← Κύπρος

Συλβάνας Ελευθεριάδου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 183/15, 27/6/2017

Συλβάνας Ελευθεριάδου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 183/15, 27/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 183/15 Μεταξύ: Συλβάνας Ελευθεριάδου, από την Λευκωσία Ενάγουσας και Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από Λευκωσία Εναγομένης Αίτηση ημερ. 31.1.17 υπό εναγομένης - αιτήτριας για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2017 Για εναγομένη - αιτήτρια: κα Κλειώ Πολυβίου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Μάριος Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα ήταν καταθέτης στην Λαϊκή Τράπεζα για το ποσόν των €2.116.603,

  1. Είναι η θέση της όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι στις 14.3.13 έδωσε εντολές στην Λαϊκή Τράπεζα για μεταφορά του εν λόγω ποσού σε άλλο λογαριασμό ιδιοκτησίας της, στην Ελληνική Τράπεζα. Παρόλα αυτά, η Λαϊκή Τράπεζα αμέλησε να πράξει κάτι τέτοιο. Στην συνέχεια, εκδόθηκε το διάταγμα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων ιδρυμάτων Νόμου 17Ι(Ι)/ 2013 με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσόν να δεσμευθεί και να μην δύναται να μεταφερθεί στην Ελληνική Τράπεζα. Η ενάγουσα καταχώρησε στην συνέχεια στις 4.4.13, την αγωγή 2213/13 στο Ε.Δ Λευκωσίας εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, επικαλούμενη μεταξύ άλλων αντισυμβατική συμπεριφορά και πρόκληση ζημιάς από την πιο πάνω παράλειψη. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, η ενάγουσα εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο δεσμεύθηκε το εν λόγω ποσόν και απαγορεύτηκε η αποξένωση του, μέχρι νεότερής διαταγής του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης Τράπεζας Κύπρου που είναι το αποκτών πρόσωπο των τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, δυνάμει του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/
  2. Πέραν του πιο πάνω ποσού, η ενάγουσα αιτείται μεταξύ άλλων δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος λογαριασμός ανήκει στην ίδια και στον οποίο πρέπει να έχει πλήρη πρόσβαση. Αιτείται επίσης γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Στο μεταξύ, αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην παρούσα αγωγή για δέσμευση του εν λόγω ποσού, εκδικάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 25.4.16 και η υπεράσπιση στις 5.9.
  3. Με την υπεράσπιση της, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση απαίτηση της ενάγουσας δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που η ίδια ανέλαβε ως αποκτών πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας. Επιπλέον, το υπό κρίση ποσό ουδέποτε μεταβιβάστηκε στην εναγομένη τράπεζα. Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π 104/13, οι μοναδικές υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη, είναι αυτές που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του διατάγματος, καθώς και οι υποχρεώσεις οποιουδήποτε προσώπου που δεν υπερβαίνουν τις €100.000,
  4. Παρόλα αυτά ούτε το πιο πάνω εγγυημένο ποσό έχει δοθεί στην ενάγουσα λόγω του ότι αυτή εξασφάλισε στην αγωγή 2213/13, προσωρινό διάταγμα εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας για δέσμευση ολόκληρου του ποσού του επίδικου λογαριασμού. Αναφέρεται επιπλέον στην υπεράσπιση ότι η εναγομένη δεν είχε οποιαδήποτε επιλογή από το να συμμορφωθεί και να εφαρμόσει πλήρως τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π 104/2013 καθώς και της ευρύτερης νομοθεσίας, δυνάμει της οποίας ο πιο πάνω κανονισμός έχει εκδοθεί. Ακολούθησε στη συνέχεια, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης από την εναγομένη με την οποία αιτείται διάταγμα για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.23 Θ.2 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Γεωργίας Μαλέκου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της εναγομένης. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, η ομνύουσα αφού προβαίνει σε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και συγκεκριμένα στις 23.1.17, η εναγομένη έλαβε γνώση ότι κατά ή περί στις 18.10.16, το Δικαστήριο στην αγωγή 2213/13 της ενάγουσας εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που είχε εξασφαλιστεί μονομερώς, αναφορικά με την δέσμευση του επίδικου λογαριασμού. Με την εν λόγω απόφαση, έχει αποδεσμευθεί κατά την ομνύουσα ο επίδικος λογαριασμός και ως εκ τούτου μπορεί και πρέπει να τύχει, της απομείωσης που έτυχαν και οι υπόλοιποι καταθετικοί λογαριασμοί που διατηρούνταν στη Λαϊκή Τράπεζα. Για τους πιο πάνω λόγους, είναι αναγκαία κατά την ομνύουσα η καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα παρέλειψε εσκεμμένα να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι έχει λάβει από τις 20.6.13, το εγγυημένο ποσό των €100.000,00 από άλλο λογαριασμό λόγω του ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν δεσμευμένος. Ενόψει των πιο πάνω γεγονότων, είναι η θέση της ομνύουσας ότι η εναγομένη δεν έχει πλέον οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση με την ενάγουσα και τους λογαριασμούς που αυτή διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα. Είναι ως εκ τούτου αναγκαία η περαιτέρω υπεράσπιση για να μπορεί η εναγόμενη να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου και να τεκμηριώσει τη θέση της ότι η ενάγουσα δεν έχει πλέον οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Θα δοθεί έτσι η ευκαιρία στην εναγομένη να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ από την άλλη η ενάγουσα δεν θα υποστεί καμία ζημιά. Τέλος, επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση η περαιτέρω υπεράσπιση που επιδιώκει να καταχωρήσει η εναγομένη. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση, καταχρηστικά και δεν είναι γνήσια με την έννοια ότι δεν γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής ανάγκης για δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι παράτυπη γιατί γίνεται από δικηγόρο που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων της εναγομένης. Αναφέρεται ακόμα στους λόγους ένστασης ότι η προσθήκη περαιτέρω υπεράσπισης δεν δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο. Εντούτοις, στην περίπτωση που το αίτημα γίνει αποδεκτό, τα έξοδα πρέπει να επιβαρύνουν την εναγομένη. Αγορεύσεις Η συνήγορος της εναγομένης-αιτήτριας στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στη Δ.23 Θ.2, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Ήταν η θέση της ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία, η Δ.23 δεν υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς που τίθενται με την Δ.
  5. Το λεκτικό της Δ.23 είναι πιο απλό και με σαφήνεια αποκαλύπτει ότι οι μόνες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο προέκυψαν τα γεγονότα και πότε τέτοιο πρόσθετο δικόγραφο καταχωρείται. Με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι γνώμονας εφαρμογής της Δ.23 Θ.2 δεν είναι ο χρόνος στον οποίο τα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση του εναγομένου, αλλά πότε αντικειμενικά αυτά προέκυψαν. Επιτρέπεται δε η χρήση της Δ.23 Θ.2 όταν τα γεγονότα προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Τα μόνα στοιχεία που το Δικαστήριο θα εξετάσει, είναι αν το γεγονός προέκυψε μετά την υπεράσπιση και αν αυτό αποτελεί βάση υπεράσπισης. Αν όμως τα γεγονότα προέκυψαν πριν την υπεράσπιση τότε το αίτημα μπορεί να επιδιωχθεί μόνο δυνάμει της Δ.25 που ρυθμίζει γενικά την τροποποίηση δικογράφων. Η συνήγορος ανέφερε στη συνέχεια ότι στην παρούσα περίπτωση, ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Η αρχική υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 5.9.16 ενώ τα όσα επιζητούνται να δικογραφηθούν με την περαιτέρω υπεράσπιση, ήτοι η ακύρωση του συντηρητικού διατάγματος στην αγωγή 2213/13, επεσυνέβη στις 18.10.
  6. Είναι συνεπώς προφανές ότι τα νέα γεγονότα προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης υπεράσπισης. Η δε εναγομένη έλαβε γνώση για αυτά, πολύ μεταγενέστερα κατά τις 23.1.
  7. Πέραν τούτου, όσα επιχειρούνται να δικογραφηθούν συνιστούν βάση για υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, με την απόρριψη του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2213/13, προχώρησε η απομείωση του επίδικου λογαριασμού δυνάμει του Νόμου. Κατά συνέπεια, η εναγομένη έχει απαλλαγεί από οποιανδήποτε πλέον σχέση με την ενάγουσα και τους λογαριασμούς που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι η ουσία της περαιτέρω υπεράσπισης δεν θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Αυτό που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην παρούσα αίτηση, είναι κατά πόσον η περαιτέρω υπεράσπιση σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Το στοιχείο αυτό κατά τη συνήγορο, έχει αποδειχθεί από πλευράς της εναγομένης. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε ξεχωριστά σε όλους τους λόγους ένστασης. Ισχυρίστηκε ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και κάλεσε το Δικαστήριο να τους απορρίψει. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση, έκανε επίσης εκτενή αναφορά στη Δ.23 Θ.2 και σε σχετική νομολογία που την ερμηνεύει. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι τα γεγονότα που επιχειρούνται να προβληθούν με την περαιτέρω υπεράσπιση δεν εμπίπτουν σε αυτά που καθορίζει η Δ.23 Θ.
  8. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η εναγομένη γνώριζε για την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2213/
  9. Θα μπορούσε ως εκ τούτου με ευχέρεια να αναφέρει στην αρχική υπεράσπιση ότι σε περίπτωση ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να προχωρήσει η απομείωση του επίδικου λογαριασμού. Το γεγονός ότι έπαυσε η ισχύς του προσωρινού διατάγματος δεν σημαίνει ότι η εναγομένη δεν μπορούσε να προβάλει την πιο πάνω θέση στην αρχική της υπεράσπιση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής 2213/13, είναι διαφορετικά από αυτά της παρούσας αγωγής. Στην αγωγή 2213/13 εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, η ενάγουσα αιτείται αποζημιώσεις για αντισυμβατική συμπεριφορά και παράβαση καθήκοντος λόγω παράλειψης μεταφοράς του επίδικου ποσού στην Ελληνική Τράπεζα. Η παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, έχει άλλους διαδίκους και διαφορετικά επίδικα θέματα. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κατατίθενται αντιφατικοί ισχυρισμοί σε σχέση με τα γεγονότα. Αυτοί σχετίζονται με το κατά πόσον ο επίδικος λογαριασμός μεταφέρθηκε ή όχι στο σύνολο του, στην εναγομένη τράπεζα. Ούτε εξηγείται κατά τον συνήγορο πώς μπορεί να γίνει η απομείωση του ποσού αναδρομικά. Ήταν η θέση του ότι η απομείωση έπρεπε να γίνει όταν ήταν σε ισχύ ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του
  10. Επιπλέον, η απομείωση έπρεπε να γίνει από την Αρχή Εξυγίανσης και όχι από την εναγομένη. Παρόλα αυτά, η εναγομένη ισχυρίζεται αναδρομική απομείωση του επίδικου λογαριασμού παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τη δική της θέση, ποτέ δεν της έχει μεταβιβαστεί το εν λόγω ποσό. Ο συνήγορος αρνήθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα έχει αποκρύψει την εκ μέρους της παραλαβή του ποσού των €100.000,
  11. Έγινε επί του προκειμένου ρητή αναφορά στο δικόγραφο της απάντησης της υπεράσπισης αλλά και σε ένορκη δήλωση της ενάγουσας στα πλαίσια του αιτήματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε τους ισχυρισμούς για κατάχρηση της διαδικασίας από την ενάγουσα και προσπάθεια επιβράδυνσης της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.23 Θ.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει ως ακολούθως: «
  12. Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same» Σε αντίθεση με την Δ.25 η οποία ρυθμίζει γενικά την τροποποίηση δικογράφων, η Δ.23 δεν αφορά την τροποποίηση της υπεράσπισης αλλά νέα βάση υπεράσπισης (new ground of defense). Η νομική σχέση της πιο πάνω διαταγής με την Δ.25, αναλύθηκε στην υπόθεση Famiro Spinning v. Ami Knitting

(1989)1 Α.Α.Δ 748. Λέχθηκε ότι σε περίπτωση που προκύψουν γεγονότα μετά την καταχώρηση υπεράσπισης, η σωστή διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται, είναι αυτή της Δ.23 Θ.2 και όχι η αίτηση τροποποίησης που καθορίζεται από την Δ.25 (βλ. επίσης Cyper Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1852). Η Δ.23 δεν υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς με την Δ.25 όπου απαιτείται να αποδειχθεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αντιθέτως, στην Δ.23 μοναδική προϋπόθεση είναι τα γεγονότα να προέκυψαν μετά την υπεράσπιση. Ειδικότερα εάν το πρόσθετο δικόγραφο καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη στιγμή που ο διάδικος έλαβε γνώση του επίδικου γεγονότος, δεν επιβάλλεται εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο. Όταν όμως παρέλθει η προθεσμία, επιβάλλεται άδεια του Δικαστηρίου. Η σχετική αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρονται τα γεγονότα που συνιστούν πρόσθετη υπεράσπιση και πότε αυτά προέκυψαν (βλ. Annual Practice 1958, Vol. 1, στις σελίδες 563 έως 564 κάτω από τον τίτλο «By leave»). Όσον αφορά την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται με βάση την Δ.23 Θ.2, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Famiro (ανωτέρω): « Οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2, είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοια περίπτωση. Αν, σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, τα γεγονότα αυτά έχουν εγερθεί μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την καταχώρηση υπεράσπισης ή της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ο εναγόμενος στην πρώτη περίπτωση και ο ενάγων στην δεύτερη, μπορούν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρήσουν συμπληρωματική υπεράσπιση προβάλλοντας τα νέα αυτά γεγονότα. Στην περίπτωση που περάσουν οι 15 μέρες, η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με άδεια του Δικαστηρίου. Έτσι καμιά αίτηση για τροποποίηση δεν χρειάζεται για να προβληθούν τα νέα αυτά γεγονότα.» Συμπεράσματα Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ορθά η εναγομένη κατεχώρησε αίτηση σύμφωνα με την Δ.23 Θ.2 και όχι αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης δυνάμει της Δ.25. Η προβολή των νέων κατ' ισχυρισμό γεγονότων που περιήλθαν στην αντίληψη της θα μπορούσε σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία να διατυπωθεί μόνο με την καταχώρηση συμπληρωματικής υπεράσπισης και όχι με αίτηση τροποποίησης. Υπενθυμίζω ότι τα νέα γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη, αφορούν την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2213/13 που επεσυνέβη στις 18.10.16, μετά δηλαδή από την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγομένης στις 5.9.16. Η ενάγουσα με την ένσταση της, επικαλείται ακυρότητα της ένορκης δήλωσης της αίτησης με το αιτιολογικό ότι αυτή υπογράφεται από δικηγόρο. Η πιο πάνω θέση όμως δεν ευσταθεί. Όπως έχει νομολογηθεί, παρά το ανεπιθύμητο της τακτικής να υποβάλλονται οι ένορκες δηλώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων από δικηγόρους, εντούτοις μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος Σχετική είναι η υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 AAΔ 82 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής; «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο.» Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της ένστασης για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας λόγω καθυστερημένης προώθησης του αιτήματος. Ούτε όμως αυτή η θέση δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, η οποία δεν αμφισβητήθηκε με σχετικό αίτημα αντεξέτασης, η εναγομένη έλαβε γνώση μόλις στις 23.1.17 για την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 18.10.16 στην αγωγή 2213/13 με την οποία ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα. Υπό τας περιστάσεις η καταχώρηση της παρούσας λίγες μέρες αργότερα στις 31.1.17 δεν δικαιολογεί ισχυρισμό για καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν επί της ουσίας αποδειχθεί, οι προϋποθέσεις έγκριση του αιτήματος όπως καθορίζονται στην προαναφερομένη νομολογία. Μετά από μελέτη των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και τα συμφέροντα των διαδίκων, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Το δικαίωμα της εναγομένης να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου, υπερισχύει στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν βάση υπεράσπισης που προέκυψε μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην εξέταση της ορθότητας της προτεινόμενης νέας υπεράσπισης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως δοθεί άδεια στην εναγομένη να προβάλει τους υπό κρίση ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου. Απόρριψη του αιτήματος θα στερήσει στην ουσία από την εναγομένη το δικαίωμα να προβάλει όλες τις θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Δεν ευσταθεί κατά την γνώμη μου η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι η πιθανότατα ακύρωσης του συντηρητικού διατάγματος, ήταν γνωστή στην εναγομένη και ως εκ τούτου όφειλε να παρουσιάσει αυτό το ενδεχόμενο, στην αρχική της υπεράσπιση. Αποδοχή της πιο πάνω θέσης θα ισοδυναμούσε με την πρόσδοση στην εναγομένη, του βάρους να δικογραφεί όχι μόνο πραγματικά γεγονότα αλλά και ισχυρισμούς που στηρίζονται σε μελλοντικές προβλέψεις, κάτι που δεν είναι βέβαια αναμενόμενο από ένα διάδικο. Η εναγομένη, όπως εξ' άλλου και η ίδια η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να προβλέψει κατά πόσον το Δικαστήριο στην αγωγή 2213/13 θα ακύρωνε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς ώστε να διαμορφώσει ανάλογα το δικόγραφο της αρχικής υπεράσπισης της. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως το αίτημα για περαιτέρω υπεράσπιση δυνάμει της Δ.23 Θ.2, γίνει αποδεκτό για τους πιο κάτω λόγους: • Το γεγονός της απόρριψης του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2213/13, επεσυνέβη στις 18.10.16, ήτοι μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης της εναγομένης ημ. 5.9.16. • Το πιο πάνω γεγονός συνιστά βάση υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή. Εκδίδεται ως εκ τούτου διάταγμα όπως η εναγομένη καταχωρήσει συμπληρωματική υπεράσπιση στην οποία να αναφέρονται τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η συμπληρωματική υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Η ενάγουσα να καταχωρήσει αν το επιθυμεί, απάντηση εντός 7 ημερών από την καταχώρηση συμπληρωματικής υπεράσπισης. Σε σχέση με τα έξοδα, κρίνω λόγω της φύσης της αίτησης ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Σε αντίθεση με την αίτηση τροποποίησης δυνάμει της Δ.25, η παρούσα αίτηση αφορά γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την αρχική υπεράσπιση, τα οποία η εναγομένη δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να προβλέψει κατά την σύνταξη της. Για τον λόγο αυτό δεν θεωρώ δίκαιο, η εναγομένη να επωμιστεί έξοδα για την δημιουργία των οποίων δεν ευθύνεται (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου ΠΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.