ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΦΕΤΖΗ, Αρ. Αγωγής: 4515/10, 13/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4515/10 ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Λευκωσία Ενάγουσα -και- ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΦΕΤΖΗ, από τη Λευκωσία Εναγόμενης Hμερομηνία: 13 Ιουνίου 2017 Eμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Τσολακίδης Για Εναγόμενη: κ. Παπαντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με βάση τη γενική οπισθογράφηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, η Ενάγουσα, επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €55.529,55 (Λ.Κ.32.500,00), ως ποσό που της απέσπασε, διά δόλου και/ή διά απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως ποσό, για το οποίο η Εναγόμενη εξέδωσε σχετική επιταγή, η οποία επεστράφη απλήρωτη λόγω παγοποίησης του τραπεζικού λογαριασμού της. Με την Έκθεση Απαίτησης, ως λόγος για τον οποίο η Ενάγουσα επιδιώκει τη έκδοση της πιο πάνω απόφασης, προστέθηκε και το ότι, η Εναγόμενη, συνεπεία της απόσπασης του ρηθέντος χρηματικού ποσού, κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της Ενάγουσας. Η ακροαματική διαδικασία Δια ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσαν η Ενάγουσα και η Εναγόμενη, έκαστη για να υποστηρίξει την εκδοχή της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα, ως τούτα προκύπτουν, είτε από κοινές, είτε από αναντίλεκτες θέσεις των διάδικων. Οι οποίες αναφορές στην παρούσα απόφαση σε χρηματικά πόσα, συνεπεία του χρόνου που έλαβαν χώρα οι επίδικες συναλλαγές, θα αφορούν σε Λίρες Κύπρου. Εκεί που θα κριθεί αναγκαίο να μετατραπεί ένα ποσό σε Ευρώ, τούτο θα γίνει. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη εργαζόταν σε γνωστό όμιλο εταιρειών και γνωρίστηκε με την Ενάγουσα (ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν, οι διάδικοι προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς). Μετά τη γνωριμία τους, μεταξύ τους αναπτύχθηκε κάποια στενότερη σχέση. Υπό περιστάσεις, που επίσης οι δύο πλευρές διαφωνούν, σε διάφορα χρονικά σημεία, μεταξύ των ετών 2003 - 2004, κατόπιν παρακλήσεων της Εναγόμενης, η Ενάγουσα κατέβαλε προς την τελευταία διάφορα χρηματικά ποσά υπό μορφή δανείου. Ως προς το συνολικό ποσό που η Ενάγουσα δάνεισε στην Εναγόμενη, αν και προωθήθηκαν διαφορετικοί, από την κάθε πλευρά, σχετικοί ισχυρισμοί, εντούτοις, και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι τούτο, δεν είναι μικρότερο των Λ.Κ.27.000,
- Σε κάποιες περιπτώσεις, πάντα όμως σε σχέση με το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο της εναγόμενης, η τελευταία εξέδιδε προς την Ενάγουσα επιταγές και/ή υπέγραφε και παρέδιδε προς αυτή, διάφορα έγγραφα, με τα οποία αναγνώριζε ότι της οφείλει συγκεκριμένα ποσά (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5 και 6). Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα εν λόγω έγγραφα και/ή επιταγές εκδίδονταν, και/ή τις προθέσεις της Εναγόμενης καθ' ον χρόνο συνέτασσε και/ή εξέδιδε τούτα, επίσης οι δύο πλευρές διαφωνούν. Σε κάποιο χρονικό σημείο, η Ενάγουσα επισκέφθηκε την Αστυνομία Κύπρου και κατάγγειλε προφορικά την Εναγόμενη σε σχέση με τα κατά καιρούς δανεικά χρήματα που της έδιδε. Στα πλαίσια της ρηθείσας καταγγελίας, ο αξιωματικός της Αστυνομίας Κύπρου ΄Αλκης Αλκιβιάδης, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη, η οποία, αφού αρχικά αναγνώρισε την οφειλή της, δεσμεύτηκε ότι, εντός μικρού χρονικού διαστήματος, θα εξοφλούσε την Ενάγουσα. Η τελευταία φορά που η Ενάγουσα δάνεισε την Εναγόμενη, ήταν κατά το έτος 2004 και αφορούσε στο χρηματικό ποσό των Λ.Κ.9.000,
- Τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι εκδοχές των δύο πλευρών Στο σημείο αυτό κρίνω επίσης ορθό να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο τις εκδοχές των δύο πλευρών, ως τούτες προκύπτουν από τη μαρτυρία έκαστης διαδίκου. Η εκδοχή της Ενάγουσας Κατά την Ενάγουσα, με εξαίρεση κάποια μικρά χρηματικά ποσά, τα οποία κατά καιρούς δάνεισε την Εναγόμενη και τα οποία της τα επέστρεψε μετά πάροδο κάποιου χρόνου, η τελευταία της οφείλει ακόμα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.29.532,00[1] πλέον τόκο επί του εν λόγω ποσού. Πιο συγκεκριμένα, κατά την Ενάγουσα, τα αρχικά χρήματα που δάνεισε την Εναγόμενη ανέρχοντο στο ποσό Λ.Κ.20.532,00, το οποίο ποσό, δόθηκε τοις μετρητοίς. Η δε Εναγόμενη, υπέγραψε και σχετική βεβαίωση, τόσο περί της οφειλής της, όσο και περί του ότι τα χρήματα θα επιστρέφοντο μέχρι τις 03.09.
- Πρόκειται για το Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, για το ρηθέν συνολικό ποσό των Λ.Κ.20.532,00, η Εναγόμενη παράδωσε στην πρώτη και δύο επιταγές, μια εκ ποσού Λ.Κ.2.000,00 και μια για Λ.Κ.18.532,00, οι οποίες, όμως, επιταγές, αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για εξαργύρωση, επιστράφηκαν απλήρωτες. Σχετικά είναι τα έντυπα κατάθεσης, Τεκμήριο 3, καθώς επίσης και τα έντυπα απόδειξης επιστροφής των ρηθέντων επιταγών ως απλήρωτες, Τεκμήριο
- Όταν στις 03.09.03 η Ενάγουσα απαίτησε από την Εναγόμενη την επιστροφή του πιο πάνω χρηματικού ποσού, η τελευταία ετοίμασε το Τεκμήριο 2, το οποίο και παρέδωσε προς την Ενάγουσα, αναφέροντας της ότι με το εν λόγω έντυπο θα μπορούσε να επισκεφθεί υποκατάστημα της Τράπεζας με την οποία διατηρούσε λογαριασμό και να απαιτήσει όπως της καταβληθεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.21.000,00[2]. Η καταγραφή στο Τεκμήριο 2 του ποσού των Λ.Κ.21.000,00 (αντί του ποσού των Λ.Κ.20.532,00), ως οφειλόμενο, έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας της Εναγόμενης, η οποία το κατέγραψε λέγοντας στην Ενάγουσα ότι αναγνωρίζει ότι θα πρέπει να της καταβληθούν και σχετικοί τόκοι. Ακολούθως, η Ενάγουσα επισκέφθηκε συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας, στο οποίο διατηρούσε προσωπικό λογαριασμό η Εναγόμενη, και όταν υπέδειξε το Τεκμήριο 2 στον ταμία του υποκαταστήματος και ζήτησε όπως της καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.21.000,00, έτυχε χλευασμού από τους υπαλλήλους της Τράπεζας, οι οποίοι και της εξήγησαν ότι, με το εν λόγω έντυπο δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθεί το αίτημα της. Πάρα τη μη εξόφληση των οφειλόμενων από αυτήν ποσών, η Εναγόμενη, κατά το έτος 2004, και με τη δικαιολογία ότι, αν δεν τη δάνειζε η Ενάγουσα με περαιτέρω χρήματα, κινδύνευε να καταστραφεί επαγγελματικά, και με την υπόσχεση ότι θα εξοφλούσε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό καθότι ανέμενε να εισπράξει και η ίδια χρήματα που της οφείλοντο από τρίτους, έπεισε την τελευταία και τη δάνεισε το επιπλέον ποσό των Λ.Κ.9.000,
- Η Ενάγουσα, ωστόσο, απαίτησε από την Εναγόμενη να της εκδώσει σχετική επιταγή προς εξασφάλιση. Παρά το ότι με τις επιπρόσθετες, αυτές, Λ.Κ.9.000,00, η συνολική πραγματική οφειλή της Εναγόμενης ανήρχετο στις Λ.Κ.29.532,00, η Εναγόμενη, με δική της και πάλι πρωτοβουλία, εξέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 5 (πρόκειται για αντίγραφο της ρηθείσας επιταγής), για το ποσό των Λ.Κ.31.500,00, λέγοντας εκ νέου στην Ενάγουσα ότι, το αναγραφόμενο επ' αυτής ποσό, είναι προς κάλυψη και των τόκων που δικαιούται η τελευταία. Η Ενάγουσα, όταν μέχρι και την αναγραφόμενη, επί της επιταγής (Τεκμήριο 5) ημερομηνία, δεν έλαβε τα οφειλόμενα από την Εναγόμενη χρήματα, παρουσίασε την εν λόγω επιταγή στην Τράπεζα προς εξόφληση και εκεί ενημερώθηκε ότι τούτη (η επιταγή), δεν ήταν δυνατό να τιμηθεί, καθότι ο σχετικός λογαριασμός της Εναγόμενης είχε παγοποιηθεί. Ακολούθως, και συνεπεία των πιο πάνω, η Ενάγουσα απευθύνθηκε στην Εναγόμενη και απαίτησε να της καταβάλει τα οφειλόμενα χρήματα. Η τελευταία, αναγνωρίζοντας εκ νέου την οφειλή της, της παρέδωσε έτερη, ήδη συμπληρωμένη επιταγή (από τον τραπεζικό της λογαριασμό από τον οποίο και εξέδωσε και την επιταγή Τεκμήριο 5), επί της οποίας, ως δικαιούχος, αναγράφετο κάποια Χριστίνα Γεωργίου και ως ποσό της επιταγής το ποσό των Λ.Κ.43.000,00 και αφού προηγουμένως διόρθωσε, τόσο ολογράφως, όσο και αριθμητικά το αναγραφόμενο επί της ρηθείσας επιταγής ποσό μετατρέποντας το σε Λ.Κ.32.500,00, ζήτησε από την Ενάγουσα να επισκεφθεί την Χριστίνα Γεωργίου (την οποία γνώριζε η τελευταία), και να της ζητήσει όπως οπισθογραφήσει τούτην, ώστε ακολούθως να καταστεί δυνατή η εξαργύρωση της από την ίδια την Ενάγουσα. Πρόκειται για το Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα ενήργησε ως η υπόδειξη της Εναγόμενης, και με τη συνοδεία της Εναγόμενης, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την οπισθογράφηση της επιταγής από την Γεωργίου, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας, στην οποία, η εναγόμενη, διατηρούσε το σχετικό λογαριασμό της, και επιχείρησε να εξαργυρώσει την επιταγή. Εκεί, ο ταμίας της Τράπεζας αρνήθηκε να εξαργυρώσει την επιταγή, επικαλούμενος, αρχικά, τις διάφορες διορθώσεις που έγιναν επ' αυτής. Η Εναγόμενη, με τη δικαιολογία ότι το συγκεκριμένο φύλλο επιταγής αποτελούσε το τελευταίο από το σχετικό βιβλιάριο επιταγών που κατείχε, παρακάλεσε τον ταμία να αποδεχτεί την εξαργύρωση, πλην όμως το αίτημα της δεν έγινε δεχτό. Ο ταμίας, ακολούθως, σφράγισε