← Κύπρος

Yiama Tourist Developments Ltd ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017, 20/6/2017

Yiama Tourist Developments Ltd ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017, 20/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65), ως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 ως τροποποιήθηκε και Μεταξύ: Yiama Tourist Developments Ltd, από την Λευκωσία Αιτήτρια - Εφεσείουσα και Alpha Bank Cyprus Ltd, από την Λευκωσία Καθ' ης η αίτηση - Εφεσίβλητη Αίτηση ημ. 2.5.17 υπό εφεσείουσας - αιτήτριας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2017 Για εφεσείουσα - αιτήτρια: κα Νιόβη Πετρίδου Για εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση: κος Παναγιώτης Μακρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση - έφεση, η εφεσείουσα ζητά την ακύρωση των ειδοποιήσεων ΙΑ & ΙΒ που της απεστάλησαν από την εφεσίβλητη τράπεζα δυνάμει του μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/

  1. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις, απεστάλησαν προς τον σκοπό εκποίησης δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της εφεσείουσας με αρ. εγγραφής 0/5559 και 0/5561 αντίστοιχα, δυνάμει της υποθήκης Υ3983/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Ο πλειστηριασμός καθορίστηκε δυνάμει των ως άνω ειδοποιήσεων για τις 5.9.17 Είναι μεταξύ άλλων η θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη τράπεζα κωλύεται να προωθεί την επίδικη διαδικασία εκποίησης λόγω του ότι επιζητά την ίδια θεραπεία με την αγωγή αρ. 7998/14 του Ε.Δ Λευκωσίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι για τον πιο πάνω λόγο, η διαδικασία εκποίησης είναι καταχρηστική. Περαιτέρω, στους λόγους έφεσης γίνεται αναφορά σε παρατυπία στην όλη διαδικασία, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος 9/
  2. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση αίτησης - έφεσης, η εφεσείουσα καταχώρησε και την παρούσα αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επιζητεί συγκεκριμένα την αναστολή της διαδικασίας πώλησης, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης - έφεσης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Φώτου Γιάννακα, διοικητικού συμβούλου της εφεσείουσας. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, η διαδικασία πάσχει γιατί η προβλεπόμενη από τον Νόμο ειδοποίηση «Ι» δεν επιδόθηκε στην εφεσείουσα αλλά σε πρόσωπο άλλο που καμία σχέση δεν έχει με αυτή. Η εγκυρότητα της εν λόγω ειδοποίησης «τύπου Ι» έχει αμφισβητηθεί από την εφεσείουσα με την καταχώρηση της αγωγής 1945/
  3. Η παρατυπία της εν λόγω ειδοποίησης κατά τον ομνύοντα, συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη διαδικασία εκποίησης και την μετέπειτα επίδοση στον ίδιο, των ειδοποιήσεων «τύπου ΙΑ και ΙΒ». Ήταν περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η διαδικασία εκποίησης συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αφού τις ίδιες ακριβώς θεραπείες, η εφεσίβλητη τράπεζα τις επιζητά με την αγωγή της 7998/14 του Ε.Δ Λευκωσίας. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι από 10.12.14 έχει διοριστεί στην εφεσείουσα παραλήπτης (receiver) δυνάμει σχετικού ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η παρούσα διαδικασία, εγείρεται από την εφεσείουσα μέσω του ιδίου του ομνύοντα ως διοικητικού συμβούλου, στα πλαίσια του κατάλοιπου εξουσίας που διαθέτει καθώς και γιατί του επιδόθηκαν προσωπικά οι τύποι ΙΑ και ΙΒ. Επιπλέον, στην αγωγή 7998/14 που καταχώρησε η εφεσίβλητη τράπεζα, η εφεσείουσα αλλά και ο ίδιος αμφισβητούν τον διορισμό παραλήπτη. Στα πλαίσια της ίδια αγωγής, η εφεσείουσα αμφισβητεί και το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσόν προς την εφεσίβλητη τράπεζα. Τα πιο πάνω στοιχεία κατά τον ομνύοντα, καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής βάσης έφεσης και σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στο οποίο η εφεσείουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επιπλέον, η ίδια η φύση της διαδικασίας εκποίησης, ικανοποιεί την προϋπόθεση της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν και εφόσον η εκποίηση προχωρήσει, τότε αυτομάτως θα καταστεί άνευ αντικειμένου τόσον η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, όσον και οι αγωγές 7998/14 και 1945/
  4. Στην περίπτωση δε που οι θέσεις της εφεσείουσας γίνουν αποδεκτές στην εν λόγω διαδικασία, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού το επίδικο ακίνητο θα έχει ήδη εκποιηθεί. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη καμία ζημιά δεν θα υποστεί και κανένα δικαίωμα της δεν θα απωλέσει καθώς οι αιτούμενες προς αναστολή διαδικασίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν απρόσκοπτα σε περίπτωση που δικαιωθεί στην παρούσα έφεση. Με την πρώτη εμφάνιση της μονομερούς αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, έκρινα ότι αυτή θα έπρεπε να επιδοθεί στην εφεσίβλητη προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Μετά την επίδοση της αίτησης, η εφεσίβλητη τράπεζα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η έφεση πάσχει αφού δεν καταχωρήθηκε από τον παραλήπτη της εφεσείουσας κ. Λεωνίδα Κίμωνος. Επιπλέον, η καταχώρηση δεν έχει εγκριθεί από τον εν λόγω παραλήπτη που είναι το μόνο πρόσωπο που έχει εξουσία να ασκεί τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες της εφεσείουσας, συμπεριλαμβανομένης της έναρξης δικαστικών διαδικασιών όπως η παρούσα και που είναι το μόνο πρόσωπο που έχει εξουσία να δεσμεύει τους αιτητές. Ως εκ τούτου, η έφεση στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για προσωρινό διάταγμα δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Αναφέρεται επίσης ότι όλες οι υπό κρίση ειδοποιήσεις επιδόθηκαν δεόντως στην εφεσείουσα. Ειδικότερα για την ειδοποίηση «τύπου Ι» δεν έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα κανένα ένδικο μέσο που να την αμφισβητεί. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω αναφερόμενοι λόγοι ένστασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ούτε η εφεσείουσα αλλά ούτε και οι μέτοχοι ή διευθυντές της, προχώρησαν στη λήψη οιωνδήποτε μέτρων για αμφισβήτηση του διορισμού του κ. Κίμωνος ως διαχειριστή. Το μόνο που έπραξαν, ήταν να αμφισβητήσουν τον διορισμό στα πλαίσια της υπεράσπισης τους στην αγωγή 7998/14 χωρίς όμως να εγείρουν ανταπαίτηση. Ήταν στη συνέχεια η θέση του ομνύοντα ότι οι ειδοποιήσεις «τύπου Ι & Θ» επιδόθηκαν δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεν καταχωρήθηκε καμία αγωγή εναντίον των ειδοποιήσεων «Ι και Θ», ως εκ τούτου η τράπεζα προχώρησε στην επίδοση των ειδοποιήσεων «τύπου ΙΑ και ΙΒ». Ακολούθησε 25 μέρες μετά την επίδοση των εν λόγω ειδοποιήσεων «ΙΑ και ΙΒ», η καταχώρηση αγωγής από την εφεσείουσα ενώ ο παραλήπτης της εταιρείας δεν προέβη σε κανένα διάβημα. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι από τη στιγμή που ο διορισμός του παραλήπτη δεν έχει ανακληθεί, η οποιαδήποτε διαδικασία αμφισβήτησης της εκποίησης θα έπρεπε να γίνει μέσω του ή κατόπιν έγκρισης του. Η καταχώρηση της παρούσας έφεσης με πρωτοβουλία του διευθυντή της εφεσείουσας, είναι ως εκ τούτου παράτυπη και λανθασμένη. Όσον αφορά τη θέση για κατάχρηση διαδικασίας, ο ομνύων αναφέρει ότι η αγωγή 7998/14 δεν αποτελεί κώλυμα για προώθηση της εκποίησης. Ήταν η θέση του ότι η διαδικασία πλειστηριασμού είναι παντελώς ανεξάρτητη με την εκκρεμούσα αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχει κατά τον ομνύοντα καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επιπλέον, απέρριψε τη θέση για δημιουργία ανεπανόρθωτης ζημιάς στην εφεσείουσα αφού όπως ανέφερε, με την εκποίηση των ακινήτων, το ποσό που θα εισπραχθεί θα πιστωθεί προς όφελος του χρέους που η εφεσείουσα έχει στην εφεσίβλητη τράπεζα. Το Δικαστήριο εξέφρασε την ετοιμότητα να εκδικάσει την ουσία της έφεσης ώστε να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δεδομένου ότι ο επίδικος πλειστηριασμός καθορίστηκε για τις 5.9.
  5. Αμφότεροι όμως οι συνήγοροι, επέμεναν στις θέσεις τους και στην εκδίκαση κατά προτεραιότητα της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, η οποία ως εκ τούτου προχώρησε με τις αγορεύσεις των δικηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις Η συνήγορος της εφεσείουσας στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και στην επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/
  6. Στη συνέχεια, έκαμε αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ήταν η θέση της ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Υποστήριξε επί του προκειμένου ότι οι επίδικες ειδοποιήσεις είναι παράτυπες και η διαδικασία εκποίησης καταχρηστική. Η συνήγορος αρνήθηκε την θέση της εφεσίβλητης ότι η αγωγή 1945/17 είναι εκπρόθεσμη. Ισχυρίστηκε ότι πουθενά στον Νόμο δεν αναφέρεται ότι η αγωγή εναντίον της ειδοποίησης «τύπου Ι», πρέπει να καταχωρείται εντός 30 ημερών από την επίδοση της ή έστω πριν την επίδοση των ειδοποιήσεων «τύπου ΙΑ και ΙΒ». Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε στον ισχυρισμό της εφεσείουσας για το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της να ενεργούν προς όφελος των συμφερόντων της εταιρείας τους. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση ο παραλήπτης δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αμφισβητήσει τις σχετικές ειδοποιήσεις που του επιδόθηκαν για προώθηση της εκποίησης. Προφανώς κατά την συνήγορο, επειδή δεν ήθελε να θίξει τα συμφέροντα της εφεσίβλητης τράπεζας που τον διόρισε ως παραλήπτη. Από τη στιγμή δε που ο ίδιος δεν προέβη σε κανένα διάβημα, ενεργοποιείται κατά την συνήγορο το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της εφεσείουσας ώστε να μπορέσουν να λάβουν όλα εκείνα τα απαραίτητα διαβήματα για την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Θα καταστούν άνευ αντικειμένου τόσο η παρούσα έφεση όσο και οι αγωγές 7998/14 και 1945/
  7. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη τράπεζα δεν θα υποστεί καμία ζημιά αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ο συνήγορος της εφεσίβλητης στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε επίσης στην προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης παρέπεμψε στο άρθρο 44Γ

(3), ισχυριζόμενος ότι αυτό θέτει περιοριστικά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επιτυχία έφεσης όπως η παρούσα. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι καμία προϋπόθεση από αυτές που αναφέρονται στον Νόμο δεν έχει υποδειχθεί από την εφεσείουσα ώστε να τεκμηριώνεται, η προϋπόθεση για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Ένας άλλος λόγος απουσίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης, είναι κατά τον συνήγορο το γεγονός ότι αυτή καταχωρήθηκε όχι από τον παραλήπτη της εταιρείας αλλά από τον διευθυντή της. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο κατάλοιπο εξουσίας αφού το ομόλογο επιβάρυνε ολόκληρη την περιουσία του νομικού προσώπου. Σε τέτοια περίπτωση, το μόνο κατάλοιπο εξουσίας που απομένει στους διευθυντές είναι η αμφισβήτηση του διορισμού παραλήπτη ή αν ο παραλήπτης παράλογα αρνείται να λάβει μέτρα εναντίον του ομολογιούχου για την προστασία της περιουσίας της εταιρείας. Ο συνήγορος επέμενε στον ισχυρισμό ότι η αγωγή 1945/17 είναι εκπρόθεσμη γιατί καταχωρήθηκε πολύ μεταγενέστερα της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση των ειδοποιήσεων «Ι και Θ». Ήταν η θέση του ότι οποιαδήποτε τέτοια αγωγή θα πρέπει να καταχωρείται πριν την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» ώστε ο ενυπόθηκος δανειστής να γνωρίζει κατά πόσο ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ενίσταται στη διαδικασία πλειστηριασμού. Τέλος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η εφεσείουσα δεν θα υποστεί καμία ζημιά από τη μη έκδοση των διαταγμάτων σε αντίθεση με την εφεσίβλητη, η οποία θα εμποδιστεί να ασκήσει τα δικαιώματα της. Αυτό σχετίζεται κατά τον συνήγορο και με το γεγονός της αδυναμίας να εκδικαστεί άμεσα η έφεση πριν τον πλειστηριασμό που είναι προγραμματισμένος στις 5.9.17. Με αυτό τον τρόπο, η εφεσείουσα καταχράται τη διαδικασία, επιμένοντας στην έκδοση προσωρινού διατάγματος προκειμένου να ανασταλεί ο πλειστηριασμός. Νομική πτυχή Η παρούσα στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
  2. «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τόσο τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις όσο και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η εφεσείουσα επικαλείται επί του προκειμένου, παρατυπία στην όλη διαδικασία πλειστηριασμού αλλά και ζητήματα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας. Πρόκειται για σοβαρά θέματα για τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει μετά την επί της ουσίας, εκδίκαση της έφεσης. Η δεύτερη προϋπόθεση για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης έχει επίσης στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει όχι μόνο από τα σοβαρά θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αλλά και από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Τονίζω όμως ταυτόχρονα ότι με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζονται στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της έφεσης όπως είναι το κατάλοιπο εξουσίας, η νομιμότητα των διαδικασιών και οι ισχυρισμοί για κατάχρηση της διαδικασίας. Η επίλυση των πιο πάνω θεμάτων και του κατά πόσον η εφεσείουσα δικαιούται ή όχι στις αιτούμενες με την έφεση θεραπείες, θα γίνει μόνον με την εκδίκαση της ουσίας της έφεσης και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Όμως, για σκοπούς έκδοσης των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων, κρίνω για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης της. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διερεύνηση του κριτηρίου αυτού, συναρτάται σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έγκριση ή όχι του διατάγματος. Εξετάζοντας με την δέουσα προσοχή το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση που η διαδικασία πλειστηριασμού προχωρήσει, η παρούσα έφεση που αφορά την εγκυρότητα των διαδικασιών εκποίησης θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στην περίπτωση δε που μετά την εκδίκαση της έφεσης γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη λόγω του ότι ο πλειστηριασμός θα έχει ήδη ολοκληρωθεί. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση του συνηγόρου για την εφεσίβλητη τράπεζα ότι η εφεσείουσα δεν θα υποστεί καμία ζημιά αφού το ποσόν που θα προκύψει από την εκποίηση των ακινήτων θα πιστωθεί προς όφελος του επίδικου χρέους της. Η πιο πάνω θέση, παραγνωρίζει στην ουσία το γεγονός ότι το επίδικο χρέος αμφισβητείται από την εφεσείουσα, όχι μόνον στα πλαίσια της παρούσας έφεσης αλλά και με την υπεράσπιση της στην αγωγή 7998/
  3. Επιπλέον σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εφεσείουσας. Η εφεσίβλητη τράπεζα καμία ζημιά δεν θα υποστεί σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων συντηρητικών διαταγμάτων. Αντιθέτως, θεωρώ ότι η εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα δεδομένου ότι η παρούσα έφεση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Κρίνω ως εκ τούτου ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων (status quo) με την αναστολή των επίδικων διαδικασιών πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης - έφεσης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β & Γ της αίτησης. Η εφεσίβλητη καταδικάζεται επίσης στα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.