ROCIO GONZALEZ MERCADO ν. BASSEL AL HEREK, Αγωγή αρ.: 7220/14, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7220/14 Μεταξύ: ROCIO GONZALEZ MERCADO Ενάγουσας και BASSEL AL HEREK Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2017 Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Δ. Ζαβαλλής, για Μιχαηλίδης & Ζαβαλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 9.9.16 για παραμερισμό απόφασης) Εισαγωγή Στις 10.12.14 η ενάγουσα καταχώρησε αγωγή αξιώνοντας το ποσό των €8.355 με τόκο 9% επί του εν λόγω ποσού από τον Ιούνιο του 2012, καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται εμπίστευμα (trust) σε σχέση με το αυτοκίνητο μάρκας BMW με αρ. εγγραφής HZX225 και δήλωση ότι η ενάγουσα είναι δικαιούχος (beneficiary) στο εμπίστευμα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα δάνεισε το αξιούμενο ποσό στον εναγόμενο, παρατίθενται δε στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των δανείων που κατά καιρούς έγιναν. Στις 11.12.14 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα μονομερής αίτηση, με την οποία ζητείτο διάταγμα δεσμεύον το αναφερόμενο στην αγωγή όχημα. Το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και η αίτηση ορίστηκε για επίδοση αρχικώς στις 23.12.14 και ακολούθως στις 9.1.15, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Στις 5.3.15 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, και στις 23.4.15 εκδόθηκε, στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, απόφαση εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €8.355 πλέον νόμιμο τόκο από 30.6.13 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής. Στις 15.6.16 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αίτηση έρευνας εναντίον του εναγόμενου, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 23.6.16 και η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16.9.
- Στις 9.9.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο εναγόμενος - αιτητής (στο εξής «ο αιτητής») ζητά από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) η εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση ημερομηνίας 23/04/2014 (sic) στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Γ. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη ή δίκαια. Δ. Έξοδα της Αίτησης πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ.9(h). Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση του αιτητή, η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον δικηγόρο του. Ο αιτητής αναφέρει ότι είναι υπήκοος της Συρίας και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Στις 7.1.15 του επιδόθηκαν, ως αναφέρει, διάφορα έγγραφα συνταγμένα στην ελληνική γλώσσα και ο επιδότης του ανέφερε ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 9.1.
- Κατά την ως άνω ημερομηνία, μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και παρουσιάσθηκε χωρίς δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου, στην παρουσία του δικηγόρου της ενάγουσας. Ο Δικαστής του ανέφερε ότι μπορεί να αποχωρήσει καθότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Κανείς δεν του διευκρίνισε ότι εκκρεμούσε μονομερής αίτηση και αγωγή εναντίον του και ότι θα έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Περαιτέρω, δεν κατάλαβε και δεν του εξηγήθηκε ότι μόνο η μονομερής αίτηση είχε διευθετηθεί, και επομένως αποχώρησε από το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ολόκληρη η υπόθεση είχε διευθετηθεί. Περί τις 23.6.16 του επιδόθηκε αίτηση για πληρωμή του ποσού των €8.355 πλέον τόκους, πλέον έξοδα με μηνιαίες δόσεις και αυτή ήταν η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε και έλαβε γνώση ότι εξεδόθη και εκκρεμούσε απόφαση εναντίον του. Περαιτέρω, ο αιτητής παραδέχεται ότι του εδόθησαν από την ενάγουσα τα ποσά τα οποία αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης, προβάλλει, όμως, τον ισχυρισμό ότι αυτά του εδόθησαν ως δώρα και όχι ως δάνεια. Αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του εδόθησαν τα ισχυριζόμενα ποσά. Εξ όσων τον συμβουλεύουν, λέγει, οι δικηγόροι του, έχει καλή υπεράσπιση και δεν οφείλει το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη.
- Ο αιτητής δεν δίδει κανένα λόγο για την μη έγκαιρη εμφάνισή του στην παρούσα υπόθεση.
- Το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προνοεί για την εκδίκαση υποθέσεων το ταχύτερο δυνατόν και/ή εντός εύλογου χρόνου, δικαίωμα της ενάγουσας το οποίο θα πληγεί εάν επιτραπεί η αίτηση του αιτητή.
- Η αμέλεια του αιτητή - εναγόμενου να μην συμβουλευτεί δικηγόρο όταν του επιδόθηκε η αγωγή και/ή να συμβουλευτεί μεταφραστή δεν μπορεί σήμερα να τον βοηθήσει να παραμερίσει την απόφαση που εκδόθηκε λόγω μη έγκαιρης παρουσίασης του στο Δικαστήριο.
- Ο ισχυρισμός του αιτητή - εναγόμενου ότι το Δικαστήριο τον διαβεβαίωσε ότι το όλο ζήτημα είχε λήξει στερείται κάθε λογικής, είναι προσβλητικό προς το θεσμό του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς σκανδαλώδης ισχυρισμός.
- Αντίθετα με το τι ισχυρίζεται ο αιτητής, η ενάγουσα ουδέποτε έδωσε οποιοδήποτε ποσό ως δωρεά και/ή με χαριστική διάθεση και πάντα είχε σκοπό να και/ή ανάμενε την επιστροφή των εν λόγω χρημάτων τα οποία και έδωσε υπό τύπο δανείου.
- Ως εκ τούτου ο αιτήτης δεν προβάλει καμία καλή υπεράσπιση ώστε να του δοθεί άδεια παραμερισμού της απόφασης.
- Κατά τα άλλα η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της υπόθεσης της.». Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.1, 2 και 7, Δ.5Β Θ.1-5, Δ.16 Θ.1-3 και 7, Δ.
- Θ.2, 3 και 10, Δ.48 Θ.1-3 και 9, Δ.64, στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση της καθ' ης η αίτηση η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον δικηγόρο της. Η καθ' ης η αίτηση υιοθετεί τους λόγους ένστασης τους οποίους επαναλαμβάνει στην ένορκο της δήλωση και λέγει περαιτέρω ότι λαμβάνει νομική συμβουλή ότι δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης καθότι η αίτηση επιδόθηκε νομότυπα στον αιτητή, και ο αίτητης δεν διατυπώνει δικαιολογημένο λόγο μη καταχώρησης της εμφάνισής του και περαιτέρω με την αίτηση του δεν καταδεικνύει καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. Λέγει επίσης ότι είναι Μεξικανή υπήκοος (επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του διαβατηρίου της) και διαμένει στην Κύπρο με άδεια προσωρινής παραμονής (την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2) η οποία και λήγει στις 31.7.17 με την ένδειξη «Final - Not Renewable». Δεν έχει, ως αναφέρει, κανένα σκοπό και λόγο να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ούτε μπορεί άλλωστε, ενώ η μητέρα της είναι βαριά άρρωστη και κάνει όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για να φύγει άμεσα από την Κύπρο. Θεωρεί ότι εάν παραμεριστεί η απόφαση θα της είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταξιδέψει από το Μεξικό στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία, γεγονός που σχεδόν σίγουρα θα αποβεί μοιραίο για τις πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης της. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όλα όσα οι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
- Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως επισημάνθηκε στην Πολ. Έφ. 205/10, Τσεμέσογλου ν. Σοφοκλέους, ημερ. 15.1.2013, διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα τον λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Στην πρώτη περίπτωση, όταν, δηλαδή, εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης, και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση (Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 413/11, ημερ. 3.2.17). Στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παρ. 559, αναφέρονται τα εξής: «When a judgement in default of appearance ... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Στη δεύτερη περίπτωση, εκεί, δηλαδή, όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ο εναγόμενος οφείλει, αφ' ενός, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει λογικοφανή υπεράσπιση, παρουσιάζοντας γεγονότα που να την καθιστούν συζητήσιμη, αφ' ετέρου, να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη του να εμφανιστεί και για την τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο. Στην απόφαση Eric John Wakeham v. Bhati κ.α., Πολ. Έφ. 49/2011, ημερ. 25.5.16, οι αρχές που διέπουν το θέμα, συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «Όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: "Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014)." ......... Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Όπως αναφέρεται στην θεμελιακή, ως χαρακτηρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, απόφαση στην υπόθεση Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 με αναφορά στις παρατηρήσεις του Megaw L.J. στην υπόθεση Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826: « ... . If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Όπως προκύπτει, τόσο από την αίτηση όσο και την αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, δεν αμφισβητείται είτε το νομότυπο της επίδοσης, είτε το νομότυπο της έκδοσης της απόφασης ημερ. 23.4.15. Άλλωστε, από τον δικαστικό φάκελο επιβεβαιώνεται ότι στις 7.1.15 η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον αιτητή, έναντι της υπογραφής του, καθώς και το ότι ο αιτητής δεν καταχώρησε, προ της έκδοσης της απόφασης, Σημείωμα Εμφάνισης. Δεδομένου ότι η απόφαση ημερ. 23.4.15 εκδόθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τη νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε, ο αιτητής, προκειμένου να πετύχει τον παραμερισμό της, θα πρέπει να παρουσιάσει μέσω της ενόρκου δηλώσεως του ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, επεξηγώντας ταυτόχρονα τον λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Εξετάζοντας το κατά πόσον ο αιτητής έχει ικανοποιήσει, με τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, επισημαίνω ότι όπως πρόσφατα επαναλήφθηκε στην NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 121/10, ημερ. 14.10.15: «Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774).» Το βάρος είναι πάνω στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του (Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1129, 1136-1137), αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, στη βάση της μαρτυρίας που προσάγεται, χωρίς, όμως, το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή και να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση (Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, 747, Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179, 1181). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. ΄Εφ. 145/09, ημερ. 10.4.12). Είναι ασφαλώς καθήκον του αιτούντος τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση (K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, 419) τα οποία να παρέχουν επαρκή στήριξη στους ισχυρισμούς του (Χ. Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761, 1765), καθότι θέσεις που παραμένουν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα, δεν αρκούν (Β. Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289, 295). Όπως, τέλος, αποφασίστηκε στην Γιάγκου κ.α. ν. Φωτίου, Πολ. Έφ. 233/09, ημερ. 24.1.14: «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc[1] - ανωτέρω -.» Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι μεταξύ Ιανουαρίου του 2012 και Ιουνίου του 2013 δάνεισε στον αιτητή χρηματικά ποσά που ανέρχονται στις €8.355, ως ακολούθως: A. Κατέθεσε το συνολικό ποσό των €1.210 σε 5 δόσεις σε συγκεκριμένες ημερομηνίες σε τραπεζικό λογαριασμό του αιτητή. Β. Του δάνεισε το ποσό των €700 στις 8.3.12 για την αγορά ενός κινητού τηλεφώνου Iphone 4S. Γ. Δάνεισε στον αιτητή το ποσό των €510 στις 3.5.12 για την αγορά ενός Ipad. Δ. Δάνεισε στον αιτητή το περαιτέρω ποσό των €5.965 σε μετρητά μεταξύ Μαρτίου του 2012 και Ιουνίου του 2013. Ο αιτητής, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του, παραδέχεται ότι του εδόθησαν από την καθ' ης η αίτηση τα ποσά τα οποία αναφέρονται στις παρ. Α και Β, πιο πάνω, προβάλλει, όμως, τον ισχυρισμό ότι αυτά του εδόθησαν ως δώρο και όχι ως δάνειο. Όσον αφορά τα υπόλοιπα ποσά, ο αιτητής αρνείται ότι τα έλαβε. Η καθ' ης η αίτηση, στα πλαίσια της δικής της ένορκης δήλωσης, με την οποία υιοθέτησε και παρέθεσε αυτούσιους τους λόγους ένστασης, αντιτείνει ότι ουδέποτε έδωσε οποιοδήποτε ποσό ως δωρεά στον αιτητή και/ή με χαριστική διάθεση και πάντα ανέμενε την επιστροφή των χρημάτων τα οποία έδωσε υπό τύπο δανείου. Παρά τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του αιτητή, έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους του, την οποία θα μπορούσε να προβάλει στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής. Αναφορικά με τα ποσά που αναφέρονται στις παρ. Α και Β, πιο πάνω, και τα οποία ο αιτητής παραδέχεται ότι έλαβε, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αυτά του εδόθησαν ως δώρο και όχι ως δάνειο. Η παραχώρηση ποσών ως δώρο, αποτελεί δυνητικά υπεράσπιση στην αγωγή της καθ' ης η αίτηση, αφού, σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, Τόμος 2, στην παρ. 39-264 που τιτλοφορείται «Απόδειξη δανείου» («Proof of Loan»): «If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact.» Περαιτέρω, και αναφορικά με τα ποσά που αναφέρονται στις παρ. Γ και Δ πιο πάνω, ο ατητής αρνείται ότι τα έλαβε. Όπως προαναφέρθηκε, παρά τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τους προβαλλόμενους από τον αιτητή ισχυρισμούς, αυτοί είναι λογικοφανείς, σαφείς και θετικοί χωρίς διαζεύξεις και αοριστολογίες (NSM Democars Ltd κ.