← Κύπρος

Σώζου Θεοφάνους ν. Σίλβιας Βόζνιακ κ.α., Αρ.Αγωγής: 6321/2014, 29/6/2017

Σώζου Θεοφάνους ν. Σίλβιας Βόζνιακ κ.α., Αρ.Αγωγής: 6321/2014, 29/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6321/2014 Μεταξύ: Σώζου Θεοφάνους Ενάγοντα και 1.Σίλβιας Βόζνιακ 2.S.S.NET TO PHONE LTD Εναγομένων ----------- Αίτηση παρακοής διατάγματος Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2017 Για τον ενάγοντα/αιτητή: κα Δήμου Για τους εναγόμενους 1,2/καθ'ων η αίτηση: κος Γ.Στυλιανού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 9.6.

  1. Ό,τι ζητείται με αυτή είναι: «Τιμωρία της εναγόμενης/καθ'ης η αίτηση 1 Σίλβιας Βόζνιακ διά φυλάκισης ή προστίμου ή άλλως πως ή κατάσχεση της περιουσίας της για απείθεια και/ή παρακοή και/ή περιφρόνηση του δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 14.5.2015, οπισθογραφημένο με ποινική ρήτρα και το οποίο επιδόθηκε στις 15.5.2015 στην αίτηση ημερομηνίας 31.10.2014 με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή λόγω της εσκεμμένης παραβάσεως του διατάγματος τούτου.» Σημειώνεται ότι αρχικά η αίτηση στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων. Εν τούτοις την 18.5.2017 η κα Δήμου, συνήγορος ενάγοντα, απέσυρε τα αιτητικά Β και Γ της αίτησης και συνεπώς περιόρισε το αντικείμενο τούτης ως πιο πάνω αναφέρεται και βεβαίως μόνο στην εναγομένη 1 (στη συνέχεια 'η εναγομένη'). Προτού υπεισέλθω στο αντικείμενο της αίτησης οφείλω να υποδείξω ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην εκδίκαση τούτης, οφείλεται στις συχνές και πυκνές απουσίες της εναγομένης από το δικαστήριο, απουσίες λόγω προβλημάτων υγείας που είχαν όμως σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση της διαδικασίας. Τώρα, πρέπει να αναφερθεί ότι η αίτηση, εν προκειμένω η ισχυριζόμενη παρακοή, άπτεται ενδιάμεσου διατάγματος που κατέστη οριστικό μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Και εξηγώ· την 14.5.2015 εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα που καλούσε την εναγομένη να συμμορφωθεί με τα ακόλουθα: «Α.Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1, είτε προσωπικά είτε ως διευθύντρια της εναγομένης 2 είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων να εισέρχεται και/ή να επεμβαίνει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να εμποδίζει τον ενάγοντα από το να εισέρχεται και/ή εκτελεί εργασία επί της επιχείρησης περιπτέρου, η οποία ασκείται υπό της εναγόμενης 2 εταιρείας και το οποίο βρίσκεται στην οδό Ρηγαίνης 67 Γ στη Λευκωσία, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β.Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη/καθ'ης η αίτηση προσωπικά, είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων του να μεταβιβάσει, πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, ενεχυριάσει, επιβαρύνει ή άλλως πως διαθέσει το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης/καθ'ης η αίτηση 2, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ.Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 2, μέσω των διευθυντών, συμβούλων, αντιπροσώπων, εκπροσώπων, υπαλλήλων και/ή υπηρετών αυτών ή οποιοσδήποτε εξ αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή μεταβίβαση και/ή ενεχυρίαση του μετοχικού κεφαλαίου της και από του να προβούν σε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή άλλως πως της επιχείρησης περιπτέρου το οποίο βρίσκεται στην οδό Ρηγαίνης 67Γ στη Λευκωσία με την επωνυμία και η οποία ασκείται υπό της εναγόμενης 2 εταιρείας, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ.Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποία να απαγορεύεται στην εναγόμενη/καθ'ης η αίτηση 1 προσωπικά, είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων του να πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει ή άλλως πως διαθέσει την οικία που βρίσκεται επί της οδού Χαράλαμπου Μούσκου 19 στη Παλλουριώτισσα.» Αν έχει κάποια σημασία υποδεικνύεται πως το προαναφερθέν διάταγμα εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία και παρ'ότι η πλευρά των εναγομένων αμφισβήτησε το εύλογο και δίκαιο του αιτήματος. Σήμερα λοιπόν ο ενάγων επιδιώκει εξαναγκασμό της εναγομένης σε συμμόρφωση με το διάταγμα και ισχυρίζεται ότι η τελευταία παρήκουσε τούτο. Αυτή λοιπόν η επιθυμία του ενάγοντα αναδυόμενη μέσα στο προαναφερθέν διαδικαστικό πλέγμα, είναι εκείνο που πυροδότησε την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Παρεμβάλλεται εδώ ότι οι δύο εναγόμενοι αντιτάχθηκαν στο αίτημα, εξ ου και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Οι λόγοι που αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης έχουν ως ακολούθως: «Α)Η αίτηση ημερομηνίας 9.6.2015 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Β)Υπάρχει αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης τόσο της καθ'ης η αίτησης 1 όσο και της καθ'ης η αίτηση 2 με την απόφαση - διάταγμα του σεβαστού δικαστηρίου ημερομηνίας 14.5.
  2. Γ)Η επίδικη επιχείρηση - περίπτερο δεν είναι ιδιοκτησία της εναγομένης 1, δηλαδή η εναγομένη 1 πολύ, πριν την έκδοση της απόφασης έπαυσε να είναι μέτοχος και διευθυντής της εναγομένης
  3. Δ)Όσο αφορά την έκταση του διατάγματος εν σχέση με την εναγόμενη 2 καθ'ης η αίτηση 2 εταιρεία, η εναγόμενη 1 από τις 13.2.2015 που έπαψε να είναι μέτοχος και διευθύντρια δεν μπορεί ούτε νομικά ούτε πραγματικά να επεμβαίνει στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής. Ε)Δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το διάταγμα επί της εναγόμενης 1 καθ'ης η αίτησης 2, καθ'ότι δεν έχει κανένα νομικό δικαίωμα επί της εν λόγω επιχείρησης, η επιχείρηση εναγομένη 2 από 13.2.2015 ανήκει σε τρίτο πρόσωπο. Στ)Το διάταγμα και/ή ενδιάμεση απόφαση δεν μπορεί να έχει εφαρμογή επί της εναγομένης 2, καθ'ότι η εναγομένη 2 είναι ιδιοκτησία τρίτου προσώπου. Ζ)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης. Η)Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί προς την κατεύθυνση απόρριψης της αίτησης. Θ)Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση δεν δικαιολογεί την επιτυχία της αίτησης καθ'ότι περιέχει ανακριβή στοιχεία. Ι)Η αίτηση είναι γενική και/ή η καταχώριση της αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.» Τώρα, με λύπη μου παρατηρώ ότι η εξέλιξη της διαδικασίας φανερώνει πως δεν έχει σημασία η μαρτυρία που προσκομίστηκε και τι ακριβώς ειπώθηκε από τους μάρτυρες. Αυτό γιατί όπως θα φανεί και στη συνέχεια αν και η υπόθεση αποπερατώθηκε, δηλαδή αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν αίτηση και ένσταση και περιπλέον ζήτησαν αντεξέταση και ως εκ τούτου ακούστηκε και μαρτυρία, σήμερα διαπιστώνεται δικονομικό κώλυμα το οποίο καθορίζει την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Και εξηγώ· η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, καθώς και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αλλά και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Αξίζει να υποδειχθεί ότι οι θεσμοί που επικαλείται η αίτηση είναι οι ακόλουθοι· Δ.42Γ κ.κ.1-3 και Δ.48 κ.κ.1-
  4. Ό,τι απασχολεί βεβαίως είναι η εκεί αναφορά σε Δ.42Γ που σαφώς είναι εσφαλμένη. Λέγω σαφώς εφόσον δεν υφίσταται τέτοια διαταγή. Απλή και μόνο ανάγνωση των κανονισμών αλλά και της νομολογίας που διέπει το αίτημα, αποκαλύπτει ότι η διαταγή που διέπει περίπτωση παρακοής, είναι η Δ.42Α. Εν τούτοις εδώ ο ενάγων ανέγραψε λανθασμένη διαταγή, προφανώς λόγω εκτυπωτικού σφάλματος και αυτή η πλημμέλεια διέλαθε την προσοχή των δικηγόρων του μέχρι και την αποπεράτωση της όλης διαδικασίας. Η δε άλλη πλευρά [η πλευρά της εναγομένης] διατείνεται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δηλαδή θίγει ακόμη και αυτό το δικονομικό υπόβαθρο της αίτησης. Το γεγονός βεβαίως ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη δεν τίθεται, πιστεύω, υπό αμφισβήτηση. Είναι σαφές ότι νομική βάση αιτήματος ως το υπό κρίση είναι το άρθρο 42 του Ν.14/1960 και βεβαίως η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αν τα πιο πάνω χρειάζεται να αιτιολογηθούν αρκεί να παραπέμψω στην κλασική πλέον απόφαση Krashias Shoe Factory Ltd also Trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG

(1989)1E Α.Α.Δ.750,760 όπου λέχθηκε ότι: «Η Δ.42Α πραγματεύεται αποκλειστικά τη διαδικασία για την αναφορά παρακοής διατάγματος στο δικαστήριο. Είναι η μόνη Διάταξη η οποία κάμνει πρόβλεψη γι' αυτό το θέμα. Οι πρόνοιές της συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60. Παρά την ταύτιση των προνοιών της Δ.42Α με αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις των παλαιών Αγγλικών Θεσμών η αντιστοιχία δεν είναι απόλυτη όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Antonis Mouzouris and another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R.
  1. Αποφασίστηκε σ'εκείνη την υπόθεση ότι η πρόνοια για προσωπική επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος είναι επιτακτική (εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά). Για τους ίδιους λόγους δεν είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από τις διατάξεις για προσωπική επίδοση της αίτησης για παρακοή η οποία επιβάλλεται από τον κ3 της Δ.42Α. Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο
  2. Στις αγγλικές αποφάσεις Chiltern DC v. Keane [1985] 2 All E.R.118 και Attorney-General v. Leveller [1979] 1 All E.R.74 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, στις ποινικές υποθέσεις. Η έκταση της εξομοίωσης καταφαίνεται και από την αγγλική απόφαση Jelson (Estates) Ltd v. Harvey [1984] 1 All E.R.12 (CA) στην οποία επεξηγείται ότι η αρχή του δεδικασμένου στις ποινικές υποθέσεις (autrefois aquit και autrefois convict) ισχύει με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό στην πολιτική διαδικασία για καταφρόνηση του δικαστηρίου. Η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς, όπως υποδείχθηκε στην Enfield NVC v. Mahoney [1983] 2 All E.R.901 (CA).» Τα πιο πάνω λοιπόν φανερώνουν ποια είναι η ορθή νομική βάση του αιτήματος, καθώς ότι η δικονομικά ανύπαρκτη Δ.42Γ είναι ανίκανη να υποστυλώσει οιονδήποτε αίτημα, μεταξύ άλλων και το επίδικο. Έχοντας καταλήξει ότι η νομική βάση είναι εσφαλμένη το ερώτημα που τώρα εγείρεται είναι τι μέλλει γενέσθαι με την αίτηση και συγκεκριμένα κατά πόσο η πιο πάνω διαπίστωση είναι μοιραία για την τύχη τούτης. Είμαι της γνώμης ότι όπως θα φανεί από τα αποσπάσματα που ακολουθούν, η απάντηση είναι καταφατική, δηλαδή πως η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη και ανίκανη να διασωθεί. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι στην υπόθεση Ashot Egiazaryan κ.ά. ν. Denoro Investments Limited κ.ά.
(2013)1Α Α.Α.Δ.409, υποδείχθηκε πως η εγκυρότητα δικονομικού μέτρου εξαρτάται από την ορθότητα της νομικής βάσης τούτου και πως μάλιστα η όποια πλημμέλεια δεν διορθώνεται με επίκληση της Δ.64. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι (σελ.419-420): «Το Άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ' επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ' αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C.120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ.965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους,
(2013)1 Α.Α.Δ.64 και Κοντού ν. Global Capital Ltd,
(2013)1 Α.Α.Δ.192.» Ανάλογα αναφέρθηκαν και στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.965. Μάλιστα εκεί αιτιολογήθηκε και η λογική του σχετικού δικαιϊκού κανόνα, δηλαδή ότι ενδιάμεσες αιτήσεις εκφεύγουν της συνήθους διαδικασίας λόγω του ότι αποφασίζονται πρωθύστερα της ουσίας της αγωγής και γι'αυτό το λόγο επιβάλλεται να είναι δεόντως αιτιολογημένες, ώστε να εξανεμίζεται η πιθανότητα παραπλάνησης οιουδήποτε. Συγκεκριμένα στη Μαχλουζαρίδης αναφέρθηκε ότι (σελ.970): «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C.120 αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord.48 r.
  1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. Όμως η έφεση από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(βλ. ορισμό "αγωγής").» Ομοίως στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.ά. v. Cashgrove Betting Ltd
(2007)1 A.A.Δ.393,397, λέχθηκε ότι· «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.965, Σάββα v. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 και Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.» Τα πιο πάνω δεν αφήνουν αμφιβολία ότι αίτηση που εδράζεται σε λανθασμένο ή σε ανύπαρκτο δικονομικό κανονισμό, είναι ανίκανη να υποστυλώσει οιονδήποτε αίτημα και συνεπώς υποκείμενη σε απόρριψη. Κατ'επέκταση και η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Είναι ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση που αποφεύγω να σχολιάσω ή να αποφανθώ για τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η όλη διαδικασία, δηλαδή η αίτηση παρακοής, είναι οιονεί ποινικού χαρακτήρα. Η δε απόρριψη της επίδικης αίτησης στη δοσμένη περίπτωση οφείλεται σε λόγους δικονομικούς και όχι ουσίας. Κατ'επέκταση ενδεχόμενο είναι να ακολουθήσει νέα διαδικασία με τα ίδια μέρη και να προσκομιστεί ανάλογη μαρτυρία. Ως εκ τούτου πρέπων είναι να μην προϊδεάσω τους διαδίκους για το αποτέλεσμα, όπως ούτε να επηρεάσω την εξέλιξη της διαδικασίας με οιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, αν και η νομολογιακή αρχή θέλει το δικαστήριο να αποφαίνεται σε σχέση με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στη διαδικασία, εφόσον ενδεχόμενο είναι να λανθάνεται για κάποιο, εν τούτοις εδώ αυτή η τακτική δεν είναι πρόσφορη για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει και γι'αυτό και δεν ακολουθείται. Εν όψει όλων όσων πιο πάνω αναφέρονται, η αίτηση απορρίπτεται και η εναγομένη 1 απαλλάσσεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα. Αναφέρω και τους δύο εναγόμενους εφόσον για τον δεύτερο, δηλαδή την εταιρεία, η διαδικασία απορρίφθηκε από το στάδιο των αγορεύσεων. (Υπ.) ........ Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.