← Κύπρος

Πρόδρομου Λοΐζου ν. Cyrpus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2292/2013, 30/6/2017

Πρόδρομου Λοΐζου ν. Cyrpus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2292/2013, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2292/2013 Μεταξύ: Πρόδρομου Λοΐζου Ενάγοντα -και-

  1. Cyrpus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd
  2. Ειδικού Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Co Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 8 Ιουλίου 2015 για Προσθήκη Εναγομένων 3-6 30 Ιουνίου,
  3. Για τον Αιτητή-ενάγοντα: κα Μ. Κάττου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 4: κα Τ. Κέντελη Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 5: κ. Σωφρονίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου για την προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως εναγομένης 3, την Κυπριακή Δημοκρατία, ως εναγομένης 4, την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως εναγόμενη 5, και τον Ειδικό Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως εναγόμενο 6, με ανάλογο διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διά της αναριθμήσεως των εναγομένων και της προσθήκης νέων παραγράφων στην έκθεση απαιτήσεως. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, η οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της κρινόμενης Αίτησης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 4 και 5 καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 3 δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, ενώ για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 6 η Αίτηση αποσύρθηκε εναντίον του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και, χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες, προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων. Προκύπτει ότι η υποστηρίζουσα το αίτημα ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, η οποία, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου εμφανιζόταν σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και υπογράφει και τη γραπτή αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή. Εγείρεται κατά την άποψη του Δικαστηρίου θέμα αναφορικά με την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση από δικηγόρο και την ταυτόχρονη εκπροσώπηση του Αιτητή από την ίδια δικηγόρο. Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Ορφανίδης Αρ. Αγωγής 8829/2012, ημερομηνίας 15.1.2016, να πραγματευτεί ανάλογο θέμα. Παρατίθεται αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας υιοθετείται πλήρως. «Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Darya Abramchyk κ.ά Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11 ημερ.13.1.14, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η νομολογιακή προσέγγιση του θέματος είναι σαφής. Δεν υπάρχει a priori αποκλεισμός κάτι τέτοιου παρά το ότι τονίζεται το κατ΄ αρχήν ανεπιθύμητο (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολ. Έφεση 130/2009, ημερ. 29.1.2010). Εν τελευταία αναλύσει είναι θέμα που άπτεται της επάρκειας ή μη της Ένορκης Δήλωσης ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Αυτό θα κριθεί κυρίως κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και των αρχών σε αιτήσεις τέτοιου τύπου.» Στην υπόθεση Alexander v. Alexander Πολ.Έφεση 66/11 ημερ. 2013 υπεδείχθη ότι: «Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί, για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου...» Σχετική είναι και η πιο πάνω υπόθεση Rybolovlev. Εκ του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της δικηγόρου κας Λιασίδου που ορκίστηκε για τον αιτητή, προκύπτει ότι ο αιτητής διαμένει μόνιμα και εργάζεται στις Η.Π.Α και θα ήταν αδύνατο να έλθει στην Κύπρο για να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Συνάγεται εκ της νομολογίας που έχει αναφερθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απαιτείται να ορκιστεί ο ίδιος ο διάδικος, αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Υπάρχει όμως, στην παρούσα υπόθεση ακόμα μια διάσταση. Η κα Λιασίδου που ορκίστηκε εκ μέρους του, ήταν και η δικηγόρος που εμφανίστηκε σε όλα τα στάδια της παρούσης διαδικασίας και υπογράφει και την γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή. Σύμφωνα με την υπόθεση Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, η τακτική των δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι έχει επισύρει τα δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων, και ότι το θέμα έχει πάρει απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανιστεί ως μάρτυρας θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Υπεδείχθη ότι η απαράδεκτη αυτή διαδικασία δυστυχώς εξακολουθεί να συνεχίζει. Το ερώτημα που εγείρεται είναι πως θα πρέπει, τελικά, να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό. Εγείρεται όπως παραδέχεται και η κα Λιασίδου θέμα δεοντολογίας, αλλά ως λέχθηκε και στην Penderhill ανωτέρω, δεν υπάρχει a priori αποκλεισμός κάτι τέτοιου, παρά το ότι τονίζεται το κατ΄ αρχήν ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος. Παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τακτική αυτή, να ορκίζονται δικηγόροι αντί γραμματέας του γραφείου τους όπου ο διάδικος είναι στο εξωτερικό και όχι μόνο, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αντιμετωπιστεί. Είτε θα πρέπει να απορρίπτεται η ένορκη δήλωση που προβαίνει ο δικηγόρος, είτε να μην λαμβάνεται υπόψη η αγόρευση του. Η απαγορευτική μορφή που αναφέρεται στην Κεσίδης ανωτέρω, θα πρέπει να έχει μια πρακτική εφαρμογή, πέραν της έκφρασης της απαρέσκειας του δικαστηρίου. Δεν μπορεί να συνυπάρχουν και τα δυο και απλώς να χαρακτηρίζεται το γεγονός αυτό μόνο ως ανεπιθύμητο. Η επιλογή του δικηγόρου να προβεί σε ένορκη δήλωση εκ μέρους του πελάτη του και να καταστεί μάρτυρας στην υπόθεση, εξ ορισμού του στερεί πλέον το δικαίωμα να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου εκ μέρους του πελάτη του και να χειρίζεται την υπόθεση και κατ' επέκταση να αγορεύει, είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Κρίνεται συνεπώς ότι η γραπτή αγόρευση της κας Λιασίδου δεν θα πρέπει και δεν θα ληφθεί υπόψη». Για τους ίδιους λόγους η γραπτή αγόρευση της κας Κάττου δεν θα ληφθεί υπόψη. Το ιστορικό της υπόθεσης που οδήγησε στην υπό κρίση Αίτηση έχει τη δική του σημασία και συνεπώς είναι αναγκαία μια σύντομη και περιληπτική αναφορά στα γεγονότα τα οποία καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, από τα οποία σύμφωνα με την ομνύουσα, προκύπτει η ανάγκη υποβολής της παρούσας Αίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγων διατηρούσε μαζί με τη σύζυγό του ιδιόκτητο εστιατόριο στο Δυτικό Λονδίνο από το 1973 μέχρι το
  1. Με παρότρυνση υπαλλήλου της εναγομένης 1, πείσθηκαν να μεταφέρουν και να καταθέσουν τα χρήματά τους που είχαν στην Αγγλία στη Λαϊκή Τράπεζα στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα, ο ενάγων διατηρούσε, μαζί με τη σύζυγό του καταθέσεις στην εναγόμενη
  2. Προκύπτει ότι επρόκειτο για κοινούς λογαριασμούς. Η σύζυγος του ενάγοντα απεβίωσε την 10.10.
  3. Μετά το θάνατο της συζύγου του, περί το Μάιο του 2012, ανέφερε σε κάποιο πρόσωπο που εργαζόταν στην εναγόμενη 1, ότι χρειαζόταν περί τις 40.000 στερλίνες και να του τις εμβάσει σε λογαριασμό που διατηρούσε σε Αγγλική τράπεζα στο Λονδίνο. Του ζητήθηκε να μεταβεί στο υποκατάστημα των εναγομένων 1 στο Λονδίνο και να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Ο ενάγων μετέβη για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και να λάβει το πιο πάνω ποσό, παρέδωσε δε και πιστοποιητικό θανάτου της συζύγου του. Του ζητήθηκε να υπογράψει κάποια έγγραφα, τα οποία ο ίδιος πίστευε ότι ήταν για την ανάληψη του πιο πάνω ποσού. Είναι ο ισχυρισμός του ότι οι υπάλληλοι δεν του εξήγησαν το περιεχόμενο των εγγράφων και υπέγραψε καλόπιστα, πιστεύοντας ότι αφορούσαν την ανάληψη του πιο πάνω ποσού. Είναι επίσης η θέση του ότι δεν του εξηγήθηκε ούτε η νομική σημασία των εγγράφων και ως αποτέλεσμα παραβλάφτηκαν τα δικαιώματα του ιδίου και της συζύγου του και ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν προς βλάβη των δικαιωμάτων του. Το 2013 περιήλθε σε γνώση του ότι οι εναγόμενοι παράνομα, δολίως και χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να του ζητηθεί η υπογραφή του, χωρίς να τύχει ενημέρωσης και εν αγνοία του, προχώρησαν στην ανανέωση των καταθέσεων που διατηρούσε μαζί με τη σύζυγό του και την τοποθέτηση αυτών μόνο στο δικό του όνομα. Είναι ο ισχυρισμός του ότι δεν υπήρξαν νέες συμβάσεις και/ή συμφωνίες με τις οποίες έγινε η αντικατάσταση των προηγούμενων κοινών λογαριασμών που διατηρούσε ο ενάγων με την αποβιώσασα σύζυγό του. Στη συνέχεια καταγράφονται σωρεία λεπτομερειών δόλου, ψευδών παραστάσεων, απάτης, απειλής, ψυχικής πίεσης και αμέλειας των εναγομένων
  4. Τα πιο πάνω γεγονότα καλύπτουν 25 παραγράφους από την έκθεση απαίτησης με την κατάληξη ότι τον Απρίλιο του 2013 πληροφορήθηκε από την εναγόμενη 1 περί κουρέματος των καταθέσεων και των παράνομων ενεργειών των εναγομένων
  5. Στη συνέχεια, και από την παράγραφο 26 επ., προβάλλει τη θέση περί αντισυνταγματικότητας σωρείας νομοθετημάτων και ΚΔΠ, οι οποίες έλαβαν χώρα το 2013 αναφορικά με τα επιβληθέντα μέτρα στις τράπεζες. Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τότε, καταγράφονται στις παραγράφους 27-
  6. Καταλογίζει σωρεία λεπτομερειών αμελείας της εναγομένης 1 και του εναγόμενου 2 και, τέλος, κάτω από τον τίτλο λεπτομέρειες ζημιών των παρανόμων και δόλιων ενεργειών των εναγομένων, αναφέρεται ότι υπέστη ζημιά «€739,580,80 GBR (Αγγλικές λίρες)». Αξιώνει: - Απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξαν νέες συμβάσεις εις αντικατάσταση των προηγουμένων και/ή οι νέες συμβάσεις είναι άκυρες - Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η μετατροπή των κοινών λογαριασμών του ενάγοντα και της αποβιωσάσης συζύγου του και επαναφορά των πιο πάνω γραμματίων και στα δύο ονόματα - Απόφαση που να διατάσσει την εναγομένη 1 να επιστρέψει και να επαναφέρει τα χρήματα των γραμματίων - Απόφαση που να ακυρώνει την κατάσχεση και/ή το κούρεμα των γραμματίων και διάφορα άλλα παρόμοια και παρεμφερή διατάγματα. Από την έκθεση απαιτήσεως, όπως πολύ συνοπτικά έχει παρατεθεί, είναι προφανές ότι υπάρχουν δύο ξεχωριστές και διαφορετικές βάσεις αγωγής οι οποίες, στη βάση των διαφόρων ισχυρισμών που καταγράφονται, είναι εντελώς ασύνδετες. Είναι επίσης αντιληπτό ότι το εγχείρημα για την προσθήκη των νέων εναγομένων άπτεται των γεγονότων που προβάλλονται αναφορικά με το κούρεμα των καταθέσεων. Το ερώτημα που εγείρεται είναι ποία είναι η βάση της αγωγής εναντίον των εναγομένων που επιχειρείται να προστεθούν σε σχέση με την ισχυριζόμενη απάτη που οι υπάλληλοι της εναγομένης 1 στο Λονδίνο διέπραξαν σε βάρος και εν αγνοία του ενάγοντα. Προτού το Δικαστήριο επεκταθεί περαιτέρω στη βάση αγωγής του ενάγοντα κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια γενική αναφορά στις αρχές που διέπουν την προσθήκη εναγομένου. Η προσθήκη Εναγομένου ρυθμίζεται από την Διαταγή 9, Θεσμοί 10 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.9, Θ.10 αντιστοιχεί στην Δ.16, θ.11, των Αγγλικών Θεσμών (Annual Practice 1958 σελ. 344 επ.). Από το λεκτικό του Θεσμού φαίνεται πως η προσθήκη Εναγομένου αποτελεί, εφ΄ όσον εγκριθεί, τροποποίηση του τίτλου. Οι αρχές που διέπουν την προσθήκη Εναγομένου δεν είναι εκείνες που ισχύουν σε τροποποίηση δικογράφων, αφού η αντιμετώπιση του θέματος έχει άλλου είδους παραμέτρους και συνέπειες που θα πρέπει να εξεταστούν. Η Δ.9, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντιστοιχεί στην Δ.16, θ.11, των Αγγλικών Θεσμών (Annual Practice 1958 σελ. 344 επ.). Το ουσιώδες μέρος του θεσμού 10 της Διαταγής 9, σε ότι αφορά την προσθήκη εναγομένου σε σχέση με το θέμα που αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρει το εξής: " The court ... may .. Order ... that the names of any parties, whether plaintifs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added." Οι διάφορες πτυχές του Θεσμού αυτού έχουν εξεταστεί και αναλυθεί από πολλές σκοπιές και έχουν ερμηνευτεί μέσα από πολλές αποφάσεις τόσο Αγγλικών δικαστηρίων, όσων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά σε αποφάσεις των Δικαστηρίων της Αγγλίας (General Insurance Company of Cyprus Ltd v. Maroulla Georgiou
(1963)2 C.L.R 117, Artemis Company Ltd v. The ship Sonja 1972
(1)C.L.R 153, Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd, throught their agents in Cyprus United Container Agencies A & L Ltd
(1983)1 C.L.R 479, Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd 1983
(1)C.L.R 178, και Mepa Manag. Ltd κ.ά ν. Αγροτικής Εταιρείας Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 772). Συνοπτικά, το απαύγασμα που προκύπτει από την νομολογία, σε ότι αφορά την προσθήκη εναγόμενου είναι: (α) Η προσθήκη εναγόμενου διατάσσεται, είτε αν στο τέλος της δίκης η απόφαση του Δικαστηρίου θα επηρεάσει άμεσα τα νομικά δικαιώματα αυτού είτε, όπως το έθεσε ο Lord Denning στην Gurtner v. Circult
(1968)1 All E. R. 328 θα επηρεαστεί η τσέπη του, δηλαδή θα κληθεί να πληρώσει αυτός, χωρίς να είναι ο ίδιος μέρος της διαδικασίας. (β) Αν με την προσθήκη νέου εναγόμενου αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής, ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής, σε τέτοια περίπτωση η προσθήκη εναγόμενου δεν μπορεί να επιτραπεί. (γ) Ο εναγόμενος δικαιούται να ενστεί αν η προσθήκη άλλου εναγόμενου είναι επιβλαβής στα δικαιώματά του. (δ) Η κάθε αίτηση εξετάζεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως αναφέρεται και στην Gurther ανωτέρω. Στην υπόθεση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, αναφέρονται τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται». Προσφάτως, στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Edward, Πολ. έφεση 240/08 ημερ. 22.11.2013, επαναλήφθηκαν οι αρχές κάτω από τις οποίες, δυνάμει της πιο πάνω διαταγής, ασκεί το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία για προσθήκη διαδίκου, υποδεικνύοντας ότι και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα από μόνο του μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10 και να διατάξει την προσθήκη συνεναγομένου στην ενώπιον του διαδικασία. Μάλιστα, στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως στην αγωγή προστεθεί διάδικος τον οποίο έκρινε ότι ήταν αναμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος και η προσθήκη του ήταν απαραίτητη, δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων του. Ομοίως και στην υπόθεση Σοφιανού ν. Minas Makris Developments Ltd κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668, υποδεικνύεται ότι η προσθήκη εναγομένου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία είναι ευρεία που στοχεύει να καταστεί πλήρης και αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι οι εναγόμενοι 4 και 5 είναι αναγκαίοι διάδικοι ως άμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και η προσθήκη τους είναι απαραίτητη για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Ειδικά για την Κυπριακή Δημοκρατία, προτιθέμενη εναγόμενη 4, στο αιτητικό μέρος της Αίτησης που καταγράφεται η επιδιωκόμενη τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, αναφέρεται ότι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας εξέδωσαν ΚΔΠ, καθώς και το Νόμο του 2013 που αντίκεινται στο Σύνταγμα και η χρηματική ζημιά που υπέστη ο ενάγων έχει προκύψει και ή υπήρχε αιτιώδης συνάφεια από τις ενέργειες όλων των εναγομένων. Κάποιοι εκ των λόγων ένστασης του εναγόμενου 4 είναι ότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον του και ότι η προσθήκη του είναι άσχετη και ασύνδετη με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι αν με την προσθήκη των νέων εναγομένων αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής, ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής, σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά είτε ανεπιθύμητη, ή ακόμα και ανεπίτρεπτη την έγκριση του αιτήματος. Έχει καταγραφεί η αξίωση του ενάγοντα όπως αυτή καταγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως καθώς και στους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα, όπως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Η εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα κρίνεται ορθή. Πέραν του γεγονότος ότι δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής εναντίον του, η βάση της αγωγής είναι παντελώς άσχετη και ασύνδετη με τους βασικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα που ανατρέχουν στα γραφεία της εναγομένης 1 στο Λονδίνο και στα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό υπέγραψε εν αγνοία του, ή χωρίς να του εξηγήσουν οι υπάλληλοι της εναγομένης
  1. Βεβαίως οι ίδιοι λόγοι ισχύουν και για την προτιθέμενη εναγόμενη 5, η οποία, μεταξύ άλλων λόγων ένστασης, αναφέρει ότι η Τράπεζα Κύπρου, με βάση τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν το 2013, δεν ανέλαβε τις επίδικες με την παρούσα αγωγή υποχρεώσεις. Αναλύεται εκτενώς το θέμα και από τους δύο δικηγόρους των προτιθέμενων εναγομένων 4 και 5, παραπέμποντας διεξοδικώς στις αγορεύσεις τους στις πρόνοιες των πιο πάνω Νόμων και Κανονισμών, αναφορικά με την ευθύνη αντίστοιχα ενός εκάστου. Μία εκ των αρχών που διέπουν την προσθήκη εναγομένου είναι το υπό στοιχείο (β) πιο πάνω, με την έννοια αν αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής, οπότε σε τέτοια περίπτωση η προσθήκη εναγομένου δεν μπορεί να επιτραπεί. Η παρούσα υπόθεση, στον πυρήνα των γεγονότων που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, ενέχει την ιδιαιτερότητα ότι κανένας εκ των προτιθέμενων εναγόμενων και σε κανένα στάδιο και υπό καμιά ιδιότητα είχαν εμπλοκή ή ανάμειξη σε όσα καταλογίζει ο ενάγων στην εναγόμενη 1 και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προτιθέμενη εναγόμενη 3 δεν έφερε ένσταση στο αίτημα. Εγείρεται και το εξής ερώτημα αναφορικά με τους προτιθέμενους εναγόμενους. Ποία θα είναι η θέση τους και ποία θα είναι η υπεράσπισή τους περί των γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα μεταξύ του ενάγοντα και των υπαλλήλων της εναγομένης 1 στο Λονδίνο. Το γεγονός ότι εκ των υστέρων τέθηκαν σε εφαρμογή οι πρόνοιες του Νόμου του 2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων ΚΔΠ, στη βάση των οποίων επιχειρείται και η προσθήκη των νέων εναγομένων, δεν μεταβάλλει την ουσία της αγωγής του ενάγοντα που αλλού εστιάζεται, αλλού στοχεύει και εναντίον άλλου εναγομένου στρέφεται. Μόνο παρεπόμενοι θα μπορούσαν να κριθούν οι ισχυρισμοί «περί κουρεμάτων» των επίδικων λογαριασμών του ενάγοντα και δεν αποτελούν αυτοτελή και ανεξάρτητη αιτία και βάση αγωγής που θα μπορούσε δυνητικά να εξεταστεί η προσθήκη των εναγομένων 4 και
  2. Τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314, τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Υπεδείχθη ότι: «Δεν συμφωνούμε με τη θέση των εφεσειόντων. Όπως υποδείχθηκε στη Χίνη (ανωτέρω) αλλά και σε άλλες αποφάσεις, όπως την απόφαση στην υπόθεση Κάστανος κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 , αλλά και στην παλαιότερη απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο δικαστήριο, προτείνοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί (Δέστε: Κάστανος, ανωτέρω). Όπως τέθηκε το ζήτημα στη Χίνη (ανωτέρω) αν, μετά την κατάρρευση της μόνης προωθηθείσας αξίωσης τους, επιτρεπόταν στους εφεσείοντες να προβάλουν τις άλλες δικογραφηθείσες διαζευκτικές αξιώσεις τους, που δεν συναρτώνται προς δικό τους υπόβαθρο γεγονότων και οι οποίες δεν έχουν υποστηριχθεί από μαρτυρία, αυτό θα ήταν και αντινομικό αλλά και άδικο για τον εφεσίβλητο ο οποίος ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τις άλλες διαζευκτικές εκδοχές όπως π.χ. την παροχή δανείου, πιστωτικών διευκολύνσεων ή την ύπαρξη χρέους, εφόσον ουδέποτε προβλήθησαν με μαρτυρία, κατά τη δίκη». Κατ' ακολουθία συνεπώς των πιο πάνω, αν ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί απάτης και δόλου της εναγομένης 1 κατά την υπογραφή των εγγράφων στο Λονδίνο αποτύχει, εξανεμίζει κάθε άλλη αιτία αγωγής για όλους τους προτιθέμενους εναγόμενους. Πέραν των πιο πάνω και δυο δικηγόροι των προτιθέμενων εναγόμενων 4 και 5 παραπέμπουν σε αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, όπου σε πανομοιότυπο αίτημα, η αίτηση απερρίφθη. Το δικαστήριο παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ευστρατίου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα, Αρ. Αγωγής 6080/05 ημερ.28.9.16 της Π.Ε.Δ κας Λένας Δημητριάδου-Ανδρέου, το οποίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης υιοθετείται πλήρως: «Μέσα στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών που της παραχωρήθηκαν με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 η Αρχή Εξυγίανσης, δηλ. η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματα 2013 έως (Αρ. 3) του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013 σύμφωνα με το οποίο ορισμένες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα στο Άρθρο 5 της Κ.Δ.Π. 104/2013 διαλαμβάνεται η μεταβίβαση από τη Λαϊκή στο Αποκτών Πρόσωπο, δηλ. την Τράπεζα Κύπρου[8] όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων εκτός των προβλεπόμενων στο Παράρτημα Ι καθώς και υποχρεώσεων της Λαϊκής όπως αυτές συγκεκριμενοποιούνται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου. Ενώ στο Άρθρο 6 καθορίζεται αφενός ο τρόπος προσδιορισμού της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αφετέρου η δυνατότητα καταβολής αποζημίωσης στη Λαϊκή στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κτλ υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων. Στο ίδιο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) υπάρχει επίσης ρητή πρόνοια στο Άρθρο 13 για τα αποτελέσματα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων κτλ και υποχρεώσεων της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα διαλαμβάνεται ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης το αποκτών πρόσωπο: · αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις και · υποκαθιστά την Λαϊκή αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Με βάση δε το περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 279/2013 καταβλήθηκε «δίκαιη αποζημίωση» δια της έκδοσης από την Τράπεζα Κύπρου μετοχών τάξης Α΄ «έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα στις 17:15 την 30η Ιουλίου 2013 να κατέχει 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου σύμφωνα με την παράγραφο 6
(2)των περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διαταγμάτων του 2013, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης». Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι στην Τράπεζα Κύπρου μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι μέρος αυτών, έναντι μάλιστα καταβολής «δίκαιης αποζημίωσης» και, συνεπώς, βάσει ανταλλάγματος ως ήταν και η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της προτεινόμενης Εναγόμενης
  1. Είναι δε περαιτέρω σαφές ότι με την πώληση/μεταβίβαση που επήλθε στη βάση του Διατάγματος (Κ.Δ.Π. 104/2013) η Τράπεζα Κύπρου δεν κατέστη διάδοχος της Λαϊκής Τράπεζας». Αναπόφευκτα οι πιο πάνω σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα, και αυτή είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι η Αίτηση, καθ' όσον αφορά τους προτεινόμενους εναγόμενους 4 και 5 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση 4 και 5 και εναντίον των Αιτητών. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα με το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, όπως και οι προτιθέμενοι εναγόμενοι 3 δεν έφεραν ένσταση στην Αίτηση. Η Δ.9, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει διακριτική εξουσία στο δικαστήριο να διαγράψει ή να προσθέσει νέους εναγόμενους εφόσον το απαιτεί το συμφέρον της υπόθεσης και της δικαιοσύνης. Οι πιο πάνω σκέψεις αλλά και η ανάλυση που έχει γίνει, αναπόφευκτα και εκ των πραγμάτων αφορά αλλά και επηρεάζει και την προτιθέμενη εναγόμενη
  2. Όσα έχουν αναφερθεί εν σχέση με τις διαφορετικές βάσεις της αγωγής, έχουν την ίδια αξία και δυναμική και για την προτιθέμενη εναγόμενη
  3. Η προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας ως εναγόμενης 3 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κρίνεται αχρείαστη και απρόσφορη και κάθε άλλο παρά θα εξυπηρετήσει την αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους της δεν θα εγκρίνει την προσθήκη της εναγόμενης
  4. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3 χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. Υπάρχει ακόμα μια πτυχή στην οποία θα πρέπει να γίνει αναφορά. Άπτεται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ως αυτή προκύπτει από τις παραγράφους 13, 14 και 15 της εκθέσεως απαιτήσεως. Τα καταλογιζόμενα στους εναγόμενους 1 γεγονότα καθώς και οι λεπτομέρειες δόλου, απάτης και απειλής έλαβαν χώρα σε, όπως χαρακτηρίζεται, υποκατάστημα της εναγομένης 1 στο Λονδίνο, ο δε ενάγων έχει τη μόνιμη κατοικία του στο Λονδίνο. Το δικαστήριο δεν θα επεκταθεί περισσότερο στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας σε περαιτέρω ανάλυση, τίθεται όμως το θέμα προς ευρύτερο προβληματισμό αναφορικά με την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.