την εν λόγω επιταγή με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ‑ ΚΑΠ» και αρνήθηκε να την εξαργυρώσει. Έκτοτε, η Ενάγουσα αρκετές φορές επικοινώνησε με την Εναγόμενη και απαιτούσε από την τελευταία να της καταβάλει τα οφειλόμενα χρήματα. Όταν σε κάποιο στάδιο, με γνώμονα τη όλη συμπεριφορά της Εναγόμενης, έκρινε ότι αυτή δεν σκόπευε να την εξοφλήσει, και σχημάτισε και την εικόνα ότι, ανέκαθεν οι προθέσεις της Εναγόμενης ήταν δόλιες και ότι σκοπός της ήταν να την ξεγελάσει και να της αποσπάσει χρήματα, επισκέφθηκε την Αστυνομία Κύπρου και συνομίλησε με τον αξιωματικό Άλκη Αλκιβιάδη, υποβάλλοντας προφορικά σ' αυτόν το σχετικό παράπονο της. Της υποβολής του ως άνω παραπόνου της, ακολούθησε η τηλεφωνική επικοινωνία του ρηθέντος αξιωματικού με την Εναγόμενη, στα πλαίσια της οποίας η τελευταία, αφού αναγνώρισε την οφειλή της, υπεσχέθη στον κύριο Αλκιβιάδη ότι εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος θα εξοφλούσε την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν προώθησε επισήμως την καταγγελία της, κατόπιν προτροπής και του συγκεκριμένου αξιωματικού, ο οποίος της πρότεινε να αναμένει ώστε να διαφανεί κατά πόσον η υπόσχεση της ενάγομενης θα υλοποιείτο. Αφού παρήλθε το συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο και η Εναγόμενη δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά, η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της, οι οποίοι και καταχώρησαν την υπό εξέταση αγωγή. Πριν την καταχώρηση της αγωγής και αφού η Εναγόμενη έμαθε ότι η Ενάγουσα επισκέφθηκε τον δικηγόρο, κύριο Κιτρομηλίδη, και τούτο κατά το έτος 2009, απέστειλε δύο μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της Ενάγουσας, με τα οποία παραπονείτο προς την τελευταία για την ενέργεια της να ζητήσει νομική βοήθεια από τον εν λόγω δικηγόρο. Με τα εν λόγω μηνύματα, η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την οφειλή της προς την Ενάγουσα. Τέλος, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, τα εν λόγω μηνύματα είναι αποθηκευμένα στη μνήμη του παλαιού της τηλεφώνου. Η εκδοχή της εναγόμενης Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη προώθησε τη θέση ότι το αρχικό δανειζόμενο, προς την ίδια, ποσό, ανέρχετο στις Λ.Κ.18.000,00 εκ των οποίων, Λ.Κ.9.000,00, επέστρεψε λίγες μέρες αργότερα κατόπιν σχετικής απαίτησης της Ενάγουσας. Το επιστραφέν αυτό ποσό των Λ.Κ.9.000,00, σταδιακά, το δανείστηκε, εκ νέου από τη ενάγουσα (βλ. 6η γραμμή από το τέλος της παραγράφου 9 της γραπτής της δήλωση). Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, περί τα μέσα του 2004, ζήτησε από την Ενάγουσα να την δανείσει με ένα επιπρόσθετο ποσό εκ Λ.Κ.9.000,00, ποσό που όντως της κατέβαλε η Ενάγουσα και το οποίο αποτελούσε το τελευταίο ποσό που δανείστηκε από την τελευταία. Προώθησε και τον ισχυρισμό ότι, σε κάποιο στάδιο, περί τα έτη 2006 ‑ 2007, επικοινώνησε μαζί της ο αξιωματικός της αστυνομίας ΄Αλκης Αλκιβιάδης, ο οποίος την ενημέρωσε ότι η Ενάγουσα υπέβαλε εναντίον της παράπονο σε σχέση με τα κατά καιρούς δανεικά προς αυτήν χρήματα. Αυτή ανέφερε στον εν λόγω αξιωματικό ότι επέκειτο πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας της μητέρας της και ότι εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος θα εξοφλούσε την τελευταία, και η συζήτησή τους δεν επεκτάθηκε περαιτέρω. Κατά την Εναγόμενη, τρεις περίπου μήνες αργότερα, κατόπιν πώλησης συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας της μητέρας της, ως οικογένεια, εισέπραξαν, ως προκαταβολή, το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.50.000,00, εκ των οποίων, Λ.Κ.25.000,00, τοις μετρητοίς, κατέβαλε στην Ενάγουσα προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών της. Ως ισχυρίστηκε, αν και μέχρι εκείνην τη στιγμή η Ενάγουσα κατείχε και την τελευταία εκδοθείσα από αυτή (την Εναγόμενη), επιταγή των Λ.Κ.32.500,00, διαπραγματεύτηκε μαζί της, για σκοπούς εξόφλησης των οφειλών της, προωθώντας σχετικά τη θέση ότι, το ποσό των Λ.Κ.32.500,00 δεν αντικατόπτριζε την πραγματική οφειλή της και ότι, σ' αυτό περιλαμβάνοντο εντελώς αδικαιολόγητοι και παράνομοι τόκοι που απαιτούσε η Ενάγουσα. Κατά την Εναγόμενη, το προσφερόμενο από αυτή ποσό των Λ.Κ.25.000,00 κάλυπτε πλήρως, το ολικό δανειζόμενο ποσό, περιλαμβανομένων και των τόκων στους οποίους δικαιούτο η Ενάγουσα. Η τελευταία, αποδεχόμενη το δικαιολογημένο του αιτήματος της Εναγόμενης, και με γνώμονα τη δυνατότητα να λάβει άμεσα, τοις μετρητοίς, το ποσό των Λ.Κ.25.000,00, απεδέχθη να εισπράξει τούτα προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών της Εναγόμενης. Τούτη (η εξόφληση), έλαβε χώρα στις 17.07.
- Με την καταβολή του εν λόγω ποσού, το όλο θέμα περί οφειλών της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα είχε λήξει και ήταν ξεκάθαρο μεταξύ των δύο πλευρών ότι δεν όφειλε πλέον οποιαδήποτε χρήματα προς αυτήν. Ήταν δε ακριβώς η θέση της Εναγόμενης ότι, το εντελώς αδικαιολόγητο της παρούσας αγωγής και η απόδειξη περί του ότι η Ενάγουσα ψεύδεται αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προώθησε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι, ενώ η υποβολή του παραπόνου της προς την Αστυνομία έγινε κάποιους μήνες πριν τις 17.07.07, ημέρα κατά την οποία έλαβε και τις Λ.Κ.25.000,00, η Ενάγουσα ανέμενε τρία ολόκληρα χρόνια, εντελώς αδικαιολόγητα, να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η Ενάγουσα Η Ενάγουσα μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση. Πάρα της αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Οι δε κάποιες μικροαντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία της, κρίνονται εντελώς επουσιώδεις και δεν μπορούν, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να αποτελέσουν τη βάση για ανατροπή της πιο πάνω εκφρασθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Καθ' όλον τον χρόνο που τούτη κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν έκδηλη η ειλικρινής πικρία που ένιωθε λόγω της μη εξόφλησής της από την Εναγόμενη. Έκδηλη ήταν και η απόγνωση της, πηγάζουσα από το γεγονός ότι τα χρήματα που δάνεισε προς την Εναγόμενη αφορούσαν στις αποταμιεύσεις της, απότοκο των κόπων μιας ολόκληρης ζωής. Το αξιόπιστο ή μη ενός μάρτυρα, δεν εξετάζεται σε συνάρτηση με το πώς κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο θα ενεργούσε υπό τις ίδιες περιστάσεις, αλλά με το κατά πόσον ο ενώπιον του Δικαστηρίου μάρτυρας έπεισε για την αλήθεια των διαφόρων ισχυρισμών του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα, αποδεχόμενη τις κατά καιρούς υποσχέσεις της Εναγόμενης και/ή τους λόγους που η τελευταία προέβαλε ως ανάγκη για να τύχει δανεισμού από αυτή, υπέκυπτε στις απαιτήσεις της Εναγόμενης και δάνειζε τούτην με διάφορα χρηματικά ποσά. Τούτο εξάλλου δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη. Ας μην λησμονείται, επίσης, ότι η Εναγόμενη, κατά καιρούς, παρέδιδε στην Ενάγουσα, είτε έγγραφα με τα οποία αναγνώριζε την εκάστοτε οφειλή της, είτε ακόμα και επιταγές, και δη έγγραφα αρκούντως αποδεικτικά της όποιας τέτοιας οφειλής της. Ήταν και αυτά, ακριβώς, μέρος των δεδομένων που η Ενάγουσα συνυπολόγιζε για να αποδεχτεί να δανείσει την Εναγόμενη τα χρήματα που της ζητούσε. Η Ενάγουσα, σε κάθε προσπάθεια του συνηγόρου της Εναγόμενης να αμφισβητήσει την ορθότητα και αλήθεια των ισχυρισμών της, έδιδε πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους που ενήργησε ως ενήργησε. Ενδεικτική ήταν ακριβώς και η θέση της ότι κατά το έτος 2009 η Εναγόμενη της απέστειλε μηνύματα, τα οποία έχει ακόμα αποθηκευμένα στο κινητό της τηλέφωνο, με τα οποία, όχι απλά δεν αμφισβητούσε την οφειλή της, αλλά, αποδεχόμενη, προφανώς, τούτη, κάκιζε την Ενάγουσα για την ενέργειά της να ζητήσει τη συμβουλή δικηγόρου χωρίς προηγουμένως να διαβουλευθεί μαζί της. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, η ρηθείσα θέση της Ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ούτε και η Εναγόμενη αρνήθηκε ότι απέστειλε μηνύματα κατά το 2009 προς τη Ενάγουσα. Τουναντίον (θέμα με το οποίο θα καταπιαστώ ειδικότερα κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Εναγόμενης), η τελευταία προώθησε εντελώς συγκεχυμένους και γενικούς ισχυρισμούς με έκδηλη την προσπάθεια να μη συσχετιστεί η εν λόγω επικοινωνία τους με την εκκρεμούσα, τότε, οφειλή της προς την Ενάγουσα. Δεν θεωρώ άσχετο με την ειλικρίνεια της Ενάγουσας το γεγονός ότι, καθ' ον χρόνο απαντούσε σε ερώτηση του συνηγόρου της αναφορικά με το γιατί παρά τη μέχρι τότε μη εξόφληση των λοιπών οφειλόμενων της Εναγόμενης, προχώρησε και δάνεισε την τελευταία με περαιτέρω Λ.Κ.9.000,00, δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ενάγουσα είναι ένα αφελές πρόσωπο, ευκολόπιστο και έτοιμο να αποδεχτεί την όποια δικαιολογία της έδιδε η Εναγόμενη. Ενδεικτικό της αφέλειας της είναι και το γεγονός ότι πίστεψε ότι μπορούσε με τη χρήση του Τεκμηρίου 2 να εισπράξει από την Τράπεζα, στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η Εναγόμενη, το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι για την ενέργειά της αυτή (η οποία δεν αμφισβητήθηκε), έτυχε του χλευασμού των υπαλλήλων της Τράπεζας. Επίσης, ενδεικτικό και πάλι της αφέλειας και ευπείθειας που χαρακτηρίζει την Ενάγουσα, ήταν και η αποδοχή, ως μέσο είσπραξης χρημάτων, της τελευταίας εκδοθείσας από την Εναγόμενη επιταγής, επί της οποίας η τελευταία προέβη σε διορθωτικές συμπληρώσεις, τόσο επί του ολογράφως αναγραφόμενου ποσού, όσο και επί του αριθμητικού ποσού, εις τρόπο που ο οποιοσδήποτε πολίτης που γνώριζε απλά τα βασικά περί των οικονομικών συναλλαγών που διενεργούνται μέσω επιταγών, θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν αδύνατο, με την εν λόγω επιταγή, να εισπραχθούν τα οφειλόμενα προς αυτήν χρήματα. Επί του προκειμένου, τονίζεται στο σημείο αυτό ότι, η Εναγόμενη, όχι απλά δεν αμφισβήτησε ότι εξέδωσε την εν λόγω επιταγή για, αλλά επιπροσθέτως, παραδέχθηκε, αφενός ότι είναι η ίδια που προχώρησε και στις διάφορες επ' αυτής διορθώσεις, και, αφετέρου ότι συνόδευσε την Ενάγουσα κατά την επίσκεψη της στην Τράπεζα για να την εξαργυρώσει. Επίσης, ενδεικτικό της ειλικρίνειας της Ενάγουσας, είναι και το γεγονός ότι, μέσω του συνηγόρου της, πλην όμως, προφανώς, με τη δική της συγκατάθεση και εντολή, περιόρισε το ποσό της απαίτησης της, παρά το γεγονός ότι, για το αρχικά απαιτούμενο ποσό των ΛΚ32.500,00, κατείχε, ως αποδεικτικό μέσο, τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή που εξέδωσε η Εναγόμενη (Τεκμήριο 6). Τη μαρτυρία της Ενάγουσας την αποδέχομαι στο σύνολό της. Η Εναγόμενη Όσον αφορά στην Εναγόμενη, αυτή μου έκανε τη χείριστη των εντυπώσεων. Η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και σε κάποια σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική. Χαρακτηρίζεται δε από υπεκφυγές στο να τοποθετηθεί, ειδικά, επί των θέσεων που της υποβάλλοντο και τούτο, χωρίς καμία αμφιβολία, με μόνο σκοπό να αποφύγει να προωθήσει οποιανδήποτε θέση εναντίον των συμφερόντων της. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Εναγόμενη είναι ένα ευφυές άτομο και καλός χρήστης της ελληνικής γλώσσας, που δυστυχώς όμως χρησιμοποίησε τα δύο αυτά προτερήματά της με σκοπό να προωθήσει ψευδείς και αναληθείς ισχυρισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να αποφύγει την έκδοση απόφασης, εναντίον της. Για σκοπούς αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, σημειώνω τα εξής: Θεωρώ εντελώς αδιανόητο, η Εναγόμενη να γνωρίζει περί του ότι η Ενάγουσα, λίγους μήνες πριν τις 17.07.07, την έχει καταγγείλει στην Αστυνομία, και στις 17.07.07, να παραδίδει στην Ενάγουσα Λ.Κ.25.000,00, προς εξόφληση των οφειλών της και να μην αναζητεί και/ή απαιτεί και/ή ενεργεί με τρόπο ώστε να λάβει κάποιας μορφής απόδειξη καταβολής των εν λόγω χρημάτων ή έστω έγγραφη αναγνώριση από την Ενάγουσα ότι οι οποιεσδήποτε οφειλές της έχουν εξοφληθεί, πόσο μάλλον όταν, η ενάγουσα, κατείχε διάφορα έγγραφα, που ετοίμασε η εναγόμενη, με τα οποία αναγνώριζε την οφειλή της προς αυτή. Θεωρώ επίσης εντελώς αδικαιολόγητο, η Εναγόμενη να συνεχίζει να έχει επικοινωνία με την Ενάγουσα μετά τις 17.07.07, πάντα σε σχέση με τα δανεικά προς αυτή χρήματα, αν, όντως όπως ισχυρίζεται, την μόλις πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία, εξόφλησε πλήρως την Ενάγουσα. Ποιος ο λόγος να συνεχίσει η Ενάγουσα να επικοινωνεί μαζί της αναφορικά με τα χρήματα που την δάνεισε, κάτω από αυτές τις περιστάσεις; Επί του προκειμένου, υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, είναι η ίδια η Εναγόμενη που ισχυρίστηκε ότι, μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, είχε επικοινωνία με την Ενάγουσα σε σχέση με τα κατά καιρούς δανεικά προς αυτή χρήματα. Πιο συγκεκριμένα, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, της υπεβλήθη ότι κατά το έτος 2009, και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Ενάγουσα ζήτησε τις υπηρεσίες δικηγόρου για τα οφειλόμενα από την Εναγόμενη χρήματα, απέστειλε γραπτά μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της Ενάγουσας και ότι, σε επικοινωνία που είχε με την τελευταία, εκδήλωσε την πρόθεση της να εξοφλήσει τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά. Ως προς το θέμα των μηνυμάτων, η Εναγόμενη περιορίστηκε απλά στο να αναφέρει ότι όντως συνέχισε η επικοινωνία μεταξύ των διάδικων μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής, ενώ αναφορικά με την εκδήλωση της πρόθεσης της να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, με εντελώς μη πειστικό τρόπο και με ξεκάθαρη την προσπάθεια υπεκφυγής, ισχυρίστηκε ότι δεν κατανόησε τι της υποβαλλόταν. Κάτι άλλο που δεικνύει ξεκάθαρα το αναληθές των θέσεων της Εναγόμενης, είναι και ο ισχυρισμός της ότι, κατά τις 17.07.07, το πραγματικό ποσό που όφειλε στην Ενάγουσα ανέρχετο στις Λ.Κ.25.000,00, που εν τέλει της κατέβαλε προς εξόφληση, στο οποίο ποσό συμπεριλαμβάνονταν και οι τόκοι στους οποίους δικαιούτο η Ενάγουσα. Και τούτο γιατί, όχι απλά δεν έδωσε επαρκή εξήγηση για το πώς προκύπτει το ποσό των Λ.Κ.25.000,00, αλλά, τουναντίον, με τα όσα η ίδια ανέφερε σχετικά, ο ρηθείς ισχυρισμός της, καταρρίπτεται. Υπενθυμίζω ότι, κατά την Εναγόμενη, μετά τον αρχικό δανεισμό των Λ.Κ.18.000,00, και την, εντός ολίγων ημερών, επιστροφή των Λ.Κ.9.000,00 εξ αυτών, η Ενάγουσα, σταδιακά, τη δάνεισε εκ νέου με το συνολικό ποσό των Λ.Κ.9.000,00, και ακολούθως, ο τελευταίος δανεισμός αφορούσε, επίσης σε ποσό Λ.Κ.9.000,00 που δόθηκε κατά το έτος
- Επομένως, στην καλύτερη, για την Εναγόμενη, των περιπτώσεων, η οφειλή της, χωρίς να συνυπολογίζονται οι όποιοι τόκοι, ανέρχετο στις Λ.Κ.27.000,
- Ούτε η λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ως τούτη προκύπτει από το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων και/ή επιταγών που η ίδια η Εναγόμενη συνέταξε και/ή εξέδωσε, συμβαδίζουν ή υποστηρίζουν αυτήν την εντελώς γενική θέση της Εναγόμενης. Είναι ξεκάθαρο, από το περιεχόμενο των σχετικών Τεκμηρίων, ότι αρχικά η Ενάγουσα τη δάνεισε με το ποσό των Λ.Κ.20.532,00 (βλέπε τεκμήρια 1,3 και 4) και ότι, κατά το 2004, η Εναγόμενη, αναγνώρισε ότι το χρέος της μετατράπηκε σε Λ.Κ.31.000,00 και/ή Λ.Κ.32.500,00 (βλέπε Τεκμήρια 5 και 6). Εκείνο που χωρίς καμία αμφιβολία μπορεί να ειπωθεί, είναι ότι, το περιεχόμενο όλων αυτών των τεκμηρίων, συνηγορεί και/ή ενισχύει και/ή ακόμα αποδεικνύει το αληθές των σχετικών ισχυρισμών της Ενάγουσας και όχι της Εναγόμενης, τους οποίους και καταρρίπτει. Σε συνάρτηση με την μόλις πιο πάνω ανάλυση, και αναφορικά με τις συνθήκες και λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη εξέδιδε τις διάφορες επιταγές και/ή συνέτασσε τα διάφορα έγγραφα αναγνώρισης χρέους, η θέση της ήταν ότι, κάθε φορά που η Ενάγουσα τη δάνειζε χρήματα, απαιτούσε από αυτή, είτε να της υπογράψει κάποιο έγγραφο με το οποίο να αναγνωρίζει την εκάστοτε οφειλή της, είτε να της εκδίδει σχετική επιταγή. Ήταν δε ο ισχυρισμός της, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, ότι, πέραν του αρχικού δανείου των Λ.Κ.18.000,00, και του τελικού, εκ Λ.Κ.9.000,00, στο μεσοδιάστημα, η Ενάγουσα σταδιακά, τη δάνεισε και με άλλα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους Λ.Κ.9.000,
- Πώς συνάδουν οι πιο πάνω θέσεις της Εναγόμενης με το γεγονός ότι τέτοια έγγραφα αναγνώρισης χρέους και/ή επιταγές συντάχθηκαν και/ή εκδόθηκαν μόνο για τον αρχικό δανεισμό και την τελική οφειλή της; Πώς και η Ενάγουσα δεν απαίτησε παρόμοια κατοχύρωση για τις λοιπές Λ.Κ.9.000,00 που τάχα τη δάνεισε στο μεσοδιάστημα; Ως προς τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι λίγες μέρες μετά τον αρχικό δανεισμό της, επέστρεψε στην Ενάγουσα Λ.Κ.9.000,00, με γνώμονα τη λοιπή σχετική ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν, κατά τον Αύγουστο του 2003, (η Εναγόμενη αποδέχθηκε, σχετική με τον χρόνο, υποβολή του συνηγόρου της Ενάγουσας), να δανείστηκε το αρχικό ποσό, (είτε τούτο ήταν Λ.Κ.18.000,00, ως ισχυρίστηκε η Εναγόμενη, είτε Λ.Κ.20.532,00, ως ισχυρίστηκε η Ενάγουσα), λίγες μέρες αργότερα, πλην όμως εντός του Αυγούστου του 2003 (σχετικό είναι το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της γραπτής της δήλωσης, και η σχετική διευκρίνιση που έδωσε κατά το στάδιο της αντεξέτασής της), να επιστρέφει Λ.Κ.9.000,00 εξ αυτών, και στις 09.09.03, προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, να συντάσσει το Τεκμήριο 2 με το οποίο δίδει δήθεν οδηγίες, προς την Τράπεζα της να καταβάλει από τον λογαριασμό της, προς την Ενάγουσα, το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.21.000,00; Αν όντως επέστρεψε εντός του Αυγούστου του 2003 τις Λ.Κ.9.000,00, τότε η οφειλή της προς την Ενάγουσα κατά τις 09.09.03 που συνέταξε το Τεκμήριο 2, θα ανερχόταν, σύμφωνα πάντα με τα δικά της λεγόμενα, σε Λ.Κ.9.000,00, και όχι Λ.Κ.21.000,00 που κατέγραψε επί του Τεκμηρίου
- Τέλος, μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της Εναγόμενης, προωθήθηκαν υπό μορφή αντικρουστικής (ως προς τους σχετικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας) μαρτυρίας, οι οποίοι τέθηκαν για πρώτη φορά μέσω της δια ζώσης μαρτυρίας της, χωρίς προηγουμένως να τεθούν, είτε δικογραφικά, είτε δια σχετικών υποβολών και/ή θέσεων προς την Ενάγουσα, κατά το στάδιο που αντεξεταζόταν. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, για τους εν λόγω ισχυρισμούς της Εναγόμενης, να μην δοθεί η ευκαιρία στην Ενάγουσα να τοποθετηθεί και/ή εν πάση περιπτώσει να εκφράσει σχετική θέση. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλέπε Frederickou School Co. Ltd κ.α. ν Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527), μαρτυρία που παρουσιάζεται από τον Εναγόμενο και/ή τους μάρτυρες του, με την οποία προωθούνται αντικρουστικοί της προγενέστερης μαρτυρίας του Ενάγοντα, ισχυρισμοί, δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο, αν δεν δόθηκε η ευκαιρία, κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων του Ενάγοντα να εκφράσουν τις δικές τους θέσεις αναφορικά με αυτούς τους ισχυρισμούς. Δεν θεωρώ ότι καθίσταται ανάγκη να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία της Εναγόμενης, για να δικαιολογήσω του λόγου το ασφαλές της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου, αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Την μαρτυρία της Εναγόμενης, στον βαθμό που τούτη συγκρούεται με τις θέσεις της Ενάγουσας, την απορρίπτω. Τελικά Ευρήματα Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, αποτελούν πλέον ευρήματά μου και τα ακόλουθα: Κατά τα έτη 2003 και 2004, σε διάφορα χρονικά σημεία, η Ενάγουσα κατόπιν παρακλήσεων, παραστάσεων και προβολής διάφορων δικαιολογιών, όλες συντελεσθείσες από την Εναγόμενη, δάνεισε την τελευταία διάφορα χρηματικά ποσά. Η Εναγόμενη επέστρεψε πίσω κάποια μικρά ποσά, με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να οφείλεται στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.29.532,00, και/ή καλύτερα το αντίστοιχο αυτού ποσό σε Ευρώ. Ουδέποτε η Εναγόμενη κατέβαλε προς την Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, είτε έναντι, είτε προς εξόφληση του εναπομείναντος αυτού οφειλόμενου ποσού των Λ.Κ.29.532,00. Η Ενάγουσα, πλειστάκις όχλησε την Εναγόμενη ώστε να απαιτήσει από αυτήν την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, πλην όμως, η τελευταία, δεν κατέβαλε τούτο. Μέρος των ενεργειών της Ενάγουσας, με σκοπό την αναζήτηση θεραπείας για τις οφειλές της Εναγόμενης, ήταν και η υποβολή προφορικού παραπόνου στην Αστυνομία Κύπρου. Περί το 2009, και αφού στο μεταξύ η Ενάγουσα είχε πλέον ζητήσει βοήθεια από τον δικηγόρο, κύριο Κιτρομηλίδη, η Εναγόμενη επικοινώνησε μαζί της μέσω μηνυμάτων στο κινητό της τηλέφωνο, με σκοπό να την κακίσει για την ενέργεια της να επισκεφθεί και να ζητήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Με τα εν λόγω μηνύματα, η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την οφειλή της προς την Ενάγουσα, ούτε και προώθησε οποιονδήποτε ισχυρισμό περί εξόφλησής της. Εν τέλει, το 2010, και συγκεκριμένα στις 27 Μαΐου του εν λόγω έτους, κατόπιν εντολής της Ενάγουσας, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Μέχρι και σήμερα, η Εναγόμενη δεν κατέβαλε προς την Ενάγουσα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό έναντι της πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθείσας οφειλής της. Νομική Πτυχή Εξ' αρχής σημειώνω ότι, ως είναι συνταγμένη η γενική οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος, αλλά και η Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε ακολούθως, η Ενάγουσα, ως βάση για την αγωγή της, προωθεί την απόσπαση χρημάτων διά δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης από πλευράς της Εναγόμενης και/ή την έκδοση επιταγής, η οποία επεστράφη απλήρωτη (αιτούμενες θεραπείες γενικής οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος). Στην Έκθεση Απαίτησης προστίθεται, υπό μορφή αιτιολογίας του λόγου για τον οποίο προωθείται η αγωγή, και ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη, με τη μη επιστροφή των δανεικών προς αυτήν ποσών, κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της Ενάγουσας. Είναι γεγονός ότι, από τα σχετικά δικόγραφα της Ενάγουσας, ελλείπει ειδικός ισχυρισμός περί διάρρηξης όρου συμφωνίας δανείου από πλευράς της Εναγόμενης. Τούτο φυσικά δεν αποτελεί εμπόδιο για την απόδοση θεραπείας επί αυτής της νομικής βάσης, αν από τα γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης στοιχειοθετείται το αγώγιμο αυτό δικαίωμα, και δη της διάρρηξης συμφωνίας. Και στην προκείμενη περίπτωση, τούτο ακριβώς συμβαίνει. Τόσο ευδιάκριτο είναι το γεγονός αυτό, που και ο συνήγορος της Εναγόμενης, στην τελική του αγόρευση, θεωρώντας ότι η αγωγή βασίζεται και επί της νομικής βάσης της διάρρηξης συμφωνίας, προωθεί απλά τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν κατάφερε με τη μαρτυρία της να αποδείξει το ακριβές υπόλοιπο της όποιας οφειλής της Εναγόμενης. Αναφορικά δε με τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου να αποδίδει θεραπεία επί νομικής βάσης, που έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης, εν τούτοις προκύπτει και/ή στοιχειοθετείται από τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Σπύρος Πολυκάρπου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α.
(2011)1Α.Α.Δ. 324 και Μελίνα Αλκιβιάδη δια του Πατρός και Κηδεμόνος αυτής Άλκη Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A92, Πολ. Εφ. 310/2011, ημερομηνία απόφασης 21.3.2017. Με δεδομένη την μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι, από τα αναφερόμενα στη Έκθεση Απαίτησης στοιχειοθετείται και η νομική βάση της διάρρηξη όρου συμφωνίας δανείου, χρήσιμο κρίνεται, στο σημείο αυτό, να παρατεθούν και οι νομολογιακές αρχές που αφορούν στις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[3]. Εκείνο που προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά στην ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή στην ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Κατάληξη Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου επαρκούν για να κριθεί ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι, μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης, υπήρξαν κατά καιρούς διάφορες συμφωνίες δανειοδότησης της τελευταίας, με όρο όπως τούτη (η Εναγόμενη), επιστρέψει τα δανειζόμενα χρήματα σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Ως προς το τελευταίο, η ημερομηνία μέχρι την οποία θα έπρεπε να επιστρέψει τα διάφορα ποσά, είναι η αναγραφόμενη επί των διαφόρων εγγράφων αναγνώρισης χρέους ή έκαστης σχετικής επιταγής, που εξέδωσε προς την Ενάγουσα. Τελευταία εξ αυτών, είναι η επιταγή Τεκμήριο 6, σύμφωνα με την οποία, το ποσό των Λ.Κ.32.500,00 (ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εν τέλει απαιτεί η Ενάγουσα), θα έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 18.03.05 και δη την ημερομηνία που κατέγραψε η Εναγόμενη επί της εν λόγω επιταγής. Με την αποδοχή από πλευράς της Ενάγουσας να δανείσει, κατά το έτος 2004, εκ νέου την Εναγόμενη, προτού η τελευταία της εξοφλήσει τις προηγούμενες οφειλές της, σε συνδυασμό με την αποδοχή της επιταγής, Τεκμήριο 6, ως μέσο αποπληρωμής όλων των μέχρι τότε οφειλών της Εναγόμενης (περιλαμβανομένου και του τελευταίου δανεισμού), κατέστησε την αναγραφόμενη επί της εν λόγω επιταγής ημερομηνία, ως την ημερομηνία μέχρι την οποία, η τελευταία, όφειλε να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά, μιας και με την ενέργεια της αυτή, επέκτεινε την όποια προγενέστερη ημερομηνία εξόφλησης αναφορικά με τις προηγούμενες, της τελευταίας δανειοδότησης των Λ.Κ.9.000,00, οφειλές της Εναγόμενης. Με τη μη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού προς την Ενάγουσα μέχρι την μόλις πιο πάνω αναφερθείσα ημερομηνία, η Εναγόμενη παρέβη τον σχετικό όρο της συμφωνίας δανείου που συνομολόγησε με την Ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα της ρηθείσας παράβασης, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ίση με το ποσό που της οφείλετο από την Εναγόμενη. Και τούτο γιατί, αν η Εναγόμενη δεν παραβίαζε τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας δανείου, το οφειλόμενο ποσό θα κατέληγε στην Ενάγουσα μέχρι τη ρηθείσα ημερομηνία. Συνεπεία δε της σχετικής δήλωσης του συνηγόρου της, με την οποία η Ενάγουσα, περιόρισε την απαίτηση της, στο ποσό των Λ.Κ.29.532,00, η ζημιά της τελευταίας ανέρχεται στο περιορισμένο πλέον αυτό ποσό . Η μόλις κατάληξη του Δικαστηρίου περί του ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της επί της νομικής βάσης της διάρρηξης συμφωνίας δανείου, καθιστά μη αναγκαία την ενασχόληση του Δικαστηρίου με το κατά πόσο η Ενάγουσα θα δικαιούτο, στην ίδια απόφαση, και επί της άλλης δικογραφημένης νομικής βάσης περί απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης. Εκ του περισσού και μόνο, απλά σημειώνω ότι, η Εναγόμενη, ούσα πρόσωπο που κατείχε θέση ευθύνης σε μεγάλο εταιρικό όμιλο, σχετιζόμενο με αγοραπωλησίες μετοχών και άλλες συναφείς οικονομικές δοσοληψίες, γνώριζε, χωρίς καμία αμφιβολία ότι, ούτε το Τεκμήριο 2, αλλά ούτε και το Τεκμήριο 6 (αμφότερα έγγραφα που η ίδια ετοίμασε θέτοντας επ' αυτών και την υπογραφή της), μπορούσαν να αποτελέσουν το μέσο για την αποπληρωμή της εκάστοτε οφειλής της προς την Ενάγουσα. Εν απουσία δε οποιασδήποτε πειστικής εξήγησης από πλευράς της Εναγόμενης ως προς τους λόγους που παρέδωσε στην Ενάγουσα τα Τεκμήρια 2 και 6, και της μη αμφισβήτησης της σχετικής θέσης της Ενάγουσας ότι της δόθηκαν με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει ώστε να εισπράξει τα αναγραφόμενα επ' αυτών ποσά, θεωρώ αδύνατο, τις ενέργειες της εναγόμενης να ετοιμάσει και να παραδώσει τα εν λόγω τεκμήρια στη Ενάγουσα, να μη συνόδευε και η πρόθεση καταδολίευσης της τελευταίας, προς την οποία παρουσιάστηκαν τούτα ως επαρκή μέσα για είσπραξη των οφειλόμενων της πρώτης. Στα μόλις πιο πάνω σημειώνω και το ότι η Εναγόμενη εξέδωσε δύο επιταγές (Τεκμήρια 5 και 6) από παγοποιημένο τραπεζικό λογαριασμό της, για την παγοποίηση του οποίου, τουλάχιστον κατά το χρόνο που έγιναν οι διορθώσεις σε σχέση με το αναγραφόμενο ποσό επί του τεκμηρίου 6, ήταν ενήμερη. Η επί του προκειμένου θέση της Εναγόμενης, ήταν ότι την επιταγή, τεκμήριο 6, την έδωσε στην Ενάγουσα καθότι την πίεζε λόγω της μη εξαργύρωσης της επιταγής, Τεκμήριο 5 (σχετικό είναι το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της γραπτής της δήλωσης). Υπενθυμίζω ότι η μη εξαργύρωση της επιταγής, Τεκμήριο 5, οφειλόταν στο ότι ο σχετικός λογαριασμός της Εναγόμενης είχε παγοποιηθεί. Με δεδομένη τη γνώση της περί της παγοποίησης του λογαριασμού της, τόσο η παράδοση της επιταγής, Τεκμήριο 6, όσο και η ενέργεια της να συνοδεύσει την Ενάγουσα στη τράπεζα κατά την προσπάθεια της τελευταίας να εξαργυρώσει τούτη, κρίνονται επίσης ως μέρος των ενεργειών της, που έλαβαν χώρα με σκοπό να παραπλανηθεί η Ενάγουσα και να τελεί υπό την πλάνη ότι σκοπούσε πραγματικά να της επιστρέψει τα χρήματα της. Έχοντας ωστόσο κρίνει ότι δικαιολογείται να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία επί της νομικής βάσης της διάρρηξης όρου συμφωνίας δανείου, η περαιτέρω ενασχόληση μου με τις λοιπές βάσεις της αγωγής, παρέλκει. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.29.532,00, και πιο συγκεκριμένα, το ισόποσο αυτού σε Ευρώ ποσό των €50.538,17. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το χρηματικό ποσό των €50.538,17, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι και σήμερα. Η απόφαση του Δικαστηρίου να επιδικάσει τον τόκο από τη μέρα καταχώρησης της αγωγής και όχι από την ημέρα διάρρηξης της συμφωνίας δανείου, έγκειται στο ότι, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας που να δικαιολογεί την μεγάλη ομολογουμένως καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της αγωγής, και δη πέντε ολόκληρα χρόνια μετά τη διάρρηξη της σύμβασης. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της, και ως εκ τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Αν και με την αγωγή επιζητεί την έκδοση απόφασης για το ποσό των ΛΚ32.500,00, με σχετική δήλωση του συνηγόρου της, κατά το στάδιο της δίκης, το ποσό αυτό περιορίστηκε στις ΛΚ29.532,00, που κατά την Ενάγουσα αποτελεί το συνολικό ποσό (χωρίς να συνυπολογίζεται οποιοσδήποτε τόκος), που δάνεισε στην Εναγόμενη και το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. [2] Πρόκειται για χειρόγραφο έγγραφο με το οποίο η Εναγόμενη παρουσιάζεται να δίνει εντολή (δεν αναφέρεται προς ποιον) όπως χρεωθεί ο λογαριασμός της (δεν αναφέρεται ποιος) με το ποσό των ΛΚ21.000,00 και τούτο (το ποσό) να παραδοθεί στην Ενάγουσα. [3] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο