο για διόρθωση ή τροποποίηση, γιατί στο τέλος της ημέρας δεν είναι ζήτημα ευκολίας ενός εκάστου διαδίκου, αλλά πρόκειται για ζήτημα ουσίας. Θα πρέπει και η αντίδικος πλευρά να γνωρίζει, έγκαιρα, την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει και το θέμα δεν μπορεί να αφήνεται ή και να προκύπτει κατά την αντεξέταση του μάρτυρα και μάλιστα μετά που έκλεισαν και οι δύο πλευρές την υπόθεση τους. Αναλύσεις και υπολογισμοί ως προς το ποια θα ήταν η γραμμή αντεξέτασης του μάρτυρα, επί του κατ' ισχυρισμό ορθού δικογράφου, κρίνονται ως αλυσιτελείς και υστερογενείς. Ούτε και θα μπορούσε να εγκλωβιστεί η μια πλευρά σε έγκριση τροποποίησης ενός δικογράφου επί του οποίου αντεξέτασε τον μάρτυρα και προέβη στις δικές της υποβολές και εκτιμήσεις, ώστε να κρίνει και να μην καλέσει μαρτυρία. Πέραν του εκτροχιασμού της υπόθεσης, έγκριση του παρόντος αιτήματος θα συνιστούσε άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του αντιδίκου, που βεβαίως δεν μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα. Είναι για αυτό τον λόγο που στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, υπεδείχθη ότι η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Και στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως όχι μόνο δεν υπήρξε έγκαιρη ενέργεια, αλλά ούτε καν και εξήγηση γι' αυτή. Αντίθετα και σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου του ενάγοντα (σελ.8 γραπτής αγόρευσης), ο ενάγων στην γραπτή του δήλωση έθεσε ξεκάθαρα ότι η συνάντηση έγινε περί τα μέσα του 2008 και όχι περί τον Οκτώβριο του 2010, ως η παράγραφος 7 της εκθέσεως απαιτήσεως που επιδιώκεται η τροποποίηση. Ακριβώς εδώ, ως κομβικό πλέον χρονικό σημείο, εντοπίζεται και ετίθετο η έννοια της έγκαιρης ενέργειας. Αντί αυτού, αφέθηκε το θέμα και αφού αντεξετάστηκε ο μάρτυρας υπεβλήθη η κρινόμενη αίτηση για τροποποίηση. Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R 180, ανάγλυφα και αρκούντως παραστατικά τίθενται οι βασικοί παράμετροι εντός των οποίων τόσο οι δικηγόροι, όσο και τα δικαστήρια θα πρέπει να ενεργούν επί αιτημάτων τροποποιήσεων. Κρίνεται πως θα πρέπει να παρατεθεί αυτούσιο απόσπασμα από τις σελ.182-183: « The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Order 19 r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If the course of a trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak on the new rails». Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που η όλη πορεία δια της αιτούμενης τροποποίησης συνιστά εκτροπή, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που πλήττει ανεπανόρθωτα την τύχη της αίτησης. Η παρούσα υπόθεση, κατ' αναλογία, παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την υπόθεση Khan κ.ά v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέως υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Sagheer Khan, Πολ. Έφεση αρ.295/10 ημερ.11.7.11, στην οποία αίτημα για τροποποίηση απερρίφθη γιατί :
(1)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
(2)Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας
(3)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος
(4)Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να τεθούν τα θέματα που εγείρονται με τις τροποποιήσεις στους μάρτυρες τους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να επηρεάζονται με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα
(5)Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμα και να αντιμάχεται μαρτυρίας που θα πρέπει να δοθεί στα πλαίσια του τροποποιημένου δικογράφου
(6)Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της ανάλογης πρόνοιες της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» Το αίτημα, για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί να τύχει της έγκρισης του δικαστηρίου και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα και υπέρ της εναγομένης. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο