← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5018/15, 23/6/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5018/15, 23/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5018/15 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΣΑΒΒΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, (Α.Δ.Τ.0437552), από Λευκωσία. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΑΒΒΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, (ΑΤ. 0467204), από Λευκωσία. Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κωνσταντινίδης Για τους Εναγόμενους: κα. Μούζουρου Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι ενάγοντες, επί της νομικής βάσης της διάρρηξης συμφωνίας δανείου από πλευράς του εναγομένου 1 (πρωτοφειλέτης), αξιώνουν, εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 (η εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα του εγγυητή του εναγομένου 1 - στο εξής οι εναγόμενοι) αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, την έκδοση απόφασης για το συνολικό ποσό των €21.306,91, πλέον τόκους, καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η πώληση συγκεκριμένου ακινήτου, το οποίο η εναγόμενη 2 υποθήκευσε προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων σε σχέση με το παραχωρηθέν προς τον εναγόμενο 1 δάνειο. Οι εναγόμενοι, στις 8.4.16, μέσω των τότε συνηγόρων τους, καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους. Στα πλαίσια της εν λόγω Υπεράσπισης, παραδέχονται αρκετούς από τους προβαλλόμενους, στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς των εναγόντων και αρνούνται διάφορους άλλους. Προβάλλουν δε, και τις δικές τους θέσεις σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Στις 13.4.16, οι ενάγοντες καταχώρησαν την Απάντησή τους. Κατόπιν σχετικής αίτησης ορισμού, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 30 στις 15.6.16. Στα πλαίσια των εν λόγω οδηγιών, καταχωρήθηκε, κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, από πλευράς των εναγόντων, ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Αν και το εν λόγω διάταγμα, στρεφόταν και προς τους εναγόμενους, τούτοι δεν συμμορφώθηκαν με αυτό. Στις 21.9.16, δια σχετικής γραπτής ειδοποίησης, η δικηγορική εταιρεία Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., ενημέρωσε το Πρωτοκολλητείο, και κατ' επέκταση και το Δικαστήριο, ότι έχουν διοριστεί ως δικηγόροι των εναγόμενων. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, λίγες μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 15.9.16, είχε δοθεί άδεια από το Δικαστήριο προς τους προηγούμενους συνηγόρους των εναγόμενων να αποσυρθούν. Στις 18.10.16, όταν και οι νέοι συνήγοροι των εναγόμενων εμφανίστηκαν, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέφρασαν την πρόθεση τους, δια αιτήσεως, να επιδιώξουν την τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Συνεπεία της εκδηλωθείσας πρόθεσης των εναγόμενων και άνευ της ενστάσεως από πλευράς των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 08.12.16. Η Αίτηση Κατ' εκείνην την ημέρα, και δη στις 8.12.16, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση του δικογράφου της υπεράσπισης, ώστε να επιτευχθούν, στην ουσία, τρεις σκοποί: Πρώτον, να προστεθούν διάφοροι λεπτομερείς ισχυρισμοί, σε σχέση με τις ήδη προβαλλόμενες στην υφιστάμενη υπεράσπιση θέσεις, και ειδικότερα περί του ότι, η συμφωνία δανείου, και η σύμβαση εγγύησης εμπεριέχουν παράνομες και/ή άδικες και/ή επαχθείς και/ή αδικαιολόγητες και/ή άνισες και/ή καταχρηστικές και/ή ασαφείς ρήτρες και/ή όρους, δεύτερον, να αποσύρουν τις διάφορες, εκδηλωθείσες μέσω της υφιστάμενης υπεράσπισής τους, παραδοχές και να προσθέσουν ισχυρισμούς περί παρανόμων ρητρών σε κάθε άλλη συμφωνία και/ή έγγραφο που ενδεχομένως υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, και τρίτο, επί τη βάση του περιεχομένου της Υπεράσπισης, ως τούτη θα τροποποιηθεί αν επιτύχει η υπό εξέταση αίτηση, να προωθηθεί και σχετική Ανταπαίτηση, με την οποία να επιδιώκεται η έκδοση διαφόρων δηλωτικών αποφάσεων, καθώς επίσης και δύο διαταγμάτων. Επειδή ως θα διαφανεί κατωτέρω, το λεκτικό των αιτούμενων, με την υπό εξέταση αίτηση, θεραπειών υπέχει καταλυτικής σημασίας για την τύχη της αίτησης, κρίνω ορθότερο, να το παραθέσω, ευθύς αμέσως, αυτουσίως. «Α. Έκδοση του διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέποντος την τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης κατά τον τρόπο που καθορίζεται πιο κάτω: 1. Δια της διαγραφής των παραγράφων 3 και 4 της Υπεράσπισης και της αντικατάστασης αυτών με τις παραγράφους ως ακολούθως μετά την παράγραφο 2: " 3. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 και λέγουν ότι δεν υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων. 3. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των παραγράφων 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης και καλούν τους Ενάγοντες σε πλήρη, λεπτομερή και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών και/ή των υπολοίπων και/ή των λογαριασμών που αναφέρονται. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι εκ της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης παραδέχονται μόνον τη συμφωνία μεταξύ των μερών για παραχώρηση πίστωσης. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους όπως κατά τη δικάσιμο αναφερθούν στο πλήρες κείμενο και νομική σημασία της συμφωνίας." 2. Δια της προσθήκης στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης μετά το τέλος της τελευταίας περιόδου και της φάσης «στερείται οποιασδήποτε νομικής και/ή δεσμευτικής ισχύος.» ως ακολούθως; " Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους λοιπούς ισχυρισμούς της παραγράφου 3 (α) - (ε) και λέγουν ως κατωτέρω: (α) Άνευ βλάβης οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι ρήτρες και/ή χρεώσεις και/ή όροι επιβολής κυμαινόμενου επιτοκίου και/ή το ύψος αυτού είναι ρήτρες οι οποίες δε δύνανται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και/ή άδικες και/ή καταχρηστικές. (β) Άνευ βλάβης οι Εναγόμενοι λέγουν ότι στο βαθμό που η ως άνω συμφωνία επιβάλλει σε αυτούς ρήτρες άδικες και/ή επαχθείς και/ή αδικαιολόγητες και/ή άνισες και/ή καταχρηστικές και/ή αδικαιολόγητες και/ή μη σαφείς και ρητές αυτές είναι παράνομες και/ή άδικες και/ή καταχρηστικές και δε νομιμοποιούν την Ενάγουσα στο να διεκδικεί ως ανωτέρω και θέτει αυτή σε αυστηρή απόδειξη της νομιμότητας αυτών. (γ) Οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι ρήτρες οι οποίες αντίκεινται στην καλή πίστη και/ή στην καταναλωτική πίστη και/ή στον Περί Συμβάσεων Νόμο και στο βαθμό που αυτοί επιβάλλουν όρους άδικους και/ή παράνομους και/ή αντίθετους με την καλή πίστη είναι άκυροι και/ή ότι οι υποθήκες οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστές. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ Οι Εναγόμενοι λέγουν ότι στον βαθμό που η ως άνω συμφωνία προέβλεπε και/ή επέτρεπε την αύξηση του επιτοκίου και/ή την επιβολή τόκου υπερημερίας κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων είναι άδικη και/ή καταχρηστική ρήτρα και/ή ανεφάρμοστη. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι στο βαθμό που η συμφωνία δυνάμει εγγράφων προέβλεπε και/ή αναφερόταν σε όρους και/ή ρήτρες αναφερόμενες κατωτέρω αλλά όχι εξαντλητικώς, ρήτρες άδικες και/ή καταχρηστικές: (I) περί επιβολής, τόκου υπερημερίας και/ή το ύψος αυτού και/ή όροι ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, (II) περί του δικαιώματος καθορισμού κατά την «απόλυτον κρίσιν» της Ενάγουσας περί του ποσού και τον τύπον των χορηγούμενων δανείων είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και/ή δημιουργούν ανισότητα στα μέρη, (III) που επιτρέπουν και/ή δίδουν δικαίωμα στην Ενάγουσα να τροποποιούν και/ή να τροποποιούν μονομερώς και/ή να μεταβάλλουν και/ή να τροποποιούν χωρίς γραπτή ειδοποίηση προς τους εναγόμενους και/ή να τροποποιούν αδικαιολόγητα και/ή αναίτια τους όρους της συμφωνίας είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και/ή αντίθετες με την καλή πίστη και/ή την καλή πίστη των συναλλαγών και/ή χωρίς προειδοποίηση προς την Ενάγουσα. (IV) περί του δικαιώματος απόλυτης ελευθερίας και/ή δυνατότητας όποτε ήθελε θελήσουν και/ή χωρίς προειδοποίηση και/ή χωρίς εύλογη αιτία και/ή αυθαίρετα να τερματίσει η Ενάγουσα την λειτουργία και/ή άνευ δικαστικής αποφάσεως και/ή διατάγματος είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, (V) που επιτρέπουν και/ή δίδουν δικαίωμα στην Ενάγουσα άνευ προειδοποίησης και/ή άνευ προειδοποίησης προς την Εναγόμενη 1 και/ή αδικαιολόγητα και/ή άνευ δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος να συνενώνουν και/ή συμψηφίζουν ποσά και/ή λογαριασμούς είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και/ή αντίθετες με την καλή πίστη, (VI) που προνοούν γνωστοποίηση κατ' οιονδήποτε τρόπο άλλον πέραν της προσωπικής γνωστοποίησης, των όρων μεταβολής με δεσμευτικά αποτελέσματα, (VII) που επιτρέπουν στην Ενάγουσα να τροποποιηθεί και/ή αυξάνει και/ή μειώνει το ποσό της δόσης και/ή τον αριθμό της δόσης και/ή την ημερομηνία λήξης της διευκόλυνσης, (VIII) που προβλέπει την δυνατότητα προσαύξησης του επιτοκίου κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων είναι άδικη και/ή καταχρηστική ρήτρα και δεν εφαρμόζεται και είναι παράνομη (IX) που προβλέπει και επιτρέπει στην Ενάγουσα να χρεώνει τόκο υπερημερίας αυξημένο κατά 1% μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του είναι ρήτρα άδικη και/ή καταχρηστική και/ή ρήτρα παράνομη και/ή δεόντως επεξηγηθείσα στους Εναγόμενους, (X) που επιτρέπει στην Ενάγουσα να δίδει παρατάσεις στον Εναγόμενο 1 άνευ συγκαταθέσεως ή προειδοποιήσεως της Εναγομένης 2 είναι ρήτρα άδικη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τον Περί Συμβάσεων Νόμο, είναι παράνομες και/ή άδικες και/ή καταχρηστικές και/ή επαχθείς και/ή αναίτιες και δε νομιμοποιούν την Ενάγουσα στο να διεκδικεί ως η Έκθεση Απαίτησης και οι Εναγόμενοι θέτουν την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη της νομιμότητας αυτών. 3.Δια της διαγραφής της παραγράφου 6, 7 της Υπεράσπισης και της αντικατάστασης αυτής με την παράγραφο 6, 7 ως ακολούθως μετά την παράγραφο 5: «6. Η Εναγόμενη 2 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 και 6 και λέγει ότι τυχόν έγγραφα και αν υπεγράφησαν αυτά δεν αποτελούν συμφωνία εν τη εννοία του Νόμου και/ή είναι άκυρα. Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι τυχόν εγγύηση, αφορά μέχρι το ποσό των €35.000,00 και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να αναφερθούν κατά τη δικάσιμο στο πλήρες κείμενο και νομική σημασία αυτής. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι στο βαθμό που η ανωτέρω Συμφωνία επιβάλλει ρήτρες άδικες και/ή καταχρηστικές της Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νομοθεσίας αυτές είναι παράνομες και/ή άδικες και/ή καταχρηστικές και/ή επαχθείς και δε νομιμοποιούν τους Ενάγοντες στο να διεκδικούν ως ανωτέρω και θέτει αυτούς σε αυστηρή απόδειξη της νομιμότητας. Οι Εναγόμενοι 3 επαναλαμβάνουν ως οι ισχυρισμοί της παραγράφου 5 ανωτέρω και λέγουν ότι στο βαθμό που οι ρήτρες και/ή όροι επιβολής ως αυτές προβλέπονται και αναφέρονται στον τόκο υπερημερίας και/ή το ύψος αυτού και/ή οι όροι ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ρήτρες οι οποίες δεν δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και/ή αντίθετες με τον Νόμο Περί Καταχρηστικών Ρητρών. Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν ότι οιαδήποτε εγγύηση ήθελε βρεθεί έγκυρη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 και 3, αυτή δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 2 και 3 μέχρι τελείας εξοφλήσεως του χρέους και/ή δια το ισχυριζόμενο συνολικό ποσό ευθύνης της Εναγομένης 1. 7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7, 8 της Έκθεσης Απαίτησης και καλούν τους Ενάγοντες σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι ουδέποτε υπέγραψαν και/ή συνήψαν νέα συμφωνία και/ή συμπληρωματική συμφωνία με τους Ενάγοντες κι εάν αυτή υπάρχει είναι άκυρη. Εάν αυτή ήθελε βρεθεί έγκυρη οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν ως οι ισχυρισμοί της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 λέγει ότι το έγγραφο υπογραφέν την 28.2.2014 ως περιγράφεται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης είναι άκυρο και/ή δεν παράγει αποτελέσματα δεσμευτικά για τον Εναγόμενο 1. Η Εναγόμενη 2 λέγει ότι εάν ήθελε βρεθεί έγκυρο το αναφερόμενο έγγραφο αυτό δε δεσμεύει την Εναγόμενη 2 και/ή είναι άκυρο.» 4.Δια της διαγραφής της παραγράφου 8 της Υπεράσπισης και της αντικατάστασης αυτής με την παράγραφο 8 ως ακολούθως μετά την παράγραφο 7: «8. Εκ των παραγράφων 9, 10, 11 και 12 οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο την εγγραφή υποθήκης των τεμαχίων Υ3902/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται την υπογραφή των εγγράφων εκχώρησης και επιφυλάσσει κάθε δικαίωμα το όπως αναφερθεί στο πλήρες νόημα και περιεχόμενο των εγγράφων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Περαιτέρω και άνευ βλάβης οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι ρήτρες και/ή χρεώσεις και/ή όροι επιβολής και/ή όροι ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες και επαναλαμβάνει ως η παράγραφος 4 της Υπεράσπισης. Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο και ισχυρισμούς της παραγράφου 12 και λέγουν ότι το συνολικό ποσό εξασφάλισης των τεμαχίων δεν υπερβαίνει και/ή δεν δύναται να υπερβαίνει τις €35.000-.» 5.Δια της προσθήκης στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης μετά τις λέξεις «καλώντας τους σε απόδειξη των ισχυρισμών τους» ως ακολούθως: « Οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και λέγουν ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν και/ή ενημερώθηκαν δεόντως και/ή κατά τρόπον δεσμευτικό για αλλαγές επί του βασικού επιτοκίου». 6. Δια της διαγραφής των παραγράφων 10, 11, 12, 13, 14 και 15 της Υπεράσπισης και της αντικατάστασης αυτών με τις παραγράφους 10, 11, 12 και 13 ως ακολούθως μετά την παράγραφο 9: «10. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και συνεπώς απορρίπτουν το περιεχόμενο των παραγράφων 16, 17, 18 και λέγουν ότι ουδέποτε έλαβαν επιστολές ως οι παραγράφοι από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω λένε ότι ουδέποτε έλαβαν επιστολή τερματισμού και/ή απαίτησης. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι ουδέποτε τερματίστηκε η Συμφωνία Δανείου και/ή λειτουργία του Λογαριασμού Δανείου και/ή ουδέποτε απαίτησαν εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών. Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται δια συμπεριφοράς και/ή δια εγγράφου (estoppel by conduct/or by deed) από το να αξιώνουν ως οι αξιώσεις των. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των παραγράφων 4 της Υπεράσπισης. 11. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 19, 20, 21 της Έκθεσης Απαίτησης και αρνούνται ότι οφείλουν τα οφειλόμενα ποσά. Περαιτέρω αναφέρουν ότι τα ποσά αυτά είναι παράνομα και/ή υπερβολικά και/ή αυθαίρετα και/ή προκύπτουν από παράνομο τοκισμό και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητες και/ή υπερβολικές χρεώσεις και/ή παράνομη κεφαλαιοποίηση του τόκου. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: Οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι πράξεις και/ή συμπεριφορές των Εναγόντων ως κατωτέρω είναι αδικαιολόγητες και/ή αναιτιολόγητες και/ή στερούνται αντιπαροχής και/ή είναι παράνομες και/ή είναι άκυρες: (
  2. a)Η χρέωση του λογαριασμού με αυξημένο και/ή αναιτιολόγητο και/ή μη αναγκαίο επιτόκιο, (β) η χρέωση του λογαριασμού με περιθώριο επιτοκίου προς 6,5% ετησίως και/ή χρέωση με περιθώριο μεγαλύτερο του βασικού 1%, (γ) η χρέωση του λογαριασμού με πλέον επιτόκιο υπερημερίας προς 2%, ετησίως. 12. Οι Εναγόμενοι λένε ότι ουδέποτε έλαβαν επιστολές «Τύπου Θ» και επιφυλάσσουν κάθε δικαίωμα τους να αναφερθούν κατά την ακρόαση στο πλήρες νόημα και σημασία των επιστολών και/ή της αποστολής των επιστολών αυτών. 13. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τις αξιώσεις των εναγόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 21 της Έκθεσης Απαίτησης και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των εναγόντων.» 7. Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 13 ως ακολούθως: ANTAΠΑΙΤΗΣΗ 14. Οι Εναγόμενοι υιοθετούν και επαναλαμβάνουν ως ανωτέρω και ανταπαιτούν: A. Διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι όροι της συμφωνίας οι οποίοι προβλέπουν την επιβολή τόκου υπερημερίας και/ή το ύψους αυτού και/ή οι όροι ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ρήτρες οι οποίες δε δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, άδικοι και/ή παράνομοι και δε νομιμοποιούν τους Ενάγοντες σε οποιεσδήποτε αξιώσεις. B. Διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι ρήτρες με βάση τις οποίες οι Ενάγοντες ενέργησαν μονομερώς και/ή η μονομερής τροποποίηση και/ή αύξηση του επιτοκίου του δανείου είναι ρήτρα παράνομη και/ή άδικη και/ή καταχρηστική και/ή επαχθής και δε νομιμοποιεί τους Ενάγοντες σε οποιεσδήποτε αξιώσεις και/ή περαιτέρω τούτων ότι η υπό των εναγόντων μονομερής αύξηση και/ή καθορισμός του ποσού της οφειλής των εναγομένων στις €26.306,91 κατά την 21.7.2015 πλέον τόκο 8,50%, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή μη δυνάμενη να εκτελεσθεί ως αντίθετη προς το Νόμο και/ή την Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και/ή καταχρηστική και/ή άδικη. Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν αυθαιρέτως και/ή παρανόμως και/ή καταχρηστικώς χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις επί του Δανείου και/ή του λογαριασμού των Εναγομένων. Δ. Διάταγμα και/ή διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η Συμφωνία εγγυήσεως την οποία υπέγραψαν ένας έκαστος των εναγομένων με τους ενάγοντες αφορά εγγύηση υποχρεώσεων παρανόμου και/ή άδικου και/ή της καταχρηστικής συμφωνίας ως ανωτέρω στην παράγραφο Α της Ανταπαίτησης και/ή ότι δεν δύναται να εκτελεσθεί. Ε. Διάταγμα και/ή διαταγή του Δικαστηρίου ότι οι υποθήκες οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και οι οποίες υπεγράφησαν και/ή εγένοντο αποδεχτές προς εξασφάλιση λογαριασμού είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή εγένοντο και/ή επεβλήθησαν καταχρηστικώς και/ή αδίκως και/ή προς εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου αδίκου και/ή καταχρηστικής και/ή παρανόμου. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι ενάγοντες να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει σε οποιουσδήποτε λογαριασμούς των εναγομένων αυθαίρετα και/ή παράνομα και αντισυμβατικά κατά παράβαση του νόμου και/ή κατά τρόπο καταχρηστικό και άδικο και τα οποία δε προβλέπονται από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κωλύονται και/ή να απέχουν και/ή να απαγορεύεται στους ενάγοντες να κινήσουν και/ή να επιζητήσουν θεραπείες και/ή να λάβουν μέτρα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Θ. Έξοδα Ανταπαίτησης πλέον Φ.Π.Α. Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 10339682G. Β. Έξοδα συν Φ.Π.Α., αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 10339682G.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στις Δ.48 Θ.1, 2, 3 και Δ.25 Θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Νόμο 9/1965, επί της πρακτικής, της Νομολογίας, τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, την αρχή της επιείκειας και επί του Συντάγματος. Την αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση της Κυριακής Στυλιανού, δικηγορικού υπαλλήλου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Στην εν λόγω ένορκή της δήλωση, η ρηθείσα ομνύουσα, ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους να προβεί σε αυτήν. Αφού αναφέρεται στο γεγονός της αλλαγής της εκπροσώπησης των εναγόμενων, από τη δικηγορική εταιρεία στην οποία εργάζεται, σημειώνει ότι «Κατά τη μελέτη της υπόθεσης και του νέου φακέλου ανέκυψε ή ανάγκη τροποποίησης της υπεράσπισης η οποία είχε ήδη καταχωρηθεί, την 8.4.2016. Περαιτέρω, εξ' όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής ή Υπεράσπιση ως είχε καταχωρηθεί δεν καλύπτει όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εντόπισε ο δικηγόρος Κωστής Ευσταθίου και εν πάση περιπτώσει δεν θέτει πλήρως και ξεκάθαρα τη θέση της Υπεράσπισης". Η ομνύουσα για λογαριασμό των εναγόμενων, χαρακτηρίζει την αιτούμενη τροποποίηση ως απαραίτητη, η οποία δεν αποσκοπεί στο να καθυστερήσει τη δικαστική διαδικασία, ούτε και να επηρεάσει τα δικαιώματα των εναγόντων, αλλά στο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα της υπεράσπισης. Επικαλούμενη την πρόσφατη τροποποίηση συγκεκριμένων νομοθετημάτων, στα οποία γίνεται ειδική αναφορά στην παράγραφο 5 της ένορκής της δήλωσης, η κυρία Στυλιανού, κατ' επίκληση σχετικής νομικής συμβουλής που έλαβε από τον Κωστή Ευσταθίου (δικηγόρο των εναγόμενων), ισχυρίζεται ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης και η επιχειρούμενη εισαγωγή της Ανταπαίτησης, αποτελούν αναγκαίες θεραπείες, ώστε να μπορέσουν οι εναγόμενοι, να προβάλουν συγκεκριμένη υπεράσπιση και να προωθήσουν και σχετική Ανταπαίτηση, επί τη βάσει των προνοιών (ως τούτες τροποποιήθηκαν), των εν λόγω νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων και του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμου του 1965. Αποτελεί θέση της κυρίας Στυλιανού ότι, με βάση και τη σχετική νομική συμβουλή που έχει λάβει, οι πρόσφατες τροποποιήσεις των νομοθετημάτων στα οποία και αναφέρεται, δημιουργούν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες και ότι, η επιδιωκόμενη τροποποίηση σκοπεύει στο να δυνηθούν οι εναγόμενοι να ασκήσουν τα εν λόγω δικαιώματά τους προβάλλοντας σχετική περαιτέρω υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Τέλος, με βάση την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, τόσο η αλλαγή του δικηγόρου των εναγόμενων, όσο και η αλλαγή της σχετικής με τα επίδικα ζητήματα νομοθεσίας, αποτελούν επαρκείς λόγους για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Η Ένσταση Στις 17.3.17, οι ενάγοντες καταχώρησαν την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), επί της οποίας, ως λόγοι ένστασης, αναφέρονται οι ακόλουθοι: «Α. Η αίτηση γίνεται με μεγάλη και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται καθόλου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latces) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η αιτούμενη τροποποίηση, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγόμενους - αιτητές πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης τους πόσο μάλλον στην παρούσα αίτηση τους με την οποία αιτούνται τροποποίηση. Β. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή έχει εγερθεί κακόβουλα (mala fide). Γ. Η αιτούμενη τροποποίηση των εναγομένων δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματα τους και/ή για να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα αληθή και τα πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης και προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών παρουσιάζοντας άλλη υπερασπιστική γραμμή και/ή βάση και τώρα περιβάλλουν κακόπιστα και/ή καταχρηστικά καταστρατηγώντας τις διαδικασίες. Δ. Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή κανένα λόγο και/ή δεν έχουν αιτιολογηθεί καθόλου οι λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν δίδουν καμία δικαιολογία για ποίο λόγο ζητούν την αιτούμενη τροποποίηση. Ε. Οι Εναγόμενοι - αιτητές ενώ προσπαθούν να εισαγάγουν ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υπερασπιστική γραμμή τους δεν προβάλλουν κανένα λόγο για να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση τους. ΣΤ. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι έκδηλα ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν μπορεί να στηρίξει τις αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή σε αυτήν δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία και/ή κανένας λόγος που να δικαιολογεί στο ελάχιστο είτε την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είτε από πού προέκυψε η ανάγκη υποβολής τους είτε για ποίο λόγο οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συμπεριλήφθηκαν εξ αρχής στην έκθεση υπεράσπισης. Ζ. Τόσο η αίτηση τροποποίησης όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι καταχρηστικές και/ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και/ή σχετικοί νόμοι και κανονισμοί. Η. Με την παρούσα αίτηση τροποποίησης αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Θ. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. Ι. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί. Λ. Η αίτηση είναι σε αντίθεση με το αρ. 30 του συντάγματος. Μ. Καμία εξήγηση και/ή δικαιολογία δίδεται για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Ν. Ακόμα και αν το αίτημα των εναγομένων εισακουστεί τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των εναγόντων και όχι να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Ξ. Η επίδικη αίτηση και/ή οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της Κα. Κυριακής Στυλιανού που συνοδεύει την επίδικη αίτηση έρχονται σε αντίθεση και/ή είναι αντιφατικοί. Ο. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κα. Κυριακής Στυλιανού, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους χωρίς να δικαιολογείτε σε κανένα σημείο για ποίο λόγο προβαίνει αυτή στην Ένορκη δήλωση και όχι ένας εκ των εναγομένων. Π. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγομένων είναι αντινομική και/ή αντίθετη με τον νόμο. Ρ. Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης των Εναγομένων.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.25, Θ. 1-6, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.64, τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ. 2, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ.30, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση, του Μάριου Κουντουρή, υπαλλήλου των εναγόντων, ο οποίος, αφού αρχικά δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και ότι για όποιες αναφορές του, για τις οποίες δεν έχει ιδίαν γνώση, αναφέρει την πηγή πληροφόρησης του, ακολούθως, στην ουσία, επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω, αυτουσίως καταγραφέντες, λόγους ένστασης. Η Ακροαματική Διαδικασία Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο, γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους για τους οποίους, έκαστη πλευρά, υποστηρίζει τις θέσεις της. Καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Διεξήλθα, τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης, όπως επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνήγορων των διαδίκων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις γραπτές τους αγορεύσεις. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφων έχουν κατ' επανάληψη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι, το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι, στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, ο παράγων της καθυστέρησης δεν είναι καθοριστικός και συνυπολογίζεται µε όλους τους άλλους παράγοντες που καθιέρωσε η νοµολογία και ότι, όπου δεν προκαλείται ζηµιά, ακόµα και η µη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση, δεν µπορεί να στερεί από ένα διάδικο το δικαίωµά του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέµατα που εγείρει. Η έναρξη της δίκης, δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφου, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά το εν λόγω στάδιο, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στον αντίδικο, όπως, π.χ., απώλεια της υπεράσπισης της παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(E) AAΔ.33, Δ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Γρ. Τρίνζι Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, και Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 1005). Σε ότι αφορά ειδικά τη δυνατότητα ενός εναγομένου να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του δια της απόσυρσης παραδοχών στις οποίες προέβη στο αρχικό του δικόγραφο, τούτο μπορεί να επιτευχθεί, νοουμένου ότι, ο εναγόμενος, θα ικανοποιήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα αγγλική νομολογία, αλλά και συγγράμματα, το Δικαστήριο, προτού επιτρέψει μια τέτοια τροποποίηση, θα πρέπει να διερευνήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή που επιχειρείται να αποσυρθεί. Αν από τη διερεύνησή του Δικαστηρίου προκύψει ότι τούτη (η παραδοχή), έγινε εκ παραδρομής, τότε νομιμοποιείται να επιτρέψει μια τέτοια τροποποίηση. Διαφορετικά, μια τέτοια τροποποίηση, δεν είναι επιτρεπτή, εκτός φυσικά της περίπτωσης, που νέα γεγονότα που ήλθαν στην επιφάνεια, δικαιολογούν μια τέτοια απόσυρση. Κατά τα λοιπά, και αφού ο εναγόμενος θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες εκείνες τις πληροφορίες που θα το ικανοποιήσουν ότι είναι επιτρεπτή η απόσυρση των παραδοχών του, τότε θα εκδοθεί σχετικό διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης, νοουμένου ότι ο ενάγοντας, δεν έχει ενεργήσει στη βάση των εν λόγω παραδοχών εις βλάβη των δικαιωμάτων του, και δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς σε βαθμό που να μην μπορεί να θεραπευθεί η βλάβη του με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε Clarke v. Yorke
(1882)W.R. 62, Hollis v. Burton
(1892)3 Ch. 226, H. Clark (Dοncaster) Ltd v. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934, Gale v Superdrug Stores Plc [1996] 3 All E.R. 468 και Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1975). Ενδιαφέρουσες αποφάνσεις επί του θέματος και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση που υπέχει ένας εναγόμενος να δώσει εξηγήσεις στο Δικαστήριο για το λόγο που στο αρχικό δικόγραφο της Υπεράσπισης γίνονται οι διάφορες παραδοχές που επιχειρείται να αποσυρθούν, εκφράστηκαν και στις δύο πιο κάτω αποφάσεις των Δικαστηρίων του Hong Kong, και δη στις Taisei Kogyo Kaisha Ltd v. Billiongold Co. Ltd [1992] HKCA 286 και Tse Yuk Tin v. Chee Cheung Hing and Anr [1984] HKLR
  1. Εξέταση Αίτησης Πρέπει εξ' αρχής να σημειωθεί ότι, παρά το γεγονός ότι επί του κυρίως σώματος της ένστασης αναφέρονται 17 λόγοι ένστασης, εν τούτοις, τόσο από το ίδιο το λεκτικό τους, όσο και από την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων, προκύπτει ότι η ένσταση, στην ουσία, βασίζεται στους πέντε ακόλουθους λόγους: Πρώτον, ότι η αίτηση προωθείται με μεγάλη, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη, καθυστέρηση, που προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, (βλ. λόγους ένστασης Α, Β, Γ, Στ, Η, Λ, και Μ), δεύτερο, ότι, η υπό εξέταση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική με το θέμα νομολογία και/ή δεν παρουσιάζεται από πλευράς των εναγόμενων εύλογη αιτία και καλός λόγος που να δικαιολογούν την έγκριση της (βλ. λόγους ένστασης Δ, Ζ, Ι, Ξ και Ρ), τρίτο ότι, με την αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι επιδιώκουν να εισάξουν ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υπερασπιστική τους γραμμή ως τούτη προβάλλει μέσα από την υφιστάμενη Υπεράσπιση τους (βλ. λόγος ένστασης Ε), τέταρτο, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι αντινομική καθ' ό,τι, ομνύουσα της, είναι δικηγορική υπάλληλος της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους εναγόμενους και όχι ένας εξ αυτών (βλ. λόγους ένστασης Ο, Π) και πέμπτο ότι, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης, θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες που δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθούν για αυτήν με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. λόγο ένστασης Θ). Τέλος προβάλλεται και η θέση ότι, στην περίπτωση που ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δικαιολογείται η έκδοση διαταγής με την οποία να καταδικάζονται οι εναγόμενοι αιτητές στα έξοδα (βλ. λόγο ένστασης Ν). Για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης και για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω αρχικά τη θέση των εναγόντων, ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι επιχειρούν να εισάξουν ισχυρισμούς αντίθετους από τους σχετικούς ισχυρισμούς τους που αναφέρονται στην υφιστάμενη Υπεράσπισή τους. Απόσυρση παραδοχών Αν το θέμα εξεταζόταν απλά υπό το πρίσμα της πιο πάνω θέσης των εναγόντων και μόνο, δεν θεωρώ ότι θα παρουσίαζε οποιαδήποτε ιδιαίτερη δυσκολία και/ή ότι θα διαφοροποιείτο καθ' οιονδήποτε τρόπο, από την περίπτωση που ένας εναγόμενος επιχειρεί να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του δια της προσθήκης νέων ισχυρισμών που δεν αντιτίθενται σε προηγούμενους. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, αυτό που οι εναγόμενοι επιχειρούν να πράξουν με την υπό εξέταση αίτηση, είναι να αποσύρουν μεγάλο αριθμό παραδοχών τους (ως τούτες προβάλλονται στο αρχικό δικόγραφό τους) επί ισχυριζόμενων, στην Έκθεση Απαίτησης, γεγονότων. Αυτή η προσπάθεια των εναγομένων, θα ήταν δυνατόν να στεφθεί με επιτυχία, μόνο αν έθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία και/ή ισχυρισμούς, που θα καθιστούσαν δυνατή τη διενέργεια της απαραίτησης έρευνας από πλευράς του Δικαστηρίου αναφορικά με τους λόγους που έγιναν οι εν λόγω παραδοχές. Και τούτο, ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο η συμπερίληψη τους στο αρχικό δικόγραφο ήταν το αποτέλεσμα αβλεψίας ή παραδρομής από πλευράς των εναγομένων και/ή των δικηγόρων τους, μιας και ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια της σχετικής με το ζήτημα νομικής πτυχής, μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα επιτραπεί η απόσυρση παραδοχών που γίνονται σε ένα δικόγραφο. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δεν είναι καθόλου διαφωτιστικό ως προς το υπό εξέταση ζήτημα. Μοναδική αναφορά ως προς την ανάγκη να επιδιωχθεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης, αποτελεί η θέση της ομνύουσας ότι, ο δικηγόρος που χειρίζεται, πλέον, την υπόθεση εκ μέρους των εναγομένων, κατά τη μελέτη του φακέλου, αντελήφθη ότι θα έπρεπε να επιδιωχθεί τούτη. Κατά τα λοιπά, οι οποιεσδήποτε άλλες, σχετικές με την ανάγκη τροποποίησης, αναφορές στην ρηθείσα ένορκη δήλωση, καταπιάνονται και/ή αφορούν στους λόγους που επιζητείται να προστεθούν πιο λεπτομερείς ισχυρισμοί ως προς τη νομιμότητα ή μη των όρων και/ή ρητρών των διαφόρων εγγράφων που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών, καθώς επίσης και στην ανάγκη για προώθηση Ανταπαίτησης. Ως προς το γιατί, στην υφιστάμενη Υπεράσπιση οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν μεγάλο αριθμό ισχυριζόμενων (από τους ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους) γεγονότων, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι εντελώς σιωπηρό. Ούτε η ίδια η φύση της επιδιωκόμενης τροποποίησης σε συνδυασμό με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για κρίση ως προς το ζητούμενο. Με δεδομένη τη μόλις πιο πάνω κρίση μου περί του ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι παραδοχές (τις οποίες επιδιώκουν να αποσύρουν), έγιναν εκ παραδρομής, δεν είναι δυνατό να τους επιτραπεί, μέσω της παρούσας αίτησής τους, να τις αποσύρουν. Συνάρτηση παραδοχών με λοιπούς ισχυρισμούς Η ακριβώς πιο πάνω κρίση, επηρεάζει, κατά τη γνώμη μου, και τη δυνατότητα απόδοσης μέρους των υπολειπόμενων αιτούμενων θεραπειών. Και τούτο γιατί, η επιδιωκόμενη απόσυρση των διαφόρων παραδοχών της υφιστάμενης υπεράσπισης (ως αίτημα), συμπλέκεται και συναρτάται με μέρος της λοιπής επιδιωκόμενης τροποποίησης. Από μια απλή ανάγνωση του αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης, γίνεται πλήρως αντιληπτό ότι, κάποιες από τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, για να επιτραπούν, θα πρέπει, προηγουμένως, να έχει επιτραπεί η απόσυρση των διαφόρων, σχετικών με αυτές, παραδοχών. Σημειώνεται συναφώς, ότι, οι πλείστες όσες παραδοχές γίνονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, γίνονται στα πλαίσια παραγράφων που καταπιάνονται όχι μόνο με αυτές τούτες τις παραδοχές, αλλά και με διάφορες υπερασπιστικές γραμμές που προωθούν οι εναγόμενοι. Είναι, ακριβώς, γι' αυτό το λόγο, που οι εναγόμενοι, δια της υπό εξέταση αίτησής τους, ζητούν τη διαγραφή, εν όλω, διαφόρων παραγράφων της Υπεράσπισής τους και την αντικατάστασή τους με νέες παραγράφους ως τούτες αναφέρονται στο κυρίως σώμα της αίτησης. Αν το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης των διαφόρων ισχυρισμών των εναγομένων, χωρίς να έχει συνάμα επιτρέψει τη διαγραφή των παραγράφων της υφιστάμενης Υπεράσπισης στα πλαίσια των οποίων γίνονται οι παραδοχές, τότε, η τροποποιημένη Υπεράσπιση που θα προκύψει, θα περιέχει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αντιφατικούς, μεταξύ τους, ισχυρισμούς. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, υποδεικνύω τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που επιτρεπόταν η τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης της υπ' αριθμό 10, αιτούμενης παραγράφου. Με δεδομένο ότι, δια της παρούσας αίτησης, δεν είναι δυνατή η απόσυρση της παραδοχής των εναγομένων, τόσο περί της λήψης των διαφόρων επιστολών που αποστάληκαν προς αυτούς από τους ενάγοντες, όσο και του τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων από τους τελευταίους, αν προστεθεί η υπ' αριθμόν 10 επιδιωκόμενη παράγραφος, στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, από τη μια θα γίνονται παραδοχές περί της λήψης των διαφόρων επιστολών και περί τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων (ως οι υφιστάμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων) και από την άλλη θα προωθείται, μέσω της ρηθείσας νέας παραγράφου 10, η αντίθετη θέση και δη ότι, ουδέποτε οι εναγόμενοι έλαβαν επιστολές από τους ενάγοντες και ουδέποτε τερματίστηκε η συμφωνία δανείου. