← Κύπρος

Κυριάκου Φυρίλλα ν. Σταύρου Σταύρου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5170/2016, 12/6/2017

Κυριάκου Φυρίλλα ν. Σταύρου Σταύρου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5170/2016, 12/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5170/2016 Μεταξύ: Κυριάκου Φυρίλλα Ενάγοντα και 1.Σταύρου Σταύρου 2.ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ROSLA Εναγομένων ----------- Αίτηση για διαγραφή υπεράσπισης Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2017 Για τον ενάγοντα/αιτητή: κα Μιντή Για τον εναγόμενο 1/καθ'ου η αίτηση: κος Κωνσταντινίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η έκδοση ενός εκ των δύο διαταγμάτων που αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης. Λέγω ενός εκ των δύο εφόσον αδύνατο είναι να προωθούνται παράλληλα και όχι διαζευκτικά. Απόδειξη τούτου είναι ότι το δεύτερο αιτητικό υπερκαλύπτεται από το πρώτο, δηλαδή ως έννοιες η δεύτερη είναι υπάλληλη στην πρώτη, επιβεβαιώνοντας την αρχή ότι στο μείζον περιέχεται και το έλασσον. Απλή όμως αναφορά στα δυο αιτητικά θα αναδείξει του λόγου το ασφαλές. Ό,τι ζητείται λοιπόν έχει ως εξής· «Α.Διάταγμα διαγραφής της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου 1, ημερ.26.1.2017, ως σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιης και/ή καταχρηστικής και/ή ενοχλητικής και/ή ως γενικής και/ή ως αόριστης και/ή ως μη συνάδουσας με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και/ή ως μη αποκαλύπτουσας βάση υπεράσπισης και/ή ως εμποδιζόμενης να εγερθεί δυνάμει του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel). Β.Διάταγμα διαγραφής της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου 1, ημερ.26.1.2017, και /ή του ακόλουθου μέρους αυτής: .» Παραλείπω μεταφορά των επίμαχων αποσπασμάτων εφόσον πιο κάτω εξετάζονται αυτοτελώς. Ας λεχθεί εδώ ότι οι εναγόμενοι είναι δύο, εν τούτοις η υπό κρίση αίτηση στοχεύει την υπεράσπιση του εναγομένου 1. Ως εκ τούτου στη συνέχεια όπου αναφέρεται εναγόμενος ή υπεράσπιση θα εννοείται μόνο ο εναγόμενος 1. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα Δ.19 κ.κ.4,5,11-16 και 26, Δ.25 κ.κ.1-6, Δ.21 κ.κ.2 και 13, Δ.27 κ.κ.1-3, Δ.39 κ.κ.1-21, Δ.48 κ.κ.1-9(
  2. j)και (ο) και Δ.64. Περιπλέον, εδράζεται στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, στους κανόνες επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην πρακτική και σύμφυτη εξουσία των δικαστηρίων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο ενάγων. Στον αντίποδα ο εναγόμενος αντιτίθεται στην αίτηση για αριθμό λόγων που φαίνονται στο πρόσωπο τούτης. Δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω αυτούς εφόσον πιο κάτω σχολιάζεται ό,τι σχετικό. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία ομνύει ο εναγόμενος. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, έστω προκαταρκτικά και συνοπτικά, τις νομολογιακές αρχές που διέπουν αιτήματα ως το υπό κρίση. Αναμφίβολο είναι λοιπόν ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία διαγραφής μέρους ή ολόκληρου του δικογράφου. Όπως έχει νομολογηθεί ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. (Βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338,1343). Από την άλλη ο κ.3 της Δ.27 μπορεί να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της διαδικασίας, εφόσον επιτρέπει διαγραφή ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας, πιο πάνω, στη σελίδα 1344 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119,1121). Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο αντίκειται των διατάξεων του κ.3 της Δ.27, επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246,253). Στην υπόθεση Pelmako υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ.255). Περαιτέρω υποδείχθηκε ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ.253). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω αρμόζει να υποδειχθεί ότι η αίτηση δεν είναι νομικά ανυπόστατη, όπως διατείνεται ο εναγόμενος, εφόσον επικαλείται τις κατάλληλες δικονομικές διατάξεις. Αυτό βεβαίως δεν προδικάζει και την τύχη τούτης, απλώς καταρρίπτει ένα εμπόδιο και ελευθερώνει το δρόμο για εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται. Σε αυτό όμως το στάδιο επιβάλλεται, λόγω της φύσεως του αιτήματος, να συνοψισθούν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των διαδίκων. Άλλωστε η αίτηση σκοπεί σε διαγραφή είτε ολόκληρης είτε μέρους της υπεράσπισης και συνεπώς η πληροφόρηση του αναγνώστη θέλει τούτον να λαμβάνει γνώση των δικογραφημένων ισχυρισμών. Το λοιπόν· η αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα του λιβέλου, εν τούτοις η έκθεση απαιτήσεως του ενάγοντα αποκαλύπτει ότι η δικογράφηση δεν είναι αυστηρά προσηλωμένη σε αυτό. Και εξηγώ· ο ενάγων αναφέρει ότι περί το 2009 η σύζυγος του αγόρασε το διαμέρισμα υπ'αριθμό 204 στην πολυκατοικία ROSLA στα Λατσιά στην οδό Φιλίππου Παπακυπριανού
  1. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ήταν αντιπρόσωπος και διαχειριστής της περιουσίας της συζύγου του, ενώ ο εναγόμενος και η αδελφή του διαχειρίζονταν τα οικονομικά της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας. Περί τον Ιούλιο του 2013 διαπίστωσε, υποστηρίζει ο ενάγων, πιθανή κακοδιαχείριση στα οικονομικά της διαχειριστικής επιτροπής και έθεσε τους προβληματισμούς του στον εναγόμενο και την αδελφή του. Ακολούθως, την 25.9.2013 ο ενάγων ορίστηκε ταμίας της διαχειριστικής επιτροπής, πλην όμως κανένα αρχείο, λογαριασμός ή χρήματα του παραδόθηκαν. Την 25.10.2013 ο ενάγων παύτηκε των καθηκόντων του, πλην όμως εξακολουθούσε να απαιτεί να επιθεωρήσει τους οικονομικούς λογαριασμούς της διαχειριστικής επιτροπής. Μετά από αυτά τα γεγονότα ακολούθησαν δύο επιστολές που σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι δυσφημιστικές για το πρόσωπο του. Ο ενάγων διατείνεται ότι την 31.10.2013 και την 31.1.2014 ο εναγόμενος δημοσίευσε δύο επιστολές. Η πρώτη εκ των δύο επιστολών στάλθηκε στον αρχηγό Γ.Ε.Ε.Φ. με αποτέλεσμα αριθμός προσώπων να λάβει γνώσει του περιεχομένου της. Τούτες οι δύο επιστολές παρατίθενται αυτολεξεί στην έκθεση απαιτήσεως, παραλείπω όμως να τις επαναλάβω. Ο ενάγων παραθέτει και τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών και καταλήγει ότι συνιστούν δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Σκοπός δε των επιστολών, αναφέρει ο ενάγων, είναι η άσκηση ψυχικής πίεσης στον ίδιο, ώστε να αναγκαστεί να απεμπολήσει τα δικαιώματά του σε σχέση με τον έλεγχο των οικονομικών της διαχειριστικής επιτροπής. Σειρά παίρνει τώρα η υπεράσπιση. Λόγω του ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά αυτό ακριβώς το δικόγραφο, κρίνω ορθό όπως κατά τη σύνοψη τούτης να συγκεκριμενοποιείται η παράγραφος στην οποία αναφέρεται ο σχετικός ισχυρισμός, ώστε στη συνέχεια να είναι ευκρινές ποιοι είναι οι ισχυρισμοί που ζητείται να διαγραφούν και βεβαίως σε ποια παράγραφο εντοπίζονται. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι ο ενάγων ανέκαθεν είχε διαφορές μαζί του [τον εναγόμενο], καθώς και με τον υιό του και τοποθετεί χρονικά τούτες τις διαφορές τόσο πριν όσο και μετά την αγορά διαμερίσματος από τη σύζυγο του ενάγοντα. Ο λόγος των διαφορών, αναφέρει ο εναγόμενος, οφείλεται στην προσπάθεια που καταβάλλει η εναγομένη 2 ώστε να εισπράξει οφειλόμενα διαχειριστικά τέλη ύψους €928,
  2. Τα πιο πάνω αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο της υπεράσπισης η οποία ζητείται, μεταξύ άλλων, να διαγραφεί. Στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης ο εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως 8 της απαίτησης και στην παράγραφο 6 αρνείται τις παραγράφους 11 έως 16 τούτης. Και οι δύο αυτές παράγραφοι ζητείται να διαγραφούν. Η υπεράσπιση αρνείται περαιτέρω τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η εναγομένη 2 είναι η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα που επικαλείται ο ενάγων. Και αυτό το σκέλος της υπεράσπισης, εν προκειμένω μέρος της παραγράφου 4, ζητείται να διαγραφεί. Περιπλέον, ο εναγόμενος αναφέρει πως σύμφωνα με το νόμο στις πολυκατοικίες οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως είναι η πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα του ενάγοντα, τα κοινόχρηστα υπολογίζονται με βάση το εμβαδόν του κάθε διαμερίσματος (βλ. παράγραφο 6(α)). Βάσει τούτου τα κοινόχρηστα για το διαμέρισμα του ενάγοντα υπολογίστηκαν σε €20,00 μηνιαίως, ενώ προηγουμένως, δηλαδή πριν τη μεταβίβαση, ήταν €25,00 (βλ. παράγραφο 6(β)). Η σύζυγος του ενάγοντα, η οποία ήταν η αγοράστρια σύμφωνα με το συμβόλαιο, όφειλε να συνεισφέρει στην καταβολή των κοινοχρήστων (βλ. παράγραφο 6(γ)). Εν τούτοις εξ αρχής αμελούσε να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό, πράγμα που ο ενάγων αναγκάστηκε εν τέλει να πράξει κατά ή περί την 8.3.2013 με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ'ονόματι της συζύγου του (βλ. παράγραφο 6(δ)). Παρόλ'αυτά, μετά τη μεταβίβαση του διαμερίσματος ο ενάγων αρνήθηκε να συνεχίσει να καταβάλλει το ποσό των κοινοχρήστων, πράγμα που συνεχίζει μέχρι και σήμερα, επικαλούμενος διάφορες προφάσεις και/ή δικαιολογίες, ενώ απαίτησε και αποδείξεις πληρωμών των εξόδων της διαχειριστικής επιτροπής (βλ. παράγραφο 6(ε)). Σημειώνεται ότι με την αίτηση επιζητείται η διαγραφή όλων αυτών των παραγράφων, δηλαδή 6(α) έως (ε). Καίτοι προσκομίστηκαν στον ενάγοντα οι αποδείξεις, λέει ο εναγόμενος, ο ενάγων αυθαίρετα δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενό τους (βλ. παράγραφο 6(στ) από την οποία ζητείται η διαγραφή της λέξης 'αυθαίρετα'). Ο εναγόμενος επεξηγεί με τη σειρά του ότι σε κάποιο στάδιο, εν προκειμένω την 25.9.2013 έως και την 25.10.2013, ο ενάγων ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή της πολυκατοικίας, για να παυθεί όμως μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης. Μετά την παύση τούτου ο εναγόμενος ζήτησε την επιστροφή των σχετικών βιβλίων και των οικονομικών καταστάσεων, καθώς και το κλειδί της τουαλέτας των αναπήρων της πολυκατοικίας το οποίο είχε παραδοθεί στον ενάγοντα, για να εισπράξει όμως την άρνηση του τελευταίου. Περί τον Ιανουάριο του 2014 η διαχείριση της πολυκατοικίας ανατέθηκε, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, στην εταιρεία D.M.Building Care Ltd. Ο εναγόμενος υποστηρίζει περαιτέρω ότι την 29.1.2014 και 10.12.2015 ο ενάγων του απέστειλε επιστολές με ανυπόστατους ισχυρισμούς, το περιεχόμενο των οποίων ήταν προσβλητικό και απειλητικό και/ή περιείχε λιβελογραφήματα (βλ. παράγραφο 7). Ας σημειωθεί ότι και αυτή η πτυχή της υπεράσπισης (μέρος της παραγράφου 7) ζητείται να διαγραφεί. Ο εναγόμενος διατείνεται περαιτέρω ότι ο ενάγων είναι ο μόνος στην πολυκατοικία που αρνείται την πληρωμή των κοινοχρήστων και προσθέτει ότι λόγω αυτής της κατάστασης οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας αναγκάζονται να καταβάλουν περισσότερα κοινόχρηστα (βλ. παράγραφο 9). Και αυτή η παράγραφος [παράγραφος 9] ζητείται να διαγραφεί. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι η στάση και συμπεριφορά του ενάγοντα προκαλεί προβλήματα στους υπόλοιπους ένοικους της πολυκατοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τη συμπεριφορά τούτου (βλ. παράγραφο 11). Την ουσία του λιβέλου αφορούν οι παράγραφοι 12 μέχρι και 15 της υπεράσπισης. Στη 12η παράγραφο ο εναγόμενος αρνείται ότι έγραψε και/ή δημοσίευσε την επιστολή 31.10.2013 και/ή ότι η εν λόγω επιστολή περιείχε αυτά που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Η εν λόγω παράγραφος ζητείται όπως διαγραφεί. Στην επόμενη παράγραφο [παράγραφος 13] ο εναγόμενος αρνείται ότι η επιστολή 31.10.2013 αναγράφηκε ή/και δημοσιεύθηκε με την έννοια που περιγράφεται στο περιεχόμενο τούτης από τον ενάγοντα. Ακολούθως, παράγραφο 14, ο εναγόμενος δηλώνει ότι το περιεχόμενο της επιστολής 31.10.2013 είναι αληθινό. Η εν λόγω παράγραφος επίσης ζητείται να διαγραφεί. Στη 15η παράγραφο ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της επιστολής 31.10.2013 περιέχει γεγονότα (facts) που είναι αλήθεια, ενώ στο βαθμό που περιέχει έκφραση γνώμης, τούτη αποτελεί καλόπιστο σχόλιο επί γεγονότων χωρίς κακή πρόθεση (malice). Και αυτή η παράγραφος ζητείται να διαγραφεί. Τέλος, ο εναγόμενος διατείνεται ότι ο ενάγων ζήτησε από συγγενικό πρόσωπο του πρώτου, εν προκειμένω τον Γιώργο Γεωργίου, την αποστολή της επιστολής 31.10.2013 και γι'αυτό την απέστειλε σε αυτόν και ακολούθως την κοινοποίησε ηλεκτρονικά στον ενάγοντα. Μετά από αυτό ο ενάγων απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα 31.1.2014 και απείλησε και κατηγόρησε τον εναγόμενο. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η αγωγή αφορμάται από εκδικητική πρόθεση και αυτό λόγω της προσπάθειας της εναγομένης 2 να εισπράξει το ποσό των €928,00 που είναι τα κοινόχρηστα του διαμερίσματος της συζύγου του ενάγοντα (βλ. παράγραφο 19). Η 19η παράγραφος της υπεράσπισης είναι η τελευταία που ζητείται να διαγραφεί. Έχοντας συνοψίσει τα δικόγραφα υποδεικνύω, συγκεντρωτικά πλέον, ότι στο πλαίσιο του δεύτερου εκ των δύο αιτητικών, δηλαδή εκείνου που εδράζεται στη Δ.19 κ.26, ο ενάγων ζητά διαγραφή των εξής παραγράφων· μέρος της παραγράφου 1· το σύνολο της παραγράφου 3· μέρος της παραγράφου 4· το σύνολο της εναρκτήριας παραγράφου 6 και των παραγράφων 6(α)(β)(γ),(δ) και (ε)· μέρος της παραγράφου 6(στ)· μέρος της παραγράφου 7· και το σύνολο των παραγράφων 9,11,12,14,15 και
  3. Τώρα, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το πρώτο αιτητικό, εν προκειμένω διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης, είναι ανυπόστατο και υποκείμενο σε απόρριψη. Αυτό γιατί η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R.697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704,711, λέχθηκε ότι «It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable». Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ.255). Περιπλέον, στο Annual Practice του 1958, υποδεικνύεται ότι το δικαστήριο θα διαγράψει ένα δικόγραφο μόνο όταν είναι της γνώμης ότι καμία τροποποίηση δεν είναι ικανή να το διασώσει (βλ. σελίδα 575 «Secus, if the Court is satisfied that no amendment, however ingenious, will cure the defect»). Στην προκείμενη περίπτωση οι παράγραφοι 12 έως 15 του δικογράφου αποκαλύπτουν κάποια υπεράσπιση, έστω φειδωλά δικογραφημένη και για να συνεχίσω τη σκέψη μου ώστε να αποφευχθεί τυχόν παρερμηνεία, σημειώνω ότι το υπό κρίση δικόγραφο, εν προκειμένω η υπεράσπιση, δεν αποτελεί υπόδειγμα ορθής και δέουσας δικογράφησης. Αυτό γιατί από το δικόγραφο απουσιάζουν ουσιώδη γεγονότα, όπως στην περίπτωση του εντίμου σχολίου (παράγραφος 15). Επί του προκειμένου στο Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 1975, σελίδα 1177, υποδεικνύεται ότι· «Under the general plea of fair comment the defendant must give particulars of the basic facts on which he relies in support of the plea, but not which of the words complained of are alleged to be statements of fact (Lord v. Sunday Telegraph Ltd
(1971)1 Q.B.235)». Σχετική επίσης είναι και η απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Καραβίας ν. Σταύρου
(2012)1Α Α.Α.Δ.
  1. Ομοίως η υπεράσπιση της αλήθειας επιβάλλεται να δικογραφείται με επάρκεια και σαφήνεια, ώστε να καθίσταται αντιληπτό τί είναι εκείνο που η υπεράσπιση δηλώνει ότι είναι αληθές. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στο Annual Practice του 1958, σελίδα 478· «. a plea of justification is embarrassing if it leaves the plaintiff in doubt what the defendant has justified and what he has not (Fleming v. Dollar, 23 Q.B.D.388)». Συνεπώς σε σχέση και με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 14 της υπεράσπισης θα αναμένετο σαφής και επαρκή δικογράφηση του μέρους που ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια και όχι μονολεκτική αναφορά και δη στεγνή γεγονότων, ότι το περιεχόμενο της επιστολής είναι αληθινό. Παρεμβάλλω εδώ ότι προς υποστήριξη του αιτήματος η πλευρά του ενάγοντα φαίνεται να επενδύει αρκετά στο ότι εγείρονται διαζευκτικές και αντικρουόμενες υπερασπίσεις. Είναι ορθό βεβαίως ότι η επίδικη υπεράσπιση εγείρει διαζευκτικές και αντικρουόμενες υπερασπίσεις. Αρκεί να υποδειχθεί ότι ο εναγόμενος αρνείται τη δημοσίευση των επιστολών (βλ. παράγραφο 12 υπεράσπισης) και αμέσως μετά διατείνεται ότι το περιεχόμενο των επιστολών είναι είτε αληθινό είτε έντιμο σχόλιο (βλ. παραγράφους 14 και 15 της υπεράσπισης). Σύμφωνα με τον ενάγοντα αυτό συνιστά ταυτόχρονη επιδοκιμασία και αποδοκιμασία, πρακτική ανεπίτρεπτη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, vol.15, σελίδα
  2. Δεν έχω αμφιβολία ότι τα αναφερόμενα στους Halsbury's, πιο πάνω, αποδίδουν ορθά το δίκαιο και το αξίωμα 'quod approbo non reprobo'. Εν τούτοις αφορούν ουσιαστικό δίκαιο και όχι δικονομικό κανόνα, όπως είναι οι αρχές που διέπουν τη δικογράφηση. Εν ολίγοις, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αυτό που εδώ εξετάζεται. Για να μην μείνω όμως σε γενικόλογες παρατηρήσεις, υποδεικνύω ότι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6η έκδοση, σελ.460, καταρρίπτουν τη θέση των εναγόντων. Στην παράγραφο 1042, η οποία τιτλοφορείται Number of defences immaterial, αναφέρεται ότι· «The defendant may plead as many different defences as he thinks proper. He may deny publication, and alternatively plead that the words where published on a privileged occasion; or he may raise the three apparently inconsistent pleas of justification, fair comment, and privilege, although it may be imprudent to do so. He mush, however, arrange his defences in separate paragraphs so as not to confuse the issues and embarrass the plaintiff». Η γλαφυρότητα των πιο πάνω δεν επιτρέπει περαιτέρω ενασχόληση με αυτό το ζήτημα. Είναι δικαίωμα του εναγομένου να εγείρει όσες και όποιες υπερασπίσεις επιθυμεί, έστω και αν είναι συγκρουόμενες. Αυτή λοιπόν η κατάληξη τελματώνει περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω γεγονός παραμένει ότι το δικόγραφο εγείρει, έστω περιορισμένα και όχι με δέουσα δικογράφηση, την υπεράσπιση της μή δημοσίευσης των επίδικων επιστολών (βλ. παραγράφους 12 και 13 υπεράσπισης), την υπεράσπιση της αλήθειας (justification) όσων αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές (βλ. παράγραφο 14 υπεράσπισης) και τέλος, την υπεράσπιση ότι τα εκεί αναφερόμενα είναι έντιμα σχόλια (fair comment) (βλ. παράγραφο 15 υπεράσπισης). Αυτό φανερώνει ότι το δικόγραφο, ως σύνολο, δεν είναι οτιδήποτε άλλο πέραν από ενστάσιμο (demurrable). Άλλωστε στο Annual Practice του 1958, σελίδα 477, υποδεικνύεται ότι όταν ένα δικόγραφο είναι γενικό, αόριστο και ασαφές, ορθή αντιμετώπιση τούτου είναι η αίτηση για λεπτομέρειες και όχι η αίτηση για διαγραφή. Υπό το φως όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης δεν αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, πρόσφορη αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή του αιτήματος απορρίπτεται. Ας δούμε τώρα το δεύτερο σκέλος του αιτήματος, δηλαδή την απαίτηση του ενάγοντα για διαγραφή μέρους της δικογραφημένης υπεράσπισης. Ομολογώ ότι μια πρώτη ανάγνωση του δικογράφου της υπεράσπισης και δη των παραγράφων 4, 6(α) μέχρι και (ε), 7, 9, 11 και 19, εντυπωσιάζει. Έχω ήδη παραθέσει το περιεχόμενο τούτων και έτσι δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Επιβάλλεται όμως να υποδειχθεί ότι το περιεχόμενο τούτων των παραγράφων αναφέρεται σε γεγονότα που αναμφίβολα είναι ξένα προς τα επίδικα. Αυτός είναι και ο λόγος του εντυπωσιασμού που προαναφέρει. Και εξηγώ· οι υπερασπίσεις του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης παρατίθενται στο άρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Συνίστανται τούτες στο ότι το δημοσίευμα αποδίδει την αλήθεια ή είναι έντιμο σχόλιο ή ότι διέπεται από προνόμιο ή τέλος, ότι δημοσιεύτηκε χωρίς πρόθεση. Αυτές είναι οι υπερασπίσεις που μπορούν να προβληθούν σε αγωγή για λίβελο, πλέον βεβαίως ότι δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, φερ'ειπείν ότι δεν είναι ο εναγόμενος που δημοσίευσε το κείμενο ή ότι τούτο δεν είναι δυσφημιστικό. Κατ'επέκταση η θεματική ενότητα των υπερασπίσεων σε λίβελο δεν μπορεί να εκφεύγει των πιο πάνω. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι ουσιώδες (material) αλλά άσχετο. Περιττό να υποδειχθεί ότι η νομολογία θεωρεί ουσιώδες εκείνο που συναρτάται με τα επίδικα θέματα. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ.685,689 όπου λέχθηκε ότι· «Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1K.B.697,712, ελέχθη ότι: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;"». Επίσης στο Annual Practice, πιο πάνω, στη σελίδα 446, αναφέρεται ότι· «Every material fact must be pleaded; but only facts which are material to the issue. The question whether a particular fact is or is not material depends mainly on the special circumstances of the particular case». (και πιο κάτω, σελίδα 447)· «But the pleader should never allege any fact which is not material at the present stage of the action, even though he may reasonably suppose that it may become material hereafter». Δεν χρειάζεται λοιπόν να ειπωθεί οτιδήποτε περαιτέρω ώστε να καταδειχθεί πως ένα δικόγραφο δεν προσφέρεται για πλατειασμούς και αχρείαστη φλυαρία. Είναι γι'αυτό ακριβώς το λόγο που στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ, πιο πάνω, λέχθηκε ότι στη σελίδα 690· «Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ.147 ο εκδότης των Bullen&Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations"». Τώρα, στη δοσμένη περίπτωση τα αναφερόμενα στις παραγράφους 6(α) έως και (ε) και 9, 11 και 19, δεν προσφέρουν οτιδήποτε σε υπεράσπιση λιβέλου και ούτε συνιστούν τέτοια. Δεν απαντούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ούτε προτάσσουν οιανδήποτε από τις υπερασπίσεις που θέτει ο νόμος. Αυτό καθιστά όσα εκεί αναφέρονται επιπόλαια και συνάμα δικαιολογεί την ενόχληση που προκαλούν στην άλλη πλευρά. Εν τούτοις η διερεύνηση του πράγματος δεν σταματά εδώ. Προσεκτική ανάγνωση του επίδικου δικογράφου φανερώνει ότι ως νομική βάση τούτου δεν είναι μόνο το αστικό αδίκημα του λιβέλου. Ο ενάγων διατείνεται περαιτέρω ότι οι επίδικες επιστολές, που τη δημοσίευση τους αποδίδει στον εναγόμενο, συνιστούν επιζήμια ψευδολογία. Επιβάλλεται λοιπόν το αίτημα να εξεταστεί και υπό αυτή τη σκοπιά, εφόσον ισχυρισμοί που είναι ανεπίτρεπτοι για ένα θέμα δυνατό να επιτρέπονται για άλλο. Σε αυτό το πλαίσιο [επιζήμιας ψευδολογίας] ο ενάγων υποχρεούται να αποδείξει δημοσίευση δήλωσης που είναι ψευδής και κακόβουλη (βλ. άρθρο 25, Κεφ.148). Όπως υποδεικνύεται στον Gatley, πιο πάνω, σελίδα 150, ο ενάγων οφείλει να δικογραφήσει ισχυρισμό ότι η δήλωση είναι ψευδής, καθώς επίσης κακόβουλη. Μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων προέβη σε τέτοια δικογράφηση (βλ. παράγραφο 16 έκθεσης απαιτήσεως). Πέραν όμως των πιο πάνω παρέθεσε και ισχυρισμούς που πραγματεύονται τη σχέση των διαδίκων και την όποια συνεργασία είχαν πριν την καταχώριση της αγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο επεξηγεί πότε, πως και γιατί ενεπλάκη ο ίδιος με τη διαχειριστική επιτροπή. Προφανώς δικογράφησε τούτα σε μια προσπάθεια απόδειξης είτε του ψεύδους είτε της κακοβουλίας είτε και των δύο, των αναφερόμενων στις επίδικες επιστολές. Υπό το φως αυτών των περιστάσεων είμαι της γνώμης ότι άδικο είναι να μην επιτραπεί στον εναγόμενο να αντικρούσει τούτους τους ισχυρισμούς και να προβάλει τη δική του θέση. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δικαίωμα του εναγομένου να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό περί δημοσιεύσεως ψευδούς και κακόβουλης δήλωσης και για να πράξει τούτο θα πρέπει να απαντήσει τους ισχυρισμούς γεγονότων του ενάγοντα και να προβάλει τη δική του θέση. Υπό αυτή τη σκοπιά του πράγματος καταλήγω ότι η εν λόγω πτυχή της υπεράσπισης [παράγραφοι 6(α) έως (ε) και (στ), 9, 11 και 19] δεν είναι επιπόλαια, ενοχλητική ή σκανδαλώδης και δικαιολογείται πλήρως. Ανάλογη είναι η τύχη του αιτήματος και σε σχέση με τις παραγράφους 3 και 6 της υπεράσπισης - σημειώνεται ότι για την παράγραφο 6 εκείνο που απασχολεί είναι το εισαγωγικό σημείωμα. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι σύμφωνα με τον Gatley, πιο πάνω, σελίδα 461, είναι υποχρέωση ενός εναγομένου να ασχοληθεί συγκεκριμένα με κάθε ισχυρισμό της έκθεσης απαιτήσεως και όχι να αρνηθεί τα εκεί αναφερόμενα γενικά και αόριστα. Περιπλέον, στο Bullen and Leake, πιο πάνω, σελίδα 1171, αναφέρεται ότι: «The defendant must not traverse the words "falsely and maliciously" which are alleged in the statement of claim, not even by way of a general traverse of the allegations contained in the statement of claim. A mere traverse that the words were published "falsely" or "maliciously" or "falsely and maliciously" is embarrassing, since such a traverse is either superfluous or contains a concealed plea of justification or privilege, or both (Belt v. Lawes
(1882)51 L.J.Q.B.359).» Είναι λοιπόν φανερό ότι οι παράγραφοι 3 και 6 εξεταζόμενοι μέσα από το πρίσμα των δικανικών αρχών που διέπουν το αστικό αδίκημα του λιβέλου, αποκαλύπτουν δικονομική πλημμέλεια. Κατ'επέκταση δυνατόν θα ήταν να θεωρηθούν επιπόλαιοι και/ή ενοχλητικοί. Λέγω δυνατό θα ήταν εφόσον έχει ήδη υποδειχθεί ότι η αγωγή έχει δύο νομικές βάσεις, δηλαδή πέραν του λιβέλου προωθείται και το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο γενική άρνηση δυνατόν να είναι επιτρεπτή, ως άλλωστε επεξηγείται και στη γενικότερη δικονομική διάταξη, εν προκειμένω τη Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αρκεί να υποδειχθεί ότι τα αναφερόμενα στον κ.11 της Δ.19 αφήνουν να νοηθεί πως άρνηση ισχυρισμού δεν είναι εσφαλμένη όταν διενεργείται είτε ειδικά είτε εμμέσως. Ζητούμενο πάντα είναι η σαφήνεια, δηλαδή να καθίσταται ξεκάθαρο ποιοι ισχυρισμοί είναι που αμφισβητούνται. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω πως τέτοια αμφιβολία δεν υφίσταται. Η υπεράσπιση καθιστά ξεκάθαρο τι είναι εκείνο που αμφισβητείται. Αρκεί να υποδειχθεί ότι η δικογράφηση δεν περιορίζεται σε γενική άρνηση. Μπορεί μεν οι παράγραφοι 3 και 6 να αρνούνται γενικά το σύνολο των ισχυρισμών, εν τούτοις στη συνέχεια, δηλαδή τα αναφερόμενα στις λοιπές παραγράφους της υπεράσπισης, πραγματεύονται ειδικά τα επίδικα ζητήματα και απαντούν ένα προς ένα το σύνολο των ισχυρισμών. Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η πτυχή της αίτησης επιτυγχάνει και έτσι απορρίπτεται. Για ό,τι δε αφορά τις παραγράφους 12, 14 και 15, επαναλαμβάνω απλώς εκείνο που πιο πάνω αναφέρθηκε στο πλαίσιο εξέτασης του κατά πόσο αποκαλύπτεται υπεράσπιση. Μπορεί μεν τα εκεί αναφερόμενα να μην αποτελούν υπόδειγμα δικογράφησης, εν τούτοις φανερώνουν κάποια υπεράσπιση και η όποια δικονομική πλημμέλεια μπορεί να αντιμετωπιστεί με αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Συνεπώς, δεν είναι τούτη η περίπτωση για διαγραφή των εν λόγω παραγράφων. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και εις βάρος του ενάγοντα, τα οποία όμως να καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ........ Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.