α., ανωτέρω). Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος υποστηρίζει στην αγόρευση του ότι ο αιτητής παραθέτει τους ισχυρισμούς του, χωρίς να δίδει επαρκή στοιχεία και λόγους για αυτούς και για τη διαφορά απόψεων που υπάρχει (μεταξύ, αντιλαμβάνομαι, αιτητή και καθ' ης η αίτηση). Η φύση των ισχυρισμών του αιτητή είναι στην προκειμένη περίπτωση τέτοιοι που δεν είναι αντιληπτό τι στοιχεία θα μπορούσε ο αιτητής να παραθέσει. Παραδέχεται ο αιτητής ότι έλαβε το ποσό των €1.910, ισχυρίζεται, όμως, ότι αυτό του εδόθη ως δώρο και όχι ως δάνειο, και αρνείται ότι έλαβε τα υπόλοιπα ποσά που η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι του δάνεισε. Στο στάδιο αυτό, ο αιτητής δεν καλείται να αποδείξει αμφισβητούμενα γεγονότα ή να θεμελιώσει την υπεράσπιση του, αλλά μόνο να υποδείξει μια καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση, και έχω την άποψη ότι με τους ισχυρισμούς που ο αιτητής προέβαλε, έχει υποδείξει ότι έχει μια καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση στην εναντίον του αξίωση. Εξετάζοντας τώρα το δικαιολογημένο ή μη της παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή, και το κατά πόσον υπήρξε καθυστέρηση από μέρους του αιτητή στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, τονίστηκε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή». Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, όπου στη σελ. 30 επισημαίνεται ότι: «Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Ο αιτητής οφείλει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί, με το βάρος απόδειξης των όποιων αμφισβητούμενων γεγονότων να βρίσκεται στους ώμους του (Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1887, 1894), με την παράλληλη επισήμανση ότι η Δ.48 Θ.4, «εφαρμόζεται . και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα, τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης» (Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκο του δήλωση, ο αιτητής, ο οποίος είναι Σύριος υπήκοος και ο οποίος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, παρέλαβε, στις 7.1.15, μέσω ιδιωτικής επίδοσης διάφορα έγγραφα συνταγμένα στην ελληνική γλώσσα. Ο επιδότης του ανέφερε ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 9.1.15. Κατά την ως άνω ημερομηνία, ο αιτητής πράγματι μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και παρουσιάστηκε χωρίς δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου, στην παρουσία του δικηγόρου της ενάγουσας. Ο Δικαστής του ανέφερε ότι μπορεί να αποχωρήσει καθότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Ουδείς του διευκρίνισε εκείνη την ημέρα ότι εκκρεμούσε μονομερής αίτηση και αγωγή εναντίον του και ότι θα έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου, περαιτέρω δε, ο αιτητής δεν κατάλαβε ούτε και του εξηγήθηκε ότι μόνο η μονομερής αίτηση είχε διευθετηθεί, και επομένως αποχώρησε από το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ολόκληρη η υπόθεση είχε διευθετηθεί. Η καθ' ης η αίτηση, μέσω της υιοθέτησης των λόγων ένστασης, αναφέρει ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι το Δικαστήριο τον διαβεβαίωσε ότι το όλο ζήτημα είχε λήξει στερείται κάθε λογικής, είναι προσβλητικό προς τον θεσμό του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς σκανδαλώδης. Επί των ανωτέρω παρατηρώ ότι ο αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο τον διαβεβαίωσε ότι το όλο ζήτημα είχε λήξει, ως η καθ' ης η αίτηση αναφέρει, αλλά ότι ο δικαστής του ανέφερε ότι μπορεί να αποχωρήσει, καθότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Το κατά πόσον η εν λόγω συζήτηση έλαβε χώρα δεν είναι, θεωρώ, θέμα «λογικής» στην οποία η καθ' ης η αίτηση το αναγάγει, αλλά θέμα γεγονότων, και με τη μαρτυρία της η καθ' ης η αίτηση δεν αντικρούει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του αιτητή, αφού το μόνο που αναφέρει είναι ότι οι ισχυρισμοί του «στερούνται κάθε λογικής». Με δεδομένο ότι η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί την παρουσία του αιτητή στο Δικαστήριο στις 9.1.15 (η οποία προκύπτει εξάλλου από το πρακτικό ημερ. 9.1.15 από την καταγραφή ότι ο αιτητής συμφώνησε στην απόσυρση της εναντίον του εκκρεμούσας μονομερούς αιτήσεως, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση), δεν είναι αντιληπτό γιατί να στερείται λογικής η θέση του αιτητή ότι ο δικαστής του ανέφερε ότι μπορεί να αποχωρήσει επειδή το ζήτημα (που εκκρεμούσε, νοείται, την ημέρα εκείνη ενώπιον του Δικαστηρίου) είχε διευθετηθεί. Κατά τα λοιπά, σημειώνω ότι η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό του αιτητή ότι είναι Σύριος υπήκοος και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Αυτό που στην ουσία προκύπτει μετά βεβαιότητας είναι ότι ο αιτητής, μη επιδεικνύοντας την οποιαδήποτε αδιαφορία για την εναντίον του δικαστική διαδικασία, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 9.1.15, την ημερομηνία, δηλαδή, που ο επιδότης του ανέφερε ότι θα έπρεπε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Με την απόσυρση της μονομερούς αιτήσεως στα πλαίσια της οποίας ο αιτητής εμφανίστηκε, και με δεδομένη την αδυναμία κατανόησης της ελληνικής γλώσσας, θεώρησε ότι η όλη υπόθεση είχε διευθετηθεί. Το σφάλμα του αιτητή ήταν, δηλαδή, ότι δεν αντιλήφθηκε πως με την απόσυρση της μονομερούς αιτήσεως εξακολουθούσε να εκκρεμεί εναντίον του η αγωγή, εξ ου και δεν προέβη στα αναγκαία διαβήματα για να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Των ανωτέρω δοθέντων, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο αιτητής τελούσε από τις 9.1.15 με την εντύπωση ότι ολόκληρη η υπόθεση είχε διευθετηθεί, η παράλειψη του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή δεν ισοδυναμεί, κατά την κρίση μου, με αδιαφορία ή ασέβεια ή συμπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική για την εναντίον του εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία ή εν πάση περιπτώσει συμπεριφορά για την οποίαν θα έπρεπε να απορριφθεί η παρούσα αίτηση του για ένα τέτοιο λόγο. Όσον αφορά, τώρα, στο κατά πόσον υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, σημειώνω ότι ο αιτητής αναφέρει ότι για την έκδοση της εναντίον του απόφασης έλαβε γνώσιν στις 23.6.16 όταν του επιδόθηκε αίτηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητείται από την καθ' ης η αίτηση. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.9.16, δυόμιση, δηλαδή, μήνες μετά την επίδοση της αίτησης έρευνας, και πριν από την οποιαδήποτε εμφάνιση στα πλαίσια αυτής στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Πεγιώτης ν. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1601, απόφαση ημερ. 30.4.01 παραμερίστηκε μετά από αίτηση ημερ. 17.7.01. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρόνος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την υποβολή της αίτησης παραμερισμού ήταν μακρύς, όχι όμως σε βαθμό που να υποδηλώνει, αφ' εαυτού, καταφρόνηση της διαδικασίας (σελ. 1606). Στην Eric John Wakeham (ανωτέρω), κρίθηκε ότι η καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού τρεισήμισι μήνες μετά την έκδοση απόφασης από αιτητή που ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές δεν καταδείκνυε ασυγχώρητη αμέλεια ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Στην υπόθεση Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, η απόφαση εκδόθηκε στις 11.10.00, η εκεί αιτήτρια έλαβε γνώση αυτής στις 4.9.01 και καταχώρησε αίτηση παραμερισμού στις 4.12.01. Κρίθηκε ότι καθόσον αφορά το ζήτημα του χρόνου της καθυστέρησης είναι φανερό ότι αυτό αντιμετωπίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο με αρκετή επιείκεια η οποία ωστόσο δεν υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του εξουσίας (σελ. 1106 - 1107). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 119, η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και μετά την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Το ζήτημα της καθυστέρησης δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της έφεσης, όπως υποδεικνύεται, όμως, στην υπόθεση Γιάγκου, ανωτέρω, η υπόθεση Ανδρέου δείχνει ότι ακόμη και πεντάμηνη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού, μπορεί να δικαιολογηθεί. Από την άλλη, στην υπόθεση G & A Optus Electronics Services Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 814, 817, η αίτηση παραμερισμού απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή υπήρξε καθυστέρηση τεσσάρων μηνών στην καταχώρηση της η οποία δεν δικαιολογήθηκε. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101 κρίθηκε ότι υπήρχε ανεξήγητη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, ενώ ο ισχυρισμός του εφεσείοντος ότι αποτάθηκε στους δικηγόρους του μόλις πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του χωρίς να αναφέρει τη συγκεκριμένη ημερομηνία πληροφόρησης και τους λόγους της καθυστέρησης, δεν συνιστούσε δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε, το θέμα ήταν σημαντικό και οι εφεσείοντες όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Τέλος, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε. Ιακώβου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία, παρά τη διαπίστωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, η απόφαση παραμερίστηκε επειδή είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτό που κατά την άποψη μου προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, ο κρίσιμος δε παράγοντας είναι το κατά πόσον ο αιτητής επέδειξε τέτοια αδιαφορία στην αγωγή, η οποία να ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Τυχόν καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για απόρριψη αίτησης για παραμερισμό απόφασης, όταν ακριβώς προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (Πεγιώτης, ανωτέρω, σελ. 1606) Ως σχετικώς αναφέρεται και στην Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, 897: «... το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Οταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός πως υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία αιτιολογείται μόνο στην αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή η οποία, όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αποτελεί αποδεκτό μέσο προσκόμισης μαρτυρίας (Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 561, 563). Λαμβάνοντας, όμως, υπόψιν ότι ο αιτητής δεν είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την καθ' ης η αίτηση και που ως λογικό επακόλουθο έχει να χρειάζεται ο αιτητής κάποιο πρόσωπο για να του εξηγήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που του επιδόθηκαν στις 23.6.16, καθώς και τη μεσολάβηση των θερινών δικαστικών διακοπών του 2016, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης (δυόμισι μήνες) δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υποδηλώνει, αφ' εαυτής, αδικαιολόγητη αδράνεια, αδιαφορία και ολιγωρία από μέρους του αιτητή, ισοδυναμούσα με περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία και καταφρόνηση αυτής ή για τα δικαιώματα της αντιδίκου του. Σημειώνεται, τέλος, ότι η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης τη θέση ότι σε περίπτωση που η αίτηση του αιτητή επιτραπεί, θα πληγεί το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Στην ένορκο της δήλωση αναφέρει επιπλέον ότι είναι μεξικανή υπήκοος και θα αποχωρήσει από την Κύπρο, σε περίπτωση δε που ο παραμερισμός επιτραπεί θα της είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταξιδέψει από το Μεξικό στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία, κάτι που σχεδόν σίγουρα θα αποβεί μοιραίο για τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της. Πράγματι, σημειώνω, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων (υπόθεση Phylactou, ανωτέρω). Ως προς τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος που επιβάλλει τη διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου, παραπέμπω κατ' αρχάς στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, 520, στην οποία ελέχθη ότι ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διαδίκων. Ως προς την οριοθέτηση των παραμέτρων του όρου «εύλογος χρόνος» παραπέμπω στην Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αιτ. αρ. 2/2013 ημερ. 27.3.14, στην οποία αναλύθηκαν οι υπό αναφορά παράμετροι στο πλαίσιο αίτησης για καθυστέρηση εκδίκασης έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Δεν υπάρχουν στερεότυπες παράμετροι για τη διαπίστωση του ευλόγου χρόνου. Ανάλογα με την περίσταση και τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, ο εύλογος χρόνος μπορεί να επεκτείνεται ή να σμικρύνεται. Το δεδομένο είναι ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει καθορίσει τα κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται η παραβίαση του ευλόγου χρόνου. Στην Frydlender v. France
(2001)31 EHRR 1152, αποφασίστηκε ότι το εύλογο της διάρκειας της όλης εκκρεμοδικίας πρέπει να συνεκτιμάται υπό το φως των όλων περιστατικών της υπόθεσης, με ειδική αναφορά στο περίπλοκο της υπόθεσης, τη συμπεριφορά των διαδίκων και των αρμοδίων αρχών και τι διακυβεύεται για τον αιτητή στην κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Ταυτόχρονα, έχει λεχθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να οργανώσουν το νομικό τους σύστημα κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα Δικαστήρια της χώρας να διασφαλίζουν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα σε τελική απόφαση εντός ευλόγου χρόνου. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bottazzi ν. Italy, Αppl. 34884/97, 28.7.1999, το αντικείμενο της πρόνοιας του ΄Αρθρου 6
(1)της Σύμβασης είναι να προστατεύει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ζει για υπέρμετρο χρόνο κάτω από το άγχος της αβεβαιότητας, και γενικότερα, να διασφαλίζεται ότι η δικαιοσύνη αποδίδεται χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες και θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της. ..» Η καθ' ης η αίτηση δεν εξηγεί στα πλαίσια της αγόρευσης της γιατί θεωρεί ότι τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα απολήξει σε αποστέρηση του δικαιώματος της για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στις δε υποθέσεις στις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία καταδικάστηκε από το Ε.Δ.Α.Δ. για παράβαση του Άρθρου 6
(1)της Ε.Σ.Δ.Α. ο χρόνος αποπεράτωσης των υποθέσεων υπερέβαινε κατά πολύ τα δυόμισι περίπου έτη (υπενθυμίζω ότι η αγωγή της καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε στις 10.12.14). Επισημαίνω εξάλλου ότι, σύμφωνα με την υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, το κατά πόσον υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε ότι τα δικαιώματα κατοχυρώνονται για την εξασφάλιση δίκαιης δίκης και όχι για την παρεμπόδιση της. Των ανωτέρω δοθέντων, κρίνω ότι τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης δεν μπορεί να απολήξει, αφ εαυτού, σε αποστέρηση του δικαιώματος της καθ' ης η αίτηση για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Το γεγονός δε ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για την καθ' ης η αίτηση να μεταβεί στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη της αξίωσης της δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, βάσιμα ν' αποτελέσει λόγο για να μην παραμεριστεί η απόφαση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν την κατάληξη μου ως προς το ότι ο αιτητής έχει παρουσιάσει μια καλόπιστη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το ότι η συμπεριφορά του δεν είναι ασυγχώρητα περιφρονητική της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της αντιδίκου του, αλλά και το δικαίωμα του αιτητή που διασφαλίζεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, για δικαστική διάγνωση των αστικών του υποχρεώσεων, μετά από δίκη. Ως σχετικώς ελέχθη στην Zehil v. Roberts
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 678, τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερ. 23.4.15. Ο εναγόμενος-αιτητής να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης μέσα σε 15 ημέρες από σήμερα. Παρά τον γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου-αιτητή και υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση, εφόσον ο αιτητής είναι που ευθύνεται για τη δημιουργηθείσα κατάσταση. Ο αιτητής θα βαρύνεται επίσης με τα έξοδα που απωλέσθησαν (thrown away costs) λόγω της παράλειψής του να εμφανιστεί (βλ. Eric John Wakeham και Χατζηνικολάου, ανωτέρω). Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημείωση δική μου: Ως προς το τί αποτελεί «prima facie defence», το Δικαστήριο παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο