Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πολύκαρπος Οικονόμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6036/06, 23/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6036/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και - Πολύκαρπος Οικονόμου, (ΑΤ 409363), Σμύρνης 46, Μακεδονίτισσα, 2401 Έγκωμη, Λευκωσία. Αλέκος Χαραλάμπους, (ΑΤ 0669360), Ναρκίσσου 15Α, Στρόβολος, 2045 Λευκωσία. Μάριος Ευθυμίου, (ΑΤ 0468962), Ναρκίσσου 15Α, Στρόβολος, 2045 Λ/σία. Χαράλαμπος Τάππας, (ΑΤ 0590451), Λεωφ. Κυρ. Μάτση 44, Διαμ. 202, 1092 Λευκωσία. Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Καλλένος. Για τον Εναγόμενο 1: κα Μούζουρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή. Στις 15/9/2006, οι εν τω πιο πάνω τίτλο αναφερόμενοι ενάγοντες, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον τεσσάρων φυσικών προσώπων. Στις 10/10/2007, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης των εναγόντων λόγω παράλειψης του εναγομένου 1 να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, ημερομηνίας 25/9/2007, εκδόθηκε, ερήμην, απόφαση εναντίον του τελευταίου. Ως βάση της αγωγής των εναγόντων, πάντα σε σχέση με τον εναγόμενο 1, ήταν μία συμφωνία δανείου ημερομηνίας 23.7.2003, για το ποσό των Λ.Κ.27.000,00. Ως οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, με σχετική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσής τους, ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους της ρηθείσας συμφωνίας δανείου, αφού δεν κατέβαλε τις συμφωνημένες δόσεις. Ως αποτέλεσμα εκδόθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εναντίον του για το χρηματικό ποσό των ΛΚ24.387,81, πλέον τόκους επί του εν λόγω ποσού, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο. Η κυρίως Αίτηση. Στις 5/5/2016, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε αίτηση, με την οποίαν επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση (στο εξής «η κυρίως αίτηση»). Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση Την κυρίως αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, προβάλλει τις πιο κάτω δύο θέσεις: Πρώτον, ότι το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής ουδέποτε επεδόθη στον ίδιο, και δεύτερο (ως η υπεράσπιση του στην αγωγή), ότι το 2001, όταν και αναζήτησε από τους ενάγοντες μία επιταγή ύψους ΛΚ20.000,00 η οποία θα έπρεπε να ληφθεί από τον ίδιο, ως ο αιτητής εγκριθέντος δανείου, ίδιας χρονολογίας
(2001), για το ποσό των ΛΚ20.000,00 αντιλήφθηκε ότι τούτη (η σχετική με το δάνειο του επιταγή), είχε παραληφθεί από κάποιο Μιχάλη Σαββίδη χωρίς τη συγκατάθεση του και ότι το εν λόγω πρόσωπο την εξαργύρωσε. Αναζήτησε να βρει τον εν λόγω Σαββίδη, πλην όμως δεν κατέστη τούτο δυνατό και αποτάθηκε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το όλο συμβάν. Ο αστυφύλακας που έλαβε το παράπονο του, τον καθησύχασε ότι θα επικοινωνούσε με τους ενάγοντες και ότι θα διευθετούσε, όπως ο λογαριασμός του πιστωθεί με το συγκεκριμένο ποσό. Με δεδομένο ότι ουδέποτε έλαβε τα χρήματα, και έχοντας κατά νου την υπόσχεση του αστυνομικού που έλαβε το παράπονο του, ο εναγόμενος 1 θεώρησε ότι το όλο ζήτημα του δανείου είχε «Ατονήσει και δεν υφίστατο»[1], με αποτέλεσμα να μην δώσει οποιανδήποτε ιδιαίτερη συνέχεια στο όλο ζήτημα και να θεωρήσει ότι τούτο διευθετήθηκε. Περί τον Φεβρουάριο του 2016, έτυχε ενημέρωσης από υπάλληλο των εναγόντων ότι, για τους τελευταίους, ο ίδιος θεωρείτο ως οφειλέτης του εν λόγω δανείου και ως εκ τούτου προέβη σε διάφορες ενέργειες για να αναζητήσει τι είχε γίνει με την καταγγελία και τα παράπονα στα οποία προέβη στο παρελθόν. Από την έρευνά του, διεφάνη ότι καμία ενέργεια δεν είχε γίνει από πλευράς της Αστυνομίας, αλλά ούτε και από τους ενάγοντες και ότι, εν τέλει, ο ίδιος παρέμεινε να παρουσιάζεται ως ο οφειλέτης της τράπεζας ενώ τα χρήματα του δανείου του, τα επωφελήθηκε τρίτο πρόσωπο. Συνεπεία των ανωτέρω, το Μάρτιο του 2016 κατήγγειλε το θέμα γραπτώς στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Όταν ακολούθως πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε και η εναντίον του απόφαση, της οποίας τον παραμερισμό επιδιώκει με την κυρίως αίτηση του, περί τις αρχές Απριλίου 2016 μετέβη στα γραφεία των δικηγόρων των εναγόντων και έλαβε αντίγραφο της απόφασης και ενημερώθηκε γενικά για την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος 1, επιπροσθέτως, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε ενημερωθεί, είτε για την ύπαρξη της αγωγής, είτε και για την έκδοση της εναντίον του απόφασης και ότι, τα όσα ισχυρίζεται αποτελούν καλή υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού. Τέλος, ισχυρίζεται ότι, για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης, και τούτο κατόπιν συμβουλής του συνηγόρου του, η αίτηση του θα πρέπει να εξεταστεί πριν η ενάγουσα προχωρήσει σε εκποίηση των ακινήτων του, επί των οποίων έχει καταχωρηθεί σχετική επιβάρυνση, με βάση, προφανώς, την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Η ένσταση των εναγόντων στην κυρίως αίτηση. Οι ενάγοντες, σε σχέση με την κυρίως αίτηση, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση στην κυρίως αίτηση»), στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλουν 14 λόγοι ένστασης. Τούτην, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου των εναγόντων, στην οποίαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερες λεπτομέρειες και σχετική επιχειρηματολογία τους 14 λόγους ένστασης. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί, είναι ότι, κατά τους ενάγοντες, το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 προσωπικά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ, ως προς την προβαλλόμενη, από τον εναγόμενο 1, υπεράσπιση, υποδεικνύεται η σχετική δικογράφηση στο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής περί του ότι τούτη (η αγωγή) εδράζεται επί των όρων συμφωνίας δανείου που συνήφθη κατά το 2003 για ποσό Λ.Κ.27,000.00 και όχι συμφωνία δανείου που συνήφθη το 2001 για ποσό Λ.Κ.20,000.00, στην οποίαν και αναφέρεται ο εναγόμενος
- Ειδικότερα δε για τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1, σε σχέση με το ισχυριζόμενο δάνειο του 2001, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων στην κυρίως αίτηση, υποδεικνύει ότι, οι όποιες σχετικές θέσεις προβάλλονται από τον εναγόμενο 1, γίνονται με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να συσχετιστούν με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων στην κυρίως αίτηση, είναι πολυσέλιδη (17 σελίδες) και συνοδεύεται και από 12 Τεκμήρια. Για σκοπούς κρίσης της υπό εξέταση αίτησης, δεν καθίσταται ανάγκη να αναφερθώ περαιτέρω και/ή με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στα όσα ειδικότερα αναφέρονται σε αυτήν. Τα πιο πάνω αναφερόμενα, επαρκούν για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Η επίδικη αίτηση. Μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγόντων στην κυρίως αίτηση, ο εναγόμενος 1, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, ημερομηνίας 19/1/2017, με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος, που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του ιδίου προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης του (στο εξής «η επίδικη αίτηση» ή «η υπό εξέταση αίτηση»). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 1 και στις 2/12/2016, η οποία, όμως, απεσύρθη, με τη συγκατάθεση και του συνηγόρου των εναγόντων, στις 20/1/
- Επανερχόμενος στην υπό εξέταση αίτηση, σημειώνω ότι τούτην, συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρει τους λόγους που κατά τη θέση του θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αντίγραφο δε της προτεινόμενης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο εναγόμενος 1 με την επιζητούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου δύο νέους ισχυρισμούς: Πρώτον, ότι λανθασμένα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν του επεδόθη. Προς συμπλήρωση τούτου, επιθυμεί να ισχυριστεί και ότι, το ρηθέν λάθος του οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντιμετώπιζε και άλλη παρόμοια υπόθεση, με ενάγοντα τραπεζικό οργανισμό, και λόγω σύγχυσης, δεν αντιλήφθηκε ότι είναι το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής που όντως είχε επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά. Προβάλλει δε επιπρόσθετες θέσεις και επιχειρήματα αναφορικά με τους λόγους που, παρά την προσωπική, στον ίδιο, επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής, δεν καταχώρησε την προνοούμενη από τους σχετικούς Κανονισμούς εμφάνιση. Δεύτερο, και με σκοπό να συμπληρώσει υφιστάμενο (στην ένορκή του δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση), ισχυρισμό του, επιθυμεί να καταθέσει ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου επιστολή του υπευθύνου του ΤΑΕ Λευκωσίας, με την οποία ενημερώνεται ότι έχει εξεταστεί η καταγγελία που υπέβαλε κατά το 2016 και ότι σύμφωνα με σχετικές γραφολογικές εξετάσεις που διενήργησε η Αστυνομία, η κατά τον ίδιο κλοπιμαία επιταγή, υπογράφτηκε από τρίτο πρόσωπο και όχι τον εναγόμενο
- Επίσης ότι, το πρόσωπο που εξαργύρωσε την επιταγή και έλαβε το χρηματικό ποσό έχει αποβιώσει. Η ένσταση των εναγόντων στην επίδικη αίτηση. Οι ενάγοντες, στις 13/3/2017, καταχώρησαν την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως στην επίδικη αίτηση (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, ως λόγους ένστασης, αναφέρουν τους ακόλουθους: (α) H παρούσα αίτηση ημερ. 19.01.2017 καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, και θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο Αιτητής γνώριζε και/ή είχε εις γνώση του τα γεγονότα και/ή ισχυρισμούς τους οποίους επιθυμεί τώρα να εισαγάγει με την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και τα οποία όφειλε να είχε καταγράψει και/ή να παραθέσει στην κυρίως αίτηση ημερ. 05.05.
- (β) Οι Καθ' ων η Αίτηση λέγουν ότι ο Αιτητής παρέλειψε στην παρούσα αίτηση του ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή να αποκαλύψει και/ή να δείξει καλό λόγο ως προς την αναγκαιότητα καταχώρησης της προστιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (δ) Όλο το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και με την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ο Αιτητής δεν έχει να προσθέσει και/ή να απαντήσει και/ή να διευκρινίσει οτιδήποτε επιπλέον που δεν γνωρίζει και/ή δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά αντίθετα, επιζητείται η τροποποίηση ή αλλοίωση ισχυρισμών που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση ημερ. 05.05.2016 και/ή επανάληψη των εν λόγω ισχυρισμών. (ε) Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό. (στ) Με την αιτούμενη αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ο Αιτητής προσπαθεί να διορθώσει και ή καλύψει τυχόν κενά που παρουσιάζει η υπόθεση του. (ζ) Οι Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας του Αιτητή αναφορικά με την εκδίκαση της κυρίως αιτήσεως, λόγω των διαφόρων ελλείψεων που εκεί υπάρχουν. (η) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και αδικαιολόγητη, καθότι ο Αιτητής κανένα καλό λόγο αποκαλύπτει στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεως. (θ) Ο Αιτητής χρησιμοποιεί καταχρηστικά και αδικαιολόγητα την παρούσα διαδικασία για τον λόγο ότι ενώ η κυρίως αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 21.11.2016, προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης εμποδίζοντας και κωλυσιεργώντας στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. (ι) Ο Αιτητής λησμονεί το γεγονός ότι όλα όσα επιθυμεί τώρα να αναφέρει όφειλε να τα είχε αποκαλύψει αφού ήταν εις γνώση του, με την αρχική του αίτηση. (κ) Η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική αφού ο Αιτητής όφειλε να προσκομίσει όλα τα έγγραφα και/ή αποδεικτικά στοιχεία στην αρχική του αίτηση ημερ. 05.05.
- Συνεπώς η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο κατά την καταχώρηση της αρχικής του αίτησης. (λ) Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα συμπληρωματική ένορκή δήλωση και οι ισχυρισμοί και/ή γεγονότα που επιθυμεί να εισαγάγει αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης του Αιτητή. (μ) Οι Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγει άμεσα επηρεασμό των δικαιωμάτων των, υπέρμετρη αδικία, κωλυσιεργία και πρόκληση ζημίας. (ν) Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική καθότι αυτή καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ήτοι περίπου 8 μήνες και 14 ημέρες από την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης του Αιτητή ημερ. 05.05.2016 και/ή 4 μήνες και 12 ημέρες από την καταχώρηση της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 07.09.2016 στην αίτηση του Αιτητή ημερ. 05.05.
- Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου των εναγόντων, στην οποία, στην ουσία, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, στην εν λόγω ένορκη δήλωση του, ο κύριος Κουντούρης προβάλλει κάποιες θέσεις υπό το χαρακτηρισμό «προδικαστικής ένστασης», πλην όμως, στην ουσία, όλα τα εκεί αναφερόμενα του, προβάλλουν τη γενική θέση ότι, τα όσα ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται για να αιτιολογήσει την ενέργεια του να καταχωρήσει και να προωθήσει την υπό εξέταση αίτηση, καθώς επίσης και τα λοιπά δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση, δεν αποτελούν καλό λόγο και/ή αιτία για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όλες οι, υπό τον χαρακτηρισμό «προδικαστική ένσταση», αναφορές του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, εκλαμβάνονται και συνυπολογίζονται ως επικουρικές των πιο πάνω αναφερομένων λόγων ένστασης. Νομική πτυχή. Όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για το κατά πόσο θα παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι οι ακόλουθοι: θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω καταχώρηση. Πρόθεση να απαντήσει ο αιτητής, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε ισχυρισμούς του άλλου μέρους ή για να προβεί σε κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις αναφορικά με αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιθυμητό από το δικαστήριο να τεθούν ενώπιον του, έτσι που να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, δυνατόν να αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Αν από την άλλη ο αιτητής επιδιώκει, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, να επαναλάβει αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, τότε, άνευ άλλου, δεν θα παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια. Είναι για αυτό το λόγο που είναι επιθυμητό όπως ο αιτητής που ζητά άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να θέτει με ξεκάθαρο τρόπο και με κάθε σαφήνεια τους λόγους για τους οποίου ζητά την εν λόγω άδεια και να αναφέρει και/ή τουλάχιστον να περιγράφει την προτεινόμενη να εισαχθεί μαρτυρία (το βέλτιστο θα ήταν να επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, την σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση), έτσι που να δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για την οποία ζητείται η άδεια, είναι δικαιολογημένο και/ή επιτρεπτό και/ή επιθυμητό να βρίσκεται ενώπιόν του όταν θα εξετάζει την κυρίως αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το Δικαστήριο κινδυνεύει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, της οποίας το περιεχόμενο είναι άγνωστο και η οποία δυνατόν να εμπεριέχει ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν είναι, ούτε επιτρεπτό, ούτε επιθυμητό να βρίσκονται ενώπιον του (βλ. A. MESSIOS & SONS LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ Πολιτική Έφεση 277/2007, ημερ. 18/2/2010 και Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση διατάγματος της φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Εξ αρχής σημειώνω ότι, με απασχόλησε πολύ σοβαρά το κατά πόσο, κατά τον προσδιορισμό των επιδίκων ζητημάτων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση (για σκοπούς εξέτασης του αν θα επιτραπεί να τεθεί νέος, σχετικός με την επικαλούμενη υπεράσπιση του εναγομένου 1, ισχυρισμός), θα έπρεπε να συνυπολογιστούν και τα επίδικα ζητήματα που περιβάλλουν την αγωγή ως τούτα προσδιορίζονται στην Έκθεση Απαίτησης. Και τούτο με στόχο να εξεταστεί το κατά πόσο, τα όσα ο εναγόμενος 1 επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την αιτούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, κρίνονται σχετικά και δυνάμενα να αποτελέσουν τη βάση, έστω μέρος της, για τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Με αυτό το θέμα, εξάλλου, καταπιάνονται και αρκετοί εκ των λόγων ένστασης των εναγόντων. Η επί του προκειμένου απόφασή μου, είναι ότι θα πρέπει να αποφευχθεί μια τέτοια συνάρτηση, ώστε, να αποφευχθεί και η οποιαδήποτε έμμεση, πλην όμως σαφής, κρίση (στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης), επί των επιδίκων ζητημάτων της κυρίως αίτησης. Και τούτο ιδιαίτερα λόγω του ότι ο μόνος, σχετικός με την επικαλούμενη υπεράσπιση του εναγομένου 1, ισχυρισμός, τον οποίο επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της επιζητούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του, είναι απλά συμπληρωματικός της ήδη προβαλλόμενης ισχυριζόμενης υπεράσπισής του και άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτή, χωρίς να τη μεταβάλλει καθοιονδήποτε τρόπο. Πρόκειται, για την επιστολή του υπευθύνου του ΤΑΕ Λευκωσίας, η οποία ενημερώνει για το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών σε σχέση με την καταγγελία του εναγομένου
- Ο μόνος τρόπος να διαφανεί το κατά πόσο το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής, σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, και δη κατά πόσο δυνατό να αποτελέσει μέρος της βάσης για να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί η εναντίον του εναγομένου 1 εκδοθείσα απόφαση, είναι με το να εξεταστεί (στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης), το κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν, γενικότερα, τη διάθεση του χρηματικού ποσού των ΛΚ20.000,00 του ισχυριζόμενου δανείου του 2001 (πρόκειται για τα ισχυριζόμενα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ήδη προβαλλόμενη υπεράσπιση του εναγομένου 1), αποτελούν ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στα όσα οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησής τους, καταμαρτυρούν εναντίον του. Και τούτο γιατί, με την συγκεκριμένη επιστολή του ΤΑΕ Λευκωσίας, γίνεται απλά ενημέρωση ως προς το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών αναφορικά με τη διάθεση του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού των ΛΚ20.000,
- Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, και με γνώμονα ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η τελική κρίση επί των επιδίκων ζητημάτων μίας κυρίως διαδικασίας στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης, κρίνω ότι η θεώρηση του πράγματος θα πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με τα επίδικα γεγονότα ως τούτα προκύπτουν από την κυρίως αίτηση, και η αλήθεια και/ή επάρκεια των όσων προβάλλονται προς υπεράσπιση του εναγομένου 1 για να εκδοθεί το αιτούμενο, με την κυρίως αίτηση, διάταγμα παραμερισμού της απόφασης, να αφεθεί να εξεταστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Οι μόλις πιο πάνω κρίσεις του Δικαστηρίου, σφραγίζουν στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, η οποία θεωρώ ότι πρέπει να επιτύχει. Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Στο βαθμό που ο εναγόμενος 1 επιθυμεί με τη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση να αποδεχθεί τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής του έχει επιδοθεί προσωπικά, τούτη (η σχετική αποδοχή του), και επιτρεπτό, αλλά και επιθυμητό από το Δικαστήριο είναι, να τεθεί ενώπιόν του, ώστε να περιοριστούν τα επίδικα ζητήματα. Αν μη τι άλλο, με αυτό του τον ισχυρισμό, ο εναγόμενος 1 απαντά στο σχετικό, με το θέμα της επίδοσης της αγωγής, ισχυρισμό των εναγόντων, διορθώνοντας προηγούμενο ισχυριζόμενο λάθος του. Κατά τα λοιπά, λογικό είναι, της ρηθείσας αποδοχής του εναγομένου 1, να ακολουθήσουν και οι όποιες εξηγήσεις από πλευράς του ως προς τους λόγους, που, παρά την προσωπική επίδοση της αγωγής, δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Είναι στα πλαίσια αυτής του της υποχρέωσης, που επιχειρεί, μέσω της επιζητούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να θέσει σχετικούς με το πιο πάνω ζήτημα ισχυρισμούς. Με δεδομένη την αδυναμία προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης, και με δεδομένο το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε την ευκαιρία να εξηγήσει τους λόγους που δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης παρά την προσωπική σε αυτόν επίδοση της αγωγής (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ως δικαιολογία για τη μη καταχώρηση εμφάνισης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε επεδόθη στον ίδιο το κλητήριο ένταλμα της αγωγής), κρίνω ότι οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό ισχυρισμοί του, και επιτρεπτό και θεμιτό είναι, να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να συνυπολογιστούν κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Το κατά πόσο, τα όσα, πιο πάνω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 είναι αληθή και/ή, εν πάση περιπτώσει, δικαιολογούν επαρκώς την αδράνεια του να καταθέσει Σημείωμα Εμφάνισης ή απαντούν στη θέση των εναγόντων περί περιφρονητικής, από πλευράς του προς το Δικαστήριο, συμπεριφοράς, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Όσον τώρα αφορά στο αν θα επιτραπεί μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να τεθούν ισχυρισμοί και να επισυναφθεί και σχετικό τεκμήριο αναφορικά με το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών σε σχέση με την καταγγελία του εναγομένου 1 (αναφορικά με τον τρόπο που διατέθηκαν τα χρήματα του ισχυριζόμενου δανείου του 2001), και τούτο θεωρώ ότι πρέπει να απαντηθεί καταφατικά. Αφ' ης στιγμής η ρηθείσα μαρτυρία σκοπεύει απλά στο να συμπληρώσει κενό που παρατηρείται στην υφιστάμενη μαρτυρία του εναγομένου 1 (ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση), και με δεδομένο το γεγονός ότι κατά την ετοιμασία της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση (φέρει ημερομηνία 5.5.2016), το κενό αυτό δεν μπορούσε να καλυφθεί, μιας και η επιστολή του υπευθύνου του ΤΑΕ Λευκωσίας, δεν είχε ακόμα συνταχθεί και το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών δεν ήταν γνωστό σ' αυτόν (προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής του υπευθύνου του ΤΑΕ Λευκωσίας ότι, τούτη συντάχθηκε στις 30.11.2016, ως απάντηση σε επιστολή που απέστειλε ο εναγόμενος 1 ημερομηνίας 9.11.2016), κρίνω ότι ο εναγόμενος 1, έδωσε καλό λόγο γιατί θα πρέπει να του δοθεί άδεια να θέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το κατά πόσο τα σχετικά με την επικαλούμενη υπεράσπισης του εναγομένου 1 ισχυριζόμενα γεγονότα, ως τούτα προβάλλουν μέσω του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, και/ή ως τούτα θα εμπλουτιστούν, πλέον, και με τη συμπερίληψη των σχετικών με το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών, ισχυρισμών του, είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής και/ή αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης, και για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι πρέπει να με απασχολήσει στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Οι πιο πάνω αποφάνσεις, γνώμες, και κρίσεις του Δικαστηρίου, απαντούν, κατά τη γνώμη μου, σε κάθε προβαλλόμενο από τους ενάγοντες λόγο ένστασης, και δεν καθίσταται αναγκαία η ειδική ενασχόλησή μου με κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Αν αξίζει κάτι να συμπληρωθεί, είναι ότι η επιστολή του ΤΑΕ Λευκωσίας, με δεδομένο ότι συντάχθηκε στις 30.11.2016, στα χέρια του εναγόμενου 1, υπολογίζεται να ήλθε (στην καλύτερη για τους ενάγοντες περίπτωση), κατά το Δεκέμβριο του εν λόγω έτους, με αποτέλεσμα το διάστημα των ενάμισι περίπου μηνών (η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.1.2017), να μην κρίνεται επαρκής βάση για να αποτελέσει τροχοπέδη στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Συναφώς σημειώνω ότι, όταν στις 2.12.2016 ο εναγόμενος 1 καταχώρησε παρόμοια, με την υπό εξέταση, αίτηση, στο περιεχόμενο της επιζητούμενης για καταχώρηση, με εκείνη την αίτηση, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν αναφερόταν οτιδήποτε σχετικό με το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών, γεγονός που οφείλεται, ενδεχομένως, στο ότι μέχρι και τις 2.12.2016 δεν είχε παραληφθεί από τον εναγόμενο 1 η σχετική επιστολή του ΤΑΕ Λευκωσίας. Συνεπεία των ανωτέρω, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να πετύχει και κατά συνέπεια να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Κατ' ακολουθία, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον εναγόμενο 1 να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση με ίδιο περιεχόμενο και επισυναπτόμενο σ' αυτήν έγγραφο, ως η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (τεκμήριο Α) της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Με δεδομένο από τη μια το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί του ότι το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 προσωπικά, επιδιώκεται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συνεπεία ισχυριζόμενου σφάλματος του εναγομένου 1 να προωθήσει αρχικά (στην ένορκη του δήλωση, που συνοδεύει την κυρίως αίτηση) λανθασμένο και αντικρουόμενο αυτού ισχυρισμό, και από την άλλη, της αδυναμίας του τελευταίου να θέσει τους ισχυρισμούς του ως προς το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών κατά το χρόνο που καταχώρησε την κυρίως αίτησή του, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Πρόκειται για αυτούσια σχετική αναφορά του εναγομένου 1 ως τούτη καταγράφεται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο