← Κύπρος

CORAL GROUP FINANCE LIMITED ν. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5038/14, 30/6/2017

CORAL GROUP FINANCE LIMITED ν. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5038/14, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5038/14 Μεταξύ: CORAL GROUP FINANCE LIMITED Εναγόντων - και -

  1. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV
  2. MT MANAGERS LIMITED
  3. R-STYLE HOLDINGS LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.1.2016 εκ μέρους των Εναγόντων για Έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διορίζεται Ενδιάμεσος Παραλήπτης των μετοχών του Εναγόμενου 1 στην Κυπριακή Εταιρεία Capenda Ltd Ημερομηνία 30 Ιουνίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Μ. Κυπριανού με κ. Χρ. Γαλανό για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενο 1: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαρά & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. (κα Στ. Παπουή για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει άλλη μια Ενδιάμεση Απόφαση στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής, με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-2 τις ακόλουθες θεραπείες, οι οποίες παρατίθενται αυτολεξεί: «
  5. Εναντίον του εναγόμενου 1 γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων του ως de facto και ή shadow διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη 3 και/ή για το δόλιο σχέδιο που κατάρτισε και το ρόλο που διαδραμάτισε στο να προκαλέσει την εναγόμενη 3 να συνάψει συμφωνία ημερομηνίας 1/2/12 ('η Συμφωνία Μεταβίβασης') με κάποια εταιρεία CJSC Integration Systems (με προηγούμενη ονομασία ΖΑΟ Kompaniya R-Style) στη βάση της οποίας πέντε πολύτιμα εμπορικά σήματα ('τα Εμπορικά Σήματα') υποτίθεται ότι μεταβιβάσθηκαν στην εναγόμενη 3 και/ή για την αποτυχία του να διασφαλίσει ότι η εγκυρότητα της Συμφωνίας Μεταβίβασης δεν θα τίθετο υπό αμφισβήτηση και/ή για το ρόλο που στη συνέχεια διαδραμάτισε στο να αμφισβητήσει και/ή να προκαλέσει την αμφισβήτηση και/ή να συνδράμει στην αμφισβήτηση της Συμφωνίας Μεταβίβασης που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης από Ρωσικό Δικαστήριο με το οποίο η εναγόμενη 3 διατάχθηκε να παύσει να χρησιμοποιεί τα Εμπορικά Σήματα και να τα επιστρέψει στην CJSC Integration Systems.
  6. Εναντίον του εναγόμενου 1 διάταγμα του δικαστηρίου που να τον διατάσσει να αποδώσει λογαριασμό σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξε και/ή τα κέρδη που απεκόμισε ως αποτέλεσμα της παράβασης εκ μέρους του των καθηκόντων του ως de facto και ή shadow διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή της παράβασης των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη
  7. Εναντίον της εναγόμενης 2 γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων της ως διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης της (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη 3 σε σχέση με το ρόλο που διαδραμάτισε η εναγόμενη 2 στο να συνάψει η εναγόμενη 3 τη Συμφωνία Μεταβίβασης.
  8. Εναντίον του εναγόμενου 1 τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω του ότι καταδολίευσε τα συμφέροντα της εναγόμενης
  9. Νόμιμο τόκο.
  10. Έξοδα και Φ.Π.Α» Όπως αναφέρεται στην Αγωγή, πρόκειται περί παράγωγης Αγωγής (derivative action) και καταχωρείται από μέτοχο προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Ως γνωστό, παράγωγη είναι η Αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία Αγωγής που έχει η Εταιρεία. (Πιριλλής κ.ά ν. Κουή

(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.ά ν. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263 και Mammous κ.ά v. Willstrop. κ.α.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90). Σημειώνεται ότι η Αγωγή έχει επιδοθεί στις Εναγόμενες 2 και 3 στις 16.9.
  1. Η Εναγόμενη 2 Εταιρεία, η οποία επίσης είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, καταχώρισε στις 29.9.14 σημείωμα εμφάνισης. Στις 22.2.16 έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με αυτήν, ο Εναγόμενος 1 φέρεται να παρακίνησε ανέντιμα και/ή να βοήθησε την Εναγόμενη 2 να παραβεί τα δικά της καθήκοντα εμπιστοσύνης προς την Εναγόμενη 3, αφού «την προκάλεσε και/ή την επέτρεψε να εξουσιοδοτήσει την Εναγόμενη 3 να προβεί στην μεταβίβαση των Εμπορικών Σημάτων ενώ γνώριζε ότι αυτή δεν ήταν συναλλαγή την οποία θα υποστήριζε ένας διοικητικός σύμβουλος, ο οποίος ενεργούσε με τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια και με γνώμονα το συμφέρον της Εναγόμενης
  2. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά είναι υπαίτιος για τη συμμετοχή του μαζί με την Εναγόμενη 2 στην εκτέλεση της μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων κατά τρόπο που παραβίασε το καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή το καθήκον επιμέλειας που υπείχαν τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2» (παράγραφος 29 της Έκθεσης Απαίτησης). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ήταν να υποστεί απώλειες και ζημιές η Εναγόμενη 3, για τις οποίες αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αποζημιώσεις. Σε σχέση με την παράβαση καθηκόντων των διοικητικών συμβούλων μιας Εταιρείας, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην Απόφαση ημερ. 18.4.02, του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Στ. Ναθαναήλ, μεταξύ Κουή ν. Πιριλλή κ.ά, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «To στοιχείο του δόλου υπό την ευρύτατη αυτή έννοια συνυπάρχει και είναι συνυφασμένο και με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο νόμος Περί Εταιρειών επιβάλλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. Ένα από τα κυριώτερα καθήκοντα είναι να μην παραβιάζει ο διευθυντής τη σχέση εμπιστοσύνης του απέναντι στην εταιρεία και ιδιαίτερα να μην την συναγωνίζεται. Το καθήκον ενός διοικητικού συμβούλου παραλληρίζεται με αυτό του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο (Halsbury's (supra) σελ. 705, σελ. 960), ενώ υπάρχει καθήκον στο κοινοδίκαιο να λαμβάνει εύλογη επιμέλεια στα θέματα διοίκησης της εταιρείας. Οι εξουσίες του διευθυντή δίνονται σε αυτόν από το νόμο για χρήση προς όφελος της ίδιας της εταιρείας (δέστε Pennington, πιό πάνω, σελ. 509 - 518).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Η Απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο (Πιριλλής κ.ά ν. Κουή (πιο πάνω)). Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν και στην Πέτρος Σιακόλας ν. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Ε90/2016, Απόφαση ημερ. 23.3.
  3. Οι Ενάγοντες, την ημέρα που κατέθεσαν την Αγωγή κατέθεσαν και μονομερή Αίτηση, με την οποία αξίωναν προσωρινά διατάγματα. Αδελφός Δικαστής, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί η Αίτηση, εξέδωσε στις 10.9.14, το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα: «
  4. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων, υπηρετών, αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου από του να μεταβιβάσει ή να αποξενώσει ή να διαθέσει ή να επιβαρύνει ή να δημιουργήσει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να χειριστεί ή να μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού και είτε το συμφέρον του σε αυτά είναι νομικό συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να διαθέσει ή να χειριστεί ωσάν να ήταν δικό του (εξουσία που θα θεωρείται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει εάν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει επίσης να προκαλέσει το εν λόγω τρίτο πρόσωπο να μη μεταβιβάσει ή αποξενώσει ή επιβαρύνει ή δημιουργήσει επιβάρυνση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο χειριστεί ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων που αποτελεί αντικείμενο του Διατάγματος) μέχρι του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 54,000,000 ή του αντίστοιχου ποσού σε Ευρώ μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η εν λόγω απαγόρευση συμπεριλαμβάνει τα εξής συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία: α. Οποιεσδήποτε μετοχές ή άλλο συμφέρον οποιασδήποτε φύσης που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει στις ακόλουθες εταιρείες: (i) Capenda Limited ("Capenda") (συσταθείσα στην Κύπρο), και (ii) Numitora Holdings GmbH ("Numitora") (συσταθείσα στις Σεϋχέλλες). β. Οποιοδήποτε συμφέρον που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει στα πλαίσια εμπιστεύματος ή παρόμοιας οντότητας, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε συμφέροντος που δύναται να ανακύψει ως αποτέλεσμα της ενάσκησης οποιασδήποτε εξουσίας διορισμού, διακριτικής ευχέρειας ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο.» Σε σχέση με τα άλλα αιτούμενα διατάγματα, διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί. Σε μεταγενέστερο στάδιο αποσύρθηκαν κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες δεν είχαν δοθεί με την Μονομερή Αίτηση. Για το θέμα αυτό θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια. Με την ίδια Αίτηση αξιώνετο και το ακόλουθο διάταγμα: «
  5. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα του τα περιουσιακά στοιχεία αξίας €10.000 ή άνω τα οποία βρίσκονται είτε εντός ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων και λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους είναι υπογράφων είτε τηρούνται στο όνομα του ή όχι οποιοδήποτε και να είναι το υπόλοιπο τέτοιου λογαριασμού και που διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση 1 να παρουσιάσει όλα τα έγγραφα που είναι στην κατοχή του και που καταδεικνύουν τη φύση, τοποθεσία και αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.» Το Δικαστήριο με την Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 10.1.17 οριστικοποίησε με κάποια προσθήκη το εκδοθέν υπό 1(α)(β) διάταγμα και περαιτέρω εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου 1 ως η παράγραφος 2 της Αίτησης, καθορίζοντας το χρόνο συμμόρφωσης σε 20 ημέρες αντί
  6. Το Δικαστήριο είχε αναφέρει τότε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Οι Αιτητές είχαν ισχυριστεί, ανάμεσα σε άλλα, στο στάδιο της μονομερούς Αίτησης, ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενος 1 ήταν ο de facto διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 και ότι ήταν το άτομο που έδιδε οδηγίες στη βάση των οποίων ενεργούσαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης
  7. Για την έννοια του de facto διοικητικού συμβούλου, ορθά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών έχει παραπέμψει και στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Επανέκδοση 2004, όπου στην παράγραφο 1001, με αναφορά σε αυθεντίες, διαβάζουμε τα ακόλουθα από την υποσημείωση
(2): «A person may be a de facto director where he has assumed the status and function of a company director so as to make himself responsible as if he were a de jure director.» Από την ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χαραλάμπους που υποστηρίζει την μονομερή Αίτηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις παραγράφους 7 - 17: «
  1. Πριν να επενδύσει η Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση 3, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 και ο Vasiliy Vasin (πρώτος εξάδελφος του Καθ' ου η Αίτηση 1) (o Vasin') διοικούσαν και είχαν μετοχικά συμφέροντα σε έναν όμιλο εταιρειών που εξειδικευόταν στην παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής (integrated IT solutions) και επιχειρηματικών υπηρεσιών εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας υπό την επωνυμία «R-Style». Η επιχείρηση αυτή ήταν δημιούργημα του Καθ' ου η Αίτηση
  2. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 συστάθηκε στην Κύπρο την 19/10/2011 με σκοπό να λειτουργεί ως μητρική εταιρεία για αριθμό εταιρειών του ομίλου R-Style και ως εκ τούτου για να διευκολύνει την επένδυση της Αιτήτριας. Πριν να επενδύσει η Αιτήτρια σε αυτήν οι δύο μέτοχοι της Καθ' ης η Αίτηση 3 ήταν: (α) Η Numitora Holdings GmbH (εφεξής η «Numitora»), εταιρεία που είναι όχημα ειδικού σκοπού ή «SPV» (Special Purpose Vehicle) συσταθείσα στις Σεϋχέλλες και της οποίας τελικός δικαιούχος είναι αποκλειστικά ο Καθ' ου η Αίτηση
  3. Αυτό φαίνεται και από δήλωση εμπιστεύματος ημερομηνίας 1/10/2011 δυνάμει της οποίας η μοναδική μετοχή της Numitora τηρείται από έναν ονομαστικό μέτοχο (nominee) προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση
  4. Η εν λόγω δήλωση εμπιστεύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. (β) Η Regalit Services Limited (εφεξής η «Regalit») είναι επίσης εταιρεία που είναι όχημα ειδικού σκοπού ή SPV συσταθείσα στις Σεϋχέλλες. Μέχρι την απόκτηση της από κάποιο Mark Walle τον Δεκέμβριο του 2013 η Regalit άνηκε αποκλειστικά στον προαναφερόμενο Vasiliy Vasin.
  6. Από τότε που συστάθηκε η Καθ' ης η Αίτηση 3 και μέχρι την περίοδο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα που περιγράφονται στην παρούσα ένορκη δήλωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν «shadow» ή de facto διοικητικός σύμβουλος της Καθ' ης η Αίτηση 3 και η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενεργούσε ως διορισθείσα από την Numitora διοικητικός σύμβουλος στο διοικητικό συμβούλιο της Καθ' ης η Αίτηση
  7. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ανήκει από κοινού στον Sergey Gordeev και στον επιχειρηματικό του συνέταιρο Alexander Klyachin.
  8. Η Αιτήτρια έγινε μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση 3 κατά τις αρχές του 2012 όταν αγόρασε μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση 3 από την Numitora και την Regalit έναντι σημαντικού ποσού το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με υπολογισμό που προνοούταν στο SPA1, εδύνατο να ανέρχεται στα μέχρι και Δολάρια Η.Π.Α. 18 εκατομμύρια. Λίγο πριν από την ολοκλήρωση αυτής της επένδυσης στην Καθ' ης η Αίτηση 3 (η οποία ολοκλήρωση στα σχετικά έγγραφα της συναλλαγής αναφέρεται ως «Closing»), και ως προϋπόθεση για αυτήν , έλαβε χώρα αναδιοργάνωση βάσει της οποίας ένας μεγάλος αριθμός των εταιρειών που εμπορεύονταν υπό την επωνυμία R-Style περιήλθαν υπό κοινή ιδιοκτησία. Συγκεκριμένα, ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης οι εν λόγω εταιρείες άνηκαν πλέον στη Ρωσική μητρική εταιρεία ΟΟΟ R-Style Group (εφεξής «RusCo»). Η RusCo με τη σειρά της άνηκε στην Καθ' ης η Αίτηση
  9. Ο όμιλος (συμπεριλαμβανομένης της Καθ' ης η Αίτηση 3) είναι γνωστός ως ο «Όμιλος R-Style»".
  10. Επιπλέον τούτου, προ της επενδύσεως της Αιτήτριας υπήρχαν κάποια πολύτιμα εμπορικά σήματα R-Style (εφεξής τα «Εμπορικά Σήματα») τα οποία άνηκαν στη Ρωσική εταιρεία CJSC Integration Systems (πρώην CJSC Kompaniya R-Style)(εφεξής η «Integration Systems») και στην οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν (και πιστεύεται πως είναι και σήμερα) ο μέτοχος πλειοψηφίας. Το δικαίωμα χρήσης των Εμπορικών Σημάτων ήταν εξαιρετικής σημασίας για τον Όμιλο R-Style και καταλυτικής σημασίας στην απόφαση της Αιτήτριας να επενδύσει σε αυτόν. Συναφώς, ως μέρος της επένδυσης της η Αιτήτρια απαίτησε (και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 και ο Vasin συμφώνησαν) όπως ως περαιτέρω προϋπόθεση για το Closing η ιδιοκτησία των Εμπορικών Σημάτων μεταφερθεί στην Καθ' ης η Αίτηση 3 προ του Closing.
  11. Πριν από το Closing οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προκάλεσαν την Καθ' ης η Αίτηση 3 να συνάψει συμφωνία για την απόκτηση των Εμπορικών Σημάτων από την Integration Systems (εφεξής η «Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων»).
  12. Μετά από την επένδυση της Αιτήτριας η Καθ' ης η Αίτηση άνηκε στην Αιτήτρια κατά 50%, στην Numitora κατά 33% και στην Regalit κατά 17%.
  13. Κατά τον χρόνο του Closing αφέθηκε να νοηθεί στην Αιτήτρια ότι η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων είχε εκτελεστεί με έγκυρο τρόπο. Παρά ταύτα, χωρίς να το γνωρίζει η Αιτήτρια (όμως εν γνώσει του Καθ' ου η Αίτηση 1 και πιθανώς της Καθ' ης η Αίτηση 2), η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων δεν είχε γίνει σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. Συγκεκριμένα, ενόψει του γεγονότος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε μετοχικό μερίδιο πλειοψηφίας τόσο στην Καθ' ης η Αίτηση 3 όσο και στην Integration Systems, η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων ήταν για τους σκοπούς του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Νόμου περί Ανώνυμων Εταιρειών (Joint Stock Companies) (εφεξής ο «Ρωσικός Εταιρικός Νόμος») συναλλαγή συνδεδεμένων μερών (related party transaction). Ως αποτέλεσμα η Integration Systems θα έπρεπε, ως θέμα Ρωσικού δικαίου, να είχε εξασφαλίσει ορισμένες εγκρίσεις από τους μετόχους της προτού να μπορούσε νόμιμα να εκτελεστεί η συναλλαγή. Οι εν λόγω εγκρίσεις δεν εξασφαλίστηκαν παρά τις υποσχέσεις του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι θα διευθετούσε την υλοποίηση της συμφωνίας (συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων). Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 γνώριζε ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων δεν έγινε σύμφωνα με τον νόμο. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προκάλεσαν την Καθ' ης η Αίτηση 3 να εισέλθει σε αυτή τη συμφωνία σημαίνει ότι αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων τους προς αυτήν. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παράβηκε τα καθήκοντα του προς την Καθ' ης η Αίτηση 3 και δια τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν διασφάλισε ότι η συνδιαλλαγή μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων θα γινόταν με τέτοιο τρόπο που δεν θα επιδεχόταν νομική αμφισβήτηση και που δεν θα υπόκειτο σε ακύρωση.
  14. Περί τα τέλη του 2013 ένας μέτοχος μειοψηφίας της Integrated Systems, ο Yurily Otraschevsky, ήγειρε αγωγή ενώπιον του Moscow City Arbitrazh Court (εφεξής το «Δικαστήριο της Μόσχας») ζητώντας την ακύρωση της Συμφωνίας Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων. Η βάση της αξίωσης του ήταν ότι δεν είχε εξασφαλιστεί η απαραίτητη έγκριση των μετόχων της Integration Systems προτού συναφθεί η εν λόγω συμφωνία(εφεξής η «Αγωγή Otraschevsky»). Η εν λόγω αγωγή είχε επιτυχή κατάληξη και το Δικαστήριο της Μόσχας διέταξε, με απόφαση του ημερομηνίας 21/5/2014, όπως ακυρωθεί η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3 δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί τα Εμπορικά Σήματα και είναι τώρα υποχρεωμένη να τα επιστρέψει στην Integration Systems στην οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 1 εξακολουθεί να είναι ο μέτοχος πλειοψηφίας. Τα στοιχεία υποδηλούν ότι, κατά παράβαση των καθηκόντων του προς την Καθ' ης η Αίτηση 3, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 βοήθησε τον Otraschevsky στην Αγωγή Otraschevsky και κατά πάσα πιθανότητα του έδωσε και οδηγίες να την εγείρει. Είναι αξιοσημείωτο ότι, και πάλι κατά παράβαση των καθηκόντων του, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει και ο ίδιος εγείρει αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Μόσχας επιζητώντας τον παραμερισμό της Συμφωνίας Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων (αν και επί διαφορετικών βάσεων από την Αγωγή Otraschevsky).
  15. Ως αποτέλεσμα της Αγωγής Otraschevsky η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει αποστερηθεί των πολύτιμων της Εμπορικών Σημάτων που ήταν και το κύριο της περιουσιακό στοιχείο. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει ως εκ τούτου ήδη υποστεί σημαντική ζημία και θα υποστεί και στο μέλλον περαιτέρω ζημία. Η επένδυση της Αιτήτριας στην Καθ' ης η Αίτηση 3 παρέμεινε, σε σημαντικό βαθμό, χωρίς οποιαδήποτε αξία. Αυτό δεν θα συνέβαινε εάν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν παρέβαιναν τα καθήκοντα τους προς την Καθ' ης η Αίτηση
  16. Πέραν τούτου σημειώνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει και ο ίδιος προσωπικά αποκομίσει όφελος από τις εν λόγω παραβάσεις, μέσω των μετοχικών του συμφερόντων στην Numitora και στην Integration Systems.»» Σημειώνεται ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση υποστηρίζεται και από την ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χαραλάμπους ημερ. 9.9.14, η οποία ήταν μέρος του μαρτυρικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε στην Αίτηση ημερ. 9.9.14 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Με την υπό εκδίκαση Αίτηση, η οποία αρχικά καταχωρίστηκε μονομερώς, αξιώνονται οι ακόλουθες θεραπείες: «
  17. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου να διορίζεται ο ελεγκτής κ Αντώνης Ζαπίτης από την Λευκωσία ως ενδιάμεσος παραλήπτης των μετοχών που ο εναγόμενος 1 κατέχει στην Κυπριακή εταιρεία CAPENDA LIMITED (HE 108774) (εφεξής 'οι Μετοχές' και 'η Capenda' αντίστοιχα) με εξουσία: (α) Να εξασκεί όλα τα δικαιώματα ψήφου (VOTING RIGHTS) ως και τα οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που συνδέονται με τις Μετοχές. (β) Να διορίσει και/ή να αντικαταστήσει όλα τα μέλη και/ή οποιονδήποτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Capenda που διορίστηκε από τον Εναγόμενο 1, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία και/ή διατήρηση της αξίας των Μετοχών (THE PROTECTION AND PRESERVATION OF THE VALUE OF THE SHARES). (γ) Να λαμβάνει τα οποιαδήποτε διαβήματα τα οποία θεωρεί κατάλληλα για να διαφυλάξει τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων επεκτείνεται η εξουσία του, ήτοι τα περιουσιακά στοιχεία της Capenda. (δ) Να λαμβάνει όλα τα αναγκαία δικαστικά και/ή άλλα διαβήματα, είτε στην Κυπριακή Δημοκρατία είτε σε οποιοδήποτε άλλο κράτος εκ μέρους της Capenda με σκοπό να προστατέψει και/ή διατηρήσει και/ή ανακτήσει την αξία των Μετοχών. (ε) Να προσλάβει και/ή εργοδοτήσει και/ή διορίσει οποιονδήποτε επαγγελματία και/ή σύμβουλο και/ή αντιπρόσωπο στην Κύπρο ή στο εξωτερικό που θα κρίνει κατάλληλο και/ή αναγκαίο για να τον βοηθήσει να προστατέψει και/ή να διατηρήσει την αξία των Μετοχών.
  18. Διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την Capenda ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των εκπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων της και/ή άλλως πως όπως επιτρέψουν πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση και/ή παραδώσουν στον ενδιάμεσο παραλήπτη που δύναται να διορισθεί δυνάμει της παραγράφου 1 ανωτέρω, όλα τα βιβλία, μητρώα, συμφωνίες, πληρεξούσια και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη και/ή υποχρεώσεις και/ή εταιρικά θέματα της Capenda ως και των θυγατρικών της εταιρειών τα οποία ευρίσκονται υπό τον έλεγχο και/ή κατοχή και/ή φύλαξη και/ή εξουσία τους.
  19. Οποιοδήποτε περαιτέρω και/ή άλλο διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει κατάλληλο και/ή απαραίτητο υπό τις περιστάσεις.
  20. Όπως τα έξοδα της αίτησης επιφυλαχθούν μέχρις ότου κριθεί αν το οποιοδήποτε διάταγμα που δύναται να εκδοθεί θα καταστεί απόλυτο ή όχι.» Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 2, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148 στη Δ.48 θ.θ. 1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Κοινοδίκαιο και στις Αρχές της Επιείκειας (equity), στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου mareva (mareva injunctions) και με συναφή υποβοηθητικά διατάγματα, στη νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Ερμιόνης Παυλίδου. Η τελευταία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με την αναγκαιότητα διορισμού παραλήπτη των μετοχών: «
  21. Η Capenda είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής ΗΕ108774 και με εγγεγραμμένο γραφείο στη διεύθυνση Λεωφόρος Προδρόμου 75, Oneworld Parkview House, 4ος όροφος, 2063 Λευκωσία, Κύπρος. Ο Εναγόμενος 1 είναι ο κατά 76% ιδιοκτήτης του μετοχικού κεφαλαίου της Capenda. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 1/9/2014 αναφορικά με τους μετόχους της Capenda.
  22. Η Capenda είναι η μητρική εταιρεία της KS-TRUST LLC (ΟΟΟ KC TRACT) (εφεξής 'η KS-TRUST'). Αυτό φαίνεται από το εταιρικό μητρώο της KS-TRUST ημερομηνίας 7/8/2014 το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4Α (ως επίσης και Αγγλική μετάφραση του σχετικού αποσπάσματος ως Τεκμήριο 4Β) (σχετική είναι η σελίδα 3). Η KS-TRUST είναι με τη σειρά της ιδιοκτήτρια πολύτιμης ακίνητης περιουσίας στην Ρωσία αξίας περίπου Δολαρίων ΗΠΑ 60 εκατομμυρίων. Αναφορά στην αξία των περιουσιακών στοιχείων της KS-TRUST γίνεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα KM.ru, (διαδικτυακή υπηρεσία ενημέρωσης ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1) το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5Α (και Αγγλική μετάφραση αυτού ως Τεκμήριο 5Β) καθώς και σε άρθρο στην Kommerstant το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6Α (και Αγγλική μετάφραση αυτού ως Τεκμήριο 6Β). Οι σχετικές αναφορές βρίσκονται στην πρώτη παράγραφο της πρώτης σελίδας του άρθρου της KM.ru και στην τρίτη παράγραφο της πρώτης σελίδας του άρθρου της Kommerstant.
  23. Ως εκ των ανωτέρω οι μετοχές του Εναγόμενου 1 στην Capenda αποτελούν ένα πολύ πολύτιμο του περιουσιακό στοιχείο. Η Αιτήτρια επιζητεί το διορισμό παραλήπτη επί των μετοχών αυτών επειδή ανησυχεί ότι παρά την ύπαρξη του Διατάγματος ο Εναγόμενος 1 θα προβεί σε πράξεις με σκοπό την αποξένωση αυτού του περιουσιακού του στοιχείου ή τη μείωση της αξίας του. Οι ανησυχίες της Αιτήτριας δημιουργήθηκαν από τα γεγονότα που περιγράφω αμέσως πιο κάτω και που καταδεικνύουν ότι ο Εναγόμενος 1 αδιαφορεί ως προς την ύπαρξη του απαγορευτικού Διατάγματος και δεν το σέβεται. .............................................
  24. Με σεβασμό εισηγούμαι ότι ο διορισμός παραλήπτη επί των μετοχών που ο Εναγόμενος 1 κατέχει στην Capenda είναι απαραίτητος για να αποφευχθεί οποιαδήποτε μελλοντική αποξένωση αυτού του πολύ σημαντικού περιουσιακού στοιχείου του Εναγόμενου 1, όπως έχει ήδη γίνει με την Elitarniy. Σύμφωνα με τη νομολογία η εξουσία για το διορισμό παραλήπτη είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης. Διάταγμα για το διορισμό παραλήπτη εκδίδεται εκεί όπου είναι απαραίτητος ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση και προστασία περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με το σύγραμμα του Stephen Gee QC "Mareva Injunctions and Anton Piller Relief", 4n έκδοση, σελ. 104: "The remedy of appointing a receiver is likely to be particularly appropriate when the asset in question needs to be managed, preserved or exploited. For example, if the asset consists of the controlling shareholding in a company which in turn holds assets, then a Mareva injunction in respect of the shares will not be effective in itself to prevent the defendant from dissipating the assets of the company... Another approach would be for the court to appoint a receiver by way of interlocutory relief over the shares." Ως εκ των ανωτέρω η παρούσα περίπτωση αποτελεί κλασσική περίπτωση (particularly appropriate) όπου ενδείκνυται ο διορισμός προσωρινού παραλήπτη. Έτσι θα εξασφαλίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θα αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία της Capenda και κατ' επέκταση ότι δεν θα μειώσει την αξία των Μετοχών. Ο διορισμός παραλήπτη είναι συνεπώς αναγκαίος για να βεβαιωθεί ότι δεν θα λάβει χώρα οποιαδήποτε αποξένωση και/ή μείωση της αξίας των Μετοχών.». Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 11.1.16 έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση γνωστοποιηθεί στην άλλη πλευρά, η οποία εμφανίστηκε και καταχώρισε στις 7.6.16 Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  25. Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς ή καθόλου.
  26. Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για έκδοση μονομερώς διατάγματος και ιδιαίτερα δεν συνέτρεχε το κατ' επείγον ως δικαιοδοτικός όρος.
  27. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σκόπιμα παραποιεί γεγονότα ή παρασιωπά γεγονότα για να δημιουργήσει εντυπώσεις.
  28. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Νομολογίας και των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  29. Η αιτήτρια είναι ένοχη μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων όπως αυτά παρατίθενται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της Μαρίας Πέτρου που αν αποκαλύπτονταν το δικαστήριο δεν θα εξέδιδε τα επίδικα διατάγματα.
  30. Η αιτήτρια δεν αποτάθηκε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια κατά παράβαση κάθε κανόνα του δικαίου της επιείκειας.
  31. Η αιτήτρια εμποδίζεται να αιτείται ως η αίτηση ένεκα συμπεριφοράς και/ή ένεκα συμφωνημένης διευθέτησης που επήλθε στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 10/9/14.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Μαρίας Πέτρου, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 1 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι με άδεια του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες καταχώρισαν Συμπληρωματική Ένορκη δήλωση στις 13.9.16, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: ««ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ «Εγώ, η κάτωθι υπογεγραμμένη Ερμιόνη Παυλίδου, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  32. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Αιτήτρια Coral Group Finance Ltd στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  33. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας προς απάντηση στη μαρτυρία που παρουσιάζει ο καθ' ου η αίτηση 1 στην ένσταση του (η «Ένσταση») στην αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 5/1/2016 για το διορισμό παραλήπτη επί των μετοχών που ο καθ΄ ου η αίτηση 1 κατέχει στην Κυπριακή εταιρεία Capenda Limited (η «Αίτηση Διορισμού Παραλήπτη»). Στην παρούσα ένορκη δήλωση ενημερώνω το Δικαστήριο αναφορικά με νέες πληροφορίες που περιήλθαν στη γνώση της αιτήτριας. Οι πληροφορίες αυτές είναι πολύ σχετικές και επιβεβαιώνουν τη θέση της αιτήτριας ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 παραβιάζει το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 10/9/2014 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (το «Διάταγμα») και ότι είναι απαραίτητος ο διορισμός του παραλήπτη.
  34. Έχω γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα ένορκη δήλωση από: α) Πληροφορίες που έλαβα από τους Άγγλους και Ρώσους δικηγόρους της αιτήτριας, τους Herbert Smith Freehills, οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν λάβει οδηγίες από τους αντιπροσώπους της αιτήτριας, περιλαμβανομένου και του κ. Sergey Gordeev, ενός από τους τελικούς της δικαιούχους. β) Μελέτη του φακέλου της υπόθεσης του δικηγορικού γραφείου Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., περιλαμβανομένης και της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχάλη Χαραλάμπους ημερομηνίας 9/9/2014 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της ίδιας ημερομηνίας (η «Ένορκη Δήλωση Χαραλάμπους») και στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα. γ) Πληροφορίες που έλαβα από τον κ. Μενέλαο Κυπριανού, συνέταιρο στο δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος χειρίζεται αυτή την υπόθεση.
  35. Εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, υιοθετώ τις ίδιες συντομογραφίες και ορισμούς που χρησιμοποιήθηκαν στην Ένορκη Δήλωση Χαραλάμπους.
  36. Έχει περιέλθει στην αντίληψη της αιτήτριας ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 και ο κ. Fomchenkov φέρονται να έχουν υπεξαιρέσει περιουσιακά στοιχεία από την KS-Trust και ότι αυτό έχει οδηγήσει σε ποινική δίωξη κατά του καθ' ου η αίτηση 1 στην Ρωσία και στην επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών στο πρόσωπο του. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 υποχρεώθηκε να δώσει μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία της Διαδικασίας LCIA τον Μάρτιο 2016 μέσω ζωντανής σύνδεσης (video link)) [Τεκμήριο 1]. Αυτό δείχνει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν διστάζει να ενεργεί κατά παράβαση του Διατάγματος.
  37. Πέραν του πιο πάνω περιήλθαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης Διορισμού Παραλήπτη και άλλα γεγονότα στην αντίληψη της αιτήτριας τα οποία επίσης καταδεικνύουν ότι οι ανησυχίες της αιτήτριας ήταν (και συνεχίζουν να είναι) δικαιολογημένες. Συγκεκριμένα: α) Η αιτήτρια γνωρίζει από δημόσια διαθέσιμες πηγές ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 προσπαθεί να πωλήσει το 19,55% του μετοχικού του μεριδίου στην Ρωσική εταιρεία, LLC Sputnik [Τεκμήριο 2]. Η αιτήτρια δεν γνωρίζει αν ο καθ' ου η αίτηση 1 έχει όντως πωλήσει τις μετοχές του στην LLC Sputnik αφού ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν έκανε αναφορά στην LLC Sputnik στη μαρτυρία του σε αυτή τη διαδικασία. Αυτό παρά το ότι η αιτήτρια έχει επικοινωνήσει γραπτώς μαζί του για αυτό το θέμα [Τεκμήριο 3]). Τα γεγονότα αυτά υποδηλούν ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 ενεργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους όρους του Διατάγματος. Και πάλι, ο καθ' ου η αίτηση 1 έχει αρνηθεί να απαντήσει στις εύλογες ανησυχίες της αιτήτριας επί του θέματος αυτού. β) Τέλος, πολύ πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη της αιτήτριας μια πιθανή περαιτέρω παραβίαση του Διατάγματος από τον καθ' ου η αίτηση 1 σχετικά με την πώληση μετοχών μιας Ρωσικής εταιρείας πληροφορικής, της CJSC R-Style Softlab (η «Softlab»), από την Κυπριακή εταιρεία Eransor Finance Limited (η «Eransor»). Σημειώνουμε επί τούτου τα ακόλουθα: i. Τον Νοέμβριο του 2015, ο καθ' ου η αίτηση 1 επιβεβαίωσε στη γραπτή του μαρτυρία στη διαδικασία ενώπιον του LCIA ότι ήταν δικαιούχος στην Softlab. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 187 και 318 του Τεκμηρίου VR2 της Ένορκης Δήλωσης του καθ' ου η αίτηση 1 που υποστηρίζει την Ένσταση. Είναι σαφές από έρευνες που έγιναν αναφορικά με τις εταιρείες αυτές ως επίσης και από δημοσιεύματα ότι η Eransor ήταν μέχρι περίπου την 1/7/2016 ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 30% της Softlab (με το υπόλοιπο 70% να ανήκει σε Πολωνική εταιρεία, την Asseco Poland SA (η «Asseco»)). ii. Την 15/6/2016 η αιτήτρια απέστειλε επιστολή στον καθ' ου η αίτηση 1, στους διευθυντές της Eransor και στον δικηγόρο κ. Χριστόδουλο Βασιλειάδη (ο οποίος κατέχει τις μετοχές στην τελική μητρική εταιρεία της Eransor ως ονομαστικός μέτοχος (nominee shareholder)) για να τους ειδοποιήσει για το Διάταγμα και να τους προειδοποιήσει να μην πωλήσουν ή επιτρέψουν την πώληση του μεριδίου της Eransor στην Softlab κατά παράβαση του Διατάγματος [Τεκμήριο 4]. iii. Παρά τις προαναφερόμενες αναφορές του καθ' ου η αίτηση 1 στη γραπτή του μαρτυρία, ο κ. Βασιλειάδης απάντησε στην επιστολή της αιτήτριας αρνούμενος ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 είχε οποιαδήποτε σχέση με την Eransor ή ότι είχε ουδέποτε οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτήν [Τεκμήριο 5]. Ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν απάντησε καν στην επιστολή. iv. Παρά τις πιο πάνω προειδοποιήσεις της αιτήτριας, την 1/7/2016 η αιτήτρια ανακάλυψε μέσω δημοσιεύσεων στον τύπο ότι η Eransor είχε προχωρήσει στην πώληση των μετοχών της στην Softlab για περίπου Δολάρια ΗΠΑ $12 εκατομμύρια [Τεκμήριο 6]. Δεν είναι επί του παρόντος ξεκάθαρο πού ελήφθησαν αυτά τα έσοδα πώλησης ή εάν έχουν έκτοτε μεταφερθεί εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό είναι προφανώς ένα ζήτημα το οποίο προκαλεί στην αιτήτρια μεγάλη ανησυχία. Σχετικές είναι οι επιστολές ημερομηνίας 4/7/2016 που στάλθηκαν από την αιτήτρια προς τον καθ' ου η αίτηση 1, προς τον κ. Βασιλειάδη και άλλους με τις οποίες η αιτήτρια ζήτησε να λάβει διαβεβαιώσεις σε σχέση με τις εισπράξεις από την πιο πάνω πώληση [Τεκμήριο 7].
  38. Υπό τις περιστάσεις αποτελεί θέση της αιτήτριας ότι οι πιο πάνω πράξεις που έγιναν από ή εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση 1 κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη διορισμού παραλήπτη. Ο διορισμός παραλήπτη είναι αναγκαίος για να προστατευθεί η θέση της αιτήτριας και να διασφαλιστεί ότι η οποιαδήποτε απόφαση που δύναται να εκδοθεί θα μπορεί να ικανοποιηθεί.
  39. Εξ' όσον καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω όσα αναφέρω πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.» Με άδεια του Δικαστηρίου επετράπη και στον Εναγόμενο 1 να καταχωρίσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, την οποία και καταχώρισε στις 27.9.16, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Εγώ η Μαρία Πέτρου από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  40. Είμαι δικηγόρος στο γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ και είμαι εξουσιοδοτημένη από τον Vyacheslav Alexeevich Rudnikov (ο «Rudnikov») να ορκιστώ αυτή την ένορκη δήλωση σε υποστήριξη της ένστασης του στην αίτηση ημερ. 12/7/16 με την οποία η ενάγουσα επιδιώκει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με την αίτηση ημερ. 5/1/
  41. Ο Rudnikov δεν μπορεί να προσέλθει στην Κύπρο για να ορκιστεί ο ίδιος την ένορκη δήλωση συνεπεία περιοριστικών μέτρων τα οποία ισχύουν για το πρόσωπο του στην Ρωσία και τα οποία κατά τον ίδιο υποδαυλίζονται από την ενάγουσα.
  42. Έχω αναγνώσει την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 13/9/16 («ΣΕΔ») που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση. Αρνούμαι το περιεχόμενο της και επαναλαμβάνω τους εξειδικευμένους λόγους ένστασης που καταγράφονται στο κύριο σώμα της ένστασης του Rudnikov σύμφωνα με τον οποίο:
  43. Οι παρ. 1 - 4 της ΣΕΔ είναι εισαγωγικές.
  44. Με την παρ. 5 της ΣΕΔ επιδιώκεται να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η αόριστη και γενικόλογη εκδοχή της ενάγουσας για δήθεν υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της KS - Trust. Αυτή την θέση ο Rudnikov την αρνείται. Η Ενάγουσα προσπαθεί να δώσει άλλο χαρακτήρα στη διαφορά για την KS-Trust. Το 2009 προέκυψε διαφορά μεταξύ του Rudnikov και του Vasin από τη μια και του Bamgbala από την άλλη. Ο κ. Bamgbala επεδίωξε να υπεξαιρέσει την KS-Trust από τον Rudnikov πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα παρατεταμένες διαδικασίες ενώπιον Ρωσικών, Κυπριακών και BVI Δικαστηρίων. Αυτό επίσης είχε σαν αποτέλεσμα να καταχωρηθούν ποινικά παράπονα εναντίον του Bamgbala. Επιπλέον, το 2012, ο Rudnikov ανακάλυψε ότι μη εξουσιοδοτημένα άτομα είχαν σκόπιμα εγγραφεί ως μέτοχοι της Capenda (η Κυπριακή μητρική εταιρεία της KS-Trust). Οι έρευνες του Rudnikov κατέδειξαν ότι, πρώτον, κάποιος Eric Simon Hogues είχε εγγραφεί ως ο μοναδικός μέτοχος και ότι αργότερα (περιλαμβανομένου και του χρόνου της έρευνας του) κάποιος Cordic Davor, από το Montenegro είχε γίνει ο μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας. Μετά από αυτή την ανακάλυψη του, ήγειρε επιτυχώς αστικές διαδικασίες εναντίον τους σε Κυπριακά δικαστήρια ώστε να τους αφαιρέσει από μετόχους και να αποκαταστήσει την προηγούμενη κατάσταση. Τώρα οι Davor και Eric Simon αναζητούνται από την Κυπριακή Δικαιοσύνη.
  45. Πρόσθετα με την παρ. 5 ΣΕΔ επιχειρείται να γίνει αναφορά σε ποινική διαδικασία που εκκρεμεί στην Ρωσία κατά του Rudnikov ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο Rudnikov είναι πρόσωπο που έχει έφεση σε ποινική συμπεριφορά και άρα προς παρακοή διαταγμάτων! Ο Rudnikov παραδέχεται την εκκρεμότητα ποινικής διαδικασίας η θέση του όμως είναι πως αυτή υποδαυλίζεται από την ενάγουσα ως μοχλός πίεσης εναντίον του. Εν πάση περιπτώσει η εκκρεμότητα τέτοιας ποινικής διαδικασίας είναι άσχετη για την όλη διαδικασία αλλά ταυτόχρονα είναι άσχετη με το κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  46. Ο Rudnikov δεν έχει καταφρονήσει ποτέ το δικαστήριο και δεν έχω παραβεί καμία από τις διαταγές του δικαστηρίου. Οι ποινικές διαδικασίες εναντίον μου συνδέονται με την ευρύτερη διαφορά της Capenda. Όταν ο Davor ισχυριζόταν ότι ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Capenda, εξέδωσε εξουσιοδότηση σε κάποιον κ. Artyom Boksha, ένα Ρώσο πολίτη, ημερομηνίας 10 Οκτωβρίου 2012, ("Boksha ΡοΑ"). Η εξουσιοδότηση έδινε στον κ. Boksha εξαιρετικά ευρείες εξουσίες να ενεργεί εκ μέρους της Capenda. Στις 22 Οκτωβρίου του 2012, ο κ. Boksha, ενεργώντας δήθεν εκ μέρους της Capenda ξεκίνησε ποινική διαδικασία εναντίον αριθμού ατόμων, περιλαμβανομένου του Rudnikov. O κ. Boksha δεν είχε εξουσία να ενεργεί εκ μέρους της Capenda. Παρά ταύτα, στις 31 Οκτωβρίου 2012, η ποινική διαδικασία ξεκίνησε χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι ο κ. Boksha είχε πράγματι εξουσιοδότηση να ενεργεί εκ μέρους της Capenda. Αυτή είναι η ποινική διαδικασία πάνω στην οποία επιδιώκει να βασιστεί η Coral.
  47. Είναι σημαντικό το ότι προς το τέλος του 2013, ο Rudnikov κατάφερε να επιτύχει μια συμφωνία με τον Bamgbala για διευθέτηση της διαφοράς σχετικά με την KS-Trust. Όμως εν τω μεταξύ, προέκυψε η διαφορά με την Coral και ο Rudnikov πιστεύει ότι η Coral (ή πρόσωπα που κρύβονται πίσω της) έπεισε τον Bamgbala να αγνοήσει τον φιλικό διακανονισμό και να υποστηρίξει την ποινική διαδικασία εναντίον του. Αυτό οδήγησε στην επαναφορά της ποινικής διαδικασίας εναντίον του Rudnikov. Η Coral (και ο Gordeev) έκτοτε επιδίωξαν να χρησιμοποιήσουν την ποινική διαδικασία σαν μοχλό στις διαπραγματεύσεις με τον Rudnikov.
  48. Είναι επίσης σημαντικό να έχει κανείς υπόψη ότι η ποινική διαδικασία δεν έχει προχωρήσει και πολύ με την Ρωσική Δικαιοσύνη. Αρχικά ανεστάλη το
  49. Μετά, το 2015 τα Ρωσικά Δικαστήρια βρήκαν ότι οι κατηγορίες εναντίον του Rudnikov περιείχαν ελλείψεις που έκαναν την υπόθεση ανίκανη για εκδίκαση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να επιστραφεί η υπόθεση στην Κατηγορούσα Αρχή για να διορθωθούν οι κατηγορίες. Ενώ η Κατηγορούσα Αρχή επιδίωξε την διόρθωση των κατηγοριών, διέγραψε μέρος του κατηγορητηρίου. Η ποινική διαδικασία ακόμη συνεχίζεται.
  50. Με την παρ. 6 της ΣΕΔ επιδιώκεται να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου «γεγονότα» όπως η ενάγουσα τα αντιλαμβάνεται και τα ερμηνεύει και τα οποία κατά την άποψη της συνιστούν πράξεις παρακοής των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με την αίτηση ημερ. 9/9/14 από τον Rudnikov. Ο Rudnikov κατ' αρχάς αρνείται ότι έχει ποτέ διαπράξει οποιαδήποτε παρακοή των εν λόγω διαταγμάτων. Πρόσθετα λέει ότι το αν έχει ή όχι παραβεί τα εν λόγω διατάγματα δεν είναι κριτήριο για την έκδοση ή όχι των διαταγμάτων που επιδιώκει η αίτηση ημερ. 5/1/
  51. Πρόσθετα δεν είναι ορθό να καλείται αυτό το δικαστήριο να κρίνει την ύπαρξη ή όχι παρακοής διατάγματος στα πλαίσια διαδικασίας όπου εξ ορισμού δεν μπορεί να κάμει ευρήματα επί γεγονότων.
  52. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και ως εκ τούτου αιτούμαι απόρριψη της αίτησης με έξοδα. » Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αγωγής, της Αίτησης και της Ένστασης. Το ίδιο ισχύει για το μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των πολλών Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί, τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και για τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση, παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια λέχθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Δεν θα παραθέσω τις γνωστές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Σημειώνεται εδώ ότι αξιώνεται ο διορισμός Παραλήπτη, ο οποίος σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, είναι δυνατό να λάβει χώρα στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Αναφέρω απλώς πως σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 (πιο πάνω), έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) (Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Στην Starport Nominees Ltd κ.ά (Αρ. 2)
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1370, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το μέτρο του διορισμού Παραλήπτη ως βοηθητικό διατάγματος παγοποίησης περιουσιών στοιχείων, σπανιότατα δίνεται και μάλιστα μόνο μετά από επίδοση του αιτήματος. Σημειώνεται εδώ, ότι η Αίτηση εξετάζεται στην παρουσία και της άλλης πλευράς χωρίς να έχει εκδοθεί διάταγμα με Μονομερή Αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στη σελίδα 1380 ανέφερε τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, όσον αφορά το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, ναι μεν μπορεί να είναι ασύνηθες και σπανιότατο ή να μην έχει εκδοθεί προηγουμένως τέτοιο διάταγμα, αλλά είναι σαφές ότι το άρθρο δίνει δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, ακόμη και αν δεν αξιούται ή χορηγείται μετ' αυτού αποζημίωση ή άλλη θεραπεία. Στη δε απόφαση ΑΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, έγινε από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε, ανάλυση του ιστορικού των απαγορευτικών διαταγμάτων στην Αγγλία και στην Κύπρο, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο δεν έγινε οποιαδήποτε παρέμβαση νομοθετική, αλλά αφέθηκαν τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που έλκουν από το Άρθρο 32. Και ότι βάσει αυτής της ευρύτατης εξουσίας, το Δικαστήριο είναι δυνατό να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα που να περιλαμβάνει και τον διορισμό παραλήπτη, όπως εδώ, εάν αυτό κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.». (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 6η έκδοση, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελ. 560-561: «With the emergence of the Mareva jurisdiction, the power of the court to appoint a receiver pre-judgment by interlocutory order is exercisable when it is "right or just" to do so. In particular that power is exercisable even when the claimant does not claim any proprietary interest in the relevant assets, or any legal or equitable entitlement to have them dealt with in a particular way. Thus it is sufficient that the claimant has a claim against the defendant, even though that claim is unrelated to the assets sought to be made subject to the appointment of a receiver, provided that in all the circumstances of the case it is "just and convenient" to appoint a receiver. These circumstances could be that the defendant may deal with the assets so as to frustrate enforcement of an eventual judgment against him, or with that effect. Here the appointment of a receiver may be made either in support of a Mareva injunction or independently of the granting of Mareva relief.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Πρωτόδικες Αποφάσεις έχουν εκδοθεί σε σχέση με την έκδοση Ενδιάμεσου Παραλήπτη. Πρόκειται για την Ilya Yurov κ.ά ν. Benedict Worsley κ.ά., Αγωγή 872/16 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 15.4.16 του κ. Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ., την Evgenii Bugaev v. Phoenix Pharmacy Ltd κ.ά, Αγωγή αρ. 4418/15, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 25.1.16 της κας Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. και την PE Investments Limited v. Noyex Capital Limited κ.ά, Γενική Αίτηση 369/15, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Απόφαση ημερ. 19.1.17 του κ. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ.. Παρόλο που όλοι οι λόγοι Ένστασης είναι γενικοί και δεν ικανοποιούν τα όσα απαιτούνται από τη Δ.48 Θ.4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92), εντούτοις θα τους εξετάσω. Με τους λόγους Ένστασης ο Καθ΄ ου η Αίτηση θεωρεί ως δεδομένο ότι είχαν εκδοθεί διατάγματα με Μονομερή Αίτηση. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί αφού ως ελέχθη, το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφασή του, διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί-γνωστοποιηθεί στην άλλη πλευρά. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα κατεπείγοντος ούτε απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων «που αν αποκαλύπτονταν το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε τα επίδικα διατάγματα» (Λόγοι Ένστασης 2, 5 και 6). Οι λόγοι Ένστασης 1 και 4 είναι επίσης γενικοί αφού αναφέρουν απλώς ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ο μόνος λόγος που έχει κάποια αιτιολογία είναι ο λόγος 7 στον οποίο ο Καθ΄ ου η Αίτηση αναφέρει ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες «ένεκα συμπεριφοράς και/ή ένεκα συμφωνημένης διευθέτησης που επήλθε στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 10/9/14». Στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης ημερ. 9.9.14 οι Αιτητές απέσυραν στις 19.9.14 την παράγραφο «3» της Αίτησης, η οποία είχε ως εξής: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον νυν διοικητικό σύμβουλο (director) της Capenda, OMNIUM CORPORATE AND TRUSTEE SERVICES LIMITED, από του να παραιτηθεί από την εν λόγω θέση του μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Σε μεταγενέστερες ημερομηνίες αποσύρθηκαν και τα ακόλουθα: «γ. Περιουσιακά στοιχεία στο όνομα ή υπό τον φαινομενικό (ostensible) άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Capenda, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς περιορισμό) των μετοχών της στην KS-Trust (συσταθείσα στην Ρωσία). δ. Περιουσιακά στοιχεία στο όνομα ή υπό τον φαινομενικό (ostensible) άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Numitora συμπεριλαμβανομένων (χωρίς περιορισμό): (
  1. i)των μετοχών της στην Καθ' ης η Αίτηση 3, και (
  2. ii)οποιωνδήποτε χρημάτων που υπάρχουν προς όφελος λογαριασμών της Numitora στην Κύπρο. Προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης (α) οι μετοχές στην KS-Trust που ανήκουν στην Capenda δεν δύνανται να διατίθενται, επιβαρύνονται ή να τυγχάνουν με άλλο τρόπο χειρισμού από την Capenda και (β) οι μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση 3 που ανήκουν στην Numitora και οποιαδήποτε χρήματα που κατέχονταν στους λογαριασμούς της δεν θα δύνανται να διατίθενται, επιβαρύνονται ή να τυγχάνουν με άλλο τρόπο χειρισμού από τη Numitora. σε έκαστη περίπτωση χωρίς περαιτέρω διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου (ή κατόπιν ειδοποίησης που θα δίδεται στους δικηγόρους της Αιτήτριας 14 ημέρες προηγουμένως).» Έχω μελετήσει τα σχετικά πρακτικά, αλλά δεν διαπιστώνω να προκύπτει από αυτά τέτοια συμπεριφορά ή τέτοια διευθέτηση που να εμποδίζει τους Ενάγοντες να προωθούν την υπό εκδίκαση Αίτηση. Σημειώνεται ότι το εν λόγω αίτημα είναι εντελώς διαφορετικό από τα αιτήματα που αποσύρθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης ημερ. 9.9.14 και των Αιτήσεων ημερ. 29.9.14 και 2.10.14, αφού με την υπό εκδίκαση Αίτηση αυτό που αξιώνεται είναι διορισμός Ενδιάμεσου Παραλήπτη για να ασκούνται δικαιώματα που συνδέονται με τις συγκεκριμένες μετοχές και μάλιστα για συγκεκριμένο σκοπό. Κατ΄ επέκταση διαφωνώ ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας ή ότι η Αιτήτρια κωλύεται ή εμποδίζεται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω συμπεφωνημένης διευθέτησης. Άλλωστε, σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 10.9.14 που ίσχυε κατά το χρόνο που αποσύρθηκαν τα πιο πάνω, απαγορευόταν στον Εναγόμενο 1 να χειριστεί την περιουσία του κατά τρόπο που θα μειώνετο η αξία αυτής. Ουσιαστικά είναι προς υποστήριξη αυτού του διατάγματος που αξιώνεται ο διορισμός Ενδιάμεσου Παραλήπτη. Σημειώνεται ακόμη πως η υπό εκδίκαση Αίτηση γνωστοποιήθηκε και στην Εταιρεία Capenda Ltd, η οποία εμφανίστηκε μέσω δικηγόρου και δεν εξέφρασε την επιθυμία να καταχωρίσει ένσταση, αφού η διαφορά δεν την αφορούσε. Ως ανέφερε, θα ανέμενε την έκδοση της Απόφασης του Δικαστηρίου και θα έπραττε αναλόγως. Εδώ ο Εναγόμενος 1 φέρεται να είναι κατά 76% ιδιοκτήτης του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας Capenda Ltd. Έχει ήδη διαταχθεί, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, να μην αποξενώσει, διαθέσει, επιβαρύνει κλπ τις μετοχές του που κατέχει στην Εταιρεία Capenda Ltd. Υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση συνεχίζει να παραβιάζει το εκδοθέν ημερ. 10.9.14 διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε με μονομερή Αίτηση και στη συνέχεια κατέστη απόλυτο με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.1.17. Το διάταγμα αυτό επεδόθη και/ή γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο 1. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι παρά τα πιο πάνω ο Εναγόμενος 1 προβαίνει σε πράξεις οι οποίες παραβιάζουν το εκδοθέν διάταγμα. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Συγκεκριμένα κατά ή περί τα μέσα του Δεκεμβρίου 2015 η Αιτήτρια ανακάλυψε ότι κατά ή περί την 15/10/2015 ο Εναγόμενος 1, παρά την ύπαρξη του Διατάγματος, αποξένωσε το 76.87% του μετοχικού μεριδίου που ο ίδιος κατείχε στην Ρωσική τράπεζα ΟΟΟ KB Russkiy Elitarniy Bank (εφεξής 'η Elitarniy'). Σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρω τα ακόλουθα: α) Σύμφωνα με επεξηγηματικό σημείωμα των οικονομικών καταστάσεων της Elitarniy για το τρίτο τρίμηνο του 2015 ο Εναγόμενος 1 κατά ή περί την 1/1/2015 κατείχε το 44.7% του μετοχικού μεριδίου στην Elitarniy. Μετά την αποχώρηση από την εν λόγω τράπεζα δύο άλλων μετόχων, του προαναφερόμενου κου Vasin και κάποιου κου Bamgbala, τα μετοχικά τους μερίδια διαμοιράστηκαν στους υπόλοιπους μετόχους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος 1. Ως αποτέλεσμα, και ως καταγράφεται στην παράγραφο 9 του εν λόγω επεξηγηματικού σημειώματος, κατά ή περί την 1/10/2015 ο Εναγόμενος 1 κατείχε πλέον το 76.87% των μετοχών της Elitarniy. Επισυνάπτω αντίγραφο του σχετικού επεξηγηματικού σημειώματος των οικονομικών καταστάσεων της Elitarniy για το τρίτο τρίμηνο του 2015 ως Τεκμήριο 7Α καθώς και Αγγλική μετάφραση του σχετικού αποσπάσματος ως Τεκμήριο 7Β. β) Από έρευνα που έγινε στο μητρώο της Elitarniy από βοηθό του προαναφερόμενου κου Gordeev κατά ή περί την 14/12/2015 διαπιστώθηκε ότι δεν αναφέρεται πλέον ο Εναγόμενος 1 ως μέτοχος της εταιρείας αυτής. Κατονομάζεται ως 100% μέτοχος της Elitarniy ο πιο πάνω αναφερόμενος Yury Otraschevsky (ή Yurily Otraschevsky). Υπενθυμίζω ότι ο κ Otraschevsky ήγειρε την Αγωγή Otraschevsky που με τη συμβολή του Εναγομένου 1 απέληξε στην απόφαση του Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 21/5/2014 με την οποία ακυρώθηκε η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων. Ταυτόχρονα σημειώνεται στο μητρώο η ημερομηνία 15/10/2015 ως η ημερομηνία κατά την οποία ενεγράφηκαν οι αλλαγές αναφορικά με τα μετοχικά συμφέροντα στην Elitarniy. Επισυνάπτω αντίγραφο του εν λόγω μητρώου ημερομηνίας 14/12/2015 ως Τεκμήριο 8Α και Αγγλική μετάφραση του σχετικού αποσπάσματος ως Τεκμήριο 8Β. Διευκρινίζω ότι ο βοηθός του κου Gordeev προέβη στην πιο πάνω έρευνα αναφορικά με την Elitarniy ακολουθώντας οδηγίες του κου Gordeev όπως γίνεται ανά περιόδους έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου 1. Οι οδηγίες αυτές εδόθησαν επειδή ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε να καταβάλει εκ μέρους εταιρείας του απαραίτητα έξοδα προς το διαιτητικό δικαστήριο London Court of International Arbitration όπου εκκρεμεί μία ξεχωριστή διαδικασία μεταξύ της εν λόγω εταιρείας του Εναγομένου 1, της Αιτήτριας και άλλων μερών (παραπέμπω στις αναφορές στην «Διαδικασία LCIA» στην ένορκη δήλωση Χαραλάμπους Τεκμήριο 1). Η καθυστέρηση του αυτή ήταν ενδεικτική προβλημάτων ρευστότητας που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε και αποτέλεσε τη βάση για υποψίες ότι ο Εναγόμενος 1 θα αποξένωνε ή θα ρευστοποιούσε περιουσιακά του στοιχεία. γ) Από τα πιο πάνω γεγονότα φαίνεται ξεκάθαρα ότι κατά ή περί την 15/10/2015 ο Εναγόμενος 1 αποξένωσε το μετοχικό του μερίδιο στην Elitarniy. Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν μέτοχος της Elitarniy από το 2006.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερ. 22.12.15 (Τεκμήριο 9) με την οποία ζητούσαν, ανάμεσα σε άλλα, όπως πληροφορηθούν για την ταυτότητα του προσώπου προς το οποίο μεταβιβάστηκαν οι μετοχές στην Elitarniy και για το αντίτιμο που πληρώθηκε για τις εν λόγω μετοχές. Στις 28.12.15 οι δικηγόροι του Εναγομένου 1 στην Κύπρο, απάντησαν με την επιστολή - Τεκμήριο 10. Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά, ανάμεσα σε άλλα, πως είναι πρόωρο να συζητείται ο,τιδήποτε που αφορά σε συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.9.14 όταν αμφισβητείται η επίδοση του διατάγματος στον Εναγόμενο 1. Ουσιαστικά ο τελευταίος αρνήθηκε να απαντήσει στα ερωτήματα που είχαν τεθεί με την επιστολή των Εναγόντων λέγοντας πως επιφυλάσσει το δικαίωμα του να δώσει τις σχετικές εξηγήσεις στο κατάλληλο στάδιο. Με την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Πέτρου που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό εκδίκαση Αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την πώληση των μετοχών του Εναγόμενου 1 στην Elitarniy Bank: «6. Η ανά χείρας Αίτηση κατά μεγάλο μέρος βασίζεται πάνω σε ισχυριζόμενη περιφρόνηση του Δικαστηρίου από τον Εναγόμενο 1 και συγκεκριμένα την ισχυριζόμενη πώληση των μετοχών στην ΟΟΟ KB Russkly Elitarniy Bank. Όμως η θέση του Εναγόμενου 1 είναι ότι δεν περιφρόνησε το Δικαστήριο όπως παρουσιάζεται στην παράγραφο 41 της VR Ένορκης Δήλωσης. 7. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αποτυγχάνει να εξηγήσει πώς η ισχυριζόμενη πώληση των μετοχών στην ΟΟΟ KB Russkly Elitarniy Bank συνιστά περιφρόνηση Δικαστηρίου. Μεταχειρίζονται το απαγορευτικό διάταγμα στην Αίτηση 10/9/14 σαν ένα απόλυτο απαγορευτικό διάταγμα για όλη την περιουσία του Εναγόμενου 1. Δεν έδωσαν προσοχή στον σημαντικό περιορισμό του διατάγματος που είναι ο περιορισμός στα US$54,000,000. Δεν υπάρχει καθόλου ισχυρισμός ότι η ισχυριζόμενη πώληση των μετοχών της ΟΟΟ KB Russkly Elitarniy Bank μείωσε την περιουσία του Εναγόμενου 1 κάτω από αυτό το όριο.» Από το πιο πάνω περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης διαπιστώνεται πως ο Εναγόμενος 1 ουσιαστικά δεν αρνείται ότι πώλησε τις συγκεκριμένες μετοχές. Τέτοιος καθαρός ισχυρισμός δεν υπάρχει. Είναι απλώς η θέση του πως δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι με την κατ΄ ισχυρισμό πώληση μειώθηκε η περιουσία του κάτω από το όριο για το οποίο γίνεται αναφορά στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Περαιτέρω, είναι η θέση του πως δεν υπάρχει κίνδυνος διασκορπισμού ή αποξένωσης της περιουσίας του. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται πως «χωρίς να επηρεάζεται η θέση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για το πότε ακριβώς αντελήφθη το απαγορευτικό διάταγμα είναι τώρα σχεδόν 1,5 χρόνια από τότε που ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 υποτίθεται ότι έμαθε για την ύπαρξη του διατάγματος.». Στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Επιπρόσθετα, θα ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τον Εναγόμενο 1 να διοριστεί Παραλήπτης για το μετοχικό του ποσοστό στην Capenda Ltd πριν το Δικαστήριο αποφασίσει αν ο Εναγόμενος 1 φέρει ευθύνη έναντι της Ενάγουσας. Η VR Ένορκη Δήλωση αναφέρεται σε αριθμό υπερασπίσεων που προβάλλει ο Εναγόμενος 1 σχετικά με απαιτήσεις που εγείρονται από την Ενάγουσα. Αν διοριζόταν Παραλήπτης για το μετοχικό ποσοστό του Εναγόμενου 1 στην Capenda Ltd, αυτός θα βρισκόταν ουσιαστικά σε θέση να διαχειριστεί τις υποθέσεις της Capenda Ltd και να παίρνει αποφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντα του Εναγόμενου 1 σαν μετόχου στην Capenda Ltd κατά την περίοδο πριν το Δικαστήριο αποφασίσει αν ο Εναγόμενος 1 έφερε ευθύνη απέναντι στην Ενάγουσα για οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις της. Αν ο Εναγόμενος 1 επετύγχανε στην υπεράσπιση του απέναντι στις απαιτήσεις, τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του θα είχαν ήδη επηρεαστεί από τη συμπεριφορά του Παραλήπτη στη διαχείριση της Capenda Ltd. Σχετικά με αυτό επισημαίνω ότι η εξουσία που επιζητεί η Ενάγουσα να ανατεθεί στον Παραλήπτη είναι εξαιρετικά ευρεία και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «οποιαδήποτε» μέτρα τα οποία ο Παραλήπτης κρίνει κατάλληλα για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της Capenda Ltd.» Σύμφωνα με τη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγόντων, αυτοί πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος 1 θα προέβαινε σε πώληση μετοχών (ποσοστό 19.55%) που κατείχε στη Ρωσική Εταιρεία LLC Sputnik. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 12.2.16 (Τεκμήριο 3) πληροφορούσαν τους δικηγόρους του Εναγομένου 1 για το πιο πάνω γεγονός και ζητούσαν από αυτούς τη θέση τους, και συγκεκριμένα κατά πόσο μια τέτοια πώληση θα συνιστούσε ή όχι παράβαση του εκδοθέντος δικαστικού διατάγματος. Ο Εναγόμενος 1 δεν φαίνεται να απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Με την ίδια συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά και σε άλλη πιθανή παραβίαση του δικαστικού διατάγματος από τον Καθ΄ ου η Αίτηση σχετικά με την πώληση μετοχών μιας Ρωσικής Εταιρείας Πληροφορικής, της CJSC R-Style Softlab από την Κυπριακή Εταιρεία Eransor Finance Limited. Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, τον Νοέμβριο του 2015 ο Καθ΄ ου η Αίτηση επιβεβαίωσε στη γραπτή του μαρτυρία στη διαδικασία ενώπιον του LCIA ότι ήταν δικαιούχος στην Softlab. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 15.6.16, η οποία κοινοποιήθηκε στον Καθ΄ ου η αίτηση 1, στους διευθυντές της Eransor και στον δικηγόρο κ. Χριστόδουλο Βασιλειάδη, (ο οποίος κατέχει τις μετοχές στην τελική μητρική εταιρεία της Eransor ως ονομαστικός μέτοχος (nominee shareholder)) ενημέρωνε τα πιο πάνω πρόσωπα για το Διάταγμα και τους προειδοποιούσε να μην πωλήσουν ή επιτρέψουν την πώληση του μεριδίου της Eransor στην Softlab κατά παράβαση του Διατάγματος (Τεκμήριο 4). Ο κ. Βασιλειάδης με την επιστολή του (Τεκμήριο 5) αρνήθηκε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 είχε οποιαδήποτε σχέση με την Eransor ή οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτήν. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν απάντησε στην επιστολή. Τελικά, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία η Αιτήτρια ανακάλυψε μέσω δημοσιευμάτων ότι η Eransor είχε πωλήσει τις μετοχές της στην Softlab για $12.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Ο Εναγόμενος 1 με τη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 27.9.16 αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, πως το αν έχει παραβιαστεί το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν είναι κριτήριο για τη έκδοση ή όχι των διαταγμάτων που επιδιώκονται με την υπό εκδίκαση Αίτηση. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ασφαλώς δεν εξετάζεται τώρα εάν έχει διαπραχθεί από τον Εναγόμενο 1 παρακοή διατάγματος, και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Μαρτυρία όμως που υποστηρίζει ότι ένας Καθ΄ ου η Αίτηση αποξενώνει περιουσιακά του στοιχεία ή προτίθεται να αποξενώσει ή υπάρχει κίνδυνος να αποξενώσει περιουσιακά του στοιχεία μετά την έκδοση δικαστικού διατάγματος παγοποίησης, λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται ένα τέτοιο αίτημα όπως αυτό που υποβάλλεται με την υπό εκδίκαση Αίτηση. Εδώ ο Εναγόμενος 1 ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε την πώληση των μετοχών του στην Elitarniy Bank. Σε σχέση με τις άλλες κατ΄ ισχυρισμό αποξενώσεις, παρόλο που στάληκαν σχετικές επιστολές και του δόθηκε η δυνατότητα να σχολιάσει το περιεχόμενο αυτών, εντούτοις επέλεξε να μην απαντήσει. Στο στάδιο αυτό τα Δικαστήρια δεν υπεισέρχονται σε αξιολόγηση και σε ευρήματα επί της ουσίας, όμως για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας Αίτησης, που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται η πιο πάνω συμπεριφορά του Εναγόμενου 1. Γνωρίζω ότι τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται με ευκολία. Ωστόσο, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αφού έλαβα υπόψη μου τα πιο κάτω: (α) Ο Εναγόμενος 1 φέρεται να έχει αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία μετά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 10.9.14. Συγκεκριμένα, φέρεται να έχει πωλήσει τις μετοχές του στην OOO KB Russkly Elitarniy Bank. Ο Εναγόμενος 1 με την Ένορκη δήλωση ημερ. 7.6.16 της κας Μαρίας Πέτρου που υποστηρίζει την Ένστασή του και με την επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμήριο 10) ουσιαστικά δεν αμφισβητεί το γεγονός της πώλησης των μετοχών του. Για τις αποξενώσεις που αφορούν στην Sputnik και στην Softlab παραπέμπω στα πιο πάνω. (β) Ο Εναγόμενος 1 δεν έχει ακόμη προβεί σε αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε στο στάδιο αυτό να ομιλούμε για αποξένωση τέτοιας περιουσίας που να μην επηρεάζει το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 10.9.14. Στην Motorola Credit Corporation v. Cem Cegiz Uzan, κ.ά
(2002)EWCA Civ 989, τονίζεται η σημασία του διατάγματος αποκάλυψης αφού κατά κανόνα χωρίς ένα τέτοιο διάταγμα το διάταγμα παγοποίησης καθίσταται αναποτελεσματικό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Απόφαση: «Once one has the situation which did exist in this case, which was that on 13 June it was accepted that the freezing order should continue, then prima facie David Steel J is right in saying that a disclosure provision would be the normal provision so that that freezing order can be properly policed and be effective.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). (γ) Ο Εναγόμενος 1 φέρεται να έχει ενεργήσει βάσει ανέντιμου σχεδίου και/ή με δόλιο τρόπο για να ζημιώσει την Εναγόμενη 3 και προωθήσει τα δικά του συμφέροντα. Για τη συμπεριφορά του και για τη δύναμη του αγώγιμου δικαιώματος, παραπέμπω στην Απόφαση που εξέδωσα ημερ. 10.1.17. Όπως αναφέρθηκε στην Πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 5581/05, Απόφαση ημερ. 20.2.06, του κ. Στέλιου Ναθαναήλ, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήταν τότε: «Διαφαίνεται από όλα τα πιο πάνω, ότι ο κίνδυνος αποξένωσης και πιθανής μη ικανοποίησης τελικώς ενός ενάγοντα, συνάγεται από όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και στο τέλος της ημέρας αποτελεί ουσιαστικά θέμα διακριτικής ευχέρειας, δεδομένης της όλης μαρτυρίας, αν ο κίνδυνος αντικειμενικά μπορεί να κριθεί ως υπαρκτός. Εδώ, υπό το φως αφενός του περίπλοκου των γεγονότων και αφετέρου, υπό το φως του καταλογιζομένου περίτεχνου δόλου στους εναγόμενους, με τον οποίο, κατ' ισχυρισμό πάντοτε σ' αυτό το στάδιο, εξαπατήθηκαν τόσο οι αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας, αλλά και η ίδια η εταιρεία, είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι πολύ πιθανόν να εξανέμιζαν ή να αποξένωναν τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν εντός ή εκτός Κύπρου, ώστε να τα απομακρύνουν από τη νομική εμβέλεια των εναγόντων.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (SEAMARK COUNSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Βρίσκω πως εδώ έχουν θέση τα πιο κάτω από την υπόθεση JSC BTA Bank v. Ablyazov (Νο 3)
(2010)ΕWCA Civ 1141: «The order will therefore only be appropriate in cases where an injunction is insufficient on its own. Such cases are only likely to arise where there is a measurable risk that, if it is not granted, a defendant will act in breach of the freezing order or otherwise seek to ensure that his assets will not be available to satisfy any judgment which may in due course be given against him. If, therefore, the method by which a defendant beneficially holds his assets is transparent, a receivership order may well not be necessary. But if it is opaque and there is a reasonable suspicion that such opacity will be used by a defendant to act in breach of a freezing order, it may well be the case that a receivership order is appropriate.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Πριν αποφασίσω κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξέτασα κατά πόσο οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν διοριστεί Παραλήπτης και γενικά έλαβα υπόψη μου κάθε τι που έχει να κάνει με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι αν διοριστεί παραλήπτης για το μετοχικό ποσοστό του στην Capenda Ltd «αυτός θα βρισκόταν ουσιαστικά σε θέση να διαχειριστεί τις υποθέσεις της Capenda Ltd και να παίρνει αποφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντα του Εναγόμενου 1». Το Δικαστήριο σημειώνει πως πρόκειται περί υποθετικού σεναρίου. Εν πάση όμως περιπτώσει ο Παραλήπτης θα έχει συγκεκριμένες εξουσίες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και οι οποίες θα αφορούν στην προστασία και διατήρηση της περιουσίας της Εταιρείας Capenda Ltd. Με άλλα λόγια, ο ρόλος του Παραλήπτη θα είναι να μην αποξενωθούν περιουσιακά στοιχεία της Capenda Ltd με άμεσο ή έμμεσο τρόπο και κατ΄ επέκταση να αποφευχθεί η μείωση της αξίας των μετοχών. Ο γενικός επίσης ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι ο διορισμός ενός Παραλήπτη θα μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν απώλειες (που δεν συγκεκριμενοποιούνται) τις οποίες θα είναι αδύνατο να ανακτήσει σε περίπτωση που η Υπεράσπιση του επιτύχει σε αυτή τη διαδικασία, δεν μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Σε σχέση με το «δίκαιο ή πρόσφορο» παραπέμπω και στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, όπου στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία. Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (i) τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (ii) κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ" Βασίλη
(1989)1 C.LR. 152, το διάταγμα ακυρώθηκε από το Εφετείο αφού με αυτό απλώς αναστέλλετο η πληρωμή προστίμου που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν πειθαρχικής καταδίκης του από την Εναγόμενη Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου. Κρίθηκε πως αν ο Ενάγων πλήρωνε το πρόστιμο ύψους Λ.Κ.5.000, δεν θα προκαλείτο σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων δεν ήταν προς όφελός του. Εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Βρίσκω ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων είναι προς όφελος των Εναγόντων, αφού η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν φαίνεται να προκαλεί οποιεσδήποτε ζημιές ούτε στον Εναγόμενο 1 ούτε στην Εταιρεία Capenda, η οποία βεβαίως εμφανίστηκε στην Αίτηση και δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να καταχωρίσει Ένσταση. Τουναντίον, η μη έκδοση του διατάγματος είναι δυνατό να επηρεάσει αρνητικά τα όποια δικαιώματα της Εταιρείας για λογαριασμό της οποίας έχει εγερθεί η παρούσα Αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, η έκδοση του διατάγματος σε κάθε περίπτωση ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών θεραπειών είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ως ελέχθη, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης, αφού διέταξε όπως αυτή επιδοθεί. Κατ΄ επέκταση η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως, οπότε σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση μεταξύ Δέσπως Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 354/13, απόφαση ημερ. 4.12.
  2. Όμως, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω Απόφαση: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ΄ αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄ αυτούς των διαταγμάτων.» Εδώ αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο του εκδοθέντος διατάγματος (το οποίο συνιστά ενδιάμεση θεραπεία), και αφού συνεκτίμησα τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκδοση του, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως οι Ενάγοντες πριν από τη σύνταξη του διατάγματος, καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση ύψους €100.000 για κάλυψη τυχόν ζημιών στον Εναγόμενο 1 σε περίπτωση που αυτές ήθελον προκληθεί συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης του διατάγματος. Σε σχέση με τα προσόντα, την ανεξαρτησία και την καταλληλότητα του προτεινόμενου Παραλήπτη, παραπέμπω στο έγγραφο ημερ. 4.1.16 που υπέγραψε ο ίδιος (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση). Με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου, βρίσκω ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι κατάλληλο για να διοριστεί ως Παραλήπτης των μετοχών. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, διορίζεται ο ελεγκτής κ. Αντώνης Ζαπίτης από την Λευκωσία ως ενδιάμεσος παραλήπτης των μετοχών που ο εναγόμενος 1 κατέχει στην Κυπριακή Εταιρεία CAPENDA LIMITED (HE 108774) (εφεξής 'οι Μετοχές' και 'η Capenda' αντίστοιχα) με εξουσία να ασκεί όλα τα δικαιώματα ψήφου (VOTING RIGHTS) ως και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που συνδέονται με τις Μετοχές, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία και/ή τη διατήρηση της αξίας των Μετοχών (THE PROTECTION AND PRESERVATION OF THE VALUE OF THE SHARES). Ο κ. Α. Ζαπίτης να καταχωρίσει Έκθεση στο Δικαστήριο και παραδώσει αντίγραφο αυτής στον Εναγόμενο 1 σε σχέση με τις ενέργειες και διαβήματα του κατά την άσκηση των εξουσιών και καθηκόντων του ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης των μετοχών του Εναγόμενου 1, εντός 45 ημερών από το διορισμό του και στη συνέχεια κάθε 90 ημέρες. Για την τήρηση των όρων του διατάγματος διορισμού του, ο κ. Α. Ζαπίτης να υπογράψει προσωπική εγγύηση εντός επτά ημερών από σήμερα ύψους €50.000 (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, (Επανέκδοση), Τόμος 39
(2), παράγρ. 363). Όσον αφορά στο διάταγμα υπό «2», σημειώνω πως αυτό στρέφεται εναντίον προσώπου που δεν είναι διάδικος. Έχει δε γενικό περιεχόμενο αφού αναφέρεται σε «..όλα τα βιβλία, μητρώα, συμφωνίες, πληρεξούσια και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη και/ή υποχρεώσεις και/ή εταιρικά θέματα της Capenda ως και των θυγατρικών της εταιρειών τα οποία ευρίσκονται υπό τον έλεγχο και/ή κατοχή και/ή φύλαξη και/ή εξουσία τους.» Στην υπόθεση 2709/07, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. L. Loucas Insurance Services Ltd κ.ά, απόφαση ημερ. 5.10.07, ο τότε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής, Τ. Οικονόμου, είχε αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία με βρίσκουν σύμφωνο: «Όμως μόνο οι εναγόμενοι βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου και όχι οι υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι τους. Και μόνο εναντίον διαδίκων μπορούν να εκδοθούν κατά άμεσο τρόπο διατάγματα (Iveson ν. Harris
(1802)7 Ves 251, 32 E.R. 102 και Brydges v. Brydges [1909] P.187, Venables and another v. News Group Newspapers Ltd and others [2001] 1 All E.R. 908 και Marengo v. Daily Sketch and Sunday Graphic Ltd [1948] 1 All E.R. 406, H.L, Βλ. επίσης, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παρ. 856 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 632.). ............................................... Τυχόν ευθύνη οποιωνδήποτε τρίτων δεν θα πηγάζει άμεσα από το διάταγμα αλλά μπορεί να θεμελιωθεί υπό τις περιστάσεις που εξηγούνται στην υπόθεση Ζ. Ltd ν. Α. and others [1982] 1 All E.R. 556 και στην υπόθεση Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ v. «Nicolay Markin»
(1995)1 Α.Α.Δ. 122.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνω ότι σε περίπτωση που το εκδοθέν διάταγμα επιδοθεί-γνωστοποιηθεί στην Εταιρεία Capenda, αυτή οφείλει να το σεβαστεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ως εκ τούτου, η Αίτηση σε σχέση με τη θεραπεία υπό «2» απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος 1 καταδικάζεται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.