← Κύπρος

CLAPPAS TRADING HOUSE LTD ν. FRIESLAND CAMPINA HELLAS S.A., Αριθμός Αγωγής: 792/2008, 30/6/2017

CLAPPAS TRADING HOUSE LTD ν. FRIESLAND CAMPINA HELLAS S.A., Αριθμός Αγωγής: 792/2008, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 792/2008 CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, από τη Λευκωσία, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ -και- ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ, από την Αθήνα, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2009 CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, από τη Λευκωσία, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ -και- FRIESLAND CAMPINA HELLAS S.A., από την Αθήνα, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ---------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Γιώργος Τριλλίδης, για Πολάκης Σαρρής και Σία Για τους Εναγομένους: Αλέκος Μαρκίδης, Μελίνα Ζήρα για Μαρκίδη, Μαρκίδη και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή των Εναγόντων αφορούσε αρχικά σε απαίτηση για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση, κατ' ισχυρισμόν, συμφωνίας με την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν την αποκλειστική πώληση και/ή αντιπροσώπευση και/ή διανομή στην Κυπριακή αγορά των προϊόντων γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ των Εναγομένων, καθώς και αποζημιώσεις για βλάβη της καλής φήμης και/ή του καλού ονόματός τους. Κατά την τελική τους όμως αγόρευση, οι Ενάγοντες παραδέχθηκαν ότι η αιτία αγωγής που αφορά στη βλάβη της καλής τους φήμης, δεν προωθήθηκε, και ως εκ τούτου, εγκαταλείφθηκε. Οι Εναγόμενοι, αρνούμενοι την απαίτηση, αποδίδουν στους Ενάγοντες ευθύνη και ανταπαιτούν από τη δική τους πλευρά ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν στη συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης. Μία πρώτη εικόνα της υπόθεσης την οποία το Δικαστήριο επιθυμεί να μεταφέρει, είναι ότι οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των διαδίκων στηρίζονται σε πάρα πολλά γεγονότα. Οι βασικοί ισχυρισμοί εκτίθενται με σαφήνεια στα δικόγραφα των διαδίκων, ενώ εξαιτίας του ικανού χειρισμού που έγινε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, σε κανένα σημείο δεν φάνηκε να εκτροχιάστηκε η διαδικασία με περιττή εξέταση ή αντεξέταση των μαρτύρων που κατέθεσαν. Η μαρτυρία που δόθηκε από αμφότερες τις πλευρές, συνάδει πλήρως με τα δικόγραφα. Όμως, τα πολλά επίδικα γεγονότα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι διάδικοι είναι μεγάλες εταιρείες που διαθέτουν αρκετή πείρα στον τομέα των εργασιών τους και σε κάθε θέμα που αναφυόταν προωθούσαν τις δικές τους θέσεις και απαντούσαν στις θέσεις της άλλης πλευράς, οδήγησαν τη διαδικασία σε μακρά ακρόαση. Αμφότερες οι πλευρές παρέθεσαν την εκδοχή τους, ενώ για επίλυση των διαφορών που αναφύονταν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, γίνονταν συναντήσεις, ανταλλαγή αλληλογραφίας, ιδιαίτερα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (emails). Σε περίπτωση δε διαφωνίας, η κάθε πλευρά προσπαθούσε να μην αφήνει αναπάντητη την εκδοχή της άλλης. Όλα τα πιο πάνω, είχαν ως αποτέλεσμα, η μαρτυρία που έχει δοθεί κατά την ακρόαση (κυρίως εξέταση και αντεξέταση) να είναι μακροσκελής. Κατατέθηκαν συνολικά 228 Τεκμήρια, κάποια από τα οποία αποτελούνται από αρκετά emails. Και αυτά παρόλον που ο συνολικός αριθμός μαρτύρων είναι μόνο 6, 3 από κάθε πλευρά. Το Δικαστήριο, κατά τη συγγραφή της παρούσας Απόφασης, θεώρησε αναγκαίο να παραθέσει τη δοθείσα μαρτυρία, όχι όμως σε όλα τα σημεία που υπάρχει διαφορά στην εκδοχή της κάθε πλευράς αφού αυτά είναι πάρα πολλά, υπενθυμίζοντας όμως στους δικηγόρους των 2 πλευρών το καθήκον τους να υποδείξουν, κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, τα σημεία που η καθεμιά θεωρεί ως σημαντικά. Η υπόδειξη αφορά στα δεκάδες έγγραφα και emails που κατατέθηκαν και τα οποία εμπεριέχουν ισχυρισμούς για γεγονότα και προωθήσεις θέσεών τους. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά, είτε διότι κατατέθηκαν ως τέτοια από αμφότερες τις πλευρές, είτε διότι κατέστησαν παραδεκτά από τις έγγραφες προτάσεις, είτε διότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τη μία πλευρά, δεν αμφισβητήθηκε από την αντίδικη πλευρά. 1. Οι Ενάγοντες είναι Κυπριακή εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο, με έδρα τη Λευκωσία και δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στους τομείς της εισαγωγής, αποθήκευσης, εμπορίας, αντιπροσώπευσης και διανομής τροφίμων και ειδών διατροφής (Ε/Α Παράγρ. 1). 2. Οι Εναγόμενοι, είναι Ελληνική ανώνυμη εμπορική βιομηχανική εταιρεία, με έδρα την Αθήνα, η οποία αναπτύσσει, παράγει και εμπορεύεται γαλακτοκομικά προϊόντα και παιδικές τροφές. Μεταξύ αυτών, παράγει αριθμό διαφορετικών προϊόντων γιαούρτης, υπό τη γενική ονομασία ΝΟΥΝΟΥ (Ε/Α, Παράγρ. 2). 3. Με βάση τα δικόγραφα, είναι επίσης παραδεκτό ότι, περί το έτος 2005, οι διάδικοι άρχισαν πολύμηνες διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία, για τους όρους τους οποίους δόθηκαν διαφορετικές εκδοχές, με την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν την αποκλειστική διανομή στην Κύπρο, των προϊόντων γιαούρτης των Εναγομένων, με την επωνυμία ΝΟΥΝΟΥ. 4. Το εμπορικό σήμα ΝΟΥΝΟΥ ήταν ήδη γνωστό στην Κύπρο εφόσον για περισσότερα από 20 χρόνια, πωλούνταν στην Κυπριακή αγορά το εβαπορέ και βρεφικά γάλατα και οι παιδικές τροφές ΝΟΥΝΟΥ. Τα προϊόντα γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ, μέχρι τότε ήταν άγνωστα στην Κύπρο. 5. Η Συμφωνία θα είχε διάρκεια 5 ετών και θα έληγε στις 31/12/2011, τέθηκε δε σε ισχύ περί τον Ιούνιο, 2007, οπότε και οι Ενάγοντες άρχισαν να διανέμουν τα πιο πάνω προϊόντα στην Κυπριακή αγορά από τις 4/6/2007. 6. Η κάθε πλευρά προβάλλει τη δική της εκδοχή ως προς τους όρους της επιτευχθείσας συμφωνίας. Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι ουδέποτε κατέληξαν σε ένα αμοιβαία αποδεκτό, γραπτό κείμενο το οποίο να περιλαμβάνει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Με τη μαρτυρία της η κάθε πλευρά εξέθεσε τους όρους τους οποίους θεωρεί ότι είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. 7. Παρά τη μεγάλη διάσταση απόψεων στο θέμα των όρων που περιλάμβανε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, κάποιοι όροι τελικά κατέστησαν παραδεκτοί, είτε δια των δικογράφων, είτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είτε ακόμη κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. 8. Παρατίθενται, προς τούτο, κάποιοι παραδεκτοί όροι της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας: (α) Οι Ενάγοντες, αγόραζαν τα προϊόντα γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ, τα οποία αποστέλλονταν εβδομαδιαίως από τους Εναγομένους, παραλάμβαναν αυτά και κατόπιν τα πωλούσαν και/ή μεταπωλούσαν και/ή διέθεταν και/ή διένεμαν σε διάφορα σημεία χονδρικής και λιανικής πώλησης ανά το παγκύπριο (Ε/Α, Παράγρ. 7α). (β) Οι Ενάγοντες θα εκτελώνιζαν τα προϊόντα με δική τους ευθύνη, ενώ οι Εναγόμενοι θα επιβαρύνονταν με τα έξοδα μεταφοράς στις αποθήκες των Εναγόντων (Ε/Α, Παράγρ. 7β, 8δ, Υπεράσπιση και Α/Α, Παράγρ. 15). (γ) Οι Ενάγοντες θα κατέστρεφαν σε ειδικά εγκεκριμένους χώρους υγειονομικής ταφής τα οποιαδήποτε προς επιστροφή προϊόντα, με το κόστος καταστροφής να βαρύνει τους Εναγομένους (Ε/Α, Παράγρ. 7γ). (δ) Οι Ενάγοντες θα απέστελλαν δελτίο πρόβλεψης δυνητικών πωλήσεων (forecast) στους Εναγομένους εβδομαδιαίως, ώστε να μην αποστέλλεται μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων από όση μπορεί να απορροφήσει η αγορά και να διασφαλίζεται η διαθεσιμότητά τους και οι Εναγόμενοι θα απέστελλαν τα προϊόντα σύμφωνα με το εκάστοτε δελτίο (Ε/Α, Παράγρ. 7δ). (ε) Οι Εναγόμενοι θα παρείχαν στους Ενάγοντες πίστωση 75 ημερών και αντίστοιχα οι Ενάγοντες θα εξοφλούσαν τα τιμολόγια των Εναγομένων εντός 75 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους (Ε/Α, Παράγρ. 7στ, 8γ, Υπεράσπιση και Α/Α, Παράγρ. 15). 9. Από την αρχή της, η συνεργασία των διαδίκων παρουσίασε πολλά προβλήματα. Είναι γεγονός ότι αμφότερες οι πλευρές κατέβαλλαν συνεχώς προσπάθειες επίλυσής τους, είτε με ανταλλαγή emails, είτε με συναντήσεις, αλλά αυτά αποδείχθηκαν πολλά και ανυπέρβλητα. 10. Τελικά η συνεργασία και συμφωνία τερματίστηκε τον Ιανουάριο, 2008, ήτοι διάρκεσε μόνο για περίοδο 7 περίπου μηνών. Την ευθύνη για τη διακοπή της συνεργασίας, την αποδίδει η μία πλευρά στην άλλη και το θέμα του ποια πλευρά ευθύνεται για την παράβαση της συμφωνίας έχει καταστεί επίδικο για το οποίο το Δικαστήριο θα αποφανθεί πιο κάτω. 11. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η μαρτυρία που έχει δοθεί και από τις 2 πλευρές είναι εκτεταμένη, με πολλές λεπτομέρειες γεγονότων. Έχω θεωρήσει ορθό να καταγράψω κάποια από τα κύρια και σημαντικά σημεία της μαρτυρίας των 6 μαρτύρων που έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο, ενώ περαιτέρω αναφορά θα γίνει στο κεφάλαιο Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα, πιο κάτω. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Ενάγοντες, για απόδειξη της υπόθεσής τους, κάλεσαν συνολικά 3 μάρτυρες. Ο ΜΕ1, Ιωάννης Κλάππας, είναι Υπεύθυνος του Τομέα Πωλήσεων των Εναγόντων, που είναι επιχείρηση της οικογένειάς του. Λόγω της προσωπικής ανάμειξής του στη συνεργασία των διαδίκων, έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Με τη Δήλωσή του (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο μάρτυρας περιέγραψε τις διεργασίες που είχαν προηγηθεί της σύναψης της επίδικης Συμφωνίας. Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αποτελεί συμφωνία ή να αναφέρει συμφωνία ή όρους συμφωνίας μεταξύ τους. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε πολύμηνη ανταλλαγή emails και εγγράφων στα οποία οι διάδικοι συμφωνούσαν διάφορες πτυχές της συνεργασίας τους ή ακόμη και προφορικά ή ως αποτέλεσμα πρακτικής, κατά περιόδους και κατά ενότητες. Μετά από πολύμηνες και μακρές διαπραγματεύσεις, καθώς και σχεδιασμούς και προετοιμασίες που κράτησαν σε βάθος χρόνου, οι Ενάγοντες άρχισαν στις 4/6/2007, να διανέμουν τα προϊόντα γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ των Εναγομένων στην Κυπριακή αγορά. Από την αρχή και πριν την πιο πάνω ημερομηνία είχαν αρχίσει να δημιουργούνται προβλήματα μεταξύ των διαδίκων. Είχε, το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, προηγηθεί διαφημιστικό λανσάρισμα του προϊόντος μέσω δειγματοδιανομής αλλά, ακόμη και σε αυτό το θέμα υπήρξαν προβλήματα αφού, πολύ νωρίς οι Εναγόμενοι δεν απέστελλαν επαρκή δείγματα για δειγματοδιανομή. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διεξαγόταν ως ακολούθως: (α) Η συνεργασία είχε διάρκεια 5 χρόνων, θα ήταν, δηλαδή, μέχρι την 31/12/2011 και θα ήταν ανανεώσιμη για άλλα 5 χρόνια. (β) Οι Ενάγοντες αγόραζαν τα προϊόντα γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ, σε συγκεκριμένες τιμές βάσει επίσημου τιμοκαταλόγου ο οποίος τους είχε αποσταλεί από τους Εναγομένους. (γ) Τα εν λόγω προϊόντα αποστέλλονταν εβδομαδιαίως από τους Εναγομένους, οι Ενάγοντες παραλάμβαναν αυτά, τα αποθήκευαν και κατόπιν τα διένεμαν μέσω του δικτύου διανομής τους σε διάφορα σημεία χονδρικής και λιανικής πώλησης ανά το παγκύπριο. (δ) Οι Ενάγοντες συνήψαν συμφωνίες συνεργασίας με υπεραγορές, αρτοποιεία και περίπτερα, στα οποία θα προμήθευαν τα προϊόντα των Εναγομένων για σκοπούς λιανικής πώλησης. Οι συμφωνίες αυτές προέβλεπαν για ενοικίαση χώρων στα ψυγεία των ανωτέρω για την έκθεση και πώληση των προϊόντων γιαούρτης των Εναγομένων στο καταναλωτικό κοινό. Όλα αυτά τα έξοδα θα καλύπτονταν από τους Εναγομένους. Από τις εν λόγω υπεραγορές είχε εξαιρεθεί η μεγάλη αλυσίδα υπεραγορών με την επωνυμία Carrefour διότι, και παρά το γεγονός πως οι Ενάγοντες είχαν ήδη έλθει σε κατ' αρχήν συμφωνία συνεργασίας με τις εν λόγω υπεραγορές, οι Εναγόμενοι επενέβηκαν και σταμάτησαν τους Ενάγοντες από την υλοποίηση της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι αποφάσισαν όπως μεσολαβήσουν οι ίδιοι για την υλοποίηση της συμφωνίας με τη μητρική εταιρεία των εν λόγω υπεραγορών στην Ελλάδα. Συνεπεία αυτής της απόφασης και συμπεριφοράς των Εναγομένων, η τοποθέτηση των προϊόντων των Εναγομένων στις υπεραγορές Carrefour στην Κύπρο, έγινε με σημαντική καθυστέρηση, αλλά πέραν τούτου, ήταν και προβληματική, με ευθύνη των Εναγομένων. (ε) Οι Ενάγοντες δεν αγόραζαν τα εν λόγω προϊόντα για δικό τους λογαριασμό ή για δικό τους όφελος καθότι η λιανική τιμή πώλησης ήταν προκαθορισμένη από τους Εναγομένους και την οποία οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Γι' αυτό το λόγο οι Ενάγοντες δεν επιβαρύνονταν και ούτε θα μπορούσαν να είχαν συμφωνήσει να επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε άλλο κόστος που προέκυπτε κατά τη συνεργασία για διανομή των προϊόντων π.χ. κόστος εκτελωνισμού, κόστος παλετών κ.λ.π.. (στ) Οι Ενάγοντες εκτελώνιζαν τα προϊόντα με δική τους ευθύνη και με έξοδα των Εναγομένων, προέβαιναν σε θερμομετρικούς ελέγχους, αποθήκευαν τα προϊόντα υπό τις κατάλληλες συνθήκες σε δικές τους ψυκτικές εγκαταστάσεις και σε ψυκτικές εγκαταστάσεις τρίτων, τις οποίες ενοικίασαν ή υπενοικίασαν επί τούτου, απέσυραν αυτά από την αγορά πριν την ημερομηνία λήξης τους και τα αντικαθιστούσαν με φρέσκα. Τα προϊόντα μεταφέρονταν από το Λιμάνι Λεμεσού στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, με ευθύνη των Εναγομένων. (ζ) Οι Ενάγοντες κατάστρεφαν, σε ειδικά εγκεκριμένους χώρους υγειονομικής ταφής, οποιαδήποτε επιστραφέντα ή ελαττωματικά ή αδιάθετα ή λήξαντα ή αποσυρθέντα από τα σημεία πώλησης, προϊόντα. Το κόστος καταστροφής, επιβάρυνε τους Εναγομένους. Οι Ενάγοντες, τηρώντας την προβλεπόμενη διαδικασία καταστροφών, ζητούσαν την παρουσία ή την έγκριση εκπροσώπου των Εναγομένων, αλλά οι Εναγόμενοι δεν απέστελλαν πάντοτε εκπρόσωπό τους. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι εκ του νόμου να προβούν σε καταστροφές εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και προέβαιναν σε αυτές εντός των νόμιμων χρονικών ορίων και βάσει της συμφωνημένης διαδικασίας και ενημέρωναν τους Εναγομένους περί τούτου και οι Εναγόμενοι πάντοτε γνώριζαν ή ήταν σε θέση να γνωρίζουν τις προς καταστροφή ποσότητες και, εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τη διαδικασία καταστροφών και σιωπηρώς ενέκριναν τη διαδικασία καταστροφών και η έγκρισή τους τεκμαίρεται από τη συμπεριφορά τους και ουδέποτε αρνήθηκαν την αποκοπή χρημάτων για τις καταστροφές παρά μόνο πολύ αργότερα και αφού η συνεργασία είχε ουσιαστικά λήξει. (η) Οι Ενάγοντες απέστελλαν δελτίο πρόβλεψης δυνητικών πωλήσεων (forecast) στους Εναγομένους, επί εβδομαδιαίας βάσης, ώστε να μην αποστέλλεται μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων από όση μπορούσε να απορροφήσει η αγορά και να διασφαλίζεται η μέγιστη διαθεσιμότητά τους αλλά ούτε και μικρότερη ποσότητα ώστε να μην υπάρχει επαρκές απόθεμα προϊόντος στα σημεία πώλησης. (θ) Οι Ενάγοντες αμείβονταν λαμβάνοντας συμφωνημένη προμήθεια ύψους 32% επί της προτεινόμενης τιμής πώλησης εκάστου προϊόντος. Το πιο πάνω ποσοστό εφαρμοζόταν στο υπόλοιπο που προέκυπτε αφότου αφαιρούνταν από κάθε παραγγελία (α) οι καταγεγραμμένες επιστροφές, (β) τα προκύψαντα από τον εκτελωνισμό και μεταφορά έξοδα, και (γ) τα προϊόντα τα οποία καταστρέφονταν. Η πιο πάνω αμοιβή, καταβαλλόταν υπό μορφή πιστωτικής σημείωσης από τους Εναγομένους προς τους Ενάγοντες. (ι) Οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να εξοφλούν τα τιμολόγια των Εναγομένων αφού αφαιρούνταν, η συμφωνημένη αμοιβή τους και τα έξοδα καταστροφής των προϊόντων, εντός 75 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους. (κ) Οι Ενάγοντες συνήψαν συμφωνίες συνεργασίας με αριθμό υπεραγορών και αρτοποιείων και περιπτέρων σε όλη την Κύπρο, για λιανική πώληση και τοποθέτηση των προϊόντων των Εναγομένων, για εξασφάλιση χώρων στα ψυγεία (ή επιπλέον χώρων στα ψυγεία), για επί τόπου γευστικές δοκιμές, για διαφημιστικές καταχωρίσεις σε φυλλάδια, για ειδικές προσφορές και γενικώς για το λανσάρισμα των προϊόντων των Εναγομένων. (λ) Οι Ενάγοντες αγόρασαν 6 φορτηγά οχήματα τύπου Van, αποκλειστικά για την προώθηση και διανομή των προϊόντων των Εναγομένων, τα οποία επένδυσαν με ψυγεία και printer και 4 απ' αυτά επικάλυψαν με εικαστική απεικόνιση (artwork) διαφόρων προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ, κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων. (μ) Οι Ενάγοντες, προσέλαβαν περαιτέρω ανθρώπινο δυναμικό επιπλέον του υπάρχοντος προσωπικού της εταιρείας προς επίτευξη των συμφωνηθέντων. Το προσωπικό αυτό απασχολείτο αποκλειστικά σε εργασία σχετική με τη διανομή και/ή προώθηση των προϊόντων των Εναγομένων και αποτελείτο από διανομείς, πωλητές και επιθεωρητές. Όμως και το υφιστάμενο προσωπικό ασχολείτο και απασχολείτο με τις διαδικασίες διανομής των προϊόντων των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, έπρατταν ή όφειλαν να πράττουν τα πιο κάτω: (α) Επιβαρύνονται με το κόστος καταστροφής για τα οποιαδήποτε ελαττωματικά ή ληγμένα ή αδιάθετα ή επιστραφέντα προϊόντα. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, οι Εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση όπως το κόστος καταστροφής να τους επιβαρύνει μόνο μέχρι το τέλος του 2008 και όπως από το 2009 τούτο επιβαρύνει τους Ενάγοντες, αλλά ουδέποτε υπήρξε συμφωνία επί τούτου. Εν πάση περιπτώσει, έτσι κι αλλιώς η συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε από τους Εναγομένους, πολύ προτού υπάρξει τέτοιο ζήτημα. (β) Αποστέλλουν προς τους Ενάγοντες εβδομαδιαίως τα προϊόντα σύμφωνα με τα προηγηθέντα δελτία πρόβλεψης (forecasts) των Εναγόντων. (γ) Παρέχουν πίστωση 75 ημερών στους Ενάγοντες. (δ) Αναλάβουν εξ ολοκλήρου τη διαφημιστική εκστρατεία και τη σχετική δαπάνη για την αναγκαία και επαρκή προώθηση των προϊόντων στην Κυπριακή αγορά. Ο μάρτυρας όμως τόνισε ότι η διαφημιστική εκστρατεία των Εναγομένων ήταν ελλειπής, ανεπαρκής και μη ανταποκρινόμενη στα συμφωνηθέντα και, εν πάση περιπτώσει, δεν ανήλθε στον υποσχεθέντα από τους Εναγομένους, προϋπολογισμό. Ένα από τα κίνητρα των Εναγόντων για να αναλάβουν τη διανομή των προϊόντων των Εναγομένων στην Κύπρο, ήταν η δέσμευση και υπόσχεση και οι παραστάσεις των Εναγομένων για διαφημιστική εκστρατεία της τάξης του €1.000.000,00σ, την οποία όμως οι Εναγόμενοι ουδέποτε υλοποίησαν σε αυτό το ποσό. Απεναντίας, οι Ενάγοντες προσέφεραν, προς ζημία τους, υλική υποδομή και ανθρώπινο δυναμικό για να συνδράμουν στη διαφημιστική εκστρατεία η οποία ήταν αποκλειστική ευθύνη και με έξοδα των Εναγομένων. (ε) Επιβαρύνονται με τα έξοδα εκτελωνισμού και μεταφοράς και παράδοσης των προϊόντων στις εγκαταστάσεις των Εναγόντων. (στ) Καταβάλλουν στους Ενάγοντες τη συμφωνημένη προμήθεια ύψους 32% επί της προκαθορισμένης, από τους Εναγομένους, λιανικής τιμής πώλησης, μετά τις αφαιρέσεις. (ζ) Παρέχουν στήριξη για εδραίωση του προϊόντος στην Κυπριακή αγορά μετά από ειδικές προσφορές και ειδικές συσκευασίες προϊόντων 2+1 δώρο και μέσω ιατρικής ενημέρωσης. Τελικά, στις 4 Ιουνίου, 2007, οι Ενάγοντες άρχισαν τη διανομή των προϊόντων των Εναγομένων στην Κυπριακή αγορά. Παρά το αρχικά θετικό ξεκίνημα, πολύ σύντομα διαφάνηκε πως οι Εναγόμενοι δεν τηρούσαν τα συμφωνηθέντα ή παρέκκλιναν των ορισθέντων στόχων και τρόπων επίτευξής τους που είχαν παρουσιάσει στους Ενάγοντες με αποτέλεσμα, μετά το αρχικά καλό ξεκίνημα, η διανομή να μην παρουσιάζει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σύντομα διαφάνηκε πως η συμπεριφορά των Εναγομένων ήταν τροχοπέδη για την περαιτέρω ευμενή καθιέρωση των προϊόντων και για την ευόδωση του καλού εναρκτήριου λανσαρίσματος. Οι Ενάγοντες άρχισαν να ανησυχούν και να γνωστοποιούν τις ανησυχίες τους στους Εναγομένους. Πιο συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι επεδείκνυαν αμέλεια και/ή αδυναμία και/ή αδιαφορία στην τήρηση των συμφωνηθέντων χρονικών πλαισίων για αποστολή των προϊόντων στην Κύπρο και αγνοούσαν και/ή δεν λάμβαναν υπ' όψιν, συστηματικά και κατ' εξακολούθηση, τα δελτία πρόβλεψης (forecast) των Εναγόντων αποστέλλοντας μη συμφωνηθείσες ή υπέρμετρες ή λιγοστές ποσότητες προϊόντων στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκές απόθεμα ή να υπάρχει περίσσεια αποθέματος. Από τον Ιούλιο, 2007, και εντεύθεν και ειδικότερα το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, 2007, οι Ενάγοντες είχαν επισημάνει, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, στους Εναγομένους τον προβληματισμό τους για την πρακτική αποστολής ποσοτήτων δυσανάλογων προς τις προβλέψεις και τις δυνατότητες απορρόφησής τους από την Κυπριακή αγορά, χωρίς όμως οι Εναγόμενοι να ανταποκριθούν στις εκκλήσεις και/ή εισηγήσεις και/ή υποδείξεις των Εναγόντων. Ακόμη, οι Εναγόμενοι αρνούνταν και/ή δεν αποδέχονταν να καταβάλουν το κόστος εκτελωνισμού, υπό μορφή πίστωσης προς τους Ενάγοντες, το οποίο βάσει των συμφωνηθέντων τούς επιβάρυνε. Οι Εναγόμενοι επικαλούντο και/ή προέβαλλαν ανύπαρκτες οικονομικές απαιτήσεις και εκκρεμότητες με το να αρνούνται αδικαιολόγητα την έγκριση και/ή αποδοχή και/ή πίστωση διαφόρων χρεωστικών τιμολογίων των Εναγόντων που αφορούσαν σε έξοδα για τις συμφωνίες των Εναγόντων με υπεραγορές και τρίτους. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούσαν και/ή δεν αποδέχοντο τα έξοδα καταστροφών, τα στοιχεία (reports) που τους παρουσίαζαν οι Ενάγοντες και αφορούσαν στις πωλήσεις των προϊόντων, αρνούντο να επωμιστούν τη χρέωση των παλετών, παραμελώντας και/ή ατόνησαν και/ή έπαυσαν τη διαφημιστική καμπάνια και την εκστρατεία προώθησης των προϊόντων στην Κύπρο και έπαυσαν αδικαιολόγητα την αποστολή προϊόντων σε συσκευασίες προσφοράς 2+1 δώρο. Περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι προέβαιναν σε λανθασμένο τρόπο τιμολόγησης και γενικά ενεργούσαν και/ή έπρατταν κατά τρόπο που παραβίαζαν τα συμφωνηθέντα και καταστούσαν προβληματική τη διανομή των προϊόντων και περιέστελλαν τη δυναμική των προϊόντων στην Κυπριακή αγορά, εξέθεταν τους Ενάγοντες και τους προκαλούσαν οικονομική ζημιά. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι Ενάγοντες έθεταν εγκαίρως υπ' όψιν των Εναγομένων δυσκολίες που αναφύοντο ως απόρροια της συμπεριφοράς τους, όμως οι Εναγόμενοι αρνούντο και/ή αμελούσαν και/ή αδυνατούσαν να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους. Περί το Σεπτέμβριο, 2007, και ενώ η διανομή από την πλευρά των Εναγόντων συνεχιζόταν με ζήλο αλλά με εμπόδια που παρενέβαλλαν οι Εναγόμενοι, έπειτα από πρωτοβουλία των Εναγόντων, αντιπρόσωποι των Εναγομένων, ήλθαν στην Κύπρο με σκοπό τη συζήτηση για την εύρυθμη πορεία της συνεργασίας. Παρόλα αυτά, η πορεία της συνεργασίας δεν εξομαλύνθηκε, με αποτέλεσμα ένα περίπου μήνα μετά, ήτοι τον Οκτώβριο, 2007, οι Ενάγοντες μετέβησαν στα γραφεία των Εναγομένων στην Αθήνα για να συζητηθούν και πάλι τα προβλήματα της συνεργασίας. Παρά τις υποσχέσεις των Εναγομένων ότι θα συνεργάζοντο, και πάλιν ουδέν έπραξαν. Το Δεκέμβριο, 2007, οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τους Εναγομένους όπως αναθεωρήσουν την τακτική τους προς συνέχιση και ευόδωση της συνεργασίας. Κατόπιν τούτου, προγραμματίστηκε νέα συνάντηση στα γραφεία των Εναγομένων στην Αθήνα, η οποία τελικά έγινε στις 17 Ιανουαρίου 2008. Κατά τη διάρκεια εκείνης της συνάντησης, οι Εναγόμενοι μέσω των αντιπροσώπων τους, ανακοίνωσαν στους Ενάγοντες, αιφνιδιαστικά και απερίφραστα, το τέλος της συνεργασίας τους. Έδωσαν μάλιστα στους Ενάγοντες διορία 1 εβδομάδα για να προτείνουν το ποσό της αποζημίωσής που οι Ενάγοντες θεωρούσαν ότι δικαιούνταν συνεπεία της λήξης της συνεργασίας. Οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους Εναγομένους να κάμουν οι ίδιοι πρόταση, αλλά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν. Τότε οι ενάγοντες ζήτησαν το ποσό των €2.000.000 ως αποζημίωση, οπότε οι Εναγόμενοι, με κάπως απαξιωτικό τρόπο, απάντησαν πως αυτό δεν ήταν σοβαρό. Κατόπιν τούτου, οι Ενάγοντες αναχώρησαν από τα γραφεία των Εναγομένων και επέστρεψαν στην Κύπρο, ενώ οι Εναγόμενοι σταμάτησαν αμέσως την αποστολή προϊόντων τους στην Κύπρο. Την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 18 Ιανουαρίου 2008, οι Εναγόμενοι, συναισθανόμενοι ίσως το μοιραίο ατόπημά τους, απέστειλαν επιστολή στους Ενάγοντες (Τ.27), με την οποία επιχείρησαν να ανασκευάσουν τις πράξεις και τα λόγια τους. Αναφέρουν, συγκεκριμένα πως «ως τελευταίο δείγμα καλής θέλησης, η συνεργασία μας συνεχίζεται». Ωστόσο, οι Εναγόμενοι δεν αποδέσμευσαν την προγραμματισμένη για τις 21/1/2008, παραγγελία. Ακολούθησε ανταλλαγή emails μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τις οικονομικές εκκρεμότητες, χωρίς αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου, οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 24/1/2008 (Τ.29), αντέκρουσαν την ανάκληση του προφορικού τερματισμού, απέρριψαν το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγομένων ημερομηνίας 18/1/2008 (Τ.27) ως ανειλικρινές και τερμάτισαν ρητώς και γραπτώς τη συνεργασία με υπαιτιότητα των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι απάντησαν στην εν λόγω επιστολή, με επιστολή των Ελλαδιτών δικηγόρων τους ημερομηνίας 31/1/2008 (Τ.30), αρνούμενοι τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Η ΜΕ2, Έλενα Σάββα, εργοδοτείται από τους Ενάγοντες από το 1998 και κατέχει τη θέση της Υπεύθυνης Λογιστηρίου, θέση την οποία κατείχε και κατά τα επίδικα έτη 2006-2008. Οι Ενάγοντες, για την κάλυψη των αναγκών της διανομής των προϊόντων γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ ανά το παγκύπριο, αγόρασαν 6 συνολικά οχήματα. Πέντε εξ αυτών ήταν φορτηγά τύπου Van και ένα ήταν τύπου Saloon, το οποίο χρησιμοποιείτο από το Διευθυντή Πωλήσεων της ΝΟΥΝΟΥ, ο οποίος είχε προσληφθεί ειδικά γι' αυτό το πρότζεκτ. Από τα φορτηγά αυτά, 4 επικαλύφθηκαν με εικαστική απεικόνιση (artwork) των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ και επίσης 4 εξ αυτών επενδύθηκαν με ψυγεία και όλα τα Van επενδύθηκαν με διάφορες εφαρμογές. Αναλυτικότερα: (α) Το σύνολο της δαπάνης για την αγορά των 6 οχημάτων, ανήλθε στο ποσό των €114.397,33σ. (β) Πέραν της αγοράς τους, στα πιο πάνω οχήματα έγιναν μετατροπές (τοποθετήθηκαν ψυγεία σε 4 από τα φορτηγά) και υπήρξαν και πρόσθετες εφαρμογές (μονώσεις, θερμόμετρα κ.λ.π.). Το συνολικό κόστος των οποίων ανήλθε στο ποσό των €23.386,99σ. (γ) Για τη συντήρηση των 6 οχημάτων και τις άδειες κυκλοφορίας τους, δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των €2.443,08σ. (δ) Για τα καύσιμά τους, δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των €20.748,44σ. (ε) Για την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των €5.989,99σ. Πέραν των οχημάτων, οι Ενάγοντες προέβησαν στην αγορά λογισμικού προγράμματος, ειδικών εκτυπωτικών μηχανών και μηχανών λήψης παραγγελιών. Όλα αυτά μαζί αποτελούσαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα για τη διεκπεραίωση των αναγκών της διανομής των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ, το κόστος του οποίου ανήλθε σε €28.829,71σ. Το εν λόγω σύστημα ήταν χρήσιμο μόνο για την υλοποίηση της συμφωνίας με τους Εναγομένους γι' αυτό και μετέπειτα, ήταν άχρηστο. Για την τοποθέτηση των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ σε όλα τα σημεία πώλησης ανά το παγκύπριο, απαιτείτο η ενοικίαση χώρου στα ψυγεία όπου θα εκτίθεντο προς πώληση τα προϊόντα, μαζί με τα προϊόντα άλλων ανταγωνιστικών εταιρειών, προς το καταναλωτικό κοινό. Αυτή η ενοικίαση χώρου, στη «γλώσσα» του επαγγέλματος, έχει επικρατήσει να λέγεται «entry fees». Για τα εν λόγω «entry fees», οι Ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €87.577,34σ. Από το 2006 που ουσιαστικά άρχισε να προαλείφεται το έδαφος για τη διανομή των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ στην Κυπριακή αγορά από τους Ενάγοντες, ξεκίνησε από την εταιρεία η πρόσληψη επιπλέον προσωπικού το οποίο θα εργοδοτείτο στο όλο εγχείρημα. Συνολικά, οι Ενάγοντες προσέλαβαν 12 τέτοια άτομα καταβάλλοντας ως μισθούς €155.933,17σ συμπεριλαμβανομένου και του μισθού για τον Ιανουάριο, 2008. Για την αποθήκευση των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ, προτού αυτά πάνε στα ψυγεία των σημείων πώληση, οι Ενάγοντες ενοικίασαν 2 επιπλέον αποθηκευτικούς χώρους, στη Λεμεσό και Λευκωσία, οι οποίοι χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για τη φύλαξη των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ. Το συνολικό ενοίκιο που καταβλήθηκε για τις εν λόγω αποθήκες ήταν €69.022,66σ. Η μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφα των Ελεγμένων Οικονομικών Καταστάσεων των Εναγόντων για τα έτη 2006-2008 (Τ.126-128), καθώς και Κατάσταση Λογαριασμού που περιλαμβάνει τα οικονομικά στοιχεία που τηρούσαν οι Ενάγοντες επ' ονόματι των Εναγομένων (Τ.138), στην οποία εμφαίνεται ότι παραμένει ένα χρεωστικό υπόλοιπο της τάξης των €60.124,48σ το οποίο οφείλουν οι Ενάγοντες προς τους Εναγομένους. Ο ΜΕ3, Μάριος Κοσμά, είναι Εγκεκριμένος Λογιστής και Εγγεγραμμένος Ελεγκτής και Συνέταιρος στον Ελεγκτικό Οίκο K. Treppides and Co Ltd από το 2003 και κατέχει τη θέση του Επικεφαλής του Φορολογικού και Συμβουλευτικού Τμήματος της εταιρείας. Είναι μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και Fellow Member του Institute of Chartered Accountants της Αγγλίας και Ουαλίας. Η εταιρεία K. Treppides and Co Ltd, ως Εγκεκριμένοι Λογιστές και Εγγεγραμμένοι Ελεγκτές αναλαμβάνουν, στο πλαίσιο των υπηρεσιών που είναι αδειούχοι, να προσφέρουν την εκπόνηση εκθέσεων. Κατόπιν συνεννόησης μεταξύ της εταιρείας του μάρτυρα και των Εναγόντων, ετοιμάστηκε η Έκθεση ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου, 2014 (Τ.150). Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει την ετοιμασία ολοκληρωμένης έκθεσης η οποία ετοιμάστηκε από προσοντούχο προσωπικό της εταιρείας του μάρτυρα με επικεφαλής και συντονιστή τον ίδιο. Αυτή περιλαμβάνει ενδεικτικά, τη συλλογή οικονομικών στοιχείων των Εναγόντων με επιτόπια, στους χώρους της εταιρείας, παρουσία για αρκετές μέρες, την ανάλυσή τους, την επαλήθευσή τους, την εκτίμηση της ζημιάς των Εναγόντων από τη διανομή των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ και την εκτίμηση ως προς τα μελλοντικά έσοδα των Εναγόντων, εάν η διανομή συνεχιζόταν για περίοδο 5 ετών από την έναρξή της. Για τις εν λόγω υπηρεσίες, η εταιρεία του μάρτυρα χρέωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €4.000,00σ, πλέον ΦΠΑ. Συνοπτικά, ο σκοπός και το εύρος των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν από την εταιρεία K. Treppides προς τους Ενάγοντες ήταν οι εξής: (α) έλεγχος και βεβαίωση των εσόδων που πραγματοποιήθηκαν από τους Ενάγοντες κατά τη διάρκεια της διανομής των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ, (β) έλεγχος και βεβαίωση του κόστους που επωμίστηκαν οι Ενάγοντες για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών, ώστε να είναι σε θέση να αναλάβουν τη διανομή, καθώς και του μετέπειτα κόστους του να διανέμουν τα προϊόντα ΝΟΥΝΟΥ στην Κυπριακή αγορά, (γ) υπολογισμός της απαίτησης αποζημίωσης του κόστους της επένδυσης μέχρι την 31 Ιανουαρίου, 2008, (δ) εκτίμηση και αξιολόγηση των διαφυγόντων κερδών που προκύπτουν, με όριο και μέτρο την πενταετή διάρκεια της διανομής, ένεκα της διανομής των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ στην Κυπριακή αγορά τον Ιανουάριο, 2008. Περιληπτικά, τα πιο σημαντικά ευρήματα της Έκθεσης, Τ.150, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (
  2. i)Τα έσοδα που πραγματοποιήθηκαν από τους Ενάγοντες καθόλη τη διάρκεια της διανομής των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ ανήλθαν στο ποσό των €218.449,00σ. (
  3. ii)Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία που αγοράστηκαν και τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν από τους Ενάγοντες για τη δημιουργία υποδομών για τη διανομή των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ, ανήλθαν στο ποσό των €420.751,00σ. (iii) Η συνολική απαίτηση αποζημίωσης του κόστους της επένδυσης που πραγματοποιήθηκε από τους Ενάγοντες ανερχόταν κατά τη 31/1/2008, στο ποσό των €142.178,00σ. (
  4. iv)Τα διαφυγόντα κέρδη των Εναγόντων τα οποία αναμενόταν να πραγματοποιηθούν αν η διανομή έληγε στις 31/12/2011, ήτοι κατά τη λήξη της πενταετίας, ανέρχονται στο ποσό των €382.318,00σ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Εναγόμενοι, προς υποστήριξη των θέσεών τους κάλεσαν 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Η ΜΥ1, Έλενα Βασιλειάδου, είναι Ελληνίδα υπήκοος, κατοικεί στην Αθήνα και εργάζεται στους Εναγομένους από το 2000, όπου από το 2011, κατέχει τη θέση της Διευθύντριας Marketing. Από το 2002, ήταν Διευθύντρια Trade Marketing, από δε το καλοκαίρι του 2006, είχε αναλάβει και την ευθύνη για τις δραστηριότητες των Εναγομένων στην Κύπρο. Προϊόντα των Εναγομένων και συγκεκριμένα το γάλα εβαπορέ ΝΟΥΝΟΥ, τα βρεφικά γάλατα Friso και οι παιδικές τροφές ΝΟΥΝΟΥ πωλούνται στην Κυπριακή αγορά, μέσω των Κυπριακών εταιρειών Christodoulides Bros Ltd και HAPPAP Trading Ltd για περισσότερο από 20 χρόνια. Οι Εναγόμενοι, κατά το έτος 2004, άρχισαν να παράγουν προϊόντα γιαούρτης στο ιδιόκτητο εργοστάσιό τους στην Πάτρα, ενώ το 2005, οι Eναγόμενοι πραγματοποίησαν διερευνητικές επαφές στην Κυπριακή αγορά, με στόχο να λανσάρουν εκεί την κατηγορία γιαούρτης. Μεταξύ των υποψηφίων με τους οποίους έγιναν επαφές, ήταν και οι Ενάγοντες, με τους οποίους τελικά οι Εναγόμενοι επέλεξαν να συνεργαστούν. Ο κύριος λόγος για την επιλογή αυτή των Εναγομένων, ήταν επειδή είχαν πεισθεί ότι οι Ενάγοντες διαθέτουν ανάλογη εμπειρία, τεχνογνωσία και μέσα, για την επιτυχή εμπορία των εν λόγω προϊόντων. Συμπερασματικά, η προϋπάρχουσα σχέση των Εναγόντων με τον Όμιλο Εταιρειών στον οποίο ανήκαν και οι Εναγόμενοι (οι Ενάγοντες εισήγαγαν από την Ολλανδία διάφορα είδη τυριών) αποτέλεσε στοιχείο ενισχυτικό για την απόφαση συνεργασίας. Το καθοριστικό κριτήριο, όμως, στην απόφαση των Εναγομένων για συνεργασία με τους Ενάγοντες ήταν το Επιχειρησιακό Πλάνο (Business Concept), T.4, που εκπόνησαν και παρουσίασαν οι Ενάγοντες στους Εναγομένους, κάτι που τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι η επένδυση θα στεφόταν με απόλυτη επιτυχία. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι οι όροι της συνεργασίας των διαδίκων έχουν αποτυπωθεί στα εξής έγγραφα: Α. Στα έγγραφα που αφορούν στους κύριους όρους της σύμβασης διανομής, τα οποία αποτελούνται από: (α) Στη Σύμβαση Διανομής, Τ.3. (β) Στο email ημερομηνίας 21/3/2006 (Τ.38), από τους Εναγομένους προς τους Ενάγοντες, με το οποίο οι Εναγόμενοι ζητούν, μεταξύ άλλων, τυχόν παρατηρήσεις, των Εναγόντων επί της Σύμβασης Διανομής (Τ.3). (γ) Στο email ημερομηνίας 16/6/2006 (Τ.5, σελ. 1-3), των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, με τις παρατηρήσεις και τα σχόλια των Εναγόντων στη Σύμβαση Διανομής (Τ.3). (δ) Το email ημερομηνίας 26/6/2006 (Τ.6, σελ. 1), των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, όπου τονίζεται ότι μέγιστη πίστωση είναι 75 ημέρες και μέγιστη διάρκεια της αρχικής σύμβασης μπορεί να είναι ως 31/12/2009 με αξιολόγηση στις 31/12/2007 και δικαίωμα διακοπής σε περίπτωση μη επίτευξης των κοινών στόχων. (ε) Το email ημερομηνίας 23/6/2006 (Τ.6, σελ. 2), των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, με το οποίο οι Ενάγοντες συμφωνούν με τις ημέρες πίστωσης, αλλά εμμένουν στη διάρκεια σύμβασης 5 ετών με δικαίωμα ανανέωσης. (στ) Το email ημερομηνίας 28/6/2006 (Τ.6, σελ. 3), των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, με το οποίο οι Εναγόμενοι εμμένουν στο ότι η μέγιστη διάρκεια της σύμβασης θα ήταν μέχρι τις 31/12/2009 με αξιολόγηση βάσει στόχων στις 31/12/2007, δηλώνοντας ότι, εάν οι Ενάγοντες εμμένουν σε πενταετή διάρκεια σύμβασης, δεν υπάρχει περιθώριο επίτευξης στόχων. (ζ) Το email ημερομηνίας 4/7/2006 (Τ.6, σελ. 4-5), των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, με το οποίο ζητούν απάντηση επί των παρατηρήσεων των Εναγόντων σε σχέση με το Τ.3. (η) Το email ημερομηνίας 12/7/2006 (Τ.6, σελ. 6), με απαντήσεις των Εναγομένων επί των παρατηρήσεων των Εναγόντων. (θ) Το email ημερομηνίας 1/9/2006 (Τ.6, σελ. 8), των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες όπου, μεταξύ άλλων, καλούν τους Ενάγοντες σε συνάντηση για τελειοποίηση του σχεδίου της Σύμβασης Διανομής (Τ.3), η οποία συνάντηση τελικά πραγματοποιήθηκε στις 12/9/2006. (ι) Το email ημερομηνίας 22/9/2006 (Τ.6, σελ. 9), των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, με οριστικές συμφωνίες των 2 μερών για τη διάρκεια της Σύμβασης Διανομής και την οριστικοποίηση του μεικτού κέρδους των Εναγόντων και τις επιστροφές των προϊόντων και με το οποίο επιβεβαιώθηκε ότι, κατά τα λοιπά, ισχύουν οι όροι του προσχεδίου Σύμβασης Διανομής (Τ.3). Β. Στα έγγραφα που αφορούν στις συμφωνίες για το supply chain/forecast. Γ. Στα έγγραφα που αφορούν στις συμφωνίες για τις επιστροφές/καταστροφές. Δ. Στα έγγραφα που αφορούν στη διαδικασία ελέγχου ποιότητας. Ε. Στα έγγραφα που αφορούν στον τιμοκατάλογο και σε επιμέρους χρεώσεις. ΣΤ. Στα έγγραφα που αφορούν στη διαδικασία προσφορών reporting/μηχανογραφική υποστήριξη/SAP. (Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει λεπτομερέστερη καταγραφή της αντίστοιχης μαρτυρίας των Εναγομένων). Από την αρχή του λανσαρίσματος της γιαούρτης στην Κύπρο στις 4/6/2007, η κατάσταση που αντιμετώπισαν οι Εναγόμενοι ήταν ιδιαίτερα απογοητευτική. Οι Ενάγοντες δεν είχαν προετοιμαστεί για να υποστηρίξουν το λανσάρισμα των γιαουρτιών ΝΟΥΝΟΥ, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη ζημιά στους Εναγομένους. Η κακή οργάνωση των Εναγόντων σε συνδυασμό με τη μη επίτευξη των συμφωνηθέντων, οδήγησε σε μεγάλες ποσότητες καταστροφών, το κόστος των οποίων βάρυνε τους Εναγομένους μέχρι τις 31/12/2008. Οι Εναγόμενοι, ισχυρίζονται τα ακόλουθα: (
  5. i)Η συμπεριφορά των Εναγόντων καθόλη τη διάρκεια της εν λόγω συνεργασίας, ξεκάθαρα συνιστούσε παραβιάσεις πολλών από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι Ενάγοντες δεν παρείχαν στους Εναγομένους τα αναγκαία στοιχεία και δεδομένα π.χ. όπως δρομολόγια ex-vans, ενεργά κωδικολόγια κ.λ.π., παρά την περί του αντιθέτου συμβατική υποχρέωση. (
  6. ii)Κατ' επανάληψη και συστηματικά οι Εναγόμενοι έκαναν γραπτές συστάσεις και καθοδηγούσαν με θετικό και εποικοδομητικό τρόπο και ζητούσαν συναντήσεις για βελτίωση και συμμόρφωση, αλλά αντιμετώπιζαν την αδιάφορη αντίδραση των Εναγόντων. (iii) Είχε προφορικά συμφωνηθεί η ανά δίμηνο συνάντηση εκπροσώπων των δύο εταιρειών προς αξιολόγηση της συνεργασίας τους. Ως αποτέλεσμα, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις τον Ιούλιο, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο, 2007 και τον Ιανουάριο, 2008. Οι συναντήσεις αυτές έγιναν με πρωτοβουλία των Εναγομένων και στην παρουσία ανώτερων και ανώτατων στελεχών τους. Κατ' αυτές, οι Εναγόμενοι εξέφρασαν τον προβληματισμό τους, επέδειξαν τρόπους βελτίωσης της συνεργασίας, ζήτησαν εντόνως την εφαρμογή των συμφωνηθέντων και οι Ενάγοντες, κατ' επανάληψη, δεσμεύονταν ότι είχαν τη διάθεση και θα επεδείκνυαν προσπάθεια προς υλοποίησή τους. Όμως οι πράξεις τους διέφεραν από τις προφορικές υποσχέσεις τους. (
  7. iv)Κατά τις συνεχείς επισκέψεις εκπροσώπων των Εναγομένων και κατά την πρώτη αξιολόγηση τον Ιούλιο, 2007, οι εκπρόσωποι των Εναγομένων, παρά την προβληματική κατάσταση και τις μέχρι τότε παραβιάσεις των συμφωνημένων, προσπάθησαν, τόσο προφορικώς, όσο και γραπτώς να καθοδηγήσουν με εποικοδομητικό τρόπο τους Ενάγοντες να βελτιωθούν και εφαρμόσουν τα συμφωνημένα. (
  8. v)Στις 14/9/2007, σε επίσκεψη της μάρτυρος στις αποθήκες της Λεμεσού, διαπίστωσε υπέρογκες ποσότητες αδιάθετου προϊόντος που είχε αποσταλεί σύμφωνα με το forecast των Εναγόντων για προωθητικές ενέργειες Σεπτεμβρίου. Για τη σοβαρότητα της κατάστασης αυτής, δεν είχαν ενημερωθεί οι Εναγόμενοι. Ταυτόχρονα, οι Ενάγοντες, αδιαφορώντας για την οικονομική ζημία των Εναγομένων, εξακολουθούσαν να υποβάλλουν forecast πωλήσεων, υψηλότερων από εκείνων που μπορούσαν να απορροφηθούν από την αγορά. (
  9. vi)Ταυτόχρονα, όπως περιγράφεται σε αλληλογραφία, οι οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων είχαν συσσωρευτεί. (vii) Οι Ενάγοντες παρέδωσαν στους Εναγομένους λανθασμένες οικονομικές αναλύσεις σε αρκετές περιπτώσεις με ελλιπή, ετεροχρονισμένα και λανθασμένα παραστατικά για καταστροφές που δεν είχαν εγκρίνει οι Εναγόμενοι και σωρεία «εξόδων» που παράλογα αφαιρούσε από τις τροφές τους. (viii) Η συνάντηση Σεπτεμβρίου, 2007, πραγματοποιήθηκε σε πολύ οξύ κλίμα. Οι Ενάγοντες δεν αναγνώρισαν κανένα σημείο ευθύνης τους και απαίτησαν την άνευ όρων αποδοχή των απαιτήσεών τους, που ήταν σε αντίθεση με τα συμφωνημένα, σαν να μην υπήρχε καμία έγγραφη συμφωνία. (
  10. ix)Η συνάντηση που έπρεπε να γίνει το Δεκέμβριο, 2007, αναβλήθηκε εξαιτίας των Εναγόντων και εν τέλει πραγματοποιήθηκε στις 17/1/2008 στα γραφεία των Εναγομένων. Στη συνάντηση αυτή, αποφασίστηκε όπως η συνεργασία συνεχιστεί «προς το παρόν», αλλά υπό την προϋπόθεση της εκ μέρους των Εναγόντων επακριβούς τήρησης των συμφωνηθέντων. Το πόρισμα της συνάντησης γνωστοποιήθηκε στους Ενάγοντες και γραπτώς (Επιστολή Εναγομένων προς Ενάγοντες, ημερομηνίας 18/1/2008, Τ.27). Οι Ενάγοντες, οι οποίοι ήθελαν προφανώς να διακόψουν τη συνεργασία δήλωσαν ότι το πόρισμα της συνάντησης ήταν «δήθεν» η απόφαση των Εναγομένων για διακοπή συνεργασίας. (
  11. x)Εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες παραβίασαν και την υποχρέωσή τους να πληρώσουν το σύνολο των οφειλών τους προς τους Εναγομένους για προϊόντα που είχαν αγοράσει και αυτό παρά το ότι είχε παρέλθει η 75 ημερών προθεσμία της πίστωσης. Παρά την αξίωση των Εναγομένων για εξόφληση των οφειλών των Εναγόντων, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Έτσι, οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να μην δώσουν άλλη παράταση χρόνου και έχοντας πλέον ξεπεράσει κάθε περιθώριο ανοχής, πιστωτικού ορίου και εμπιστοσύνης, αιτήθηκαν την προηγούμενη εξόφληση των εκκρεμών οφειλών των Εναγόντων για να προωθήσουν περαιτέρω παραγγελία των Εναγόντων. Ως αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω παραβάσεων συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημία την οποία ανταπαιτούν. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν και το υπόλοιπο ποσό των τιμολογίων που είχαν εκδώσει προς τους Ενάγοντες σε σχέση με πώληση και παράδοση προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ. Το εν λόγω υπόλοιπο, ανέρχεται σε €375.737,85σ. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν ως διαφυγόντα κέρδη τα ακόλουθα ποσά: (α) 2007: -€757.963 2008: €101.493 2009: €532.133 2010: €877.325 2011: €1.264.073 Σύνολο: €2.017.061 Ο ΜΥ2, Ιάκωβος Σμυρλόγλου, Έλληνας υπήκοος, και κάτοικος Αθήνας, κατέχει τη θέση του Προϊστάμενου Μεγάλων Λογαριασμών (Key Accounts Manager) στους Εναγομένους. Κατά το χρονικό διάστημα 23-26 Σεπτεμβρίου, 2007, ο μάρτυρας μαζί με τη ΜΥ1 και τον Ιωάννη Σιαμπάνη, Διευθυντή Πωλήσεων των Εναγομένων, ήρθαν στην Κύπρο και συναντήθηκαν με εκπροσώπους των Εναγόντων, ήτοι τους Ιωάννη (ΜΕ1) και Τάκη Κλάππα και Θέμη Δούκα. Ο μάρτυρας επισκέφθηκε σημεία πώλησης στη Λεμεσό στις 25/9/2007 και στη Λάρνακα στις 26/9/2007 και διαπίστωσε κάποια προβλήματα στη διάθεση των προϊόντων ΝΟΥΝΟΥ για τα οποία ενημέρωσε τους Ενάγοντες, οι οποίοι εξέθεσαν τις δικές τους απόψεις. Διαφάνηκε, ότι οι Ενάγοντες είχαν πρόβλημα στο να οργανώσουν σωστά τη διανομή των προϊόντων γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ. Ο ΜΥ3, Αθανάσιος Καμπισιούλης, Έλληνας υπήκοος, κάτοικος Αθήνας, κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη θέση του Διευθυντή του Πιστωτικού Ελέγχου των Εναγομένων. Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων και συγκεκριμένα από την πρώτη στιγμή που τα τιμολόγια των Εναγομένων κατέστησαν απαιτητά λόγω της παρόδου των 75 ημερών πίστωσης, οι Ενάγοντες δεν ήταν συνεπείς με τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς τους Εναγομένους, καταβάλλοντας κάθε φορά μέρος των εκάστοτε οφειλών τους, καθυστερημένα και εκπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να υπερβαίνουν το χρόνο πίστωσης. Αναλύοντας τα ποσά τα οποία ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι, ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: (α) €375.737,85σ - ποσό το οποίο προερχόταν από τιμολογηθέντα προϊόντα που πώλησαν και παρέδωσαν οι Εναγόμενοι προς τους Ενάγοντες στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, οι δε Ενάγοντες από τις 17/1/2008 μέχρι και σήμερα, δεν προέβησαν σε πληρωμή οποιουδήποτε οφειλομένου ποσού. (β) €337.751,60σ - ζημία που υπέστησαν οι Εναγόμενοι για καταστροφές προϊόντων που έγιναν εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων και συγκεκριμένα εξαιτίας των λανθασμένων forecasts. (γ) €544.327,22σ - ζημία των Εναγομένων για διαφήμιση και προώθηση. (δ) €89.630,59σ - ζημία για κόστη μεταφοράς και αποθήκευσης. (ε) €442.650,00σ - ζημία για μισθούς του προσωπικού των Εναγομένων και έξοδα ταξιδίων. (στ) €173.865,00σ - ζημία για τα κόστη χρήσης και απώλεια πάγιων στοιχείων των Εναγομένων, δηλαδή των ψυγείων. Στα πλαίσια της υποστήριξης του λανσαρίσματος των γιαουρτιών στην Κύπρο, οι Εναγόμενοι απέστειλαν στους Ενάγοντες 15 ψυγεία. Τελικά οι Ενάγοντες επέστρεψαν τα 14. (ζ) €2.017.061,00σ - διαφυγόντα κέρδη πενταετίας των Εναγομένων, όπως αναφέρεται πιο πάνω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο Δίκαιο των Συμβάσεων αφού αμφότερες οι πλευρές επικαλούνται τη σύναψη συμφωνίας και κατ' επέκταση την παράβασή της από την άλλη πλευρά. Για αποφυγή επανάληψης της μαρτυρίας, επιγραμματικά αναφέρω ότι σε κάποια σημεία είναι παραδεκτό ότι οι 2 πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία. Τα σημεία αυτά αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω, όπως για παράδειγμα η αποκλειστική αντιπροσώπευση των προϊόντων γιαούρτης ΝΟΥΝΟΥ από τους Ενάγοντες, η πενταετής διάρκεια της συνεργασίας και κάποια άλλα σημεία, ως ανωτέρω. Είναι επίσης παραδεκτό ότι οι διάδικοι ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αποτελεί έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους και να καλύπτει όλες τις πτυχές και όρους της μεταξύ τους συνεργασίας. Παρόλα αυτά, αμφότεροι οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι, μέσα από την όλη επικοινωνία τους, διαμορφώθηκε τελική και πλήρης συμφωνία μεταξύ τους, οι όροι της οποίας προκύπτουν από τα εκατοντάδες emails, συναντήσεις, αλληλογραφία κ.λ.π.. Η διαφωνία τους έγκειται στο γεγονός ότι η κάθε πλευρά επικαλείται διαφορετικά έγγραφα και διαφορετικούς όρους και προσεγγίσεις ως στοιχεία αποτελούντα τη συνολική συμφωνία. Ως εκ τούτου, εναποθέτουν στο Δικαστήριο το έργο, μέσα από τον «κυκεώνα των ατέλειωτων τεκμηρίων και την εξαντλητική μαρτυρία» όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Ενάγοντες κατά την τελική τους αγόρευση, να αποφανθεί κατά πόσο όντως είχε συναφθεί συνολική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και ποίοι είναι οι όροι αυτής. Ακολούθως, να αποφανθεί ποίο μέρος παραβίασε την εν λόγω συμφωνία και σε τι αποζημιώσεις δικαιούται το αναίτιο μέρος. Είναι γεγονός ότι οι κατά παραδοχήν συμφωνημένοι όροι δεν είναι επαρκείς για να αποτελέσουν ολική και τελική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Η συνεργασία την οποία επιθυμούσαν να έχουν περιλάμβανε πλείστες πτυχές. Τα προϊόντα γιαούρτης, είναι ευαίσθητο εμπόρευμα. Από την παραγωγή μέχρι την πώληση στον καταναλωτή πρέπει να διατηρούνται υπό τέλειες συνθήκες (θερμοκρασία, αποθήκευση). Με τη μαρτυρία τους οι 2 πλευρές κάλυψαν πλείστες από τις εν λόγω πτυχές. Αναφέρω χαρακτηριστικά κάποιες από τις αναφερθείσες πτυχές της συνεργασίας όπως για παράδειγμα σε ποίο σημείο σταματούσε η ευθύνη φύλαξης και συντήρησης του προϊόντος από τους Εναγομένους και πότε αναλάμβαναν την ευθύνη οι Ενάγοντες, πώς θα γινόταν ο εκτελωνισμός, ποία πλευρά θα επιβαρυνόταν με το κόστος διαφήμισης, πώς θα γινόταν η διαφήμιση, πώς θα προωθείτο το προϊόν στα ψυγεία των υπεραγορών, περιπτέρων κ.λ.π. και σε ποία σημεία θα τοποθετείτο. Επιπρόσθετα ποίο το ποσοστό κέρδους των Εναγόντων, ποίος καθόριζε τη λιανική τιμή πώλησης, ποία ήταν η διαδικασία επιστροφής στις περιπτώσεις που το προϊόν είχε λήξει πριν διατεθεί στον καταναλωτή. Πώς θα γινόταν η καταστροφή του εν λόγω προϊόντος και ποίος θα επιβαρυνόταν με το κόστος καταστροφής. Πιο κάτω θα αναλυθούν κάποια από τα θέματα αυτά αφού είναι σχεδόν αδύνατο να καλυφθούν όλα αφού είναι πολλά και για το καθένα έχει δοθεί ογκώδης μαρτυρία. Είναι βασικός κανόνας ότι, για να διαμορφωθεί συμφωνία πρέπει να υπάρχει συναίνεση. Το Άρθρο 10, του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, καθορίζει, μεταξύ άλλων, ως σύμβαση, τη συμφωνία η οποία καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Είναι ολοφάνερο ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν υπήρχε συναίνεση των διαδίκων σε ουσιώδεις πτυχές της συνεργασίας. Η κάθε πλευρά προβάλλει τη θέση της και καλεί το Δικαστήριο να την αποδεχθεί και να οικοδομήσει την τυχόν ολική συμφωνία όπως την προβάλλει η ίδια. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που κατά τη μαρτυρία τους οι μάρτυρες της κάθε πλευράς επιχειρηματολογούσαν προσπαθώντας να μεταφέρουν τη δική τους άποψη για την ερμηνεία και νόημα των εκατοντάδων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Είναι αδιαμφισβήτητο, δε, ότι, εκτός από τα πολύ πρώτα στάδια της συνεργασίας των 2 πλευρών, που συνολικά διήρκησε περί τους 7 μήνες (Ιούνιος, 2007 - Ιανουάριος, 2008), δημιουργούντο πολλά προβλήματα στη συνεργασία τους. Προβλήματα που αφορούσαν στην πρακτική εφαρμογή της συνεργασίας αλλά και άλλα που αφορούσαν σε ερμηνεία διαφόρων εγγράφων. Η κάθε δε, πλευρά βάσιζε τη θέση της σε διαφορετικά έγγραφα από την άλλη ή σε διαφορετική ερμηνεία των ίδιων εγγράφων. Τα προβλήματα στη συνεργασία ήταν συνεχή και ανυπέρβλητα και δημιουργούσαν παρεξηγήσεις και παρερμηνείες θέσεων. Πιο κάτω αναφέρονται κάποια από τα σημεία διαφωνίας των 2 πλευρών. Είναι αδύνατο όμως για το Δικαστήριο να επεκταθεί σε όλα, αλλά αυτά εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της συνεργασίας. Η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν. Clappas Trading House

(2011)1(B) ΑΑΔ
  1. Η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι κάποια από τα σημεία της εν λόγω Απόφασης είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο. Κάνει αναφορά στις σελ. 1206-1207 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στο Τ.3, αποφαίνεται ότι από το περιεχόμενο των emails δεν μπορεί να οδηγηθεί κάποιος στο συμπέρασμα ότι είχε καταρτιστεί Σύμβαση Διανομής. Και συνεχίζει αναφέροντας ότι από τα emails που είχαν τεθεί ενώπιόν του, προκύπτει σαφής ένδειξη ότι τα μέρη και ιδιαίτερα η Εφεσείουσα, προσδοκούσαν στη μελλοντική οριστικοποίηση της σύμβασης εφόσον θα κατέληγαν πρώτα σε συμφωνία επί όλων των όρων της συνεργασίας. Τα πιο πάνω, κατά την άποψη των Εναγόντων είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο και υποδεικνύουν ότι η Σύμβαση Διανομής, Τ.3, ουδέποτε καταρτίστηκε. Διαφωνώ με την πιο πάνω συλλογιστική. Επίδικο θέμα στην πιο πάνω Έφεση ήταν η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και το κατά πόσο τύγχανε εφαρμογής η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων η οποία εμπεριέχεται στο Τ.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο, και προηγουμένως το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε την υπόθεση με βάση τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του στην επίδικη Αίτηση υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην παρούσα διαδικασία, η μαρτυρία που δόθηκε ήταν μακροσκελέστατη με αντεξέταση των μαρτύρων και το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να κάμει επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων της πιο πάνω Απόφασης και να θεωρήσει τον εαυτό του δεσμευμένο απ' αυτά. Αποτελεί η Σύμβαση Διανομής, Τ.3, μέρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας; Το Τ.3 που φέρει τίτλο «Σύμβαση Διανομής», είναι ένα έγγραφο που καλύπτει πολλές πτυχές της συνεργασίας των διαδίκων. Εάν αποτελούσε μέρος της μεταξύ τους συμφωνίας τότε θα ήταν ευκολότερο για το Δικαστήριο να αποφανθεί επί πολλών αμφισβητούμενων σημείων. Αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι το Τ.3 ενσωματώθηκε στην ολική συμφωνία. Επικαλείται προς τούτο το email ημερομηνίας 8/2/2006 (Τ.2) το οποίο απέστειλαν οι Εναγόμενοι προς τους Ενάγοντες και στο οποίο ενσωμάτωσαν το Τ.3 επιζητώντας τις παρατηρήσεις των Εναγόντων, καθώς και άλλα emails προς τον ίδιο σκοπό (Τ.160 και 38). Επιπρόσθετα, επικαλείται email ημερομηνίας 16/6/2006 των Εναγόντων προς τους Εναγομένους (Τ. 5) με το οποίο οι Ενάγοντες προβάλλουν τις θέσεις και εισηγήσεις τους για το εν λόγω τεκμήριο. Αντίθετη είναι η άποψη των Εναγόντων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το Τ.3 αποτελεί προσχέδιο συμφωνίας το οποίο ίσως να προοριζόταν να καταρτιστεί με άλλο μέρος, στάληκε στους Ενάγοντες για παρατηρήσεις και το θέμα παρέμεινε μέχρι το στάδιο της συζήτησής του χωρίς οποιαδήποτε κατάληξη. Στο θέμα αυτό, θα υιοθετήσω τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Το Τ.3 τιτλοφορείται «Σύμβαση Διανομής», σ' αυτό αναγράφεται μόνο το όνομα των Εναγομένων ενώ τόσο το όνομα του άλλου αντισυμβαλλόμενου μέρους αλλά και η ημερομηνία παραμένουν κενά. Είναι παραδεκτό ότι ουδέποτε υπεγράφη από τους διαδίκους. Το πιο απλό θα ήταν, εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε, να γίνει προσπάθεια υιοθέτησής του μέσω υπογραφής. Εξάλλου, φαίνεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε συναίνεσαν στην υιοθέτησή του ως σύνολο αφού υπέβαλλαν και αυτοί τις εισηγήσεις τους επί κάποιων όρων. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων, ήτοι της ΜΥ1, ότι το email ημερομηνίας 22/9/2006, των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες (Τ.6, σελ. 9), αποτελεί επιβεβαίωση κάποιων όρων συνεργασίας, δηλαδή μέρος της συνολικής συμφωνίας. Στο εν λόγω email οι Εναγόμενοι, αφού βάζουν κάποιους όρους της συνεργασίας, αναφέρουν ότι σε κάποιους θα αναμένουν την τελική θέση των Εναγόντων. Δεν αναφέρεται αντίδραση των Εναγόντων και κατά πόσο προέβησαν σε οποιανδήποτε είδους αποδοχή (acceptance). Η νομική αρχή που χρονολογείται από το 1862, είναι ότι η σιωπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συναίνεση ή αποδοχή (Felthouse v. Bindley, 142 E.R. 1037). Η αρχή αυτή εφαρμόζεται πλήρως και στην περίπτωση του Τ.
  3. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Τ.3 ουδέποτε υιοθετήθηκε από τις 2 πλευρές και ουδέποτε αποτέλεσε μέρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Κατά συνέπεια, όπου οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ύπαρξη όρων στη συμφωνία οι οποίοι εμπεριέχονται στο Τ.3, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί καταρρέουν. Αμοιβή Εναγόντων Ούτε ακόμη στην αμοιβή που δικαιούνταν οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να υπήρχε συναίνεση, κάτι το οποίο, όπως είναι φυσικό, αποτελεί ουσιαστικό μέρος μίας συμφωνίας. Η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι δικαιούντο σε προμήθεια και/ή συμφωνημένη αμοιβή ποσοστού 32% επί της προτεινόμενης τιμής πώλησης εκάστου προϊόντος. Η πλευρά των Εναγομένων προβάλλει τη θέση ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα ήταν μεν 32%, αλλά αυτό αποτελούσε μεικτό κέρδος επί της τιμής του τιμοκαταλόγου, αφαιρουμένων των εγκεκριμένων καταστροφών και δειγματοδιανομών. Έξοδα Εκτελωνισμού Ακόμη ένα σημείο διαφωνίας: ενώ οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι Ενάγοντες είχαν την ευθύνη του εκτελωνισμού των προϊόντων, οι 2 πλευρές διαφωνούν για το ποία πλευρά ήταν υπεύθυνη για τα έξοδα εκτελωνισμού. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπεύθυνοι ήταν οι Εναγόμενοι, ενώ οι Εναγόμενοι εναποθέτουν αυτήν την ευθύνη στους ώμους των Εναγόντων. Κόστος Καταστροφών Οι 2 πλευρές συμφωνούν ότι αρχικά το κόστος καταστροφών οποιωνδήποτε ελαττωματικών και/ή ληγμένων και/ή αδιάθετων και/ή επιστραφέντων προϊόντων θα βάρυνε τους Εναγομένους. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται όμως ότι αυτή η υποχρέωσή τους θα τερματίζετο στα τέλη του 2008, ενώ οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα ίδια θα ίσχυαν μέχρι το τέλος της συνεργασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχω αναφέρει κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα - υπάρχουν και πολλά άλλα - για να υποδείξω ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε συναίνεση σε βασικές πτυχές της συνεργασίας. Μία συνεργασία που ήταν περίπλοκη και περιλάμβανε πολλά εξειδικευμένα θέματα λόγω ακριβώς της ευαίσθητης φύσης του προϊόντος, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Εκείνο που επιδιώκουν ουσιαστικά οι 2 πλευρές είναι το Δικαστήριο, με τα δικά του ευρήματα, να δομήσει τη συμφωνία που είχε συνομολογηθεί από τις 2 πλευρές. Η πλευρά των Εναγομένων, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις πρόνοιες της Σύμβασης Διανομής Τ.3, για την οποία υπάρχει σαφές εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν αποτέλεσε μέρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Το Δικαστήριο δύναται σε κάποιες περιπτώσεις με τα ευρήματά του να συμπληρώσει κάποια κενά σε μια συμφωνία. Εδώ όμως δεν επιζητείται κάτι τέτοιο. Τα κενά είναι πολύ περισσότερα από τα συμφωνηθέντα. Το Δικαστήριο, δεν είναι ορθό να προβεί σε τόσα πολλά ευρήματα επί αμφισβητούμενων θεμάτων και να εξεύρει την πραγματική βούληση των διαδίκων και να δομήσει, με δική του πρωτοβουλία, μία πλήρη και τελική συμφωνία. Κάτι τέτοιο και αδύνατο είναι και λανθασμένο θα ήταν. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο θα κατευθύνει την προσοχή του σε άλλη πορεία από αυτήν στην οποία προσανατολίζονταν οι 2 πλευρές κατά την ακροαματική διαδικασία και θα αντιμετωπίσει την όλη υπόθεση με διαφορετικό φακό. Διότι αμφότερες ισχυρίζονται την ύπαρξη τελικής, ολικής και έγκυρης συμφωνίας. Με τους δικούς της όρους, φυσικά, η καθεμιά. Όμως υπάρχουν και άλλοι παράμετροι στο θέμα, στις οποίες όπως είναι φυσικό, δεν εστιάσθηκαν οι 2 πλευρές αφού αυτές δεν προωθούν αλλά καταρρίπτουν τις θέσεις τους. Το Άρθρο 29, του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί ότι, συμφωνίες των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες. Ο ΜΕ1, Ιωάννης Κλάππας, ανέφερε ότι τα 2 μέρη αποφάσισαν να αρχίσουν τη συνεργασία με ό,τι είχε συμφωνηθεί και να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για σύναψη μίας τελικής συμφωνίας. Μάλιστα ο κ. Μαρκίδης, τον ρώτησε χαρακτηριστικά κατά την αντεξέταση, γιατί τότε απευθύνθηκε στο Δικαστήριο, αφού δεν υπήρχε συμφωνία. Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι διάδικοι επείγοντο να ξεκινήσει η διανομή των προϊόντων στην Κύπρο γι' αυτό ξεκίνησαν με μια καταρχήν συμφωνία και τα υπόλοιπα θα συμφωνούντο αργότερα. Αποδέχομαι αυτή τη θέση αφού υποστηρίζεται από τη μαρτυρία και την όλη πορεία της υπόθεσης. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία παρέμεινε ατελής. Με την προσδοκία να συμπληρωθεί στην πορεία κάτι που όχι μόνο δεν έγινε αλλά αντίθετα οι διαφωνίες επιτάθηκαν και οι ασάφειες αυξήθηκαν. Η νομική πτυχή του θέματος των ημιτελών συμφωνιών, καλύπτεται από το σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, «Το Δίκαιο των Συμβάσεων»
(2014)Τόμος Β, Κεφάλαιο «Προκαταρκτικές και Ημιτελείς Συμφωνίες και άλλες Ειδικές Περιπτώσεις», σελ. 515-
  1. Επίσης από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (21η έκδοση, 2012) Volume 1, παράγρ. 2-113 μέχρι 2-
  2. Στο σύγγραμμα Πολυβίου, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 515-518: «ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ Έχουμε ήδη ασχοληθεί με το περιεχόμενο και την ερμηνεία συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων ασάφειας, βεβαιότητας και πληρότητας. Έχουμε επίσης εξετάσει θέματα που αφορούν στη συνομολόγηση συμβάσεων, κατά πόσο δηλαδή προκύπτει από τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου η σύναψη νομικά ολοκληρωμένης και νομικά έγκυρης σύμβασης. Τα διάφορα εγειρόμενα θέματα συνδέονται στενά μεταξύ τους. Πέραν των γενικών αρχών που έχουν ήδη διατυπωθεί αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα, υπάρχουν ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που είναι χρήσιμο να εξεταστούν όχι μόνο στο γενικό πλαίσιο που έχει εκτεθεί πιο πάνω, αλλά και χωριστά. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις όπου η επίδικη συμφωνία προβλέπει ότι θα πρέπει να διατυπωθεί μεταξύ των μερών κάποιο επιπρόσθετο έγγραφο (και το εγειρόμενο θέμα είναι κατά πόσο η ετοιμασία του επιπρόσθετου εγγράφου συνιστά προϋπόθεση της εγκυρότητας της κατ' ισχυρισμόν σύμβασης) καθώς και περιπτώσεις όπου, λόγω των χαρακτηριστικών του εμπορικού και επιχειρηματικού πλαισίου εντός του οποίου έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ή έχει εκδοθεί από ένα εξ αυτών κάποιο μνημόνιο ή έγγραφο, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει νομικά έγκυρη και εφαρμόσιμη σύμβαση παρά το ότι το επίδικο έγγραφο δεν φαίνεται να έχει την εμφάνιση, πληρότητα, σαφήνεια και ολοκληρωμένο περιεχόμενο τελεσίδικης και δεσμευτικής συμφωνίας (legally enforceable contract). Οι περιπτώσεις αυτές έχουν περιγραφεί ιδιαίτερα εύστοχα από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Pagnan Spa v. Feed Products Ltd [1987] 2 Lloyd's Rep 601, όπου ο Δικαστής Lloyd παρέθεσε περιληπτικά τις αρχές που θα πρέπει να εφαρμόζουν τα Δικαστήρια σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται τα πιο πάνω ή παρόμοια θέματα. «
(1)In order to determine whether a contract has been concluded in the course of correspondence, one must first look to the correspondence as a whole.
(2)Even if the parties have reached agreement on all the terms of the proposed contract, nevertheless they may intend that the contract shall not become binding until some further condition has been fulfilled. That is the ordinary 'subject to contract' case.
(3)Alternatively, they may intend that the contract shall not become binding until some further term or terms have been agreed.
(4)Conversely, the parties may intend to be bound forthwith even though there are further terms still to be agreed or some further formality to be fulfilled.
(5)If the parties fail to reach agreement on such further terms, the existing contract is not invalidated unless the failure to reach agreement on such further terms renders the contract as a whole unworkable or void for uncertainty.
(6)It is sometimes said that the parties must agree on the essential terms and it is only matters of detail which can be left over. This may be misleading, since the word 'essential' in that context is ambiguous. If by 'essential' one means a term without which the contract cannot be enforced then the statement is true: the law cannot enforce an incomplete contract. If by 'essential' one means a term which the parties have agreed to be essential for the formation of a binding contract, then the statement is tautologous. If by 'essential' one means only a term which the Court regards as important as opposed to a term which the Court regards as less important or a matter of detail, the statement is untrue. It is for the parties to decide whether they wish to be bound and, if so, by what terms, whether important or unimportant. It is the parties who are 'the masters of their contractual fate'. Of course the more important the term is the less likely it is that the parties will have left it for future decision. But there is no legal obstacle which stands in the way of the parties agreeing to be bound now while deferring important matters to be agreed later. It happens every day when parties enter into so-called 'heads of agreement'». Τα βασικά στοιχεία που προκύπτουν από το πιο πάνω απόσπασμα είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Εάν τα μέρη δεν έχουν ολοκληρώσει τη σύμβασή τους, και η σαφής τους πρόθεση είναι ότι η μεταξύ τους συναλλαγή θα καταστεί δεσμευτική μόνο αν επέλθει συμφωνία σε σχέση με περαιτέρω πρόνοιες, τότε δεν έχει προκύψει δεσμευτική σύμβαση. Περαιτέρω, τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι προσεκτικά και να μην λησμονούν ότι είναι τα μέρη που συνάπτουν τη σύμβαση και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να προχωρήσει σε διάκριση μεταξύ ουσιαστικών κενών αφενός και μη ουσιαστικών κενών αφετέρου και να θεωρήσει τα τελευταία ως μη σημαντικά. Είναι τα μέρη που αποφασίζουν και επομένως εάν η πρόθεση των μερών είναι ότι δεν θα υπάρξει δεσμευτική σύμβαση εκτός εάν συμφωνηθεί κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, τότε στην απουσία συμφωνίας επί του στοιχείου αυτού δεν προκύπτει σύμβαση έστω και αν το δημιουργούμενο κενό δεν θεωρείται σημαντικό. (
  2. ii)Είναι όμως απόλυτα δυνατόν να υπάρξει δεσμευτική σύμβαση παρά το ότι η συμφωνία των μερών προβλέπει ότι υπάρχουν όροι και πρόνοιες που ακόμη να συμφωνηθούν. Εάν τα μέρη συνομολογήσουν κάποια συμφωνία, έστω υπό τη μορφή βασικών όρων οι οποίοι θα πρέπει να τύχουν περαιτέρω συζήτησης και διαπραγμάτευσης, τότε εάν η αντίληψη και πρόθεσή τους είναι ότι έχουν καταλήξει σε νομικά δεσμευτική σύμβαση, τα Δικαστήρια θα θεωρήσουν ότι έχει προκύψει τέτοια σύμβαση παρά την μη διαπραγμάτευση και την μη συμφωνία επί των σημείων και όρων που δεν έχουν τύχει ακόμα λεπτομερούς εξέτασης και συζήτησης, νοουμένου ότι το τι έχουν συμφωνήσει τα μέρη μπορεί να εφαρμοστεί (έστω με τη συμπλήρωση των κενών με την επίκληση της σχετικής «εμπορικής πρακτικής» ή τη διαμόρφωση κατάλληλων «εξυπακουόμενων όρων» που προκύπτουν από τη ρητή συμφωνία των μερών στο γενικότερο επιχειρηματικό πλαίσιο). Η συνήθης διατύπωση των Δικαστηρίων είναι ότι το τι έχει σημασία είναι η πρόθεση (intention) των μερών. Το πρόβλημα φυσικά είναι ότι πολλές φορές σε τέτοιες περιπτώσεις απουσιάζει σαφής μαρτυρία για την πρόθεση των μερών, και είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια δεν αρκούνται σε γενικές διατυπώσεις αλλά διαμορφώνουν πιο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές, όπως αυτές του Δικαστή Lloyd στην υπόθεση Pagnan Spa. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές, θα αναφερθούμε σε ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις.» Θεωρώ ότι, το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία παρέμεινε ατελής και οι διαφωνίες που προέκυψαν μετέπειτα και που προκάλεσαν ασάφεια και αβεβαιότητα, οδηγούν αναπόφευκτα το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι δεν μπορεί να εξεύρει τους πραγματικούς όρους της συμφωνίας των διαδίκων. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ολική και τελική συμφωνία, λόγω έλλειψης συνεννόησης, αβεβαιότητας, ασάφειας και διαφωνιών. Ως προς τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει η ασάφεια σε μια σύμβαση, σχετικές είναι οι σελ. 447-455 του πιο πάνω συγγράμματος του Π. Πολυβίου, καθώς και το Κεφ. 18, «Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία Σύμβασης», του πιο πρόσφατου συγγράμματος του ίδιου συγγραφέα «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία και Πράξη
(2017)σελ. 365-373. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καμία από τις θέσεις που ανέπτυξαν οι 2 πλευρές ως προς την ύπαρξη συμφωνίας και τους όρους της, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν υπάρχει άλλη λογική οδός για το Δικαστήριο από του να απορρίψει τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των πλευρών για ύπαρξη ολικής και τελικής προφορικής συμφωνίας και ως εκ τούτου, με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, να κηρύξει άκυρες και τις επιμέρους συμφωνίες μεταξύ τους αφού προορίζονταν να αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος μίας ολικής συμφωνίας. Καθίσταται επομένως ακαδημαϊκή και μάταιη ανάλυση του θέματος της συνάντησης της 17/1/2008 των διαδίκων στην Αθήνα για να αποφανθεί το Δικαστήριο για το ποίος διάδικος διέρρηξε τη μεταξύ τους συμφωνία. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν υπήρχε έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη τόσο της απαίτησης, όσο και της Ανταπαίτησης, γι' αυτό και δεν θα εξετασθεί το θέμα των αποζημιώσεων τις οποίες αιτούνται οι 2 πλευρές και οι οποίες αναλύονται πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τόσο η απαίτηση, όσο και η Ανταπαίτηση, απορρίπτονται. Τα Έξοδα της απαίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και τα Έξοδα της Ανταπαίτησης υπέρ των Εναγόντων. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη κλίμακα. [Υπ.) Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.