← Κύπρος

ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΣΥΜΕΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6357/09, 30/6/2017

ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΣΥΜΕΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6357/09, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6357/09 Μεταξύ: ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντος και

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΣΥΜΕΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ
  2. ΣΥΜΕΩΝ ΣΥΜΕΟΥ ΚΑΛΛΟΥ Εναγομένων και ΡΟΔΑΦΝΟΥΣΑ ΛΤΔ Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Γεώργιος Π. Γεωργιάδης με κ. Παπασιάντη. Για τους εναγόμενους 1 και 2: κ. Π. Σαββίδης, για Ανδρέα Δανό & Σια. Για τον τριτοδιάδικο: κ. Οικονομίδης, για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη & Σια. ---------------------------------------------------------------------------- ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί εναντίον των εναγομένων το ποσό των €62.255,46 που αντιπροσωπεύει έξοδα επιδιόρθωσης οικοδομής στην οδό Ιπποκράτους 59 ενορία Αγ. Σάββα στη Λευκωσία, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι στους οποίους επεδόθη η αγωγή καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή και παράλληλα εξέδωσαν και επέδωσαν ειδοποίηση τριτοδιαδίκου στην εταιρεία Ροδαφνούσα Λτδ.
  4. Τα δικόγραφα Mε την έκθεση απαίτησης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 3

(1)του περί Δήμων Νόμου N.111/85 (στο εξής καλούμενος «ο νόμος»), αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και διοικείται από συμβούλιο. Όπως δε περαιτέρω ισχυρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 90 του ως άνω νόμου όπως τούτο έχει τροποποιηθεί, κέκτηται εξουσία να επιλαμβάνεται θεμάτων που αφορούν οικοδομές οι οποίες ευρίσκονται σε επικίνδυνη κατάσταση. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, αφού μελέτησε την έκθεση της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Λευκωσίας σχετικά με την κατάσταση της οικοδομής που ευρίσκεται στην οδό Ιπποκράτους 59 ενορία Αγ. Σάββα στη Λευκωσία, έκρινε ότι μέρος της οικοδομής είναι επικίνδυνο για το κοινό και με επιστολή του κάλεσε τους εναγόμενους όπως προβούν στην άμεση επιδιόρθωση της. Οι εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες της οικοδομής παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του ενάγοντα και της τελευταίας προς αυτούς γραπτής ειδοποίησης, ημερομηνίας 12.6.2003, παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να προβούν στην επιδιόρθωση της οικοδομής τους εντός της καθορισμένης προθεσμίας, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αναθέσει την επιδιόρθωση της ως άνω αναφερθείσας οικοδομής, μετά από ζήτηση προσφορών, στον κ. Ανδρόνικο Ανδρόνικου. Είναι δε η θέση του ενάγοντος ότι η δαπάνη επιδιόρθωσης της οικοδομής, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α και των διοικητικών εξόδων ανήλθε στο ποσό των £36.436,50 (€.62.255,46). Όπως περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται οι εναγόμενοι παρά τις επανειλημμένες προς αυτούς προειδοποιήσεις και της τελευταίας προς αυτούς επιστολής του ενάγοντα ημερομηνίας 15.10.2007 παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν το αξιούμενο υπό του ενάγοντος ποσό, το οποίο συνεχίζουν να οφείλουν και συνεπώς αξιοί ως η απαίτηση του πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους ισχυρίζονται κατ' αρχάς ότι η αγωγή όπως έχει δεν δύναται να προχωρήσει ή και να επιτύχει αφού είναι αόριστη ή και ελλειπής και δεν δεικνύει οιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση ή υποχρέωση των εναγομένων έναντι του ενάγοντος. Άνευ βλάβης των ως άνω, οι εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αναφορικά με την υπόσταση και τις εξουσίες του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι κάλεσε τους εναγόμενους να επιδιορθώσουν την επίδικη οικοδομή, οι εναγόμενοι αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς και ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 2 ουδέποτε έχει ειδοποιηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπον για οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις, πλην όμως παραδέχονται ότι ο εναγόμενος 1 ειδοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 12.06.2003 όπως προβεί σε επιδιορθώσεις της οικοδομής του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος (προφανώς εννοούν ο εναγόμενος 1) ειδοποιήθηκε επίσης διά επιστολής ημερομηνίας 27.08.2003, στην οποία και απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 10.09.
  1. Στην απαντητική τους επιστολή, οι κληθέντες προς επιδιόρθωση ανέφεραν προς τον ενάγοντα ότι ειδοποίησαν τον ενοικιαστή της κατοικίας η οποία έχρηζε επιδιορθώσεως διά επιστολής τους ημερ. 12.10.2002 όπως εγκαταλείψει αυτή και ανέμεναν να φύγει για να καταστεί δυνατή η επιδιόρθωση της. Με νέα επιστολή τους ημερ. 25.02.2004 προς τον ενάγοντα οι κληθέντες προς επιδιόρθωση ανέφεραν τα ίδια και την προθυμία τους για επιδιορθώσεις. Είναι εν γένει η θέση των εναγομένων ότι ουδέποτε έχουν ειδοποιηθεί δεόντως και προσηκόντως ως ιδιοκτήτες της οικοδομής για τις προθέσεις ή την έναρξη των επιδιορθώσεων από τον ενάγοντα. Είναι δε περαιτέρω η θέση τους ότι τελικώς και μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις οι οποίες διήρκεσαν περί τους 3-4 μήνες, κατά ή περί την 28.06.2004 και δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησαν το επίδικο ακίνητο στην εταιρεία Ροδαφνούσα Λτδ, για £89.950 ή €153.688,69 το οποίο και μετεβιβάσθηκε στην ως άνω εταιρεία κατά ή περί το τέλος Ιουλίου
  2. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των εναγομένων ότι δυνάμει του όρου 11 της ως άνω συμφωνίας ο τριτοδιάδικος συμφώνησε και ανέλαβε όπως πληρώσει τον ενάγοντα για τα πιο πάνω έξοδα. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για πρώτη φορά του ύψους του αξιουμένου ποσού με επιστολή του ενάγοντος ημερ. 06.08.2004 και απάντησαν με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 09.09.2004, παραπέμποντας τον ενάγοντα στην ως άνω τριτοδιάδικο εταιρεία. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο ενάγων γνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει περί της ως άνω πωλήσεως. Άνευ δε βλάβης των ως άνω ισχυρισμών τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι εν πάση περιπτώσει υπερβολικά και διογκωμένα και ότι μόνη υπεύθυνη και υπόχρεη προς πληρωμή είναι η ως άνω εταιρεία Ροδαφνούσα Λτδ, σε σχέση με την οποία εξέδωσαν και επέδωσαν ειδοποίηση τριτοδιαδίκου. Η τριτοδιάδικος εταιρεία καταχώρησε εμφάνιση και ακολούθησε ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εναγομένων και τριτοδιαδίκου. Με την έκθεση απαίτησης τους εναντίον του τριτοδιαδίκου οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι αμφισβητούν τις αξιώσεις του ενάγοντος για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησαν στην αγωγή και περαιτέρω αναφέρουν ότι στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε αποφασισθεί ότι είναι υπεύθυνοι προς τον ενάγοντα, αξιούν όπως αποζημιωθούν από τον τριτοδιάδικο σε σχέση με τις αξιώσεις του ενάγοντος και όπως επανακτήσουν από αυτόν το ποσό των €62.255,46 ως χρήματα οφειλόμενα υπό του τριτοδιαδίκου ή και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ημερ. 28.06.2004 μεταξύ εναγομένων και τριτοδιαδίκου ή και ως οφειλή βαρύνουσα τον τελευταίο βάσει της ως άνω συμφωνίας, πλέον έξοδα. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι ο τριτοδιάδικος γνώριζε τα πάντα σχετικά με τις επιδιορθώσεις, πλην όμως αμέλησε ή και αρνήθηκε ή και παρέλειψε να ενεργήσει δεόντως προς πληρωμή των υποχρεώσεων του προς τον ενάγοντα και τούτο κατά παράβαση της συμφωνίας του με τους εναγομένους. Ο τριτοδιάδικος καταχώρησε υπεράσπιση, την οποία στη συνέχεια και μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε όπως τροποποιήσει, αίτημα στο οποίο ο ενάγων και οι εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση. Με την υπεράσπιση του ως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.2.2016, ο τριτοδιάδικος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης που αυτοί καταχώρησαν εναντίον του, πλην αυτών τους οποίους ρητώς παραδέχεται. Συγκεκριμένα παραδέχεται ότι υπάρχει αξίωση από τον ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και περαιτέρω υιοθετεί τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην υπεράσπιση τους που αφορούν το ότι η αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει ή και να επιτύχει ως αόριστη και ελλειπής ή και ως μη δεικνύουσα οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση των εναγομένων έναντι του ενάγοντος, ενώ επίσης υιοθετεί και τους ισχυρισμούς ότι οι εναγόμενοι δεν ειδοποιήθηκαν δεόντως για τις διενεργηθείσες επιδιορθώσεις και ότι εν πάση περιπτώσει τα αξιούμενα ποσά είναι διογκωμένα ή και υπερβολικά. Περαιτέρω συμφωνεί ότι οι εναγόμενοι ήταν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι παρέμειναν ιδιοκτήτες του μέχρι και το τέλος Ιουλίου 2004 οπόταν και το μεταβίβασαν στον τριτοδιάδικο. Περαιτέρω παραδέχεται ότι υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ εναγομένων και τριτοδιαδίκου και ότι καταρτίστηκε συμφωνία κατά ή περί την 28.6.2004 για πώληση της επίδικης οικοδομής στον τριτοδιάδικο, αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων σε σχέση με τον όρο 11 της συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι ο τριτοδιάδικος υπέγραψε τη συμφωνία ημερομηνίας 28.6.2004 υπό την αίρεση και/ή βασική προϋπόθεση ότι θα τηρούντο οι συγκεκριμένοι όροι τους οποίους παραθέτει και οι οποίοι σχετίζονται με την ενημέρωση του τριτοδιαδίκου, και τούτο διότι, όπως ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι και ο δικηγόρος τους γνώριζαν ή ώφειλαν να γνωρίζουν ότι ο διευθυντής του τριτοδιαδίκου συνεχώς απουσίαζε εκτός Κύπρου και πως θα έπρεπε να γίνεται έγκαιρη και γραπτή γνωστοποίηση και ενημέρωση στον τριτοδιάδικο. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται: α) Ότι ο τριτοδιάδικος υπέγραψε συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου στις 28.6.2004 και ήταν ρητός όρος της ως άνω συμφωνίας ότι ο καθορισμός των εξόδων θα συμφωνείτο μεταξύ του Δήμου Λευκωσίας και του τριτοδιαδίκου ως αγοραστή του ακινήτου. β) Ότι ήταν περαιτέρω ρητός όρος και/ή βασική προϋπόθεση προ της υπογραφής της συμφωνίας ότι οι ιδιοκτήτες και/ή ο δικηγόρος των εναγομένων θα γνωστοποιούσαν αμέσως και/ή έγκαιρα οποιαδήποτε απαίτηση ή προσφορά από μέρους του ενάγοντος για τις σχετικές εργασίες επιδιόρθωσης και/ή αναστύλωσης του κτήματος και θα έδιναν και/ή θα απαιτούσαν από το Δήμο Λευκωσίας την παροχή λεπτομερειών της προσφοράς ή προσφορών προτού αναληφθεί οποιαδήποτε εργασία. γ) Ότι ήταν περαιτέρω ρητός όρος και/ή βασική προϋπόθεση και παράλληλη συμφωνία ότι οι εναγόμενοι και ο δικηγόρος τους θα απέστελλαν και θα κοινοποιούσαν αμέσως και/ή έγκαιρα οποιαδήποτε επιστολή ή απαίτηση για επιδιόρθωση και/ή προσφορά για επιδιόρθωση του ρηθέντος ακινήτου στον τριτοδιάδικο. δ) Ότι ήταν περαιτέρω ρητός όρος και/ή βασική προϋπόθεση της συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι θα ενεργούσαν με τη δέουσα σπουδή και/ή επιμέλεια ενημερώνοντας έγκαιρα τον τριτοδιάδικο αγοραστή για οποιαδήποτε ειδοποίηση για επιδιόρθωση ή διαβήματα από μέρους του ενάγοντος για το εν λόγω ακίνητο, αφού όλες οι ειδοποιήσεις απεστέλλοντο στους εναγόμενους ως ιδιοκτήτες του ακινήτου. Είναι δε ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας και/ή αμελώς αφού δεν γνωστοποίησαν έγκαιρα οποιαδήποτε επιστολή που καθόριζε το ποσό που ο ενάγων είχε αναφέρει για επιδιόρθωση της οικοδομής και παρέλειψαν να ζητήσουν από τον ενάγοντα λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμόν προσφορών που ο ενάγων επικαλείται για επιδιόρθωση της οικοδομής προτού αρχίσουν οι εργασίες στην οικοδομή και εν γένει είναι η θέση του ότι υπήρξε πολύ αργοπορημένη ενημέρωση όσον αφορά το θέμα απαίτησης του Δήμου από τους εναγόμενους, οι οποίοι σύμφωνα πάντα με τον τριτοδιάδικο ενήργησαν αμελώς, αφού παρέμειναν αδρανείς, αποκρύβοντας την επιστολογραφία του ενάγοντα προς αυτούς. Παραθέτει δε σχετικές λεπτομέρειες συναφείς με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του. Περαιτέρω ο τριτοδιάδικος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι έλαβαν γνώση για πρώτη φορά για την αξίωση του ενάγοντα περί τις 6.8.2000 (προφανώς εννοεί 2004) και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ενωρίτερα για την απαίτηση του Δήμου Λευκωσίας και παρέλειψαν έγκαιρα και/ή καθόλου να ενημερώσουν τον τριτοδιάδικο κατά παράβαση της συμφωνίας και αμελώς. Περαιτέρω αρνείται ότι ο ίδιος γνώριζε τα πάντα και παρέλειψε να ενεργήσει έγκαιρα και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν προς αποφυγή της ζημιάς, αφού ενώ έλαβαν γνώση μέσω επιστολών ότι υπήρξαν προσφορές, ουδέποτε ζήτησαν λεπτομέρειες γιατί αυτό δεν τους συνέφερε αφήνοντας τον τριτοδιάδικο να υποστεί τη ζημία κατά παράβαση της συμφωνίας τους για έγκαιρη και κανονική ενημέρωση. Τέλος αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων με τους οποίους οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημιά και ταλαιπωρία και ότι στην περίπτωση που θα επιδικαστεί εναντίον τους οιοδήποτε ποσό θα πρέπει να αποζημιωθούν από τον τριτοδιάδικο και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι με τις πιο πάνω παραβάσεις της συμφωνίας και/ή αμέλεια από μέρους τους, δεν δικαιούνται να αποζημιωθούν από τον τριτοδιάδικο και δεν νομιμοποιούνται και/ή εμποδίζονται να εγείρουν οποιαδήποτε αξίωση για κατ' ισχυρισμόν απώλεια και/ή ζημία. Πέραν των ανωτέρω ο τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι
(1)το Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας δεν έχει αποφασίσει περί της επικινδυνότητας της επίδικης οικοδομής επί της οδού Ιπποκράτους 59, εν τη εννοία του Άρθρου 90 του Περί Δήμων Νόμου και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου αυτού,
(2)ότι η επίδικη οικοδομή δεν ήταν επικίνδυνη,
(3)ότι ο ενάγων δεν έχει επιδώσει οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σε όλους τους νόμιμους ιδιοκτήτες και ακόμα και αν ήθελε αποδειχθεί ότι έχει σταλεί ή επιδοθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση, γεγονός που ο τριτοδιάδικος εν πάση περιπτώσει αρνείται, αυτός ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ενήργησε αυθαίρετα, λανθασμένα και χωρίς τις νόμιμες και αναγκαίες ρητές προϋποθέσεις που θέτει ο Περί Δήμων νόμος και δη το άρθρο 90, και ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι αυτές οι ειδοποιήσεις είναι εξ υπαρχής άκυρες,
(4)ότι ενώ υπήρχε πρόθεση ανάληψης του έργου από τους εναγόμενους ιδιοκτήτες μέσω επιστολών του δικηγόρου τους αυτή η παράκληση απερρίφθη και αγνοήθηκε παντελώς από τους ενάγοντες και δεν λήφθηκαν τα δέοντα μέτρα εγκαίρως και/ή καθόλου,
(5)ότι οι προτιθέμενες εργασίες δεν ήταν αναγκαίες εν όλω ή εν μέρει και/ή δεν έγιναν συμφώνως των οδηγιών της προσφοράς,
(6)ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες σχετικά με τις προσφορές και υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά παράβαση του Περί Συμβάσεων Νόμου καθώς και της σχετικής νομοθεσίας περί Προσφορών και
(7)ότι η επιλογή του τελικού εργολάβου έγινε αυθαίρετα και υπήρξε αυθαίρετη αύξηση και διόγκωση του ποσού προσφοράς και/ή του έργου. Συνακόλουθα και για όλους τους πιο πάνω λόγους ο τριτοδιάδικος αρνείται ότι οι εναγόμενοι είναι υπεύθυνοι προς τον ενάγοντα και ότι αυτοί θα δικαιούνται να αποζημιωθούν υπό του τριτοδιαδίκου για επανάκτηση του ποσού των €62,255.46 και/ή για έξοδα και/ή ότι αυτά θα βαραίνουν τον τριτοδιάδικο. Με την απάντηση στην υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου οι εναγόμενοι εμμένουν στους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους και αρνούνται τους ισχυρισμούς του τριτοδιαδίκου που δεν συνάδουν με αυτή και ιδιαίτερα αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας και επαναλαμβάνουν ότι ενήργησαν ορθά και έγκαιρα και εντός ενός των πλαισίων της συμφωνίας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο τριτοδιάδικος γνώριζε τα πάντα σχετικά με τις επιδιορθώσεις και συνεπώς κωλύεται και ή εμποδίζεται και ή παραιτήθηκε των απαράδεκτων εν πάση περιπτώσει ισχυρισμών του, οι οποίοι αποτελούν και δευτέρες σκέψεις. Περαιτέρω αναφέρουν ότι το γραφείο του τριτοδιαδίκου είναι απέναντι από την επιδιορθωθείσα οικοδομή και γνώριζε ότι ο ενάγων ξεκίνησε έργα επιδιορθώσεως της οικοδομής από τις 28.02.2004, όπως αναφέρεται και στη συμφωνία ημερ. 28.06.2004, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 11 και πάντοτε ήταν η θέση του ότι ως δικηγόροι του ενάγοντος που ήσαν, θα διευθετούσαν το θέμα των επιδιορθώσεων απ' ευθείας οι ίδιοι.
  1. Η διαδικασία Στα πλαίσια της διαδικασίας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες εκ μέρους του ενάγοντα, ήτοι η Μαρία Ιωάννου (ΜΕ1), Ελένη Πιερή (ΜΕ2) και η Μαρία Μιχαήλ (ΜΕ3), δύο μάρτυρες εκ μέρους των εναγομένων ήτοι η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου (ΜΥ1) και ο Ανδρέας Δανός (ΜΥ2), και τρεις μάρτυρες για την πλευρά του τριτοδιαδίκου, ήτοι ο Ιάκωβος Γιακουμή (ΜΤ1), ο Ρένος Μιχαηλίδης (ΜΤ2) και ο Ανδρέας Ανδρέου (ΜΤ3). Σύνοψη της μαρτυρίας ακολουθεί.
  2. Η μαρτυρία Ως πρώτη μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα (ΜΕ1) κατέθεσε η Μαρία Ιωάννου, ανώτερη Γραμματειακός Λειτουργός στην υπηρεσία του ενάγοντα η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση (βλ. Τεκμήριο 1) με την οποία αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησε ο Δήμος από τη στιγμή της κήρυξης της οικοδομής σε επικίνδυνη μέχρι τη χρέωση των εναγομένων για τα έξοδα στήριξης της. Όπως η μάρτυρας ανέφερε ο ενάγων ακολούθησε όλες τις πρόνοιες της νομοθεσίας και ενημέρωσε ανελλιπώς τους ιδιοκτήτες για κάθε ενέργεια του. Πιο συγκεκριμένα η μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 2 με το οποίο ισχυρίστηκε ότι αξιολογήθηκε η υπό αναφορά οικοδομή από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου, με εισήγηση την άμεση επιδιόρθωση της, εισήγηση με την οποία συμφώνησε ο Δημοτικός Μηχανικός και την οποία ενέκρινε ο Δήμαρχος δυνάμει εξουσιοδότησης του Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 23.3.
  3. Επίσης κατέθεσε και τις επιστολές με τις οποίες ειδοποίησαν, ως υποστήριξε, τους ιδιοκτήτες και τον ενοικιαστή (βλ. Τεκμήρια 3,4,5 αντίστοιχα - επιστολές ημερ. 12.6.03) αναφορικά με την επικινδυνότητα της οικοδομής καλώντας τους να πάρουν μέτρα προς επιδιόρθωση. Όπως ανέφερε όταν αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν απεστάλησαν νέες επιστολές με τις οποίες ενημερώνονταν ότι ο Δήμος προχώρησε στη λήψη προσφορών για την επιδιόρθωση της οικοδομής (βλ. επιστολές ημερ. 27.8.03 - Τεκμήρια 6,7,8). Όπως εξήγησε οι ίδιοι, παρ' όλο που δεν ήταν υπόχρεοι από το νόμο, ενημέρωσαν για δεύτερη φορά τους ιδιοκτήτες για σκοπούς διαφάνειας και για να δώσουν την ευκαιρία στους ιδιοκτήτες εάν ήθελαν να προχωρήσουν και να επιδιορθώσουν οι ίδιοι την οικοδομή. Ανέφερε επίσης ότι μετά την κατακύρωση της προσφοράς στον χαμηλότερο προσφοροδότη Χριστόφορος & Σιάλος Λτδ (βλ. Τεκμήριο 14), αυτός δεν μπορούσε να αναλάβει το έργο λόγω άλλων εργασιών που είχε και έτσι έγινε ξανά η διαδικασία των προσφορών και ενημερώθηκαν εκ νέου οι ιδιοκτήτες και ο ενοικιαστής (βλ. Τεκμήρια 9,10,11 -επιστολές ημερ. 16.2.04). Όταν δε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στάληκαν εκ νέου επιστολές με τις οποίες ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες και ο ενοικιαστής για τη χρέωση (βλ. Τεκμήριο 12 επιστολή ημερ. 6.8.04 και η οποία στάληκε διπλοσυστημένη στους πιο πάνω - Τεκμήριο 13). Αναφορικά με τις διαδικασίες προσφορών, αφού επανέλαβε ότι έγιναν δύο σειρές προσφορών για τους λόγους που εξήγησε, κατέθεσε τα πρακτικά της πρώτης διαδικασίας, ημερομηνίας 16.10.13, ως Τεκμήριο 14, και τα πρακτικά της συνεδρίας όπου αποφασίστηκε να δοθεί η προσφορά στο δεύτερο χαμηλότερο προσφοροδότη, λόγω του ότι ο πρώτος αρνείτο να την εκτελέσει (Τεκμήριο 15). Όπως εξήγησε δεδομένου του ότι ούτε ο δεύτερος χαμηλότερος ήταν διατεθειμένος να αναλάβει το έργο, έγινε νέα διαδικασία προσφορών όπου αποφασίστηκε τελικώς να κατακυρωθεί η προσφορά στον Ανδρόνικο Ανδρονίκου (βλ. πρακτικά ημερ. 4.3.2004 - Τεκμήριο 16). Επίσης ανέφερε ότι όταν ανέλαβε ο κ. Ανδρονίκου επειδή είχε παρέλθει αρκετός καιρός και διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν περαιτέρω εργασίες που έπρεπε να γίνουν, ο εκτελεστικός μηχανικός του ενάγοντος αποτάθηκε στο δημοτικό συμβούλιο με υπόμνημα και ζητούσε έγκριση για εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών ύψους Λ.Κ.4.500 (βλ. Τεκμήριο 17 - υπόμνημα ημερ. 2.4.04). Εξήγησε ότι εν τέλει το εν λόγω υπόμνημα εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο και κατέθεσε τα σχετικά πρακτικά ημερ. 6.5.04 ως Τεκμήριο
  4. Επίσης αναφέρθηκε και στις ενέργειες που έγιναν για να απομακρυνθεί ο ενοικιαστής και κατατέθηκε σχετικά η επιστολή ημερ. 11.3.2004 (βλ. Τεκμήριο 23). Όπως επίσης ανέφερε ο ενοικιαστής αρνείτο να φύγει και επειδή δεν υπήρχε τρόπος να εφαρμοστεί τυχόν διάταγμα που θα εξέδιδαν δυνάμει του άρθρου 15 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, εν τέλει έγιναν διευθετήσεις για να προστατευθεί ο ενοικιαστής και οι εργασίες επιδιόρθωσης έγιναν τελικώς με τον ενοικιαστή μέσα. Παρέπεμψε δε στο Τεκμήριο 24 - αντίγραφο από σχετικό φάκελο του Δήμου Λευκωσίας. Επίσης αναφέρθηκε και στην αλληλογραφία με το συνήγορο των εναγομένων όπου αναφέρθηκε στην επιστολή 10.9.03 (βλ. Τεκμήριο 19), καθώς και επιστολή ημερ.25.2.2004 από τον κ. Δανό προς τον ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 22 και την απαντητική επιστολή του ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 20 - ημερομηνίας 22.3.04). Επίσης αναφέρθηκε και στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε με τον κ. Δανό σε σχέση με την πληρωμή της δαπάνης για τη στήριξη της οικοδομής. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην επιστολή ημερ. 9.9.04 (Τεκμήριο 25) με την οποία ο κ. Δανός απαντούσε στην επιστολή του Δήμου ημερ. 6.8.04 (Τεκμήριο 12), αναφέροντας ότι η όποια δαπάνη θα έπρεπε να διεκδικηθεί από τους νέους ιδιοκτήτες Ροδαφνούσα Λτδ. Ακολούθησε επιστολή ημερ. 22.9.2004 (βλ. Τεκμήριο 26) με την οποία ο ενάγων επέμεινε ότι θα έπρεπε το ποσό να διεκδικηθεί από τους ιδιοκτήτες κατά τον ουσιώδη χρόνο κήρυξης της οικοδομής. Επίσης αναφέρθηκε και στην επιστολή του κ. Ρένου Μιχαηλίδη προς το Δήμο Λευκωσίας ημερ. 17.9.2004, με την οποία φαίνεται να αρνήθηκε την καταβολή οιουδήποτε ποσού για τους λόγους που εκεί αναφέρει (βλ. Τεκμήριο 27) και στην οποία ο ενάγων απάντησε με την επιστολή ημερ. 19.10.04 (βλ. Τεκμήριο 28) αναφέροντας ότι δεν απαιτούνται χρήματα από την εταιρεία Ροδαφνούσα Λτδ ή το Ίδρυμα Σοφία, αλλά από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής κατά το χρόνο κήρυξης της σε επικίνδυνη και κατά το χρόνο επιδιόρθωσης της. Επίσης κατατέθηκε επιστολή του κ. Ρένου Μιχαηλίδη προς το Δήμο ημερ. 18.5.2010 (βλ. Τεκμήριο 29) στην οποία ο ενάγων απάντησε με την επιστολή ημερ. 6.10.2010 (βλ. Τεκμήριο 30). Η μάρτυρας αντεξετάστηκε από το συνήγορο των εναγομένων σε σχέση με το ζήτημα της επίδοσης των επιστολών στους ιδιοκτήτες σε συνάρτηση πάντα και με τις πρόνοιες του άρθρου 90 του νόμου. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα εξώσεως προσώπων που ευρίσκονταν στην οικοδομή και κατά πόσον οι ίδιοι εξασφάλισαν τέτοιο διάταγμα προτού αρχίσουν τις εργασίες. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση της ότι υπόλογοι για πληρωμή των εξόδων είναι οι ιδιοκτήτες κατά το χρόνο κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης, για να της υποβληθεί ότι υπόχρεοι προς πληρωμή είναι οι ιδιοκτήτες κατά το χρόνο υποβολής της απαίτησης. Περαιτέρω αντεξετάστηκε σε σχέση με το γεγονός ότι η επιστολή για απαίτηση των εξόδων απεστάλη στις 6.8.04, ενώ η τελική παραλαβή του έργου φαίνεται να έγινε 1 χρόνο μετά ήτοι στις 15.04.
  5. Περαιτέρω αντεξετάστηκε σε σχέση με τη νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, επί το ότι η απόφαση δεν λήφθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά το Δήμαρχο, για να της υποβληθεί ότι οι διαδικασίες που ακολούθησαν για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης ή και οι επιδιορθώσεις ή προσφορές είναι παράτυπες επειδή δεν τηρήθηκε το άρθρο 90 του νόμου. Επίσης αντεξετάστηκε από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου όσον αφορά τη νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, αναφορικά με το γιατί δεν υποχρέωσαν τον πρώτο προσφοροδότη να εκτελέσει τις εργασίες και γιατί στον προσφοροδότη που εν τέλει προέβη στις εργασίες (Ανδρονίκου) ενέκριναν την καταβολή περαιτέρω ποσού εκ Λ.Κ. 4500, για να της υποβληθεί ότι τροχιοδρόμησαν τη διαδικασία ούτως ώστε η προσφορά εν τέλει να ανατεθεί στον Ανδρόνικο Ανδρονίκου. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τη χρέωση διοικητικών εξόδων για να της υποβληθεί ότι η χρέωση τέτοιων εξόδων ήταν αυθαίρετη και υπέρογκη. Ως δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε η Ελένη Πιερή (ΜΕ2) η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή της δήλωση Τεκμήριο 33, με την οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο Οικονομικό Τμήμα του Δήμου Λευκωσίας και συγκεκριμένα στο Λογιστήριο ως Λογιστικός Λειτουργός Α' και η ουσία της μαρτυρίας της έγκειτο στην αναφορά της ότι οι εναγόμενοι είχαν χρεωθεί με Χρεωστικό Δελτίο αρ. 6817 (βλ. Τεκμήριο 34) με το ποσό των £36.436,50 ισότιμο σήμερα σε €62.255,46 στις 06.08.2004 για εργασίες επιδιόρθωσης της επίδικης, το οποίο παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Όπως εξήγησε το ποσό αυτό αφορά σε εργασίες επιδιόρθωσης συμφώνως προσφοράς για ποσό Λ.Κ. 22490 πλέον επιπρόσθετες εργασίες Λ.Κ.4500 πλέον ΦΠΑ και διοικητικά έξοδα 20%. Σε σχέση με τη χρέωση διοικητικών εξόδων παρουσίασε και την εγκύκλιο του υπουργείου οικονομικών (βλ. Τεκμήριο 38) η οποία, ως η μάρτυρας ανέφερε, δυνάμει της παραγράφου (β) εφαρμόζεται σε Δήμους και προβλέπει την επιβολή πρόσθετης χρέωσης 25% πάνω στο κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας και ανέφερε πως σύμφωνα με αυτή την εγκύκλιο θα έπρεπε να πληρωθούν (διοικητικά) έξοδα της τάξεως του 25%, ενώ αυτοί ζήτησαν 20%. Επίσης παρουσίασε τα χειρόγραφα πρακτικά της 24.3.89 (βλ. Τεκμήριο 35) όπου αποφασίστηκε η εκχώρηση των εξουσιών κήρυξης οικοδομής επικίνδυνης στο Δήμαρχο, υπό την αίρεση να ενημερώνεται το Δημοτικό Συμβούλιο στην επόμενη συνεδρία. Αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση της ότι οι εναγόμενοι χρεώθηκαν με το ποσό του Τεκμηρίου 34 για να της υποδειχθεί ότι τα ονόματα των εναγομένων δεν είναι τα ίδια με τα ονόματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 34, αφού εναγόμενοι είναι οι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Συμεών Συμεού Καλλού, ενώ το Τεκμήριο 34 αναφέρει τα ονόματα Κώστας Συμεού και Άννα Συμεού. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι με βάση το τιμολόγιο αυτοί ήταν οι ιδιοκτήτες και πρόσθεσε πως το εν λόγω τιμόλογιο εξέδωσε η ΜΕ3 και όχι η ίδια και πως η ίδια είχε προσέλθει για να μαρτυρήσει ως προς την ύπαρξη της οφειλής. Επίσης στα πλαίσια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι το ποσό πρέπει να απαιτείται από τους ιδιοκτήτες βάσει του άρθρου 90 του Νόμου, ενώ σε υποβολή ότι κατά το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου δεν ήταν ιδιοκτήτρια ανέφερε ότι μπορεί κατά την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού τιμολογίου να μην ήταν ιδιοκτήτρια, όμως όταν άρχισαν οι εργασίες και στάληκαν οι ειδοποιήσεις, ιδιοκτήτες ήταν η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου και Κώστας Συμεού Πουργούρης. Αντεξετάστηκε από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου αναφορικά με τα διοικητικά έξοδα για να της υποβληθεί ότι το Τεκμήριο 38 δεν τους δεσμεύει, ενώ επίσης της υπεβλήθη ότι είναι παράνομος και αυθαίρετος ο υπολογισμός 20% επί του ποσού της χρέωσης ως διοικητικά έξοδα και ότι δεν δικαιούται στο ποσό αυτό ο Δήμος και πως παράνομα το χρέωσε και πως δεν επιδιόρθωσε ο Δήμος το υποστατικό, θέσεις με τις οποίες η μάρτυρας διαφώνησε. Σε περαιτέρω υποβολή ότι όλο το ποσό είναι αυθαίρετο διότι δεν τηρήθηκαν οι σωστές διαδικασίες προσφορών, ανέφερε ότι αυτό δεν είναι ζήτημα δικής της αρμοδιότητας για να απαντήσει. Ως τρίτη μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα (ΜΕ3) κατέθεσε η Μαρία Μιχαήλ η οποία υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση Τεκμήριο
  6. Με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ενέργειες του Δήμου από την ημέρα κήρυξης της οικοδομής των εναγόμενων ως επικίνδυνης μέχρι την ημέρα ολοκλήρωσης των εργασιών στήριξης της οικοδομής και αποπληρωμής του εργολάβου, και υποστήριξε ότι ακολουθήθηκαν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες που απαιτούνται με βάση το Νόμο. Ως συγκεκριμένα ανέφερε στις 5.6.2003 η οικοδομή κηρύχθηκε επικίνδυνη (βλ. Τεκμήριο 40). Όπως εξήγησε το Τεκμήριο 40 είναι το τυπικό έγγραφο το οποίο συμπληρώνεται από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Λευκωσίας στις περιπτώσεις που εντοπίζονται επικίνδυνες ή ετοιμόρροπες οικοδομές με σκοπό την αξιολόγηση τους και αναφέρονται όλα τα τεχνικά στοιχεία της οικοδομής, τα ονόματα με τα οποία σχετίζεται κλπ και επεξήγησε το λόγο για τον οποίο ως ιδιοκτήτες δεν αναφέρονται οι πραγματικοί ιδιοκτήτες που είναι οι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Καλλού Συμεού, αλλά οι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Άννα Συμεού Κωνσταντίνου που είναι τα παιδιά της. Ως ανέφερε το εν λόγω έγγραφο υπογράφεται από τον τότε εκτελεστικό μηχανικό και την ίδια ως τεχνικό βοηθό, που ήταν τότε. Ακολούθως το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τον τότε δημοτικό μηχανικό Φαίδωνα Νικολάου και στάληκε στο Δήμαρχο (Μ. Ζαμπέλα) για έγκριση. Όπως περαιτέρω εξήγησε η μάρτυρας στις 12.6.2003 ετοιμάστηκε επιστολή από το Δήμο προς τους ιδιοκτήτες και τον ενοικιαστή, για ενημέρωση τους και παράκληση για συμμόρφωση (βλ. Τεκμήριο 44). Δεν υπήρξε όμως ανταπόκριση από τους ιδιοκτήτες και ο Δήμος προχώρησε στην ετοιμασία τεχνικών όρων και περιγραφής εργασιών τους οποίους η μάρτυρας επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 43 και οι οποίοι ως ανέφερε ετοιμάστηκαν από την τεχνική υπηρεσία του Δήμου με σκοπό τη ζήτηση προσφορών για την επιδιόρθωση στήριξη και αποκατάσταση των επικίνδυνων τμημάτων της οικοδομής. Ως προς τη διαδικασία των προσφορών ανέφερε ότι λόγω του ότι οι ιδιοκτήτες δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του Δήμου, ο τελευταίος προχώρησε στη ζήτηση 4 προσφορών, οι οποίες παραλήφθηκαν από τον τότε εκτελεστικό μηχανικό κ. Λαζάρου στις 8.8.03 ο οποίος τις έστειλε στο δημοτικό μηχανικό για ενημέρωση, ο τότε δημοτικός μηχανικός στο γραμματέα ο οποίος με τη σειρά του τις έστειλε στην επιτροπή προσφορών για να ανοικτούν. Η επιτροπή προσφορών αφού άνοιξε τις 4 προσφορές (βλ. Τεκμήριο 45) στις 27.8.03 τις έστειλε στο Δημοτικό μηχανικό ο οποίος τις έστειλε στον εκτελεστικό μηχανικό για αξιολόγηση. Μέχρι τότε οι ιδιοκτήτες δεν είχαν συμμορφωθεί. Οι ιδιοκτήτες ως ανέφερε ενημερώθηκαν με επιστολή ημερ. 27.8.03 για την λήψη των 4 προσφορών, ενώ παράλληλα καλούνταν να ανταποκριθούν άμεσα αλλιώς ο Δήμος θα ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει στην εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών χρεώνοντας τους με όλα τα έξοδα επιδιόρθωσης πλέον Φ.Π.Α και διοικητικά έξοδα (βλ. Τεκμήριο 46). Κατέθεσε το Τεκμήριο 47 και εξήγησε ότι με αυτό φαίνεται ότι έγινε αξιολόγηση των προσφορών στις 11.9.03 από τον εκτελεστικό μηχανικό και επίσης ανέφερε ότι αυτό στάληκε στη συνέχεια στην επιτροπή προσφορών με την εισήγηση για κατακύρωση στον χαμηλότερο προσφοροδότη που ήταν ο Χριστόφορος & Σιάλος Λτδ, με ποσό προσφοράς £20,710 (χωρίς το Φ.Π.Α.), ως η πλέον συμφέρουσα προσφορά. Η ενδεικτική εκτίμηση της Τεχνικής Υπηρεσία για το κόστος των εργασιών ήταν £27,500 περίπου (χωρίς το Φ.Π.Α). Το Δημοτικό Συμβούλιο στις 16.10.2003 προχώρησε στην έγκριση κατακύρωσης της προσφοράς στον Εργολάβο Χριστόφορος & Σιάλος Λτδ για το ποσό των £20,710 (πλέον Φ.Π.Α) ενημερώνοντας τον ίδιο με επιστολή ημερ. 21.10.2003 (βλ. Τεκμήριο 48). Ο προσφοροδότης Χριστόφορος & Σιάλος Λτδ δεν αποδέχτηκε την κατακύρωση γιατί είχε ήδη αναλάβει την εκτέλεση άλλων μεγάλων έργων και αδυνατούσε να αναλάβει και αυτή την εργασία. Έγινε εισήγηση από την Τεχνική Υπηρεσία στην επιτροπή προσφορών για κατακύρωση της προσφοράς στον αμέσως επόμενο προσφοροδότη, τον Chr. Zannetos Construction Ltd, με ποσό προσφοράς £25,708 χωρίς το Φ.Π.Α (βλ. Τεκμήριο 49) τονίζοντας πώς η κατάσταση της οικοδομής χειροτέρευε με άμεσο τον κίνδυνο κατάρρευσης της. Στις 21.11.2003 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την προσφορά του εργολάβου Chr. Zanetos Construction Ltd, με ποσό προσφοράς £25,708 πλέον Φ.Π.Α. Ο εργολάβος ενημερώθηκε για την κατακύρωση της προσφοράς με επιστολή ημερομηνίας 25.11.2003 (βλ. Τεκμήριο 50). Ο εργολάβος Chr. Zannetos Construction Ltd, με επιστολή του, ημερομηνίας 12/12/2003 απαιτούσε επιπλέον ποσό £10.000 (πλέον Φ.Π.Α), από το αρχικό ποσό, λόγω νέων δεδομένων που προέκυψαν και συγκεκριμένα λόγω του ότι οι συνθήκες εργασίας και η κατάσταση της οικοδομής είχε χειροτερέψει και το Υπουργείο Εργασίας απαιτούσε συμμόρφωση, σε νέα αυξημένα μέτρα που αφορούσαν τον περί ασφάλειας των εργοταξίων νόμο. Τότε αποφασίστηκε να ζητηθούν νέες προσφορές (βλ. Τεκμήριο 51). Η Τεχνική Υπηρεσία προχώρησε στη λήψη δύο νέων προσφορών στις 29.1.2004 τις οποίες έθεσε ενώπιον της Επιτροπής Προσφορών. Ακολούθως στάληκαν από το Συμβούλιο Προσφορών, στην Τεχνική Υπηρεσία για αξιολόγηση. Έγινε η αξιολόγηση από τον Εκτελεστικό Μηχανικό και στάληκε στην Επιτροπή Προσφορών, στις 12.2.2004, με εισήγηση για κατακύρωση στον χαμηλότερο προσφοροδότη, Ανδρόνικο Ανδρόνικου, με ποσό προσφοράς £22,490 (χωρίς το Φ.Π.Α) ως η πλέον συμφέρουσα προσφορά (Τεκμήριο 52). Οι προσφορές κυμαίνονταν μεταξύ των £22,490 και £24,170 (πλέον Φ.Π.Α). Οι ιδιοκτήτες με επιστολή ημερομηνίας 25.2.2004, ενημερώθηκαν από το Δήμο για τη λήψη των δύο νέων προσφορών όπου τονίζετο για ακόμα μία φορά η σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης που επικρατούσε στην οικοδομή. Στις 4.3.2004 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την προσφορά του Ανδρόνικου Ανδρόνικου με ποσό προσφοράς £22,490 (πλέον Φ.Π.Α). Ο Εργολάβος ενημερώθηκε για την κατακύρωση της προσφοράς με επιστολή ημερομηνίας 9.3.2004 (βλ. Τεκμήριο 54). Οι εργασίες άρχισαν στις 10.3.2004 με ευθύνη επίβλεψης της Τεχνικής Υπηρεσίας. Αμέσως μετά προέκυψαν νέες εργασίες λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στη διαδικασία κατακύρωσης της προσφοράς, η οποία επιδείνωσε σοβαρά την επικινδυνότητα της οικοδομής. Απαιτήθηκαν επιπρόσθετες εργασίες από τον εργολάβο ο οποίος ανάλαβε να τις εκτελέσει έναντι του ποσού των £4,500 (πλέον Φ.Π.Α). (βλ. Τεκμήριο 57). Στάληκε στην επιτροπή προσφορών για έγκριση. Στις 6.5.2004 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε το επιπλέον ποσό των £4,500 (πλέον Φ.Π.Α) του εργολάβου Ανδρόνικου Ανδρονίκου ο οποίος και ενημερώθηκε στις 17.5.2004 (βλ. Τεκμήριο 58). Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανονικά και ολοκληρώθηκαν με προσωρινή παραλαβή εργασιών στις 15.6.2004 και τελική παραλαβή εργασιών στις 15.4.2005 και εκδόθηκαν σχετικές εντολές πληρωμής. Το τελικό κόστος εργασιών στήριξης και επιδιόρθωσης της οικοδομής ανήλθε στις £26,990 (πλέον το Φ.Π.Α.) (βλ. Τεκμήριο 59). Επίσης κατέθεσε και περιέγραψε και τις φωτογραφίες Τεκμήριο
  7. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τη νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η απόφαση λήφθηκε από το Δήμαρχο και όχι το Δημοτικό Συμβούλιο, όπου η μάρτυρας αναφέρθηκε στην εκχώρηση των σχετικών εξουσιών που είχε προηγηθεί για να της υποβληθεί ότι ο νόμος δεν επιτρέπει την εκχώρηση της εν λόγω εξουσίας. Επίσης αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της απόφασης και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν ακολουθήθηκε η σειρά που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, αφού ο Δήμαρχος φέρεται στο εν λόγω τεκμήριο να έδωσε την έγκριση του στις 4.6.03 και προτού ο δημοτικός μηχανικός, ο οποίος φέρεται να υπέγραψε στις 5.6.03, γνωματεύσει. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το γεγονός ότι οι επιστολές δεν απεστάλησαν στους ιδιοκτήτες, αφού η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτρια, όπου επανέλαβε τις θέσεις που προώθησε κατά την κυρίως εξέταση ως προς το γιατί απέστειλαν τις επιστολές στον εναγόμενο 1 και στην Άννα Συμεού Κωνσταντίνου. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τον ενοικιαστή για να της υποβληθεί ότι θα έπρεπε να είχε εκδοθεί διάταγμα εξώσεως του πριν τις εργασίες, όπου η μάρτυρας υποστήριξε δεν είχε εγκαταλείψει το υποστατικό, αλλά το χρησιμοποιούσε μετά από συνεννόηση μαζί τους όταν και εφόσον οι συνθήκες των εργασιών το επέτρεπαν και πως η συνεργασία μαζί του ήταν άψογη για να της υποβληθεί ότι η θέση της αυτή δεν συνάδει ούτε με το Τεκμήριο 23, αλλά ούτε και με τις θέσεις των λοιπών μαρτύρων από τη μαρτυρία των οποίων διαφάνηκε ότι προσπαθούσαν πολύ καιρό να δουν τι θα κάνουν και πώς θα βγάλουν ένταλμα απομάκρυνσης του, διότι δεν συνεργαζόταν. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 56 για να της υποβληθεί ότι λήφθηκαν αφότου άρχισαν οι εργασίες και κατατέθηκαν με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να πειστεί ότι η οικοδομή ήταν επικίνδυνη, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Επίσης της τέθηκε ότι η οικοδομή δεν ήταν στην κατάσταση που ανέφερε και πως αυτός ήταν και ο λόγος που ο ενοικιαστής συνέχισε να ευρίσκεται εκεί και να δουλεύει, όπου ανέφερε ότι από τη στιγμή που άρχισαν τις εργασίες ο ενοικιαστής δεν εργαζόταν όταν οι συνθήκες για αυτόν δεν ήταν ασφαλείς. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ. 1800 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 43, όπου αναφέρε ότι αυτό αφορά επιπλέον εργασίες που μπορεί να προκύψουν, ενώ αντεξετάστηκε ως προς το γιατί ήταν αναγκαίο να απαιτηθεί επιπλέον ποσό Λ.Κ.4500, αφού υπήρχε πρόνοια για επιπλέον εργασίες ύψους Λ.Κ.
  8. Αντεξετάστηκε επίσης από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου σε σχέση με το ζήτημα της εκχώρησης των εξουσιών στο Δήμαρχο όπου η μάρτυρας παρέπεμψε στο Τεκμήριο
  9. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το ζήτημα της μη ενημέρωσης της εναγόμενης 2 καθώς και σε σχέση με το ζήτημα της επικινδυνότητας της οικοδομής για να της υποβληθεί ότι η οικοδομή δεν ήταν επικίνδυνη, εξου και δεν έγινε έξωση του ενοικιαστή. Σε υποβολή ότι τα ποσά που πληρώθηκαν είναι υπέρογκα διότι ο κ. Ρένος Μιχαηλίδης χρειάστηκε να πληρώσει «€25000 σχεδόν €27000» για να κάνει όλα αυτά που η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι έκαναν, όπου η μάρτυρας του ανέφερε ότι οι εργασίες που διενεργήθηκαν από τον κ. Μιχαηλίδη αφορούσαν καινούρια επικινδυνότητα στην οικοδομή στην οποία αναφέρθηκε συγκεκριμένα. Επίσης αντεξέταστηκε σε σχέση με το ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία προσφορών, όπου ανέφερε ότι τότε δεν ήταν υποχρεωμένοι από τη νομοθεσία να δημοσιεύουν και τότε δεν υπήρχαν πολλοί που είχαν την τεχνογνωσία να επιδιορθώσουν επικίνδυνες οικοδομές και έτσι αποτάθηκαν σε καποιους που γνώριζαν ότι είχαν την τεχνογνωσία. Σε υποβολή ότι χρησιμοποιούν πολύ τακτικά τον κ. Ανδρονίκου, ανέφερε ότι οι εργασίες που κάνει ο Δήμος είναι με προσφορές και ανοίγονται και κατακυρώνονται στον χαμηλότερο. Σε υποβολή ότι ανέθεσαν την εργασία στον Ανδρονίκου επειδή «τους κάνει δουλειές», ανέφερε ότι εκείνη τη φορά ήταν η πρώτη συνεργασία που είχαν. Ως πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) κατέθεσε η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου, η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή δήλωση Τεκμήριο
  10. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι είναι αδελφή του εναγόμενου 1 και κόρη της εναγόμενης
  11. Σε σχέση με την παρούσα αγωγή ήταν η θέση της ότι το μοναδικό έγγραφο για το οποίο έλαβε γνώση κατόπιν υπογραφής του συζύγου της, χωρίς όμως να είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ήταν στις 17.08.2004 και αφορούσε το χρεωστικό δελτίο των εναγόντων (Τεκμήριο 34) το οποίο βρισκόταν μέσα στον συστημένο φάκελο του Δήμου Λευκωσίας. Όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν έλαβε προσωπική γνώση για την επικινδυνότητα της οικοδομής από τον ενάγοντα, αλλά και ούτε επικοινώνησε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του ενάγοντα μαζί της για το θέμα αυτό. Όπως περαιτέρω ανέφερε επικαλούμενη και το Τεκμήριο 41 είχε μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς το μερίδιο της στην εναγόμενη 2 στις 11.11.94 και δεν είχε οποιαδήποτε δικαιοδοσία ή και εξουσιοδότηση να λαμβάνει ή να εκπροσωπεί την εναγόμενη 2 σε σχέση με την περιουσία της. Πέραν των πιο πάνω της υπεδείχθη το Τεκμήριο 13 όπου αναγνώρισε την υπογραφή του συζύγου της. Επίσης της υπεδείχθη το Τεκμήριο 7 όπου και πάλι ερωτήθηκε εάν εκείνη είναι η υπογραφή της όπου ανέφερε ότι δεν είναι. Αντεξετασθείσα από το συνήγορο του ενάγοντα ανέφερε ότι έλαβε γνώση για το τιμολόγιο το οποίο παρέλαβε ο σύζυγος της, αλλά δεν έκανε οτιδήποτε επειδή δεν την αφορούσε. Ερωτηθείσα αν η μητέρα της ενημερώθηκε για το χρεωστικό δελτίο ανέφερε ότι η ίδια δεν την ενημέρωσε. Ερωτηθείσα εάν μιλούν με την μητέρα της ανέφερε ότι μιλούν, αλλά όχι για τέτοιο ζήτημα. Σε ερώτηση αν γνωρίζει τη Μαρία Μιχαήλ ανέφερε ότι δεν ξανάκουσε το όνομα αυτό. Σε υποβολή ότι μίλησε με την ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν έχει μιλήσει διότι δεν θυμάται καν το όνομα και επέμεινε ότι αν μιλούσε θα θυμόταν τουλάχιστον το όνομα και υποστήριξε πως δεν υπήρχε ούτε λόγος να μιλήσει για οτιδήποτε, αφού δεν της ανήκε η συγκεκριμένη περιουσία. Της υπεδείχθη το Τεκμήριο 4 όπου ανέφερε ότι δεν είναι η υπογραφή της. Ερωτηθείσα ποιου υπογραφή είναι ανέφερε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει, αλλά πάντως απέκλεισε το να είναι του συζύγου της. Ανέφερε επίσης ότι ούτε στο Τεκμήριο 6 είναι η υπογραφή της και υποστήριξε ότι δεν παρέλαβε την εν λόγω επιστολή. Σε υποβολή ότι ήταν εις γνώση της οι επιστολές αυτές και ενημέρωσε και τη μητέρα της διαφώνησε. Ερωτηθείσα αν γνώριζε ότι η οικοδομή αυτή ήταν επικίνδυνη, ανέφερε ότι όταν η ίδια ήταν ιδιοκτήτρια δεν ήταν επικίνδυνη, και ότι μετά που τη μεταβίβασε δεν γνώριζε αν ήταν επικίνδυνη επειδή δεν είναι ειδικός. Ερωτηθείσα αν μιλά με τον αδελφό της απάντησε ότι μιλά, αλλά δεν της είχε πει ποτέ κάτι για την επίδικη οικοδομή διότι ως υποστήριξε τα περιουσιακά του ο καθένας τα χειρίζεται μόνος του και δεν συζητούν αυτά τα θέματα. Ως δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ2) κατέθεσε ο Ανδρέας Γ. Δανός ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 62 με την οποία ανέφερε ότι από τον Οκτώβριο του 1969 μέχρι την 28.02.2009 ήταν δικηγόρος ασκών το επάγγελμα, ενώ πλέον προσφέρει τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος στο γραφείο Ανδρέας Γ. Δανός & Σία. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπεγράφη το Τεκμήριο 63 και προώθησε τη θέση ότι ο Ρένος Μιχαηλίδης γνώριζε ότι ο Δήμος Λευκωσίας ζητούσε να γίνουν επιδιορθώσεις του κτήματος των εναγομένων και ότι άρχισαν οι επιδιορθώσεις περί την 28.02.2004 πράγμα που όπως υποστήριξε φαίνεται και από τον όρο 11 της συμφωνίας. Επίσης αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες περιλήφθηκε ο όρος 11 και ανέφερε ότι εν τέλει το πωλητήριο έγγραφο συνετάχθη από τον Ρένο Μιχαηλίδη και αναφέρθηκε στις μόνες προσθήκες που εισηγήθηκε ο ίδιος. Ήταν επίσης η θέση του ότι είχε πολλές φορές συνομιλία με τον Ρένο Μιχαηλίδη ο οποίος πάντοτε του έλεγε ότι θα τα κανονίσει με το Δήμο Λευκωσίας. Υποστήριξε δε ότι καμία ενέργεια εκ μέρους του ή των εναγομένων δεν έγινε προς τον Δήμο Λευκωσίας για τον καθορισμό των εξόδων επιδιόρθωσης, αφού τα ανέλαβε ο τριτοδιάδικος, στο όνομα του οποίου το πωληθέν κτήμα μεταβιβάστηκε στις 9.8.
  12. Όπως επίσης ανέφερε οι εναγόμενοι δια επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 09.09.2004 απάντησαν στον ενάγοντα και τον παρέπεμψαν στον τριτοδιάδικο και η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε και στο δικηγόρο του τριτοδιαδίκου. Αντεξετασθείς από το συνήγορο του ενάγοντα ανέφερε ότι οι εναγόμενοι έχουν πληρωθεί το τίμημα πώλησης από τον αγοραστή εξου και το μεταβίβασαν στην τριτοδιάδικο εταιρεία στις 9.8.
  13. Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε επίσης από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου σε σχέση με τις θέσεις του τελευταίου ότι το Τεκμήριο 63 δεν αποτελούσε όλη την μεταξύ των μερών συμφωνία ή και ότι υπήρχε και άλλη συμφωνία με το ΜΥ2, θέσεις με τις οποίες ο ΜΥ2 διαφώνησε κατηγορηματικά, ενώ απέρριψε και τη θέση ότι ήταν βασική προϋπόθεση υπογραφής της συμφωνίας ότι θα τον ενημέρωνε για οποιαδήποτε αλληλογραφία ερχόταν από το Δήμο προς τους ιδιοκτήτες και ανέφερε ότι οι υποχρεώσεις των μερών φαίνονται στο Τεκμήριο
  14. Εν πάση περιπτώσει υποστήριξε ότι διαβίβαζε στον κ. Μιχαηλίδη ό,τι επιστολές περιέρχοντο στην αντίληψη του από συναδελφική αλληλεγγύη και μόνο. Επίσης ανέφερε ότι ο κ. Ρ. Μιχαηλίδης είναι δικηγόρος με πείρα όπως και ο πατέρας του και θα μπορούσαν εάν ήθελαν να εισαγάγουν οποιουσδήποτε όρους ήθελαν στο πωλητήριο έγγραφο. Επίσης του υπεβλήθη ότι για να δεχθεί να υπογράψει ο κ. Μιχαηλίδης (ΜΤ2) τη συμφωνία με τον όρο 11, ο ίδιος ο (ΜΥ2) του υποσχέθηκε ότι θα ενημερωνόταν τάχιστα διότι στόχος του ΜΤ2 ήταν να το φτιάξει ο ίδιος και να αποφύγει τις υπερτιμολογήσεις και να προλάβει τις προσφορές, θέση με την οποία διαφώνησε και υποστήριξε ότι ο κ. Μιχαηλίδης γνώριζε για τις επιδιορθώσεις, αφού διεξάγονταν απέναντι από το γραφείο του και επίσης αναφέρονταν και στη συμφωνία που υπέγραψε από την οποία ήταν σαφές (βλ. όρο 11) ότι οι εργασίες είχαν ήδη αρχίσει και συνεχίζονταν και επομένως οι προσφορές ήταν αντιληπτό και λογικό ότι θα είχαν ήδη δοθεί. Επίσης του υπεβλήθη ότι ότι λόγω των δικών του λαθών υπέστη τεράστια ζημιά η τριτοδιάδικος εταιρεία, θέση με την οποία διαφώνησε και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν καν μέρος στη συμφωνία Τεκμήριο 63 και πως ο διευθυντής της τριτοδιαδίκου εταιρείας γνώριζε ούτως ή άλλως τα πάντα και τόνισε πως με μια επίσκεψη στο Δήμο Λευκωσίας μετά τις 28.6.04 θα μπορούσε συζητήσει μαζί τους για το θέμα των επιδιορθώσεων κάτι που δεν έπραξε εξ ου και έχει κινηθεί η αγωγή. Ως πρώτος μάρτυρας για τον τριτοδιάδικο (ΜΤ1) κατέθεσε ο Ιάκωβος Γιακουμή ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο
  15. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα από το έτος
  16. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειτο στο ότι γύρω στο 2007 ο κ. Μιχαηλίδης του ζήτησε να ετοιμάσει προσφορά για επιδιόρθωση της επίδικης οικοδομή, πράγμα το οποίο έπραξε υποβάλλοντας σχετική προσφορά εκ μέρους της εταιρείας Depcon Construction Ltd (βλ. Τεκμήριο 68), η οποία μετά από συμφωνία μειώθηκε στο ποσό των €17,000 πλέον Φ.Π.Α. Αναφέρθηκε στις εργασίες που απαιτείτο να εκτελεστούν και όπως ανέφερε προτού αναλάβει αυτή την εργασία πήγε στο Δήμο Λευκωσίας και ρώτησε για να του συστήσουν κάποιους εργολάβους για να συζητήσουν και να δουλέψουν μαζί και ο Δήμος τότε τους είχε συστήσει τον κ. Ανδρόνικου με τον οποίο τελικά συνεργάστηκε (βλ. Τεκμήριο 69) και τον οποίο πλήρωσε. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Δήμος και οι Τεχνικοί του δεν του αποκάλυψαν ποτέ ούτε του ανάφεραν ποτέ ότι ο κ. Ανδρόνικου ήταν αυτός ο οποίος επιδιόρθωσε το κτίριο προηγουμένως και περαιτέρω ήταν η θέση του πως ούτε ο ίδιος ο κ. Ανδρόνικου που δούλευαν μαζί, του είπε ποτέ ή κατά τη διάρκεια των εργασιών ότι είχε ο ίδιος προβεί σε επιδιόρθωση του κτιρίου αυτού προηγουμένως, πράγμα το οποίο όπως ανέφερε έμαθε πρόσφατα. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι οι εργασίες που ανέλαβε να κάνει αφορούσαν συγκεκριμένο πρόβλημα και δή την αποκόλληση μεταξύ δύο τοίχων λόγω καθίζησης στα θεμέλια στη γωνιά του κτιρίου και δεν ασχολήθηκαν με οτιδήποτε άλλο. Επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν η πρώτη δουλειά που έγινε με οδηγίες του Δήμου για τη στήριξη του κτιρίου από τον κ. Ανδρονίκου, «δεν ήταν καλή δουλειά», ούτε μπορούσε να κρίνει τη δουλειά του συναδέλφου του, ούτε γνώριζε τι θα έπρεπε να είχε κάνει αυτός. Επίσης ήταν η θέση του ότι το εάν κάποιες εργασίες είχαν γίνει προηγουμένως δεν μπορεί να το διαπιστώσει τώρα, διότι κατά τη διάρκεια που συνέβαιναν τα γεγονότα, δεν είχε υπόψιν του τι προηγήθηκε για να κρίνει. Επίσης ερωτηθείς εάν πράγματι δεν του είχε αναφέρει ο κ. Ανδρονίκου ότι είχε εκτελέσει προηγουμένως προσφορά για το Δήμο, ανέφερε ότι απ' ότι θυμάται δεν του είχε αναφέρει κάτι, για να προσθέσει όμως πως τα γεγονότα έγιναν πολλά χρόνια προηγουμένως και δεν μπορεί να πει κάτι το οποίο δεν θυμάται. Ερωτηθείς πως είναι δυνατόν εφόσον έγιναν οι επιδιορθώσεις προηγουμένως από τον κ. Ανδρονίκου να ξαναγίνουν οι ίδιες, ανέφερε πως απ' ότι αντιλαμβάνεται διαβάζοντας την προσφορά που έδωσε ο κ. Ανδρονίκου στο Δήμο Λευκωσίας, η προσφορά εκείνη περιλάμβανε και αρκετά άλλα πράγματα και όχι μόνο την εργασία που είχε εκτελέσει σύμφωνα με το Τεκμήριο 68 και επανέλαβε ότι η δική του προσφορά αφορούσε συγκεκριμένο κομμάτι της οικοδομής. Ως δεύτερος μάρτυρας για τον τριτοδιάδικο (ΜΤ2) κατέθεσε ο Ρένος Κ. Μιχαηλίδης, ο οποίος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 70 στην οποία ανέφερε ότι είναι δικηγόρος και διευθυντής της τριτοδιαδίκου εταιρείας. Ο εν λόγω μάρτυρας πέραν του ότι επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου, αμφισβήτησε το εύρος και τη σοβαρότητα των εργασίων που εκτελέστηκαν, διερωτώμενος πώς όταν δήθεν γινόντουσαν τόσο σοβαρές εργασίες αναστήλωσης εντός του δήθεν επικίνδυνου υποστατικού, ο υφιστάμενος ενοικιαστής του, εργαζόταν κανονικά στο εν λόγω υποστατικό ως ξυλουργός, ενώ δεν υπήρχαν σκαλωσιές ή άλλες εξωτερικές προφυλάξεις εξ όσων θυμόταν. Περαιτέρω προέβαλε τη θέση ότι ο κ. Δανός του είχε αναφέρει ότι επρόκειτο για μικροεργασίες και ότι εάν θα υπήρχε κάποια χρέωση θα έπρεπε να την αναλάβει η αγοράστρια (τριτοδιάδικος) εταιρεία. Ο ίδιος, όπως υποστήριξε, αρνήθηκε αλλά κατόπιν διαβεβαιώσεως του κ. Δανού ότι επρόκειτο για μικροεργασίες και ότι θα μπορούσαν από κοινού με μεσολάβηση στο Δήμο Λευκωσίας να επιτύχουν να μην επιβληθεί μεγάλο ποσό στους πελάτες του κ. Δανού (εναγόμενους), έπεισε την εταιρεία να αγοράσει το ακίνητο με τον σχετικό όρο για ευθύνη του τριτοδιάδικου, ο οποίος όμως ήταν και αόριστος και γενικός και ανταποκρινόταν, όπως υποστήριξε σε ένα ελάχιστο τυπικό ποσό, στην χειρότερη περίπτωση για την τριτοδιάδικο εταιρεία. Ήταν επίσης η θέση του ότι είχε λάβει πριν την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, διαβεβαίωση από τον κ. Δανό ότι θα του κοινοποιούσε οποιεσδήποτε πληροφορίες έπαιρναν οι ιδιοκτήτες από το Δήμο Λευκωσίας, και αυτός ήταν ο λόγος που εισήχθη η επιφύλαξη «νοείται ότι θα συμφωνηθεί το ποσό με τον Δήμο», αφού το ποσό θα ήταν αμελητέο όπως είχε υποσχεθεί ο δικηγόρος τους ο κ. Δανός. Όλα τα πιο πάνω υποστήριξε ότι ήταν ουσιώδεις προϋποθέσεις για την υπογραφή της συμφωνίας και παρά ταύτα καμιά ειδοποίηση ή ένδειξη προσφοράς υπήρχε ή εδόθη στην τριτοδιάδικο εταιρεία, η οποία έμαθε πολύ αργότερα και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων το πραγματικό ποσό που αξιούσε ο Δήμος Λευκωσίας. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες του μετά που πληφοροφήθηκε το ποσό που ζητούσε ο Δήμος για να διευθετήσει την υπόθεση με ένα τυπικό λογικό ποσό, πλην όμως ως ανέφερε ο Δήμος δεν συμβίβαζε την υπόθεση γιατί είχαν χρεωθεί υπέρογκα ποσά στα ταμεία του Δήμου για τις δήθεν επιδιορθώσεις, τα οποία έπρεπε να δικαιολογηθούν και γι' αυτό ήγειραν την αγωγή εναντίων δύο πάμφτωχων ιδιοκτητών, επιβάλλοντας ένα υπέρογκο ποσό για εργασίες που είναι αμφίβολο ότι έγιναν ή ότι είχαν το ισχυριζόμενο εύρος και έκταση. Επίσης με τη μαρτυρία του έκανε αναφορά σε σκευωρίες του Δήμου σε σχέση με τις διατηρητέες οικοδομές στην Λευκωσία, οι οποίες επιλεκτικά κηρύσσονται ετοιμόρροπες οικοδομές εφόσον ανήκουν σε ιδιοκτήτες που αδυνατούν από οικονομικής απόψεως να επιδιορθώσουν την οικοδομή αφότου ειδοποιηθούν και χρησιμοποιούνται πάντα οι ίδιοι συγκεκριμένοι υπεργολάβοι χρεώνοντας υπέρογκα ποσά, τα οποία επειδή στο τέλος δεν μπορούν να ανακτηθούν, διαγράφονται. Περαιτέρω ανέφερε ότι λόγω παράνομης αδειοδότησης από το Δήμο Λευκωσίας σε γειτνιάζον οικόπεδο με το επίδικο ακίνητο, τοποθετήθηκαν αυτόματοι πωλητές νερού οι οποίοι διάβρωσαν τα θεμέλια και χρειάστηκαν εργασίες υποστύλωσης και ανακαίνισης πολύ μεγαλύτερης των εργασιών που υποτίθεται ότι εκτέλεσε ο εργολάβος του Δήμου Λευκωσίας και ο ίδιος διόρισε ως εργολάβο την Depcon Constructions Ltd, με την οποία είχε συνεργασία, η οποία εν αγνοία της διόρισε τον εργολάβο που υποτίθεται ότι έκανε τις επίδικες εργασίες την πρώτη φορά, ήτοι τον κ. Ανδρονίκου, ως εκτελεστικό της υπεργολάβο. Όπως ανέφερε τρία χρόνια μετά τις υποτιθέμενες εργασίες για τις οποίες ηγέρθη η παρούσα αγωγή, έγιναν περισσότερες εργασίες και το ύψος τους ήταν €17.000 πλέον ΦΠΑ συμπεριλαμβανομένου του κέρδους του δικού του εργολάβου. Εν γένει ήταν η θέση του ότι η αγωγή είναι καταχρηστική, γενική, αόριστη και αφορά εργασίες που δεν έγιναν ή που είναι πολύ μικρότερης έκτασης και σίγουρα πολύ μικρότερου κόστους (κάτω των €15.000). Η δε υποχρέωση του τριτοδιάδικου δυνάμει του όρου του συμβολαίου αγοράς του εν λόγω υποστατικού, ήταν για ένα ελάχιστο τυπικό ποσό, όχι για το ποσό που διεκδικείται με την αγωγή. Ως τρίτος μάρτυρας για τον τριτοδιάδικο (ΜΤ3) κατέθεσε ο Ανδρέας Ανδρέου ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση (βλ. Τεκμήριο 72). Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας (πολιτικός μηχανικός και επιβλέπων μηχανικός οικιστικών έργων), αφού αναφέρθηκε στην κατάρτιση και εμπειρία του αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται σε εργοτάξια γενικά, αλλά και ιδιαίτερα εκεί όπου μια οικοδομή κρίνεται επικίνδυνη και λαμβάνονται μέτρα για επιδιόρθωση της. Ειδικότερα επικεντρώθηκε στο ζήτημα της παραμονής προσώπων στην οικοδομή κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, προσέγγιση την οποία απέρριψε κατηγορηματικά. Αναφέρθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου σύμφωνα με τη μαρτυρία ο ενοικιαστής δεν εγκατέλειψε ολότελα την οικοδομή κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, για να διερωτηθεί κατά πόσον πράγματι η οικοδομή ήταν επικίνδυνη.
  17. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψιν σειρά από παράγοντες οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [1]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψιν και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψιν νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Aντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τουναντίον τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψιν και τις εισηγήσεις όλων των πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η ΜΕ1 μου έκανε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση, η μαρτυρία της συνήδε με τη μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων που κατέθεσαν για τον ενάγοντα, με εξαίρεση ένα ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω και σε σχέση με το οποίο δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της, χωρίς όμως να κρίνω ότι τούτο μπορεί να επηρεάσει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της[2] και τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Η αντεξέταση της ήταν μακρά και περιστράφηκε γύρω από 7 ουσιώδεις άξονες. Ο πρώτος αφορούσε στη νομιμότητα/εκγυρότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, επί το ότι η σχετική εξουσία δίδεται από το νόμο στο Δημοτικό Συμβούλιο, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση λήφθηκε από το Δήμαρχο. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα σημειώνω εκ προοιμίου ότι, για λόγους που αναπτύσσονται πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, η νομιμότητα ή και η εγκυρότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από το παρόν Δικαστήριο. Και τούτο διότι ως θα επεξηγηθεί και πιο κάτω, η απόφαση του ενάγοντα για κήρυξη μιας οικοδομής ως επικίνδυνης αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η νομιμότητα ή η εγκυρότητα της οποίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εν πάση όμως περιπτώσει και ανεξαρτήτως αυτής της κρίσης η οποία καθιστά άνευ σημασίας οποιοδήποτε θέμα προωθήθηκε και το οποίο σχετίζεται με τη νομιμότητα ή εγκυρότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, σπεύδω να σημειώσω ότι η μάρτυρας τεκμηρίωσε τα όσα ανέφερε περί εκχώρησης των εξουσιών από το Δημοτικό Συμβούλιο στο Δήμαρχο, αφού με ευκρίνεια ανέφερε ότι παρ' όλο που η εξουσία δυνάμει του νόμου δίδεται πράγματι στο Δημοτικό Συμβούλιο, εντούτοις η εν λόγω εξουσία έχει εκχωρηθεί από τις 24.3.89 στον εκάστοτε Δήμαρχο, με την προϋπόθεση αυτός να ενημερώνει σχετικά το Δημοτικό Συμβούλιο. Η θέση της αυτή υποστηρίχθηκε και από τη μαρτυρία της ΜΕ2 αλλά και από τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν από τις εν λόγω μάρτυρες στη διαδικασία (βλ. Τεκμήριο 31, 32 και 35). Διαφάνηκε δε ότι η προβλεπόμενη διαδικασία ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, αφού μετά τη λήψη της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης τον Ιούνιο του 2003 από το Δήμαρχο (βλ. Τεκμήριο 2), το ζήτημα τέθηκε ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου το οποίο ενέκρινε την απόφαση αυτή (βλ. Τεκμήριο 32 - πρακτικά ημερ. 10.7.03). Ως προς την εισήγηση ότι δεν είχε εξουσία το Δημοτικό Συμβούλιο να εκχωρήσει την εξουσία στο Δήμαρχο, παρά το ότι το ζήτημα αυτό αφορά και πάλιν τη νομιμότητα ή και εγκυρότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, ζήτημα το οποίο ως έχω ήδη πει δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, παραπέμπω και στις πρόνοιες του Νόμου 23/62, Περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου[3]. Ως προς την εισήγηση εναγομένων και τριτοδιαδίκου ότι οι θέσεις του ενάγοντα περί του ότι η απόφαση λήφθηκε από το Δήμαρχο δυνάμει εκχώρησης των σχετικών εξουσιών, και εγκρίθηκε στη συνέχεια από το Δημοτικό Συμβούλιο, δεν δικογραφούνται και ότι συναφώς δεν θα μπορούσε να δοθεί μαρτυρία σε σχέση με αυτά πως και η όποια μαρτυρία δόθηκε θα πρέπει να αγνοηθεί, σημειώνω πως ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο διότι δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι εφόσον η εγκυρότητα ή η νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη μιας οικοδομής ως επικίνδυνης δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, έπεται ότι και οι λεπτομέρειες λήψεως της εν λόγω απόφασης δεν αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς που θα έπρεπε να δικογραφηθούν. Ο δε ουσιώδης ισχυρισμός περί του ότι ο ενάγων έκρινε την επίδικη οικοδομή ως επικίνδυνη, δικογραφείται επαρκώς στην παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Ο δεύτερος άξονας αντεξέτασης αφορούσε στο ζήτημα του κατά πόσον θα έπρεπε με βάση το νόμο είτε ο ιδιοκτήτης είτε ο Δήμος προτού προχωρήσει σε εργασίες, να εξασφαλίσει διάταγμα εξώσεως οιουδήποτε κατόχου της επικίνδυνης περιουσίας, ζήτημα σε σχέση με το οποίο η μάρτυρας δήλωσε άγνοια και πρόσθεσε πως εν πάση περιπτώσει οι ίδιοι είχαν καταφέρει να προβούν στις επιδιορθώσεις με τον ενοικιαστή μέσα και παρέπεμψε στη μαρτυρία της ΜΕ3 για περισσότερες διευκρινίσεις. Το ζήτημα βέβαια αυτό είναι νομικό και επομένως ακόμα και να τοποθετείτο η μάρτυρας θετικά, η θέση της δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει το Δικαστήριο, το οποίο παραμένει ο τελικός κριτής των νομικών ζητημάτων. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση που της τέθηκε από το συνήγορο των εναγομένων ότι τα ποσά που απαιτούνται θα έπρεπε να εισπραχθούν από τον τριτοδιάδικο επειδή κατά το χρόνο που απεστάλη η επιστολή απαίτησης αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης, ζήτημα που αποτέλεσε τον τρίτο άξονα αντεξέτασης. Ο τέταρτος άξονας αφορούσε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανάθεση του έργου όπου η μάρτυρας ήταν πλήρως επεξηγηματική και οι θέσεις της τεκμηριώνονταν από τα σχετικά τεκμήρια, ενώ η μαρτυρία της συνήδε πλήρως και με τη μαρτυρία της ΜΕ
  1. Εξήγησε γιατί έγιναν δύο σειρές προσφορών, γιατί δεν μπορούσαν να εξαναγκάσουν τον πρώτο επιτυχόντα προσφοροδότη στην εκτέλεση του έργου, ενώ επεξήγησε και τους λόγους για τους οποίους στον εργολάβο που τελικώς ανέλαβε το έργο με βάση τη δεύτερη προσφορά επετράπη η απόδοση περαιτέρω ποσού Λ.Κ.
  2. Επίσης αποδέχομαι τη θέση της ότι δεν είχαν τροχιοδρομήσει τη διαδικασία για να ευνοήσουν τον κ. Ανδρονίκου, αφού αφενός το εν λόγω πρόσωπο ήταν πράγματι ο πιο φθηνός προσφοροδότης της δεύτερης διαδικασίας και αφετέρου όπως ανέφερε και η ΜΕ3 το εν λόγω πρόσωπο πρώτη φορά θα συνεργαζόταν με τον ενάγοντα, γεγονός το οποίος επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 52 (σελ. 2 παρ. 4) το οποίο ετοιμάστηκε σε ανύποπτο χρόνο[4] και καταρρίπτει την όποια εισήγηση ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να ευνοήσει τον συγκεκριμένο προσφοροδότη, επειδή δήθεν ήταν συνεργάτης του Δήμου. Ως προς τον πέμπτο άξονα που αφορούσε τη θέση ότι το ποσό που απαιτείται είναι υπέρογκο η μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της και παρέπεμψε στην κα Μιχαήλ (ΜΕ3). Σε σχέση με το ζήτημα της χρέωσης διοικητικών εξόδων η θέση της ότι αυτά χρεώθηκαν στη βάση εγκυκλίου συνήδε ουσιαστικά με τη μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία παρουσίασε και τη σχετική εγκύκλιο (βλ. Τεκμήριο 38). Τώρα ως προς το εάν ο ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση υπέρ του τέτοιων εξόδων, ζήτημα το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα από τους εναγόμενους (και τον τριτοδιάδικο) είναι ζήτημα νομικό και ως τέτοιο η όποια τοποθέτηση της μάρτυρος δεν μπορεί και πάλιν να δεσμεύσει το Δικαστήριο. Πάντως αποδέχομαι ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρέωση έγινε στη βάση της εγκυκλίου Τεκμήριο
  3. Ο έκτος άξονας αφορούσε το ζήτημα του εάν η απαίτηση για πληρωμή εξόδων που υπεβλήθη στις 6.8.04 (βλ. Τεκμήριο 12) ήταν πρόωρη επειδή στο Τεκμήριο προς αναγνώριση Α το οποίο της υπεδείχθη αναφέρεται ότι η τελική παραλαβή του έργου έγινε στις 15.4.2005, όπου η μάρτυρας ανέφερε με ευκρίνεια ότι η τελική παραλαβή είναι κάτι διαφορετικό από την ολοκλήρωση των εργασιών. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση της πως τελική παραλαβή γίνεται ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και πρόσθεσε πως αυτή η περίοδος του ενός έτους που μεσολαβεί μέχρι την τελική παραλαβή, είναι η περίοδος εντός της οποίας εάν και εφόσον προκύψουν ελαττώματα τα επιδιορθώνει ο εργολάβος με δικά του έξοδα. Ήταν δε η θέση της πως εφόσον η τελική παραλαβή ήταν 15.4.05, οι εργασίες πρέπει να ολοκληρώθηκαν ένα χρόνο πριν την ημερομηνία αυτή και απαιτήθηκε η πληρωμή τους στις 6.8.04, θέση η οποία συνάδει σε γενικές γραμμές και με τη μαρτυρία της ΜΕ
  4. Αναφέρω σε γενικές γραμμές διότι η ΜΕ3 ανέφερε ότι η προσωρινή παραλαβή των εργασιών έγινε στις 15.6.04, και επί τούτου αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ3, αφού η ΜΕ1 ήταν προφανές ότι αναφερόταν στο ζήτημα εμπειρικά, ενώ η ΜΕ3 αναφέρθηκε στο ζήτημα έχοντας άμεση γνώση από την εμπλοκή της ως επιβλέπουσα το έργο. Το μοναδικό ζήτημα σε σχέση με το οποίο η μαρτυρία της μάρτυρος δεν ήταν θετική, ήταν το ζήτημα του ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες της οικοδομής κατά το χρόνο που κηρύχθηκε επικίνδυνη η οικοδομή και στάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 3-12 καθώς και του εάν οι ιδιοκτήτες ενημερώθηκαν δεόντως. Για το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι από τη μαρτυρία της μάρτυρος διαφάνηκε ότι θεωρούσε ότι ιδιοκτήτες κατά τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο, ήταν ο εναγόμενος 1 και η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου (ΜΥ1), προφανώς λόγω του ότι σε αυτούς στάληκαν οι ως άνω επιστολές, ενώ όπως τελικώς παρέμεινε αδιαμφισβήτητο από όλες τις πλευρές, ιδιοκτήτες κατά τον χρόνο κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης και μέχρι τις 9.8.04 όπου μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο δυνάμει συμφωνίας πώλησης στην τριτοδιάδικο εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 63), ήταν οι εναγόμενοι 1 και
  5. Τούτου δοθέντος έπεται ότι η πιο πάνω σχετική τοποθέτηση της μάρτυρος ως και η θέση που σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της προέβαλε, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 1 και η ΜΥ1 ήταν συνιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής κατά τον ως άνω χρόνο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως προς τη θέση της ότι οι ιδιοκτήτες ενημερώθηκαν δεόντως, ήταν προφανές ότι αυτή στηριζόταν στην θέση της ότι οι επιστολές Τεκμήρια 4-7,9,10 και 12 επιδόθηκαν προσωπικά στα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν, ήτοι στον εναγόμενο 1 και τη ΜΥ1, τους οποίους ως έχει ήδη λεχθεί εσφαλμένα η ΜΕ1 θεωρούσε ιδιοκτήτες. Όμως εφόσον, ως έχει λεχθεί οι επιστολές δεν απευθύνονταν στους ιδιοκτήτες, αλλά σε ένα εκ των ιδιοκτητών (ήτοι τον εναγόμενο 1) και την ΜΥ1, θυγατέρα της εναγόμενης 2, ακόμα και αν αποδεικνύετο η λήψη των εν λόγω επιστολών από τον εναγόμενο 1 και την ΜΥ1, δεν θα μπορούσε χωρίς άλλο να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι οι ιδιοκτήτες (και οι δύο), ενημερώθηκαν. Η δε εξέταση του ζητήματος του κατά πόσον τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν οι επιστολές έλαβαν γνώση αυτών, θα ήταν εν πολλοίς αχρείαστη. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το εάν τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν οι επιστολές έλαβαν γνώση αυτών έχει σημασία και θα εξεταστεί, εφόσον η ΜΕ3 έδωσε μαρτυρία αναφορικά με το λόγο για τον οποίο δεν στάληκε επιστολή στην εναγόμενη 2 και με την οποία στην ουσία προέβαλε τη θέση ότι οι σχετικές επιστολές απεστάλησαν στα πιο πάνω πρόσωπα και δεν απεστάλησαν στην εναγόμενη 2, επειδή στην ουσία τα παιδιά της εναγόμενης 2 (ήτοι εναγόμενος 1 και ΜΥ1) ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της εναγόμενης
  6. Το κατά πόσον η θέση αυτή θα γίνει αποδεκτή είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της ΜΕ3 σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ
  7. Στο σημείο λοιπόν αυτό, θα περιοριστώ στο να εξετάσω τη θέση της ΜΕ1 σε σχέση με το εάν οι επιστολές Τεκμήρια 4-7,9, 10 και 12 παραλήφθηκαν από τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται, δηλαδή τον εναγόμενο 1 και την ΜΥ1, ζήτημα το οποίο θα έχει σημασία εάν και εφόσον γίνει αποδεκτή η πιο πάνω θέση της ΜΕ3 περί αντιπροσώπευσης της εναγόμενης 2 από τον εναγόμενο 1 και τη ΜΥ
  8. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, κατ' αρχάς θα πρέπει να πω ότι η θέση της ΜΕ1 ότι τα Τεκμήρια 4-7,9,10 και 12 παραλήφθηκαν από τα ίδια τα πρόσωπα προς τα οποία αναφέρονται δεν είναι απόλυτα ορθή, αφού όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της ίδιας της ΜΕ1, το Τεκμήριο 4 παρόλο που απευθύνεται στην Άννα Συμεού Κωνσταντίνου φαίνεται να έχει παραληφθεί από τον αδελφό της (βλ. δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 4). Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 10 το οποίο και πάλιν παρόλο που απευθύνεται στην Άννα Συμεού Κωνσταντίνου παραλήφθηκε από τον Κώστα Συμεού Πουργούρη, αδελφό της. Το δε Τεκμήριο 12 καθ' όσον αφορά την Άννα Συμεού Κωνσταντίνου παρέμεινε αναντίλεκτο ενώπιον μου (βλ. μαρτυρία της ΜΥ1) ότι παρελήφθη από το σύζυγο της. Όσον αφορά στα Τεκμήρια 5 και 6 που απευθύνονται στον εναγόμενο 1 της τέθηκε η θέση πως ούτε αυτά του επιδόθηκαν προσωπικά, με τη μάρτυρα να αναφέρει πως οι υπογραφές σε αυτά μοιάζουν χωρίς όμως η ίδια πράγματι να μπορεί να τοποθετηθεί θετικά. Παρά ταύτα όμως πρέπει να πω ότι είμαι πλήρως ικανοποιημένη ότι τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου έλαβαν γνώση των επιστολών ως αναφέρω κατωτέρω και μέσω αυτών του ουσιώδους γεγονότος ότι η οικοδομή ήταν επικίνδυνη καθώς και ότι ο Δήμος προτίθετο να προβεί σε εργασίες, εάν οι ίδιοι δεν προέβαιναν σε αυτές. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς παρά το ότι προωθήθηκε η θέση κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος 1 δεν έλαβε γνώση της επιστολής ημερ. 12.6.03 (Τεκμήριο 5) καθώς και της επιστολής ημερ. 27.8.03 Τεκμήριο 6, είναι παραδεκτό στο δικόγραφο της υπεράσπισης (βλ. παρ. 3(β), και (γ)) ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε γνώση των επιστολών αυτών, και επομένως οι περί του αντιθέτου υποβολές προς τη ΜΕ1 πραγματικά ξενίζουν, ιδιαίτερα ενόψει και του ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε για να προσφέρει σχετική μαρτυρία, ενώ σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 6, αξιοσημείωτο είναι και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 απάντησε σε αυτήν μέσω δικηγόρου με την επιστολή 10.9.03 (βλ. Τεκμήριο 19). Από το εν λόγω Τεκμήριο 19 προκύπτει ότι και η ΜΥ1 έλαβε γνώση της επιστολής Τεκμήριο 7 (είναι ίδια με το Τεκμήριο 6 αλλά απευθύνεται στην ΜΥ1 - Άννα Συμεού Κωνσταντίνου) αφού έδωσε και αυτή οδηγίες στον κ. Δανό να απαντήσει στην ως άνω επιστολή με το Τεκμήριο
  9. Επίσης στην ίδια βάση προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 και η ΜΥ1 έλαβαν γνώση της επιστολής ημερ. 16.2.2004 (βλ. Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα) τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι παραλήφθηκαν και τα δύο από τον εναγόμενο
  10. Και τούτο διότι στο Τεκμήριο 21 το οποίο ως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο απεστάλη από τον κ. Δανό με οδηγίες του εναγόμενου 1 και της ΜΥ1 (Άννας Συμεού Κωνσταντίνου), αναγνωρίζεται μεταξύ άλλων η λήψη της επιστολής ημερ. 16.2.
  11. Ως προς την επιστολή Τεκμήριο 12 η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι απεστάλη διπλοσυστημένη, παρουσιάστηκε απόδειξη παραλαβής από τον εναγόμενο 1 και την ΜΥ1, χωρίς αυτές να αμφισβητηθούν. Η ΜΥ1 μάλιστα η οποία κατέθεσε ενόρκως ρητά παραδέχθηκε ότι έλαβε γνώση της εν λόγω επιστολής η οποία παραλήφθηκε από το σύζυγο της και εν πάση περιπτώσει και πάλιν η εν λόγω επιστολή απαντήθηκε μέσω δικηγόρου με την επιστολή ημερ. 9.9.04 (βλ. Τεκμήριο 25). Εν ολίγοις από όλα τα πιο πάνω το ουσιώδες που προκύπτει είναι ότι ο μεν εναγόμενος 1 από τις 12.6.03 και η ΜΥ1, Άννα Συμεού Κωνσταντίνου τουλάχιστον από τις 27.8.03 αν όχι και από πιο πριν, είχαν λάβει γνώση ότι η οικοδομή είχε κηρυχθεί επικίνδυνη και ότι αυτή θα επιδιορθώνετο από το Δήμο Λευκωσίας εκτός εάν οι ίδιοι συμμορφώνονταν και προχωρούσαν εντός της προθεσμίας στις απαραίτητες διαδικασίες για την επιδιόρθωση της (βλ. περιεχόμενο επιστολής ημερ. 12.6.03 - Τεκμήρια 4 και 5) και επιστολής ημερ. 27.8.03 - Τεκμήρια 6 και 7). Ως προς το εάν τώρα με τις ειδοποιήσεις αυτές που στάληκαν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενημερώθηκε και η εναγόμενη 2 και εάν εν γένει αυτές μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του νόμου ο οποίος απαιτεί την ειδοποίηση των ιδιοκτητών, θα αποφασισθεί, κατωτέρω αφού ληφθούν υπόψιν οι πρόνοιες του νόμου καθώς και η μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία έδωσε την εξήγηση της ως προς το γιατί οι επιστολές στάληκαν στον εναγόμενο 1 και στην Άννα Συμεού Κωνσταντίνου, αντί στους εναγόμενους 1 και 2 που ήταν οι ιδιοκτήτες κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο. Σε σχέση με τη δεύτερη μάρτυρα ΜΕ2 πρέπει να πω κατ' αρχάς ότι από τη μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ότι εκδόθηκε από τον ενάγοντα το χρεωστικό δελτίο που κατέθεσε (βλ. Τεκμήριο 34). Ό, τι αμφισβητήθηκε ήταν κατά πόσον τα πρόσωπα στα οποία απευθύνετο ήταν οι εναγόμενοι ή και οι ιδιοκτήτες ή και τα πρόσωπα από τα οποία έπρεπε να απαιτηθούν τα χρήματα και το εάν ο Δήμος δικαιούται στα χρήματα αυτά είτε λόγω μη τήρησης των διαδικασιών, είτε λόγω του ποσού της χρέωσης. Επί του θέματος των διαδικασιών και του ποσού της χρέωσης η μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν ήταν γνώστης, αφού η ίδια προσήλθε για να καταθέσει ως υπάλληλος λογιστηρίου αναφορικά με τη χρέωση. Επί του θέματος εάν η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου και ο Κώστας Συμεού Πουργούρης ήταν οι ιδιοκτήτες, η μάρτυρας παρ' όλο που διευκρίνισε ότι η ίδια δεν είχε προσωπικά εκδώσει το εν λόγω χρεωστικό δελτίο, έσπευσε λανθασμένα να αναφέρει, προφανώς χωρίς να γνωρίζει, ότι κατά το χρόνο που άρχισαν οι εργασίες ιδιοκτήτες ήταν ο Κώστας Συμεού Πουργούρης και η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου, εκλαμβάνοντας τούτο ως δεδομένο ενόψει του ότι αυτά τα ονόματα αναφέρονταν στο χρεωστικό δελτίο. Δεδομένου του ότι ως έχει ήδη λεχθεί η ίδια δεν είχε συντάξει το εν λόγω χρεωστικό δελτίο καθώς και του ότι εν τέλει παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ενώπιον μου ότι η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου δεν ήταν ιδιοκτήτρια σε κανένα ουσιώδες χρονικό σημείο για την παρούσα αγωγή, η μαρτυρία της ΜΕ2 επί του ως άνω ζητήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Όσον αφορά το ζήτημα της χρέωσης διοικητικών εξόδων η μάρτυρας επιβεβαίωσε τη μαρτυρία της ΜΕ1 και τεκμηρίωσε τη θέση της τελευταίας περί ύπαρξης εγκυκλίου για το θέμα αυτό με αναφορά στο Τεκμήριο 38, το οποίο και κατέθεσε. Όπως όμως έχει ήδη λεχθεί στα πλαίσια αξιολόγησης της ΜΕ1, το εάν το Δικαστήριο θα αποδεχθεί ότι όντως ο ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση τέτοιων εξόδων είναι ζήτημα νομικό, για το οποίο κριτής παραμένει το Δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να δεσμεύσει η όποια θέση της μάρτυρος. Έπεται λοιπόν ότι από τη μαρτυρία της γίνεται αποδεκτό μόνο ότι εκδόθηκε το χρεωστικό δελτίο Τεκμήριο 34 καθώς και ότι σε αυτό περιλαμβανόταν χρέωση της τάξεως του 20% στη βάση της εγκυκλίου Τεκμήριο 38 και ότι η χρέωση δυνάμει του Τεκμηρίου 34 παραμένει ανεξόφλητη. Η ΜΕ3 Μαρία Μιχαήλ κατέθεσε στην ουσία ως εμπειρογνώμονας επιβλέπουσα τεχνικός σε επικίνδυνες οικοδομές από το 1991, παρόλο που πρέπει να λεχθεί ότι με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε γενικά στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνοντας στην ουσία σε κάποιο βαθμό τη μαρτυρία της ΜΕ
  12. Δεδομένης της ιδιότητας της μάρτυρος κρίνω ορθό να αναφερθώ στις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία τέτοιων προσώπων. Επί τούτου η νομολογία είναι πλούσια (βλ. μεταξύ άλλων Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation, Πολ. Εφ. 316/2010 ημερ. 21.2.2013[5]. Από τη σχετική με το θέμα νομολογία προκύπτει πως αποτελεί υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο, ανεξάρτητα, να αξιολογήσει την ορθότητα των συμπερασμάτων του εμπειρογνώμονα και να σχηματίσει ιδίαν άποψη, αφού λάβει υπόψη του τα επιστημονικά κριτήρια και το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η μαρτυρία του, σε συνδυασμό πάντα με και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνεται βέβαια ότι το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η γνώμη του, με άλλα λόγια τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. (βλέπε Meterin v Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 120 όπως επίσης και στο Σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές,
(2014)Τάκη Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Κεφ. 15 Μαρτυρία Γνώμης). Η εμπειρία της μάρτυρος από το 1991 στον τομέα που ανέφερε δεν αμφισβητήθηκε, επομένως αποδέχομαι τη μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα στον τομέα που ανέφερε. Η εν λόγω μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι θέσεις της αναφορικά με την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε συνήδαν τη μαρτυρία της ΜΕ1 αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Ως προς τη θέση που της τέθηκε ότι η απόφαση για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης ήταν παράτυπη, επειδή δεν λήφθηκε η απόφαση από το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά το Δήμαρχο, επαναλαμβάνω αυτό που είπα και πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της ΜΕ1, ότι δηλαδή η νομιμότητα ή και εγκυρότητα της απόφασης με την οποία η οικοδομή κρίθηκε επικίνδυνη δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, για λόγους που θα αναλυθούν με λεπτομέρεια πιο κάτω. Παρά ταύτα σημειώνω ότι η μαρτυρία της μάρτυρος επί του ζητήματος αυτού βρισκόταν σε πλήρη συνοχή με τα όσα οι δύο προηγούμενες μάρτυρες ανέφεραν, ότι δηλαδή υπήρχε εκχώρηση της εξουσίας αυτής στο Δήμαρχο από 23.3.89 νοουμένου ότι θα ενημερώνετο στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο και επικαλέστηκε και αυτή τα Τεκμήρια 31, 32 και 35 για να εισηγηθεί ότι όλες οι προϋποθέσεις τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα λήφθηκε απόφαση από το Δήμαρχο δυνάμει της σχετικής εκχώρησης (βλ. Τεκμήριο 2 και 40) και εγκρίθηκε στις 10.7.03 από το Δημοτικό Συμβούλιο. Με βάση δε τα όσα αναφέρθηκαν περί μη ύπαρξης δυνατότητας εξέτασης της νομιμότητας της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης στα πλαίσια αυτά, έπεται ότι ούτε η εισήγηση ότι η απόφαση πάσχει διότι κατ' ισχυρισμόν δεν ακολουθήθηκε ιεραρχικά η σειρά που προβλέπεται στο Τεκμήριο 2 για κήρυξη μιας οικοδομής ως επίκινδυνης, μπορεί να εξεταστεί. Εν πάση περιπτώσει και μάλλον εκ του περισσού σημειώνω ότι ακόμα και εάν μπορούσε να εξεταστεί η εισήγηση αυτή, θα ήταν και αυτή απορριπτέα. Και εξηγώ. Όπως η μάρτυρας ανέφερε η διαδικασία που ακολουθείται είναι να διενεργείται εκτίμηση από τον τεχνικό βοηθό μαζί με τον εκτελεστικό μηχανικό, μετά γνωμάτευση από το Δημοτικό Μηχανικό και τέλος έγκριση από το Δήμαρχο. Η εισήγηση που προωθήθηκε από τους εναγόμενους και τον τριτοδιάδικο έγκειτο στο ότι η έγκριση του Δημάρχου φαίνεται να έχει δοθεί 4.6.03 και να προηγείται αντί να έπεται της γνωμάτευσης του δημοτικού μηχανικού η οποία φαίνεται να δόθηκε στις 5.6.03 (βλ. Τεκμήριο 2). Eπί τούτου σημειώνω ότι αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος περί λάθους στην ημερομηνία που φέρει η υπογραφή του Δημάρχου, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις των λοιπών διαδίκων. Και τούτο διότι η ορθότητα της διαδικασίας που τηρήθηκε μαρτυρείται από το Τεκμήριο 40 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Τεκμήριο 2, αλλά από το οποίο απουσιάζει η υπογραφή του Δημάρχου και από το οποίο μαρτυρείται ότι πράγματι ακολουθήθηκε η ορθή σειρά ιεραρχίας, αφού στο Τεκμήριο 40 φαίνεται μόνο η εκτίμηση του τεχνικού βοηθού με τον εκτελεστικό μηχανικό στις 2.6.03 και η γνωμάτευση του δημοτικού μηχανικού στις 5.6.03, χωρίς να υπάρχει η υπογραφή του Δημάρχου η οποία προφανώς τέθηκε μετά την υπογραφή του δημοτικού μηχανικού ως η ιεραρχική σειρά που προβλέπεται, με λανθασμένη όμως ημερομηνία. Η εισήγηση δηλαδή ότι η υπογραφή του Δημάρχου τέθηκε πριν την υπογραφή του Δημοτικού Μηχανικού δεν συνάδει με την ύπαρξη του Τεκμηρίου
  1. Και για να το θέσω αλλιώς εάν η υπογραφή του Δημάρχου είχε πράγματι τεθεί πριν γνωματεύσει ο Δημοτικός Μηχανικός δεν θα μπορούσε να υπάρχει έγγραφο ως το Τεκμήριο
  2. Όμως με δεδομένο το ότι η νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το ως άνω ζήτημα είναι ούτως ή άλλως χωρίς οποιαδήποτε βαρύτητα όπως και όλες οι άλλες θέσεις που τέθηκαν στη μάρτυρα με σκοπό να καταδείξουν ότι η οικοδομή δεν ήταν πράγματι επικίνδυνη, όπως π.χ η αντεξέταση επί των φωτογραφιών Τεκμήριο 58, αλλά και τα όσα προωθήθηκαν αναφορικά με τον ενοικιαστή και δη η εισήγηση ότι το γεγονός ότι συνέχιζε να ευρίσκεται στο υποστατικό κατά τη διάρκεια των εργασιών ήταν ένδειξη της μη επικινδυνότητας της οικοδομής. Αναφορικά με το ζήτημα του ενοικιαστή σημειώνω επίσης και τα εξής. Θέση της μάρτυρος ήταν ότι ο ενοικιαστής Μαυρουδής δεν είχε εγκαταλείψει το υποστατικό αλλά το χρησιμοποιούσε μετά από συνεννόηση μαζί τους όταν και εφόσον οι συνθήκες των εργασιών το επέτρεπαν και πως η συνεργασία μαζί του ήταν άψογη. Της υπεβλήθη ότι η θέση της αυτή δεν συνάδει ούτε με το Τεκμήριο 23, αλλά ούτε και με τις θέσεις των λοιπών μαρτύρων, από τη μαρτυρία των οποίων διαφάνηκε ότι προσπαθούσαν πολύ καιρό να δουν τι θα κάνουν και πώς θα βγάλουν ένταλμα απομάκρυνσης του διότι δεν συνεργαζόταν. Η εισήγηση που της τέθηκε δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού η μάρτυρας είχε περιοριστεί στο να αναφερθεί στη συμπεριφορά του εν λόγω ενοικιαστή αφότου ξεκίνησαν οι εργασίες και ο ίδιος συνέχισε να παραμένει μέσα, με το τελευταίο αυτό γεγονός, ότι δηλαδή εξακολουθούσε να παραμένει μέσα, να συνάδει με το γεγονός ότι προηγουμένως αρνείτο να το εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το υποστατικό ως το Τεκμήριο
  3. Το γεγονός όμως της προηγούμενης άρνησης του να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το υποστατικό για να εκτελεστούν οι απαιτούμενες εργασίες, καθόλου δεν αποκλείει το να συνεργάστηκε με τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου ως η ΜΕ3 ανέφερε, όταν οι εργασίες άρχισαν, με το αίτημα του να μην εγκαταλείψει στην ουσία το υποστατικό ολοκληρωτικά, να γίνεται στην πράξη αποδεκτό. Επίσης σαφής ήταν η θέση της ΜΕ3 αναφορικά με τις επιπλέον εργασίες που εκτελέστηκαν και οι οποίες πληρώθηκαν και οι οποίες ελέγχθηκαν από την ίδια, ενώ πλήρως επεξηγηματική ήταν και η θέση της στην υποβολή ότι τα ποσά που πληρώθηκαν είναι υπέρογκα διότι ο κ. Ρένος Μιχαηλίδης χρειάστηκε να πληρώσει «€25000 σχεδόν €27000» για να κάνει όλα αυτά που η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι έκαναν, όπου η μάρτυρας ανέφερε ότι οι εργασίες που διενεργήθηκαν από τον κ. Μιχαηλίδη αργότερα αφορούσαν καινούρια επικινδυνότητα στην οικοδομή η οποία προέκυψε λόγω κατεδάφισης του διπλανού κτιρίου που εφάπτετο με το επίδικο, η οποία κατεδάφιση έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και χωρίς να ειδοποιηθεί κανείς. Όπως δε περαιτέρω εξήγησε στο σημείο όπου λόγω της απομάκρυνσης της εφαπτόμενης οικοδομής τοποθετήθηκε ένα ντεπόζιτο νερού με τη βρύση να ευρίσκεται κοντά στα θεμέλια, με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε μια νέα εντελώς άσχετη με την προηγούμενη επικινδυνότητα στην οικοδομή. Η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε, αφού τίποτε άλλο σχετικό της υπεβλήθη και επομένως κρίνεται αποδεκτή. Εξ άλλου και ο Ρένος Μιχαηλίδης παραδέχεται στην ουσία το γεγονός αυτό στην επιστολή Τεκμήριο 71 ημερ. 18.5.2010 (βλ. δεύτερη σελίδα - παρ. 2). Εν πάση περιπτώσει το ποσό που πληρώθηκε δεν ήταν €27000, αλλά €17000 σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΤ1 και ΜΤ2 και σε αυτό όπως ο ΜΤ1 ανέφερε περιλαμβάνονταν λιγότερες εργασίες από αυτές που είχε εκτελέσει ο Ανδρονίκου. Ως προς τη θέση που της τέθηκε ότι επέλεξαν τον κ. Ανδρονίκου επειδή «τους κάνει δουλειές» η μάρτυρας είχε αναφέρει ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που συνεργάζονταν με τον κ. Ανδρονίκου, θέση η οποία επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 52 (βλ. σελ. 2 παρ. 4) το οποίο αποτελεί την αξιολόγηση των προσφορών από τον εκτελεστικό μηχανικό, ο οποίος εισηγείται την κατακύρωση της προσφοράς στο χαμηλότερο προσφοροδότη που ήταν ο κ. Ανδρονίκου, σημειώνοντας όμως στη σελίδα 2 ως παρατήρηση ότι δεν είχαν προηγουμένως συνεργαστεί με τον προσφοροδότη που είχε υποβάλει τη χαμηλότερη προσφορά, δηλαδή τον κ. Ανδρονίκου. Τονίζω ότι το πιο πάνω έγγραφο το οποίο ετοιμάστηκε σε εντελώς ανύποπτο χρόνο, επιβεβαιώνει τη θέση της ΜΕ3 ότι στην ουσία δεν υπήρχε σκοπιμότητα στην επιλογή του συγκεκριμένου εργολάβου και αφήνει μετέωρες τις χωρίς έρεισμα σχετικές υποβολές του συνήγόρου του τριτοδιαδίκου, αλλά και τις μετέπειτα τοποθετήσεις του ίδιου ΜΤ2, οι οποίες ήταν γενικές και αόριστες και υπό το φως και του Τεκμηρίου 52 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, απορριπτέες. Τώρα η θέση ότι όταν ο ΜΤ1 αποτάθηκε στο Δήμο για να του συστήσουν κάποιον ειδικό στα θέματα αυτά του σύστησαν τον Ανδρονίκου, εάν πράγματι τούτο έγινε, δεν θεωρώ ότι είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο μεμπτό. Αντίθετα θεωρώ απόλυτα λογικό να είχαν αναφέρει το όνομα αυτού του εργολάβου, ο οποίος είχε ασχοληθεί ξανά με το συγκεκριμένο υποστατικό και άρα θα ήταν και καλύτερος γνώστης της κατάστασης. Το γεγονός αυτό πάντως σε καμία περίπτωση μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Δήμος κατά τη διαδικασία των προσφορών τότε (2003-2004) ενήργησε με πρόθεση να ευνοήσει τον κ. Ανδρονίκου, αφού ούτως ή άλλως ως έχει ήδη λεχθεί έως τότε δεν είχε ξανάσυνεργαστεί μαζί τους. Ως προς το ζήτημα των εργασιών που εκτελέστηκαν, αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος ότι αυτές έγιναν και ελέγχθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των επιπλέον εργασιών, αφού παρά την ενδελεχή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, ιδιαίτερα από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ παράλληλα αποδέχομαι και τη θέση της ότι εκδόθηκαν εντολές πληρωμών προς τον εργολάβο ως τις ανέφερε με τη μαρτυρία της δηλαδή εντολή πληρωμής για Λ.Κ.29.486.58 κατά την προσωρινή παραλαβή και ποσό Λ.Κ.1,349.50 πλέον Λ.Κ.202 για την κράτηση σύνολο Λ.Κ.31,038.5, που είναι το ποσό της αξίωσης αφαιρουμένων των διοικητικών εξόδων (Λ.Κ. 36,436.50 - Λ.Κ. 5,398 = Λ.Κ.31,038.5). Ως προς το καίριο ζήτημα του γιατί απεστάλησαν οι επιστολές στον εναγόμενο 1 και στη ΜΥ1, παρόλο που η τελευταία δεν ήταν εκ των ιδιοκτητών, η μάρτυρας εξ αρχής είχε δώσει τη θέση της, στην οποία παρέμεινε ακλόνητη. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι στο έντυπο Τεκμήριο 40 (βλ. και Τεκμήριο 2) ως ιδιοκτήτες δεν αναφέρονται οι πραγματικοί ιδιοκτήτες που είναι οι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Καλλού Συμεού, παρόλο που ήταν εις γνώση του Δήμου οι πραγματικοί ιδιοκτήτες ήταν αυτοί από έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και τα οποία παρουσίασε (βλ. Τεκμήριο 41 και 42), αλλά αναφέρονται οι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Άννα Συμεού Κωνσταντίνου που είναι τα παιδιά της Καλλούς Συμεού, των οποίων τα ονόματα χρησιμοποιήθηκαν εν γένει στα πλαίσια της όλης διαδικασίας. Και τούτο διότι όπως ανέφερε όλη η επικοινωνία που είχαν ξεκινήσει και σχετιζόταν με την κατάσταση της οικοδομής γινόταν με τα παιδιά της εναγόμενης 2 και όχι με την ίδια. Εν ολίγοις ανέφερε ότι τα παιδιά της εναγόμενης 2 βρισκόντουσαν σε επικοινωνία μαζί με το Δήμο και είχαν αποδεχθεί να χειριστούν τα θέματα της οικοδομής, θέση την οποία τεκμηρίωσε με αναφορά στις σχετικές επιστολές των δικηγόρων τους, όπως το Τεκμήριο 21 ή και το Τεκμήριο
  4. Ιδιαίτερα στάθηκε στο Τεκμήριο 21 με το οποίο ως ανέφερε έδειχναν πρόθεση να προβούν σε επιδιορθώσεις, αλλά έβρισκαν σαν εμπόδιο το ότι ο ενοικιαστής τους, ένας ξυλουργός δεν ενδιαφερόταν. Τούτων δοθέντων και λαμβάνοντας υπόψιν τη γενικότερη αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής, αλλά και την πλήρως αναξιόπιστη για τους λόγους που κατωτέρω αναφέρονται μαρτυρία της ΜΥ1 αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ
  5. Ως προς το εάν βέβαια ο τρόπος που επέλεξε να ενεργήσει ο ενάγοντας ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 90, παραμένει να εξεταστεί, ως νομικό, πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η ΜΥ1 Άννα Συμεού Κωνσταντίνου πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν εμφανώς κατασκευασμένη με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση για τον αδελφό και τη μητέρα της, εναγόμενους στην παρούσα αγωγή. Και εξηγώ. Η θέση της ότι δεν είχε καμία σχέση με το επίδικο ακίνητο από το 1994 οπόταν και το μεταβίβασε στη μητέρα της, ουδόλως μπορεί να πείσει. Και τούτο διότι η θέση της αυτή δεν συνάδει καθόλου και δεν εξηγεί την αναφορά του ονόματος της[6] στην επιστολή ημερ. 12.10.2002 (η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 19), η οποία απεστάλη από τον κ. Ανδρέα Δανό με οδηγίες, μεταξύ άλλων, και της ίδιας και στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Οι πελάται μου κύριοι Καλλού Συμεού, Κώστας Συμεού Πουργούρης και Άννα Χαραλάμπους εκ Λευκωσίας, αναφέρονται στην από σας κατοχήν του μισθίου ως θεσμίου ενοικιαστού επί της Ιπποκράτους 59, Λευκωσία. Με την παρούσα μου επιστολήν οι πελάται μου τερματίζουν την ενοικίασιν και σας καλούν όπως μέχρι της 30.11.2002 εκκενώσετε και παραδώσετε ελευθέραν και κενήν την κατοχήν του μισθίου. Περαιτέρω καλείσθε όπως μέχρι της ως άνω ημερομηνίας κατεδαφίσετε το παρανόμως και χωρίς την άδειαν των κατασκευασθέν εξ ευτελών υλικών υπόστεγον. Όπως καλώς γνωρίζετε το μισθίον αντιμετωπίζει κίνδυνον καταρρεύσεως του και είναι επικίνδυνον και ετοιμόρροπον, γεγονός το οποίον και επιβεβαιώνεται με σχετικάς επιστολάς του Δήμου Λευκωσίας. Οι πελάται μου απαιτούν την κατοχήν του μισθίου για την ριζικήν του επιδιόρθωσιν και έστω εις γνώσιν σας, ότι μετά την ως άνω ημερομηνίαν, θα λάβω εναντίον σας δικαστικά μέτρα. Περαιτέρω καλείσθε όπως καταβάλετε εις το γραφείον μου και το ποσόν των Λ.Κ. 111.- δια καθυστερημένα ενοίκια των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2002, όπως και όλα τα μελλοντικά ενοίκια. Περαιτέρω σας πληροφορώ ότι το μηνιαίον ενοίκιον αυξάνεται από 1.11.02 εις Λ.Κ.
  6. μηνιαίως το οποίον και καλείσθε όπως καταβάλλετε και τούτο άνευ βλάβης των ως άνω αξιώσεων. Κατ' εντολήν ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΑΝΟΣ & ΣΙΑ Δικηγόροι» (η έμφαση δική μου) Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής πέραν του ότι καταρρίπτει τη θέση της ΜΥ1 ότι δεν είχε καμία σχέση με το εν λόγω ακίνητο μετά τη μεταβίβαση του που έλαβε χώραν το 1994, καταρρίπτει και τη θέση που πολύ έντονα προώθησε ότι δηλαδή δήθεν δεν είχε ιδέα περί του επικίνδυνου της οικοδομής. Εάν βέβαια ήθελε θεωρηθεί για οποιοδήποτε λόγο ότι το όνομα Άννα Χαραλάμπους δεν ανήκε σε αυτήν, σπεύδω να σημειώσω ότι η γνώση της περί του επικίνδυνου της οικοδομής δεν προκύπτει μόνο από αυτή την ως άνω επιστολή, αλλά και από τη λήψη της επιστολής του ενάγοντα ημερ. 27.8.03, της οποίας βέβαια η ίδια αρνήθηκε ότι έλαβε γνώση, με τη θέση της αυτή να καταρρίπτεται πλήρως από το Τεκμήριο 19[7] το περιεχόμενο του οποίου παραθέτω αυτούσιο: «10/9/03 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΥΜΕΤΕΡΑ 10-7-18/03 ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 59, ΑΓ. ΣΑΒΒΑΣ Αγ. Κύριοι, Οι πελάται μου κύριοι Κώστας Συμεού Πουργούρης και Άννα Συμεού Κωνσταντίνου εκ Λευκωσίας, γνωρίζουν λήψιν της επιστολής σας ημερ. 27.8.03 και εις απάντησιν έχω οδηγίας να σας πληροφορήσω τα ακόλουθα.
  7. Εδώ και χρόνια ζητούν από τον ενοικαστήν να φύγη λόγω της καταστάσεως του ακινήτου, αλλά αδίκως.
  8. Με την επιστολή μου ημερ. 12.10.02 (φωτοτυπία επισυνάπτεται) έχω ζητήσει από τον ενοικιαστή να φύγη αλλά αδίκως.
  9. Οι πελάται μου έχουν προσφέρει προς τον ενοικιαστήν χωρίς οιανδήποτε υποχρέωσιν αποζημίωσιν 18 μηνών για να φύγη αλλά και πάλιν αδίκως. 4.Παρακαλώ για παράτασιν της υφ' υμών προθεσμίας μέχρι της 31.10.03 για μίαν ύστατην προσπάθεια προς την πλευρά του ενοικιαστού.
  10. Πάντα τα ανωτέρω με την πλήρη επιφύλαξιν των δικαιωμάτων των πελατών μου. Κατ' εντολήν ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΑΝΟΣ & ΣΙΑ Δικηγόροι» Βλέποντας τα πιο πάνω εύλογα κάποιος διερωτάται γιατί έδωσε οδηγίες στον κ. Δανό να προωθήσει μια τέτοια επιστολή εάν όντως η ίδια δεν είχε καμία σχέση με την επίδικη οικοδομή, όπως κάλεσε το Δικαστήριο να πιστέψει. Περαιτέρω γιατί εδώ και χρόνια ζητά η ίδια μαζί με τον αδελφό της από τον ενοικιαστή να φύγει εάν η ίδια δεν έχει σχέση με την επίδικη οικοδομή και γιατί του προσέφερε αποζημίωση 18 μηνών; Συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, και δη τις γραπτές επιστολές του δικηγόρου της ΜΥ2 οι οποίες στάληκαν ως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ενώπιον μου με τις οδηγίες της, ως ακριβώς αναφέρεται στις εν λόγω επιστολές, οι οποίες την διαψεύδουν κατηγορηματικά και λαμβάνοντας υπόψιν επίσης τη σχέση της με τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι η εν λόγω μάρτυρας κατέφυγε σε ψεύδη για να βοηθήσει ούτως ώστε ο αδελφός της, αλλά και η μητέρα της για την οποία σαφέστατα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος μαζί με τον αδελφό της, όπως άλλωστε και η ΜΕ3 ανέφερε, να αποφύγουν την οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη από την παρούσα αγωγή. Επομένως απορρίπτω τη μαρτυρία της ως παντελώς αναξιόπιστη πλην της θέσεως της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι την επιστολή ημερ. 6.8.04, (Τεκμήριο 12) την παρέλαβε εκ μέρους της ως σύζυγος της, Λ. Χαραλάμπους ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 (δεύτερη σελίδα μεσαία καρτέλα). Εν ολίγοις δηλαδή θεωρώ πως η ΜΥ1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της μητέρας της μαζί με τον αδελφό της, όπως ακριβώς ανέφερε και η ΜΕ3 και πως το γεγονός αυτό το μετέφεραν και στους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου οι οποίοι κατά τις νενομισμένες διαδικασίες βασίστηκαν και ενήργησαν επί αυτού του γεγονότος, ενημερώνοντας την ίδια τη ΜΥ1 και τον αδελφό της αντί τη μητέρα τους για τις διαδικασίες, για να προσπαθήσει εκ των υστέρων η ΜΥ1 να αποποιηθεί ευθυνών, έχοντας προφανώς ξεχάσει τις γραπτές επιστολές του δικηγόρου της, οι οποίες καταρρίπτουν πλήρως την εκ των υστέρων κατασκευασθείσα εκδοχή που προσπάθησε να προωθήσει. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθώς και το γεγονός ότι και η εναγόμενη 2 γνώριζε για όλα τα πιο πάνω, επιβεβαιώνεται και από τον όρο 11 της συμφωνίας Τεκμήριο 63 η οποία υπογράφεται από την ίδια την εναγόμενη 2 και από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει σαφέστατα ότι η εναγόμενη 2, παρόλο που στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας προώθησε δια των συνηγόρων της παντελή άγνοια για τα διαδραματισθέντα, γνώριζε πολύ καλά ότι διενεργούντο εργασίες επιδιόρθωσης συντήρησης και αναστήλωσης της επίδικης οικοδομής από το Δήμο και ότι οι εργασίες αυτές είχαν αρχίσει από 28.2.2004 και αντιλαμβάνετο πλήρως ότι προέκυπταν από αυτές έξοδα, εξου και συμφώνησε με την τριτοδιάδικο εταιρεία όπως τα επωμιστεί αυτή[8]. Ενώ δε φαίνεται να γνώριζε για όλα τα πιο πάνω ζητήματα από τότε, κανένα παράπονο και καμία διαμαρτυρία εξέφρασε, σε σχέση με το ότι η ίδια δεν είχε λάβει προσωπικά ενημέρωση για τα πιο πάνω ζητήματα, ούτε και προέβαλε τη θέση ότι τα έξοδα δεν ήταν πληρωτέα επειδή δεν είχε η ίδια ενημερωθεί, αντίθετα αποδεχόμενη με τον όρο 11 ότι τα έξοδα πράγματι οφείλονται προς το Δήμο, συμφώνησε με τον τριτοδιάδικο όπως τα επωμιστεί αυτός, μη αφήνοντας καμία αμφιβολία περί του ότι ο εναγόμενος 1 και η ΜΥ1 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της εν γνώσει και με τη συγκατάθεση της και την ενήμερωναν σχετικά με τις επιστολές που λάμβαναν. Περαιτέρω επιβεβαίωση του ότι έτσι έχουν τα πράγματα αποτελεί και το γεγονός ότι παρόλο που είναι παραδεκτό ότι η επιστολή ημερ. 6.8.04 (βλ. Τεκμήριο 12) απεστάλη μόνο στον εναγόμενο 1 και στην ΜΥ1, αλλά όχι στην εναγόμενη 2, η εναγόμενη 2 μαζί με τον εναγόμενο 1 στην παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης τους παραδέχονται και οι δύο ρητώς ότι έλαβαν γνώση του κόστους επιδιόρθωσης με την ως άνω επιστολή του ενάγοντα Τεκμήριο
  11. Συναρτώντας δε την πιο πάνω κατάληξη μου περί του ότι ο εναγόμενος 1 και η Άννα Συμεού Κωνσταντίνου ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της εναγόμενης 2 και την ενημέρωναν αναφορικά με τις επιστολές που λάμβαναν, προς το γεγονός[9] ότι ο εναγόμενος 1 και η ΜΥ1 είχαν ενημερωθεί ο μεν πρώτος από τις 12.6.03 η δε δεύτερη τουλάχιστον από τις 27.8.03 (δηλαδή πολύ πριν την έναρξη των εργασιών από τον εργολάβο που διόρισε ο Δήμος), αναφορικά με το ότι η οικοδομή κηρύχθηκε επικίνδυνη και ότι θα διενεργούντο επισκευές από το Δήμο με τους ιδιοκτήτες να επιβαρύνονται με όλα τα έξοδα, εκτός εάν οι ίδιοι προέβαιναν στις εργασίες, καταλήγω ότι και η εναγόμενη 2 είχε λάβει τη σχετική ενημέρωση από τον εναγόμενο 1 και τη ΜΥ
  12. Εν ολίγοις δηλαδή θεωρώ ότι η άρνηση γνώσης των πιο πάνω ουσιωδών γεγονότων από τους εναγόμενους καθώς και την Άννα Συμεού Κωνσταντίνου ήταν μεθοδευμένη και σκοπό είχε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι οι ειδοποιήσεις απεστάλησαν στον εναγόμενο 1 και τη ΜΥ1 και όχι στην εναγόμενη 2, (όχι βέβαια αυθαίρετα αλλά λόγω ενεργειών των ίδιων των εμπλεκομένων προς το Δήμο), για να επιτευχθεί η απόρριψη της αγωγής τη στιγμή κατά την οποία ήταν όλοι πολύ καλά ενήμεροι όλων των πιο πάνω γεγονότων, όπως μαρτυρείται και από τα έγγραφα στα οποία αναφορά έγινε πιο πάνω. Ως προς τη θέση της ότι δεν είχε καμία επικοινωνία με την κα Μιχαήλ, επειδή αν είχε θα θυμόταν τουλάχιστον το όνομα της, αυτή στερείται πειστικότητας αφού πολύ λογικό θα ήταν μετά από 10 και πλέον έτη να μην ενθυμείται το εν λόγω όνομα. Υπό το φως δε του συνόλου της μαρτυρίας της απορρίπτεται και αυτή της η θέση ως αναξιόπιστη. Εν γένει πρέπει να πω ότι ανεξαρτήτως των πιο πάνω η μαρτυρία της δεν ήταν καθόλου φυσική, ούτε πειστική αλλά ούτε και συνήδε λογικά, αφού θεωρώ εντελώς μη ρεαλιστικές τις θέσεις που προσπάθησε να προωθήσει όπως για παράδειγμα ότι ενώ η ίδια παρέλαβε την επιστολή με την οποία απαιτείτο από την ίδια ένα ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο (βλ. Τεκμήριο 12), η ίδια παρόλο που παραδέχθηκε ότι έχει καλές σχέσεις με τον αδελφό και τη μητέρα της δεν συζήτησε καθόλου μαζί τους το θέμα αυτό ούτε και αντέδρασε προς το Δήμο. Όσον αφορά τον ΜΥ2 Ανδρέα Δανό πρέπει να πω ότι άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι θέσεις του αναφορικά με το ότι δεν είχαν τεθεί οποιοιδήποτε άλλοι όροι στη συμφωνία κρίνονται και λογικοί και πειστικοί, σε αντίθεση με τις θέσεις που του τέθηκαν από το συνήγορο του τριτοδιάδικου οι οποίες για να πω το ολιγότερον στερούντο πειστικότητας και σοβαρότητας, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν μεταξύ του κ. Δανού και του διευθυντή του τριτοδιαδίκου ο οποίος ήταν δικηγόρος με πείρα και ο οποίος συνέταξε και τη σχετική συμφωνία, οπότε εάν ήθελε θα μπορούσε να περιλάβει τους σχετικούς όρους στη συμφωνία. Εν ολίγοις δηλαδή αδυνατώ να αποδεχθώ τη θέση του κ. Οικονομίδη ότι είχαν τεθεί όλοι εκείνοι οι όροι περί ενημέρωσης από τον κ. Ρένο Μιχαηλίδη και ότι είχαν συμφωνηθεί, ή ότι έγιναν όλες εκείνες οι παραστάσεις από τον κ. Δανό και τίποτε σχετικό περιελήφθη στη συμφωνία, τη στιγμή μάλιστα που διαπραγματευτής για τον τριτοδιάδικο ήταν ο διευθυντής του τριτοδιαδίκου και δικηγόρος κ. Ρένος Μιχαηλίδης. Αντίθετα θεωρώ πολύ πιο ρεαλιστικά τα όσα ανέφερε ο κ. Δανός σύμφωνα με τη μαρτυρία του οποίου οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που περιέχονται στο Τεκμήριο 63 καθώς και ότι ο κ. Ρένος Μιχαηλίδης συνεχώς ανέφερε ότι θα διευθετούσε το ποσό με το Δήμο, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις ίδιες της επιστολές που πράγματι ο κ. Μιχαηλίδης απέστειλε στη συνέχεια προς το Δήμο, (βλ. Τεκμήρια 27 και 29) και με τις οποίες διαπραγματεύεται το κόστος των εργασιών. Όπως πολύ συνοπτικά και περιεκτικά έθεσε το θέμα ο ΜΥ2 απαντώντας σε σχετική υποβολή του συνηγόρου του τριτοδιαδίκου, το πωλητήριο έγγραφο δεν υπεγράφη συνεπεία των όσων ο ίδιος ο ΜΥ2 κατ' ισχυρισμόν παρέστησε στον κ. Μιχαηλίδη, αλλά διότι ο τελευταίος στηρίχθηκε στην ιδιότητα του ως δικηγόρος επί πολλά έτη του Δήμου, κάτι το οποίο προφανώς θεωρούσε ότι θα του έδινε το περιθώριο να διαπραγματευθεί το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει. Εξ άλλου οι θέσεις που τέθηκαν στον ΜΥ2 περί του ότι δεν ενημερώθηκε ο τριτοδιάδικος για τις εργασίες και όλοι οι συναφείς ισχυρισμοί του κ. Μιχαηλίδη καταρρίπτονται από το γεγονός ότι στον ίδιο τον όρο 11 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 63) καταγράφεται ότι ήδη από 28.2.04 είχαν αρχίσει οι εργασίες. Τούτο καταρρίπτει και την εκτός πραγματικότητας θέση που τέθηκε στον ΜΥ2 ότι δηλαδή οι εργασίες είχαν αρχίσει μετά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, η οποία υπεγράφη 28.6.04, θέση η οποία ούτως ή άλλως δεν συνάδει με την ήδη κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ3 σύμφωνα με την οποία οι εργασίες περατώθηκαν 15.6.
  13. Ως προς τη θέση που του τέθηκε ότι λόγω των ενεργειών του ή και των ενεργειών των εναγομένων δεν μπόρεσε να προλάβει τις προσφορές και πάλιν αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ2, ο οποίος τόνισε ότι οι εργασίες άρχισαν περί τις 28.2.04, πράγμα που αναφέρετο στη σχετική συμφωνία και επομένως ήταν καθ' όλα λογικό να αντιληφθεί κάποιος ότι οι προσφορές θα είχαν ήδη δοθεί και ότι επομένως επαφίετο στον κ. Μιχαηλίδη ως διευθυντή του τριτοδιαδίκου να ζητήσει και να μελετήσει τα πάντα προτού προβεί στην αγορά. Η δε θέση που του υποβλήθηκε, ότι δηλαδή τέθηκε το θέμα της αποζημίωσης και για να δεχθεί να υπογράψει ο κ. Μιχαηλίδης, ο κ. Δανός του υποσχέθηκε ότι θα ενημερωνόταν τάχιστα διότι στόχος του ήταν να το φτιάξει ο ίδιος ο κ. Μιχαηλίδης και να αποφύγει τις υπερτιμολογήσεις, καταρρίπτεται και αυτή από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εργασίες είχαν αρχίσει πολύ πριν την υπογραφή της συμφωνίας πράγμα που αναφέρεται ρητά στον όρο 11 της συμφωνίας. Θεωρώ δε εντελώς άσχετη τη γραμμή ερωτήσεων στην οποία επέμεινε ο κ. Οικονομίδης και με την οποία αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι δεν του είχε αποστείλει τη σχετική αλληλογραφία ο κ. Δανός, αφού αφενός τέτοιος όρος δεν είχε τεθεί στη συμφωνία και αφετέρου ήταν εις γνώση του τριτοδιαδίκου ότι από τον Φεβρουάριο του 2004 βρισκόντουσαν σε εξέλιξη εργασίες για την εν λόγω οικοδομή για τις οποίες θα ήταν υπόλογος ο τριτοδιάδικος και επομένως επαφίετο στον ίδιο να μεριμνήσει και να λάβει γνώση μέσω του Δήμου ως προς το στάδιο και κόστος των εργασιών, αφού ως αναφέρετο στη συμφωνία η τριτοδιάδικος εταιρεία της οποίας ήταν διευθυντής ο κ. Μιχαηλίδης θα ήταν υπόλογη για να τα καταβάλει. Και για να το θέσω αλλιώς, εφόσον σαφέστατα ήταν εις γνώση του τριτοδιαδίκου ότι είχαν αρχίσει οι εργασίες για τις οποίες ο ίδιος θα επωμίζετο το κόστος όφειλε ο ίδιος να μεριμνήσει και να πληροφορηθεί για ό,τι ο ίδιος θεωρούσε απαραίτητο προτού προχωρήσει και δεσμευθεί με μια συμφωνία και όχι να επιχειρεί εκ των υστέρων να αποφύγει μια συμφωνία που κατά τον ίδιο φαίνεται να απέβη ασύμφορη, επιρρίπτοντας άκομψα ευθύνες σε τρίτα πρόσωπα. Πέραν τούτου παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι απέναντι ή σχεδόν απέναντι από το γραφείο του κ. Ρένου Μιχαηλίδη ευρίσκεται το εν λόγω ακίνητο και επομένως δεν μπορεί να μην είχε δει τις εργασίες οι οποίες κράτησαν 3-4 μήνες να βρίσκονται σε εξέλιξη. Ως προς τη θέση που προώθησε ο Μ.Τ. 2 Ρένος Μιχαηλίδης ότι δηλαδή δεν έβλεπε καθόλου εργασίες να εκτελούνται και πως εάν έγιναν εργασίες αυτές ήταν υποτυπώδεις αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού η μαρτυρία του δεν κρίνεται αποδεκτή για τους λόγους που φαίνονται πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Ως προς τη θέση που του τέθηκε ότι δηλαδή λόγω των δικών του λαθών υπέστη τεράστια ζημιά ο τριτοδιάδικος, αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ2 ο οποίος διαφώνησε και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν καν μέρος στη συμφωνία και πως ο διευθυντής της τριτοδιαδίκου εταιρείας γνώριζε τα πάντα και πως με μια επίσκεψη στο Δήμο Λευκωσίας μετά τις 28.6.04 θα μπορούσε συζητήσει μαζί τους για το θέμα των επιδιορθώσεων κάτι που δεν έπραξε. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ εντελώς άσχετο το εάν ο κ. Δανός ή οι εναγόμενοι απέστελλαν την αλληλογραφία που λάμβαναν στον τριτοδιάδικο, η δε θέση ότι ο κ. Δανός είχε νομική υποχρέωση επειδή έγινε μια μικρή συμφωνία μεταξύ του Ρένου Μιχαηλίδη -Ροδαφνούσας και ΜΥ2, θεωρώ ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη και συμφωνώ με τον τρόπο που έθεσε το θέμα ο κ. Δανός ο οποίος ανέφερε ότι η υποχρέωση για ενημέρωση ήταν ενδεχομένως ηθική, αφού ο ίδιος ήταν δικηγόρος των εναγομένων και οι υποχρεώσεις του σταμάτησαν με την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
  14. Το μόνο ζήτημα από τη μαρτυρία του το οποίο δεν αποδέχομαι είναι ότι οι εργασίες συνεχίστηκαν μετά την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου αφού όπως φαίνεται οι εργασίες σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία είχε άμεση γνώση του θέματος ολοκληρώθηκαν 15.6.
  15. Τούτο όμως δεν επηρεάζει τη γενικότερη αξιοπιστία του μάρτυρα ο οποίος προφανώς εξέλαβε ως δεδομένο ότι συνεχίζονταν αφού η απαίτηση πληρωμής απεστάλη στις 6.8.
  16. Ούτε και εξυπακούει ότι οι εναγόμενοι ή και ο συνήγορος τους γνώριζαν το τελικό κόστος των εργασιών και το απέκρυψαν, αφού ως προέκυψε από την ενώπιον μου μαρτυρία το χρεωστικό δελτίο εκδόθηκε 6.8.4 και οι ίδιοι ειδοποιήθηκαν για το ζήτημα με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (βλ. Τεκμήριο 12). Ο ΜΤ1 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα πολιτικός μηχανικός. Για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του σημειώνω ότι έχω κατά νου τις νομικές αρχές που παρέθεσα πιο πάνω σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων. Ο μάρτυρας αυτός σε γενικές γραμμές μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς αποδέχομαι τα προσόντα του αφού αυτά δεν αμφισβητήθηκαν. Σημειώνω βέβαια όμως ότι ο μάρτυρας, ως ο ίδιος αποδέχθηκε δεν είχε και δεν έχει καθόλου εμπειρία σε σχέση με τη στήριξη επικίνδυνων οικοδομών εξ ου και αποτάθηκε στο Δήμο για να πληροφορηθεί περί εργολάβων που έχουν πείρα στον συγκεκριμένο τομέα και να μπορέσει να ανταποκριθεί στα όσα του ζητήθηκαν από τον ΜΤ
  17. Πέραν τούτου σπεύδω να σημειώσω ότι ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας έδειχνε βέβαιος ότι δεν του είχε λεχθεί από οποιοδήποτε ή και από τον ίδιο τον κ. Ανδρονίκου ότι ο τελευταίος είχε διενεργήσει εργασίες πιο πρίν στην εν λόγω οικοδομή, κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά απάντησε αναφέροντας ότι απ' ότι θυμόταν δεν του είχε αναφέρει κάτι, τονίζοντας μάλιστα παράλληλα ότι τα γεγονότα είχαν διαδραματιστεί 7 χρόνια προηγουμένως και πως ο ίδιος δεν μπορούσε να πει κάτι το οποίο δεν θυμάται, θέση από την οποία συνάγεται ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμάται με βεβαιότητα εάν του είχε λεχθεί κάτι τέτοιο ή όχι. Εν πάση δε περιπτώσει υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του επί του προκειμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για την εξαγωγή οποιουδήποτε βέβαιου ευρήματος. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι ο μάρτυρας δεν προώθησε τη θέση ότι δεν έγιναν εργασίες πιο πριν ή ότι δεν ήταν καλής ποιότητας, αλλά περιορίστηκε στο να αναφέρει τί ο ίδιος έπραξε, τονίζοντας μάλιστα πως η προσφορά του αφορούσε ένα συγκεκριμένο πράγμα. Η δε ΜΕ3 η μαρτυρία της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, είχε αναφέρει ότι πράγματι μετά τις επίδικες επιδιορθώσεις είχε προκύψει πρόβλημα επικινδυνότητας προερχόμενο από άλλη συγκεκριμένη αιτία την οποία προσδιόρισε και το οποίο αφού επισημάνθηκε από το, Δήμο εν τέλει η τριτοδιάδικος απεφάσισε να το επιδιορθώσει διορίζοντας εργολάβο. Επομένως αποδέχομαι ότι διενήργησε και αυτός στη συνέχεια εργασίες στην οικοδομή μέσω του υπεργολάβου κ. Ανδρονίκου, πλην όμως δεν θεωρώ ότι τούτο αποτελεί ένδειξη ότι δεν είχαν γίνει προηγουμένως εργασίες από τον κ. Ανδρονίκου ή ότι αυτές δεν έγιναν καλά, αφού αφενός ο ΜΤ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι τέτοιο, αφετέρου δε η ΜΕ3 είχε ήδη αναφέρει ότι οι επιδιορθώσεις που έγιναν μεταγενέστερα προέκυψαν από νέα αιτία που προκάλεσε επικινδυνότητα στην οικοδομη, θέση η οποία υιοθετείται αυτούσια και από τον ίδιο τον κ. Ρένο Μιχαηλίδη (βλ. Τεκμήριο 71 επιστολή ημερ. 18.5.2010, δεύτερη σελίδα παράγραφος υπ' αρ. 2) ο οποίος μάλιστα στην εν λόγω επιστολή του δεν αμφισβητεί ότι πράγματι διενεργήθηκαν προηγουμένως επιδιορθώσεις στην επίδικη οικοδομή από το Δήμο. Εν ολίγοις δηλαδή θεωρώ ότι οι εν λόγω επιδιορθώσεις στις οποίες προέβη ο ΜΤ1, προέκυψαν από νέα αιτία και δεν διασυνδέονταν με τις προηγούμενες επιδιορθώσεις οι οποίες με βάση και τη μαρτυρία της ΜΕ3 είχαν διενεργηθεί και ελεγχθεί, προτού διενεργηθούν οι εργασίες οι οποίες ανατέθηκαν στην εταιρεία του ΜΤ
  18. Ο δεύτερος μάρτυρας για τον τριτοδιάδικο κ. Ρένος Μιχαηλίδης (ΜΤ2) δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Αντίθετα μου έδωσε την εντύπωση ότι εντελώς αβασάνιστα και ατεκμηρίωτα προέβαινε σε τοποθετήσεις που στερούντο παντελώς ερείσματος και που σε αρκετές περιπτώσεις καταρρίπτονταν τόσο από τη μαρτυρία των δικών του μαρτύρων, όσο και από μαρτυρία που παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ενώπιον μου. Εν γένει η μαρτυρία του ήταν γεμάτη από υπερβολές και αντιφάσεις έτσι που θεωρώ ότι θα ήταν παντελώς ανασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς με σκοπό να υποστηρίξει τις θεωρίες του περί σκευωριών και αθέμιτων ενεργειών του Δήμου, προέβαινε σε αναφορές ότι το ποσό της αρχικής προσφοράς που εγκρίθηκε, τελικώς τριπλασιάστηκε, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι από 20.000 έγινε τελικώς 60.000, παραλείποντας επιμελώς να αναφέρει ότι το ποσό της προσφοράς είναι σε λίρες, ενώ η αξίωση στην αγωγή σε ευρώ και πως στην αξίωση των €62.255.66 περιλαμβάνονται και περί τις €9.223 διοικητικά έξοδα. Κατά τον ίδιο παραπλανητικό τρόπο ανέφερε ότι οι εργασίες που έγιναν είναι ίσες με το ποσό που πλήρωσε για να αγοράσει το ακίνητο, με σκοπό να πείσει ότι αποκλείεται να είχε συναινέσει σε τέτοια συμφωνία, κάτι το οποίο πρόδηλα δεν είναι ορθό, αφού οι εργασίες με τα διοικητικά έξοδα ανήρχοντο σε €62.255.66 (ευρώ), ενώ η τριτοδιάδικος το αγόρασε για Λ.Κ. 89.950 (λίρες κύπρου) - ισόποσο σε ευρώ €153,688.
  19. Πέραν τούτου οι θέσεις του περί του ότι δεν είχε συμφωνήσει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στο Δήμο Λευκωσίας, παρά μόνο ένα μικρό τυπικό ποσό, δεν συνάδουν με τον όρο 11 της συμφωνίας Τεκμήριο
  20. Περαιτέρω οι θέσεις του ότι πρέπει να είχαν δει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου με τον κ. Δανό, οι οποίοι τους είχαν πει ότι οι επιδιορθώσεις ήταν «πασαλείμματα» παρέμειναν μετέωρες, εφόσον ποτέ δεν τέθηκαν στους μάρτυρες του ενάγοντα για να τοποθετηθούν, αλλά ούτε και στον ΜΥ2 τέθηκε τέτοια θέση. Εν πάση περιπτώσει η θέση του ΜΤ2 ότι οι εργασίες που έγιναν ήταν «πασαλείμματα» δεν υποστηρίχθηκε από τον ΜΤ1, ο ίδιος δε ο ΜΤ2 πέραν του ότι ως παραδέχθηκε δεν γνώριζε κάν τι είχε ανατεθεί στον κ. Ανδρονίκου να κάνει την πρώτη φορά, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι είχε επιθεωρήσει την κατάσταση της οικοδομής πριν διενεργηθούν οι πρώτες εργασίες από τον Ανδρονίκου το 2004, για να μπορεί να εκφέρει άποψη, ακόμα και εάν θεωρείτο εμπειρογνώμονας για το συγκεκριμένο ζήτημα. Παρέμεινε δε εντελώς άγνωστο το πως ακριβώς κατέληξε σε αυτή του την γενική και ασαφή τοποθέτηση, ενώ αντίθετα η ΜΕ3 είχε αναφερθεί συγκεκριμένα στις εργασίες που έπρεπε να γίνουν με βάση την προσφορά και επιβεβαίωσε την εκτέλεση τους και υπό το φως αυτής, όλες οι αμφισβητήσεις του μάρτυρα σε σχέση με το εύρος και τη σοβαρότητα των εργασιών καταρρίπτονται πλήρως. Τα ίδια ισχύουν σε σχέση με τη θέση του περί αυθαίρετης αύξησης και διόγκωσης της προσφοράς, αφού η μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία έχει ήδη κριθεί αξιόπιστη καταρρίπτει πλήρως τις θέσεις του ΜΤ2, ο οποίος ας σημειωθεί ότι δεν έδωσε λεπτομέρειες της εμπειρίας του σε ζητήματα στήριξης επικίνδυνων οικοδομών για να μπορεί να εκφέρει γνώμη ως προς το εάν οι εργασίες που περιλήφθηκαν στην προσφορά ήταν ή όχι αναγκαίες, ενώ εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του (ΜΤ2) πόρρω απείχε από του να είναι συγκεκριμένη και σαφής. Ούτε όμως και ο ΜΤ1 εξέφρασε τέτοια θέση. Ως προς τη θέση του ότι για τις εργασίες που έγιναν αργότερα στο υποστατικό και οι οποίες ήταν κατ' ισχυρισμόν πολύ μεγαλύτερες, κατέβαλε μόνο €17.000, εισηγούμενος εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ορθό το ποσό που αξιώνει ο Δήμος, σημειώνω ότι όπως και ο ΜΤ1 είχε παραδεχθεί οι εργασίες που είχαν προηγηθεί το 2004, εξ όσων ο ίδιος είχε αντιληφθεί περιλάμβαναν περισσότερες εργασίες από τη συγκεκριμένη εργασία που ανατέθηκε στον ίδιο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι για αυτές η τριτοδιάδικος εταιρεία είχε χρεωθεί €29000 όπως άλλωστε και ο ίδιος ο ΜΤ2 αναφέρει στο Τεκμήριο 71, ενώ φαίνεται πως το ποσό των €17000 προέκυψε κατόπιν κάποιας έκπτωσης που του δόθηκε. Παραμένει βέβαια άξιον απορίας γιατί στο Τεκμήριο 71 που φέρει ημερ. 18.5.2010, αναφέρει ότι χρεώθηκε €29000, ενώ το Τεκμήριο 69 σαφέστατα δεικνύει ότι από τον Ιανουάριο του 2010, ο εν λόγω μάρτυρας (ΜΤ2) γνώριζε ότι η χρέωση θα ήταν μόνο €
  21. Όσον αφορά την εργασία που διενεργήθηκε μεταγενέστερα σημειώνω ότι ενώ ο ΜΤ2 στην επιστολή του προς το Δήμο ημερ. 18.5.2010 (βλ. Τεκμήριο 71, δεύτερη σελίδα παρ. 2) αποδέχεται ότι οι νέες εργασίες που διενεργήθηκαν αφορούσαν επικινδυνότητα που προέρχετο από παράνομες επεμβάσεις και κατεδαφίσεις επί γειτνιάζοντος οικοπέδου, θέση η οποία συνάδει πλήρως και με τη μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, ο ΜΤ2 στα πλαίσια της μαρτυρίας του προώθησε μια άλλη θέση. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι η επικινδυνότητα προέκυψε λόγω παράνομης αδειοδότησης από το Δήμο Λευκωσίας σε γειτνιάζον οικόπεδο με το επίδικο ακίνητο όπου τοποθετήθηκαν αυτόματοι πωλητές νερού οι οποίοι διάβρωσαν τα θεμέλια. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι επί του προκειμένου αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, και σύμφωνα με την οποία η επικινδυνότητα προέκυψε από νέα αιτία η οποία συνδεόταν με την καταδάφιση γειτνιάζοντος υποστατικού και τοποθέτηση ντεποζίτου στο σημείο που προηγουμένως εφάπτετο η οικοδομή που κατεδαφίστηκε, με τη βρύση να ευρίσκεται κοντά στα θεμέλια, γεγονός το οποίο με την πάροδο του χρόνου δημιούργησε μια νέα και άσχετη με την προηγούμενη επικινδυνότητα στην οικοδομή. Τούτου δεδομένου η θέση του ΜΤ2 ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της προσφοράς επειδή οι ίδιες εργασίες εκτελέστηκαν μεταγενέστερα από τον ίδιο διορίζοντας άλλο εργολάβο (ήτοι την εταιρεία του ΜΤ1) είναι εντελώς παραπλανητική, εφόσον ο ίδιος ο δικός του εργολάβος ανέφερε ότι ο ίδιος έκανε μια συγκεκριμένη επιδιόρθωση σε ένα συγκεκριμένο μέρος της οικοδομής, για την οποία η αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι ότι προκλήθηκε από άλλη νέα αιτία, η οποία κατέστησε εκ νέου επικίνδυνο το υποστατικό. Παράδοξη είναι και η τοποθέτηση του ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της προσφοράς τη στιγμή κατά την οποία όταν ερωτήθηκε αν γνωρίζει την προσφορά που υπέβαλε ο Ανδρονίκου στο Δήμο την πρώτη φορά ανέφερε ότι δεν την γνωρίζει. Από την άλλη η ΜΕ3 ήταν σαφής ότι οι σχετικές εργασίες είχαν εκτελεστεί και ελέγχθηκαν από την ίδια και παρά τη σθεναρή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε. Η δε θέση του ότι το ποσό που απαιτείται, δεν συνάδει με την ενημέρωση ή και τις εργασίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2, η θέση αυτή και πάλιν δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού πρόδηλα αποτελεί και πάλιν μια αυθαίρετη και γενική τοποθέτηση του ΜΤ
  22. Ως προς τις θέσεις του ότι ήταν όρος να του δίνονται ειδοποιήσεις, αλληλογραφία, ενδείξεις της προσφοράς κλπ, αυτές είναι για να πω το ολιγότερον αστείες και στερούνται λογικής, δεδομένου του ότι ο ίδιος ως διευθυντής της τριτοδιαδίκου εταιρείας υπέγραψε συμφωνία στην οποία αφενός τίποτε σχετικό αναφέρεται, αλλά αντίθετα αναφέρεται ρητά ότι ότι οι εργασίες είχαν ήδη ξεκινήσει από τις 28.2.2004 και επομένως έπεται κατά λογική συνέπεια η όποια προσφορά θα είχε ήδη εξασφαλιστεί πολύ προηγουμένως. Εφόσον δε η σχετική προσφορά ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ήταν τόσο σημαντικά για τον ίδιο θα μπορούσε να τα είχε ζητήσει για να τα επιθεωρήσει πριν υπογράψει τη συμφωνία. Η δε προσπάθεια του να καταδείξει ότι η οικοδομή δεν ήταν επικίνδυνη επειδή οι εργασίες γινόντουσαν ενώ ο ενοικιαστής βρισκόταν μέσα, είναι πράγματι ατυχής αφού αφενός το ζήτημα της επικινδυνότητας της οικοδομής δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας για λόγους που επεξηγούνται αναλυτικότερα πιο κάτω, αφετέρου δε η ΜΕ3 είχε επεξηγήσει πως είχε γίνει κατορθωτό να γίνουν οι εργασίες χωρίς να έχει εκδιωχθεί πλήρως ο ενοικιαστής από το υποστατικό, ασχέτως του εάν τελικά αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η ενδεδειγμένη διαδικασία ή όχι. Ως προς τις θέσεις του ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για την κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, αρκεί να παραπέμψω στα όσα πιο πάνω ανέφερα στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ3, όπου έχει επεξηγηθεί ότι η εγκυρότητα ή νομιμότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης, δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι δε θέσεις του ότι ο Δήμος δεν συμβίβαζε την υπόθεση γιατί χρεώθηκαν υπέρογκα ποσά στα ταμεία του Δήμου για τις δήθεν επιδιορθώσεις και γι αυτό ήγειραν την αγωγή εναντίον δύο πάμπτοχων ανθρώπων για εργασίες που είναι αμφίβολο ότι έγιναν ή ότι είχαν το ισχυριζόμενο εύρος και έκταση ή και ότι αν έγιναν η αξία τους είναι κάτω των €15.000, σημειώνω ότι είναι και αυτές παντελώς αυθαίρετες, αφού δεν στηρίζονται σε καμία μαρτυρία εμπειρογνώμονα και είναι προφανές ότι προβλήθηκαν στα πλαίσια της εδώ και χρόνια καταβαλλόμενης προσπάθειας του ΜΤ2, ως τούτη προκύπτει και από τη σχετική αλληλογραφία που είχε με το Δήμο, για να αποφύγει την καταβολή του εν λόγω ποσού από την τριτοδιάδικο εταιρεία. Μετέωρη παρέμεινε και η θέση ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία προσφορών αφού ποτέ δεν προσδιορίστηκε από την πλευρά της τριτοδιαδίκου εταιρείας, ποια ήταν η διαδικασία που θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί δυνάμει κάποιας νομοθεσίας ή κανονισμού και η οποία δεν ακολουθήθηκε και ούτε έγινε εισήγηση ως προς το εάν το ζήτημα του τυχόν λάθους στη διαδικασία προσφορών είναι ζήτημα που μπορεί να τεθεί και να εξεταστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Οι δε ισχυρισμοί περί σκευωρίας των αρμοδίων του Δήμου για να ευνοούνται συγκεκριμένοι εργολάβοι πέραν του ότι δεν δικογραφούνται, παρέμειναν και αυτοί μετέωροι αφού δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του ΜΤ2 όταν αναφερόμενος στο ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν αυθαίρετης επιλογής εργολάβου, είπε ότι ο ίδιος το υπολογίζει «διότι δια μαγείας πάντα επιλέγονται οι ίδιοι εργολάβοι χωρίς καμία διαδικασία προσφοροδότησης», χωρίς όμως ο ίδιος να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία προς τούτο. Έφτασε ακόμα και στο σημείο να αναφέρει ότι το ζήτημα θα πρέπει να διερευνηθεί από το Γενικό Εισαγγελέα, και παρά ταύτα ο ίδιος που κατ' ισχυρισμόν κατέχει εδώ και χρόνια στοιχεία για αυτά τα ζητήματα δεν προέβη σε καταγγελία και δεν παρουσίασε αυτά τα στοιχεία. Από το δε Τεκμήριο 52 το οποίο ως έχω ήδη πει ετοιμάστηκε σε ανύποπτο χρόνο, φαίνεται ότι τουλάχιστον ο κ. Ανδρονίκου δεν είχε ξανασυνεργαστεί μέχρι τότε με τον ενάγοντα, γεγονός που εκβαραθρώνει την όποια προσπάθεια του ΜΤ2 να καταλογίσει στον ενάγοντα σκοπιμότητα στην επιλογή του συγκεκριμένου εργολάβου. Η δε θέση του ότι από φόβο ο ΜΤ1 διόρισε ως υπεργολάβο τον Ανδρονίκου επειδή δεν τολμούσε να του πάρει τις εργασίες, κρίνεται και αυτή άκρως ανυπόστατη και αυθαίρετη, αφού αφενός ο ΜΤ1 είχε επεξηγήσει με ευκρίνεια το λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να αναλάβει από μόνος του την εν λόγω εργασία και ο λόγος έγκειτο στο ότι δεν είχε την απαιτούμενη πείρα σε αυτό τον τομέα, αφετέρου δε δεν ερωτήθηκε αλλά ούτε και ανέφερε οτιδήποτε περί φόβου για να αναλάβει τις εργασίες που του είχαν ανατεθεί. Τέλος ως προς τις θέσεις του ότι δεν ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες αρκεί να παραπέμψω στα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν στα πλαίσια αξιολόγησης των μαρτύρων ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ
  23. Το εάν δε οι ενέργειες αυτές ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του νόμου είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, όπως και η θέση του ότι σύμφωνα με τον όρο 11 της συμφωνίας Τεκμήριο 63, ο τριτοδιάδικος δεν θα πρέπει να κριθεί υπόλογος να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Ο ΜΤ3, σε γενικές γραμμές άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας (πολιτικός μηχανικός και επιβλέπων μηχανικός οικιστικών έργων) και ως εκ τούτου σημειώνω και πάλιν ότι προσεγγίζω τη μαρτυρία του έχοντας κατά νου τις αρχές που παρατέθηκαν ανωτέρω και οι οποίες εφαρμόζονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων. Δέχομαι ότι ο μάρτυρας έχει την κατάρτιση και εμπειρία που ανέφερε και ότι πράγματι είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα του, αφού τα προσόντα και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν. Επίσης δέχομαι και ότι τα όσα ανέφερε αποτελούν ορθή πρακτική σε σχέση με την επιδιόρθωση επικίνδυνων οικοδομών. Όμως αδυνατώ να αποδεχθώ ότι επειδή στην προκειμένη περίπτωση έγιναν οι διευθετήσεις που ανέφερε η ΜΕ1 και η ΜΕ3 και δη ότι η επιδιόρθωση έγινε χωρίς να απομακρυνθεί ο ενοικιαστής τούτο καταδεικνύει ότι η οικοδομή δεν ήταν επικίνδυνη. Κρίση μου είναι ότι το τι ενδεχομένως να καταδεικνύεται είναι πως εάν επεσυνέβαινε κάποιο ατύχημα ενδεχομένως να προέκυπταν ευθύνες, αλλά δεν θεωρώ ότι τούτο από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η οικοδομή δεν ήταν επικίνδυνη χωρίς άλλο. Εξ άλλου ως έχω ήδη αναφέρει για λόγους που θα επεξηγήσω και πιο κάτω η ορθότητα ή εγκυρότητα της απόφασης για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας.
  24. Ευρήματα Κατά ή περί τις 5.6.2003 η επίδικη οικοδομή κρίθηκε από τον ενάγοντα επικίνδυνη (βλ. Τεκμήριο 2 και 40). Κατά τον εν λόγω χρόνο και μέχρι τις 9.8.04 (οπόταν το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην τριτοδιάδικο εταιρεία δυνάμει συμφωνίας πώλησης Τεκμήριο 63) εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικοδομής ήταν οι εναγόμενοι 1 και
  25. Για λόγους που επεξηγούνται στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ3 και ΜΥ1, ο εναγόμενος 1 και η ΜΥ1 ενεργούσαν κατά τον χρόνο κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης και αποστολής των επιστολών Τεκμήρια 4-7,9,10 και 12 ως αντιπρόσωποι της εναγόμενης
  26. Σύμφωνα επίσης με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ1, ο εναγόμενος 1 από τις 12.6.03 και η ΜΥ1 τουλάχιστον από 27.8.03 έλαβαν γνώση αναφορικά με το ότι η οικοδομή κηρύχθηκε επικίνδυνη και ότι θα διενεργούντο επισκευές από το Δήμο με τους ιδιοκτήτες να επιβαρύνονται με όλα τα έξοδα, εκτός εάν οι ίδιοι προέβαιναν στις εργασίες. Οι εναγόμενοι παρόλο που ζήτησαν παράταση της προθεσμίας μέχρι 31.10.03 (βλ. Τεκμήριο 19) και παρόλο που οι εργασίες από πλευράς του Δήμου δεν άρχισαν παρά μόνο περί το Μάρτιο του 2004, δεν προέβησαν στις απαραίτητες εργασίες προς στήριξη της οικοδομής. Ο ενάγων αφού ακολούθησε τις διαδικασίες στις οποίες αναφέρθηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3, στις 4.3.2004 ενέκρινε την προσφορά του Ανδρόνικου Ανδρόνικου με ποσό προσφοράς £22,490 (πλέον Φ.Π.Α). Ο Εργολάβος ενημερώθηκε για την κατακύρωση της προσφοράς με επιστολή ημερομηνίας 9.3.2004 (βλ. Τεκμήριο 54). Οι εργασίες άρχισαν στις 10.3.2004 με ευθύνη επίβλεψης της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου. Αμέσως μετά την έναρξη των εργασιών προέκυψαν νέες εργασίες ως η μαρτυρία της ΜΕ1 και ΜΕ3 οι οποίες απαιτήθηκαν από τον εργολάβο ο οποίος ανέλαβε να τις εκτελέσει έναντι του ποσού των £4,500 (πλέον Φ.Π.Α). (βλ. Τεκμήριο 57). Στάληκε στην επιτροπή προσφορών για έγκριση. Στις 6.5.2004 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε το επιπλέον ποσό των £4,500 (πλέον Φ.Π.Α) του εργολάβου Ανδρόνικου Ανδρονίκου ο οποίος και ενημερώθηκε στις 17.5.2004 (βλ. Τεκμήριο 58). Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.