Γεώργιος Κάζανος ν. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 207/15, 7/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 207/15 Μεταξύ: Γεώργιος Κάζανος Ενάγων και
- Cyprus Popular Bank Co Ltd
- Άντρη Αντωνιάδου, ως ειδική διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Co Ltd Εναγομένων Και δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 22.3.16 Μεταξύ: Γεώργιος Κάζανος Ενάγων και
- Cyprus Popular Bank Co Ltd
- Άντρη Αντωνιάδου, ως ειδική διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Co Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αρχή εξυγίανσης Εναγομένων Αίτηση ημερ. 19.1.17 υπό ενάγοντος - αιτητού για έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2017 Για ενάγοντα - αιτητή: κα Νίτσα Χατζηϊωάννου Για εναγομένη 3 - καθ' ης η αίτηση: κα Θάλεια Ραφτοπούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα ανέρχεται στο ποσόν των €1.283.886,69 που είναι αποτέλεσμα της απομείωσης των καταθέσεων του στην εναγομένη 1 τράπεζα μετά που αυτή τέθηκε υπό εξυγίανση δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
- Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, προκειμένου να δηλωθούν από κοινού παραδεκτά γεγονότα. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο ενάγων αιτείται την ειδική αποκάλυψη των πιο κάτω εγγράφων: (Ι) Πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης και Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 25.3.13 που περιέχει την από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης στους εναγόμενους 1, που να αποκαλύπτει και ποιοι ήταν παρόντες κατά τη συνεδρία. (ΙΙ) Τα πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης (που να αποκαλύπτουν και τους παρόντες) που περιέχουν τις αποφάσεις της Αρχής Εξυγίανσης για έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: (α) ΚΔΠ 92/13 (β) ΚΔΠ 94/13 (γ) ΑΔΠ 197/13 (δ) ΚΔΠ 97/13 (ε) ΚΔΠ 104/13 (στ) ΚΔΠ 133/13 (ζ) ΚΔΠ 156/13 (η) ΚΔΠ 278/13 (θ) ΚΔΠ 279/13 (ΙΙΙ) Τις επιστολές παραίτησης από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας των κ.κ. Χαράλαμπου Αχνιώτη, Ανδρέα Μάτση και Λούη Χριστοφίδη. Επιζητείται επίσης διάταγμα που να επιτρέπει την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των πιο πάνω εγγράφων από τους δικηγόρους του ενάγοντα καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την εναγομένη 3 να παρουσιάσει ενόρκως στο Δικαστήριο τα πιο πάνω έγγραφα. Τέλος, επιζητείται διάταγμα που να διατάσσει την εναγομένη 3 να αναφέρει ενόρκως στο Δικαστήριο κατά πόσο τα πιο πάνω έγγραφα ευρίσκονται στην κατοχή της, πότε έπαυσαν να είναι στην κατοχή της και τι απέγιναν. Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30, Δ.28 ΘΘ.1-6 και 11 και Δ.48 ΘΘ.1-4, 8 &
- Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα, στην οποία αναφέρει ότι τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η αποκάλυψη εφόσον υπάρχουν, είναι στην κατοχή της εναγομένης 3 ή τουλάχιστον ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Πιο συγκεκριμένα, στα πλαίσια της ένστασης που η εναγομένη 3 καταχώρησε στην Προσφυγή 586/13, αποκάλυψε έγγραφο (τεκμ. 1 στην παρούσα) που τιτλοφορείται «Από κοινού απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών δυνάμει του Άρθρου 3
(1)του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου
(2013)». Το εν λόγω έγγραφο είναι διατυπωμένο υπό τύπο πρακτικού και περιέχει την απόφαση αλλά δεν περιλαμβάνει τους παρόντες κατά τη λήψη της, αν δηλαδή ήταν άλλοι από τους υπογράφοντες. Με την παρούσα επιδιώκεται η αποκάλυψη του πλήρους πρακτικού που να καταγράφει και τους παρόντες. Περαιτέρω, όλα τα διατάγματα που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 92/13, ΚΔΠ 94/13, ΑΔΠ 197/13, ΚΔΠ 97/13, ΚΔΠ 104/13, ΚΔΠ 133/13, ΚΔΠ 156/13, ΚΔΠ 278/13, ΚΔΠ 279/13, αναφέρουν το κάθε ένα από αυτά ότι «η Αρχή Εξυγίανσης εκδίδει το ακόλουθο Διάταγμα». Αυτό που επιδιώκεται είναι η αποκάλυψη και παρουσίαση του κάθε πρακτικού με βάση το οποίο η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε την έκδοση ενός εκάστου των Διαταγμάτων. Υπενθυμίζεται ότι η Αρχή Εξυγίανσης σύμφωνα με το Ν.17(Ι)/13αρ. 2 είναι η Κεντρική Τράπεζα που δυνάμει του Νόμου 138(Ι)/02 αρ. 12 είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας το οποίο οφείλει να τηρεί πλήρη πρακτικά αρ. 17
(3). Απαρτία του Διοικητικού Συμβουλίου, αποτελείται από 4 μέλη αρ. 17
(3). Τέλος, επιδιώκεται η αποκάλυψη και παρουσίαση ενόρκως, των επιστολών παραίτησης των κ.κ. Χαράλαμπου Αχνιώτη, Ανδρέα Μάτση και Λούη Χριστοφίδη, που σύμφωνα με την ίδια την Κεντρική Τράπεζα (τεκμ. 2) παραιτήθηκαν τον Απρίλιο 2013 και σύμφωνα με δημοσιεύματα στον τύπο (τεκμ. 3), παραιτήθηκαν πριν τις 12.4.
- Από την ημερομηνία παραίτησης τους δεν μπορούσε να συγκροτηθεί απαρτία του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας που είναι 4 μέλη παρόντα, αφού απέμειναν μόνο 2 μέλη, ο Διοικητής και ο Νίκος Κωνσταντίνου, δεδομένης και της κήρυξης την 9.4.13, του διορισμού του Υποδιοικητή κ. Σπύρου Σταυρινάκη, ως εξ υπαρχής άκυρου. Η αντικατάσταση των πιο πάνω μελών έγινε στις 24.5.
- Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι όλα τα πιο πάνω, είναι αναγκαία για δίκαιη επίλυση της διαφοράς που αποκαλύπτουν τα δικόγραφα και έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας αρνείται την ύπαρξη των πιο πάνω διαταγμάτων, την νομιμότητα των οποίων επικαλείται η υπεράσπιση. Η αποκάλυψη και παρουσίαση τους θα επιλύσει οριστικά τουλάχιστον από άποψη γεγονότων, το επίδικο ζήτημα που αποκαλύπτεται στην απάντηση στις υπερασπίσεις των εναγομένων που είναι ταυτόσημες. Αυτό, γιατί ο ενάγων αρνείται την νομιμότητα των πιο πάνω διοικητικών πράξεων. Το ότι η εγκυρότητα των διαταγμάτων είναι επίδικο θέμα, έχει αποφασιστεί δεσμευτικά μεταξύ των διαδίκων σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 22.3.
- Τέλος, ο ενάγοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι η εναγομένη 3 κατέχει όλα τα πιο πάνω έγγραφα που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ως εκ τούτου, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη για τη δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης και θα εξοικονομήσει δικαστικό χρόνο και έξοδα. Τόσον ο ίδιος, όσον και οι δικηγόροι του δικαιούνται να επιθεωρήσουν και να λάβουν αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων. Η εναγομένη 3 Κεντρική Τράπεζα, καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν αποδείχθηκε η εκ πρώτης όψεως κατοχή των εγγράφων από την εναγομένη 3 και ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα, είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αναφέρεται επιπλέον ότι η παρούσα αποτελεί προσπάθεια του ενάγοντα για εκμαίευση μαρτυρίας και ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι αντικανονική γιατί σε αυτήν προβάλλονται διαζευκτικοί και γενικοί ισχυρισμοί. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση της Μαρίας Κέττηρου που είναι Νομική Λειτουργός Α στην εναγομένη 3 Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης με ιδιαίτερη αναφορά στον κατ' ισχυρισμό σκοπό της αίτησης για εκμαίευση μαρτυρίας. Είναι επιπλέον η θέση της ομνύουσας ότι τα έγγραφα που επιδιώκεται να αποκαλυφθούν με την παρούσα αίτηση δεν θα εξυπηρετήσουν οποιαδήποτε πλευρά εφόσον αυτά σχετίζονται με τη νομιμότητα Διοικητικών Πράξεων. Επιπλέον δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε ουσιώδης λόγος για τον οποίο να αιτιολογείται η ειδική αποκάλυψη εγγράφων. Ο λόγος για τον οποίο ζητούνται τα έγγραφα αυτά, είναι κάποιοι ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως προβάλλονται στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση. Όμως το δικόγραφο αυτό δεν αποτελεί κατά την ομνύουσα το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί η αξίωση, ούτε για να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που προβάλλονται με την αξίωση. Συνεπώς, τα επίδικα θέματα που προβάλλονται ως αναγκαία για την έγκριση του αιτήματος δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Επιπλέον, ο αιτητής δεν αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα, βρίσκονται ή ήταν στην κατοχή της εναγομένης
- Ειδικότερα για το πρακτικό ημερομηνίας 25.3.13, ο αιτητής στηρίζεται στα δικά του συμπεράσματα για την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα πρακτικά που ζητούνται για τις υπό κρίση Διοικητικές Πράξεις. Ο αιτητής δεν αναφέρει με ποιο τρόπο γνωρίζει ότι υπάρχουν πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης με τη μορφή που ο ίδιος εισηγείται, δηλαδή υπό τη μορφή πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Αντιθέτως, από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα, προκύπτει ότι η γνώση για την ύπαρξη και κατοχή εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση των αιτούμενων προς αποκάλυψη εγγράφων, στηρίζεται αποκλειστικά σε συμπεράσματα του ιδίου του ενάγοντα. Ειδικά για την ΚΔΠ 92/13 όπως αναφέρεται στο ίδιο το κείμενο των Κανονισμών, αυτοί εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο χωρίς καμία συμμετοχή της εναγομένης
- Στη συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει ότι η υπό κρίση Διοικητικές Πράξεις, συνιστούν άσκηση εκτελεστικής εξουσίας και ως τέτοιες, ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Αυτό προκύπτει και από τον Ν.97(Ι)/13 που τροποποίησε τον Ν.17(Ι)/13, προσθέτοντας δύο ακόμα άτομα στην Αρχή Εξυγίανσης με σκοπό να μην είναι μονομελής. Η πιο πάνω θέση, υποστηρίζεται και από τον Ν.22(Ι)/16 που κατάργησε και αντικατέστησε τον Ν.17(Ι)/13, όπου στο άρθρο 4
(1)ρητά προβλέπεται ότι την ευθύνη για την άσκηση των εξουσιών της Αρχής Εξυγίανσης έχει πλέον το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Όσον αφορά τις επιστολές παραίτησης μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 3, αυτές αποστέλλονται στο Υπουργικό Συμβούλιο που με βάση το άρθρο 13 του Ν.138(Ι)/2002, είναι αρμόδιο για τον διορισμό τους. Εν πάση περιπτώσει, ούτε για αυτά τα έγγραφα απέδειξε ο αιτητής, την εκ πρώτης όψεως την κατοχή τους από την κεντρική Τράπεζα. Ακολούθως, η ομνύουσα αναφέρει ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή ο ενάγων ζήτησε σε προηγούμενο στάδιο, την προσκόμιση των αιτούμενων εγγράφων από την εναγομένη 3, σε μαρτυρική κλήση (subpoema duces tecum) που εξέδωσε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το ίδιο έπραξε και στα πλαίσια της διοικητικής προσφυγής 5476/13 που αφορούσε τα ίδια γεγονότα, στην οποία επιπλέον αιτήθηκε την αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Όλα τα πιο πάνω αιτήματα, απορρίφθηκαν κατά την ομνύουσα από το Δικαστήριο. Αγορεύσεις Η συνήγορος του ενάγοντα-αιτητή στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην αίτηση αλλά και στους λόγους ένστασης που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά τα πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης με τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 25.3.13 (τεκμ.1), αυτά δεν αναφέρουν τα άτομα που ήταν παρόντα. Με την αίτηση, επιδιώκεται η παρουσίαση του πρακτικού στο οποίο να φαίνεται ποια άτομα ήταν παρόντα. Με την ένσταση, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι στο τεκμήριο 1, αναγράφεται σαφώς ποιοι ήταν παρόντες χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη διευκρίνιση. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι αν η καθ' ης η αίτηση δηλώνει ξεκάθαρα ποιοι ήταν παρόντες στην εν λόγω συνάντηση τότε το αίτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου. Όσον αφορά τα πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης με βάση τα οποία αποφασίστηκε η έκδοση των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων, αυτά σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Με την ένσταση της, η καθ' ης η αίτηση εμμέσως δέχεται ότι οι εν λόγω Διοικητικές Πράξεις, αποφασίστηκαν από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και όχι από το Διοικητικό Συμβούλιο. Αυτό, κατά την συνήγορο, είναι αδιάφορο αφού ακόμη κι έτσι να είναι τα πράγματα θα πρέπει να υπάρχει κάποιο πρακτικό υπογραμμένο από τον Διοικητή που να περιέχει την απόφαση του. Όσον δε αφορά την Κ.Δ.Π 92/13, η συνήγορος συμφωνεί με την ένσταση ότι είναι άσχετη και αποσύρει το αίτημα της αναφορικά με αυτήν. Σε σχέση με τις παραιτήσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας, η συνήγορος αποδέχτηκε ότι ενδεχομένως να μην είναι στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση εφόσον αυτές απευθύνονται σύμφωνα με την ένσταση, στο Υπουργικό Συμβούλιο. Όμως, το γεγονός αυτό θα πρέπει να δηλωθεί κατά την συνήγορο, στα πλαίσια της ειδικής αποκάλυψης που επιδιώκεται με το υπό κρίση αίτημα. Στη συνέχεια, η συνήγορος ανέφερε ότι δεν επιδιώκεται η γενική αποκάλυψη διότι αυτή θα οδηγούσε σε παράθεση σωρείας εγγράφων που ενδεχόμενα να υποστηρίζουν την αιτιολογία των Διοικητικών Πράξεων, τα οποία όμως είναι ζητήματα που το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει. Η αίτηση περιορίζεται στην ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένου είδους εγγράφων που συνιστούν πρακτικά τα οποία περιέχουν τις αποφάσεις για την απομείωση καταθέσεων. Διότι αυτά τα έγγραφα, σχετίζονται κατά την συνήγορο με το ανυπόστατο και παράνομο των Διοικητικών Πράξεων, τα οποία μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η συνήγορος παραπέμποντας σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής αλλά θα περιοριστεί στο κατά πόσον τα υπό κρίση έγγραφα, σχετίζονται με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα. Η νομολογία κατά την συνήγορο, υποστηρίζει ότι η επιδιωκόμενη αποκάλυψη και παρουσίαση εγγράφων, είναι δυνατόν να έχει στόχο την ενίσχυση της υπόθεσης του διαδίκου που την επιδιώκει ή τη βλάβη της υπόθεσης του αντιδίκου. Στην παρούσα περίπτωση, η ύπαρξη ή όχι των πρακτικών και το ποιοι συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων, ενισχύει τη θέση του ενάγοντος ότι οι εκδοθείσες Διοικητικές Πράξεις, είναι ανίσχυρες και ταυτόχρονα αποκρούουν την προβαλλόμενη υπεράσπιση των εναγομένων για την εγκυρότητα τους. Δεν πρόκειται περί αλίευσης μαρτυρίας εφόσον προσδιορίζονται τα έγγραφα και δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής, κατά την συνήγορο, ότι εκείνο που επιδιώκεται είναι η αποκάλυψη των πρακτικών της Αρχής Εξυγίανσης με βάση τις οποίες αποφασίστηκαν οι επίδικες Διοικητικές Πράξεις. Το κατά πόσον η Κεντρική Τράπεζα αποφάσιζε διά μέσου του Διοικητικού της Συμβουλίου ή του Διοικητή είναι αδιάφορο για σκοπούς αποκάλυψης και παρουσίασης των πρακτικών. Τούτο διότι τα πρακτικά υποχρεωτικά πρέπει να τηρούνται ακόμα και από μονομελές όργανο που επιφορτίζεται με κάποια απόφαση. Διαφορετικά η απόφαση είναι ανύπαρκτη. Είναι αδιανόητο κατά την συνήγορο, η Αρχή Εξυγίανσης να ισχυρίζεται ότι δεν αποδείχθηκε η κατοχή από την ίδια των πρακτικών της. Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν τα κατέχει θα πρέπει να το αναφέρει ενόρκως σύμφωνα με το Αιτητικό Δ της παρούσας αίτησης. Κατά την συνήγορο, η επιδιωκόμενη αποκάλυψη στηρίζεται στην Δ.28 ΘΘ.1 & 11 και η επιθεώρηση στην Δ.28 ΘΘ. 5 &
- Η παρουσίαση ενόρκως των εγγράφων, στηρίζεται στην Δ.28 Θ.
- Τέλος, το διάταγμα να αποκαλυφθεί ενόρκως κατά πόσον η καθ' ης η αίτηση έχει στην κατοχή της τα έγγραφα ή αν τα είχε και τι απέγιναν, στηρίζεται στην Δ.28 Θ.
- Η συνήγορος παρέπεμψε ειδικά στην Δ.28 Θ.11, η οποία χρησιμοποιείται κατά την άποψη της για να ζητηθεί περαιτέρω αποκάλυψη όταν έχει γίνει προηγουμένως γενική αποκάλυψη εγγράφων. Όμως η πιο πάνω διαταγή δεν περιορίζεται στην περαιτέρω αποκάλυψη αλλά επεκτείνεται κατά την συνήγορο και σε αιτήματα για έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης. Σύμφωνα με την συνήγορο, η ένσταση της καθ' ης η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο γιατί να μην εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η σχετικότητα των εγγράφων όσον αφορά τα επίδικα θέματα είναι αυταπόδεικτη και προσδιορίζεται ειδικά σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.
- Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης 3 στην αγόρευση της, επανέλαβε συνοπτικά τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης. Στη συνέχεια, έκαμε αναφορά στη νομική πτυχή της υπόθεσης με παραπομπή στη Δ.28 Θ.1 καθώς και σε σχετική νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα για ειδική αποκάλυψη εγγράφων. Ήταν η θέση της ότι δυνάμει της πιο πάνω διαταγής είναι απαραίτητο, τα έγγραφα που ο αιτητής ζητά για αποκάλυψη να βρίσκονται στα χέρια του καθ' ου η αίτηση ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν. Επιπλέον, θα πρέπει να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ως αυτονόητη προϋπόθεση, η συνήγορος ανέφερε το γεγονός της ύπαρξης του ιδίου του εγγράφου και επίσης το ότι δεν θα πρέπει η αίτηση να αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας (fishing of evidence). Ως χρόνος έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, καθορίζεται το διάστημα μεταξύ της καταχώρησης των δικογράφων και πριν την έναρξη της ακρόασης γιατί τότε μόνο διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε ξεχωριστά σε όλους τους λόγους ένστασης και εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος ειδικής αποκάλυψης. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι με την αίτηση επιχειρείται να υποστηριχθούν θέσεις που σχετίζονται με τη νομιμότητα των Διοικητικών Πράξεων που εξέδωσε η καθ' ης η αίτηση για τις οποίες όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να τις εξετάσει. Με άλλα λόγια, οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προβάλει ο αιτητής στην παρούσα αγωγή, βασιζόμενος στα αιτούμενα για αποκάλυψη έγγραφα δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο αλλά μόνο από το Διοικητικό Δικαστήριο. Επιπλέον, τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η αποκάλυψη, ζητούνται προς υποστήριξη ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο της απάντησης. Το εν λόγω δικόγραφο όμως δεν είναι το ορθό δικονομικό βήμα για να προβληθεί η απαίτηση του ενάγοντος. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί περί παρανομίας των Διοικητικών Πράξεων δεν αποτελούν επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η ειδική αποκάλυψη των υπό κρίση εγγράφων. Περαιτέρω, η συνήγορος επανέλαβε ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον αιτητή η βασική προϋπόθεση της Δ.28 Θ.1 ότι τα εν λόγω έγγραφα εκ πρώτης όψεως βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση. Με την ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αιτιολογείται η θέση του ότι τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα, ήταν ή εξακολουθούν να είναι στην κατοχή ή τον έλεγχο της καθ' ης η αίτηση. Οι ισχυρισμοί του σε σχέση με αυτό το θέμα προβάλλονται διαζευκτικά και με γενικότητα, γεγονός το οποίο από μόνο του συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης. Περαιτέρω, ο αιτητής παραλείπει να αναφέρει πώς γνωρίζει ότι υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πρακτικό πέραν από την απόφαση ημερομηνίας 25.3.13 (τεκμ. 1). Εν πάση περιπτώσει, στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ξεκάθαρα ποιοι ήταν παρόντες κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα πρακτικά που ζητούνται για την έκδοση των υπό κρίση Διοικητικών Πράξεων. Ο αιτητής δεν αναφέρει με ποιο τρόπο γνωρίζει ότι υπάρχουν πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης με τη μορφή που ο ίδιος εισηγείται ότι πιθανόν να υπάρχουν. Δηλαδή υπό τη μορφή πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα ότι όχι μόνον η κατοχή από μέρους της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και η ίδια η ύπαρξη των αιτούμενων προς αποκάλυψη εγγράφων, στηρίζεται αποκλειστικά σε δικά του συμπεράσματα. Επιπλέον, έχει εσφαλμένη εντύπωση ως προς τη νομική υπόσταση της Αρχής Εξυγίανσης κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, είναι αυθύπαρκτο όργανο της Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή ασκεί από μόνος του εξουσίες που ανατίθενται αποκλειστικά στον ίδιο με βάση το Σύνταγμα, τον Νόμο, αλλά και την Συνθήκη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Ο Διοικητής, ως ανώτατο εκτελεστικό όργανο της Κεντρικής Τράπεζας, είχε εξουσία να εκδώσει κατά τον επίδικο χρόνο τις υπό κρίση Διοικητικές Πράξεις. Αυτό το νομικό καθεστώς άλλαξε με τον τροποποιητικό Νόμο 17(Ι)/13 σύμφωνα με τον οποίο προστέθηκαν δύο ακόμα πρόσωπα στον ορισμό της Αρχής Εξυγίανσης, ήτοι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στη συνέχεια υπήρξε περαιτέρω τροποποίηση με το Νόμο 91/14, σύμφωνα με τον οποίο ως Αρχής Εξυγίανσης ορίζεται και πάλι η Κεντρική Τράπεζα. Τέλος, με το Νόμο 22(Ι)/16 με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο Νόμος 17(Ι)/13, προβλέπεται πλέον ρητά ως Αρχή Εξυγίανσης το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Αρχή Εξυγίανσης δεν ήταν άλλη από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Συνεπώς, όλα τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε σχέση με την εξυγίανση της εναγομένης 1, ορθά εκδόθηκαν από τον Διοικητή και όχι από το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας όπως εσφαλμένα εισηγείται ο αιτητής ότι έπρεπε να γίνει. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της συνηγόρου ότι εφόσον ο αιτητής δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως κατοχή των εγγράφων αλλά ούτε την ίδια την ύπαρξη τους, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της ένστασης για κατάχρηση διαδικασίας και προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Σκοπός του αιτητή, κατά την συνήγορο, είναι η μεταξύ άλλων η χρησιμοποίηση των εν λόγω εγγράφων στην προσφυγή που κατεχώρησε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου για την απομείωση των καταθέσεων του. Επιπλέον, η προβολή πανομοιότυπων ισχυρισμών, τόσον ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, συνιστά σπατάλη δικαστικού χρόνου και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.28 ΘΘ 1, 4, 5, 6 &
- Η Δ.28 φέρει τον τίτλο «Discovery and Inspection» και ρυθμίζει γενικά την διαδικασία αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων πριν την ακρόαση της αγωγής. Προνοεί μεταξύ άλλων την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: (α) Διάταγμα Ένορκης Αποκάλυψης (Discovery) Εγγράφων με βάση τη Δ.28, ΘΘ. 1, 2 &
- Είναι η πιο συχνά ακολουθούμενη διαδικασία και αφορά σε ένορκη αποκάλυψη από διάδικο, των εγγράφων που είχε ή έχει στην κατοχή ή έλεγχο του και που σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Με βάση τη Δ.48 Θ.8
(1), τέτοια αίτηση μπορεί να υποβληθεί μονομερώς. (β) Διάταγμα για Ένορκη Προσαγωγή (Production) Εγγράφων, με βάση τη Δ.28, Θ.
- Αφορά σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή διαδίκου και που σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. (γ) Διάταγμα για Επιθεώρηση (Inspection) Εγγράφων, με βάση τη Δ.28, Θ.
- Αφορά σε έγγραφα τα οποία δεν αποκαλύπτονται στα δικόγραφα και η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. (δ) Διάταγμα για Επιθεώρηση (Inspection) με βάση τη Δ.28, Θ.
- Αφορά σε έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα και η σχετική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται, περιγράφεται στη Δ.28, ΘΘ.6-
- (ε) Διάταγμα για Ειδική Αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Στα πλαίσια της εν λόγω διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει οιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσον οιονδήποτε ειδικό έγγραφο ή τάξεις εγγράφων που εξειδικεύονται στην αίτηση, είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του και αν δεν είναι, πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών, ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση, έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του αυτά τα έγγραφα που καθορίζονται στην αίτηση και ότι αυτά σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στοχεύει στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε διάδικο. Όπως υποδεικνύεται από την νομολογία, σε αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων θα πρέπει να αποδειχθεί η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα καθώς και το ότι τα έγγραφα ευρίσκονται στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων The National Bank of Greece SA. v. Mitsides
(1962)C.L.R. 40, 42, Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1610, 1613, & Transmarine Shipping Ltd v. Ονουφρίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 151. Στην υπόθεση National Bank (ανωτέρω), υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από τo Annual Practice 1962, p.719: «Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage that of his adversary, or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences.» Η αποκάλυψη παρόλα αυτά δεν είναι επιτρεπτή όταν στοχεύει στο "ψάρεμα" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της Δίκης (βλ. Τυλληρή ν. Λαϊκής Τράπεζας
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2271). Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28 Θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί όμως να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28 Θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Η Δ.28 Θ.11 που ρυθμίζει την ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι πανομοιότυπη με την O.31 R.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και ως εκ τούτου η Αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος (βλ. TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153, 159). Στην πιο πάνω υπόθεση, παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218. «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.» ........................................................................................................... In his Lordhip's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents» Επιπλέον στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στην σελίδα 725, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τον κανόνα της O.31 R.19: «A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στην περίπτωση που επιδιώκεται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου ή κατηγορίας εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.11, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη αυτών των εγγράφων όπως βέβαια και η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα. Θα πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι τα έγγραφα, είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Συμπεράσματα Η παρούσα αφορά αίτημα για ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.11 και όχι γενική αποκάλυψη δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Η ίδια η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της, ανέφερε ότι επέλεξε το αίτημα για ειδική αποκάλυψη και όχι την γενική αποκάλυψη εγγράφων για να αποφευχθεί η αχρείαστη παράθεση σωρείας εγγράφων που ενδεχόμενα να μην σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, είναι η Δ.28 Θ.11 που σχετίζεται με ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων και όχι η Δ.28 Θ.1 που αφορά την γενική αποκάλυψη. Βέβαια, ο αιτητής πέραν από την ειδική αποκάλυψη δυνάμει της Δ.28 Θ.11, επιζητά και διατάγματα για επιθεώρηση και ένορκη παρουσίαση των εγγράφων, δυνάμει της Δ.28 ΘΘ. 4-
- Νοείται όμως ότι για να δοθούν τέτοια διατάγματα θα πρέπει πρώτα να αποδειχθούν οι προϋποθέσεις αποκάλυψης των υπό κρίση εγγράφων, ήτοι ότι αυτά υπάρχουν, είναι ή ήταν στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ενόψει τούτου θα προχωρήσω αρχικά στην εξέταση, του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος ειδικής αποκάλυψης δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Επιζητείται συγκεκριμένα, η αποκάλυψη τριών ειδών εγγράφων. Τα πρακτικά συνεδρίας της Αρχής Εξυγίανσης με τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 25.3.13, τα πρακτικά της Αρχής Εξυγίανσης αναφορικά με την έκδοση συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων και οι επιστολές παραίτησης τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας. Κρίνω ότι τα πιο πάνω έγγραφα όπως παρουσιάζονται από τον αιτητή, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα αφού αναφέρονται στις αποφάσεις με τις οποίες διατάχθηκε η απομείωση των καταθέσεων του, γεγονός που αποτελεί και την βάση της απαίτησης του στην παρούσα αγωγή. Αναφορικά με το πρώτο αίτημα για την συνεδρία ημ. 25.3.13 (τεκμ.1), η συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι με την αίτηση, επιδιώκεται η παρουσίαση του πρακτικού στο οποίο να φαίνονται τα ονόματα των ατόμων που ήταν παρόντα. Με την ένσταση, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι στο τεκμήριο 1, αναγράφεται σαφώς ποιοι ήταν παρόντες χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη διευκρίνιση υπό την μορφή αποκάλυψης οιουδήποτε άλλου εγγράφου. Συμφωνώ με την θέση της καθ' ης η αίτηση. Το εν λόγω έγγραφο (τεκμ. 1) τιτλοφορείται «Από κοινού απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών δυνάμει του Άρθρου 3
(1)του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου
(2013)». Το έγγραφο είναι διατυπωμένο υπό τύπο πρακτικού και περιέχει την απόφαση και την υπογραφή αυτών που την έκδοσαν, ήτοι του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργού Οικονομικών. Είναι ως εκ τούτου λανθασμένη η θέση του αιτητή ότι το εν λόγω έγγραφο δεν συμπεριλαμβάνει τους παρόντες κατά τη λήψη της απόφασης. Είναι κατά την γνώμη μου σαφές ότι οι υπογράφοντες το πρακτικό της απόφασης, είναι και οι παρόντες στην συνεδρία ημ. 25.3.
- Πέραν τούτου δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι υπάρχει στην κατοχή της Κεντρικής Τράπεζας και άλλο έγγραφο πρακτικών για την εν λόγω συνεδρία. Δεν έχουν αποδειχθεί ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις ένορκης αποκάλυψης οιουδήποτε άλλου εγγράφου με την μορφή που ισχυρίζεται ο αιτητής αφού δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου εγγράφου επιπλέον πρακτικών, αναφορικά με την συνεδρία ημ. 25.3.
- Σε σχέση με τις επιστολές παραίτησης των τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας, η καθ' ης η αίτηση ανέφερε ότι δεν είναι στην κατοχή της γιατί αυτές υποβάλλονται στο Υπουργικό Συμβούλιο που είναι και το αρμόδιο όργανο για τους σχετικούς διορισμούς. Η συνήγορος της αιτήτριας, ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση να αναφέρει ενόρκως το γεγονός της μη κατοχής των εγγράφων παραίτησης. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση της συνηγόρου για την αιτήτρια. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, για να δοθεί διάταγμα δυνάμει της Δ.28 Θ.11 θα πρέπει μεταξύ άλλων να αποδειχθεί η κατοχή των εγγράφων από την καθ' ης η αίτηση έστω και για κάποιο διάστημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καθ' ης η αίτηση διατάσσεται να αποκαλύψει ενόρκως, αν τα έγγραφα εξακολουθούν να βρίσκονται ή όχι στην κατοχή της και αν δεν είναι πλέον, τι απέγιναν. Δεν παρέχεται όμως ευχέρεια δυνάμει της Δ.28 Θ.11 για αποκάλυψη με την οποία ένας διάδικος να αναφέρει ενόρκως ότι κάποια έγγραφα δεν ήταν ποτέ στην κατοχή του. Αυτό γιατί όπως προαναφέρθηκε, η κατοχή έστω και για κάποιο χρονικό διάστημα, είναι αναγκαία για την έκδοση διατάγματος δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Ούτε βέβαια μπορεί να ζητηθεί από ένα διάδικο να αποκαλύψει τι απέγινε ένα έγγραφο που δεν ήταν ποτέ στην κατοχή του. Απομένει να εξεταστεί το αίτημα για αποκάλυψη των πρακτικών της Αρχής Εξυγίανσης, αναφορικά με την έκδοση των υπό κρίση διοικητικών πράξεων πλην της Κ.Δ.Π 92/13 για την οποία η συνήγορος του αιτητή, απέσυρε το αίτημα της. Ο αιτητής υποστήριξε ότι η Αρχή Εξυγίανσης που είχε την ευθύνη για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, ήταν το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας και όχι ο Διοικητής. Αντιθέτως, η καθ' ης η αίτηση υπεστήριξε ότι ο Διοικητής ως αυτόνομο εκτελεστικό όργανο, ενεργούσε κατά τους επίδικους χρόνους ως Αρχή Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας υπό μονομελή σύνθεση. Η συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να τηρούνται πρακτικά, τα οποία η καθ' ης η αίτηση οφείλει να αποκαλύψει ενόρκως. Επί του προκειμένου, η θέση της καθ' ης η αίτηση είναι εμμέσως πλην σαφώς ότι τέτοια πρακτικά δεν υπάρχουν αφού οι αποφάσεις παίρνονταν από τον Διοικητή υπό μονομελή σύνθεση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ούτε σε αυτό το ζήτημα, ο αιτητής έχει αποδείξει την ύπαρξη των πρακτικών υπό την μορφή που τα ζητά. Ακόμη και στην περίπτωση που ευσταθεί η θέση του ότι έπρεπε να τηρούνται πρακτικά ανεξαρτήτως σύνθεσης της Αρχής Εξυγίανσης, δεν έχει αποδειχθεί ότι η καθ' ης η αίτηση έχει τέτοια έγγραφα στην κατοχή της. Ούτε παρέχεται ευχέρεια για τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω να διαταχθεί η καθ' ης η αίτηση δυνάμει της Δ.28 Θ.11 να αποκαλύψει ενόρκως αν υπάρχουν ή όχι αυτά τα έγγραφα από την στιγμή που με την ένσταση της, αρνείται την ύπαρξη και κατοχή τους. Ούτε βέβαια στο στάδιο αυτό, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον η τηρηθείσα διαδικασία κατά την λήψη της απόφασης για την επίδικη απομείωση καταθέσεων, είναι εσφαλμένη ή όχι. Το γεγονός της μη απόδειξης της ύπαρξης και κατοχής των υπό κρίση εγγράφων από την καθ' ης η αίτηση, καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης για κατάχρηση διαδικασίας και προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Ενόψει όλων τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος ειδικής αποκάλυψης εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Για τους ιδίους λόγους δεν έχει τεκμηριωθεί το αίτημα για επιθεώρηση (inspection) και ένορκη παρουσίαση (production) των υπό κρίση εγγράφων. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο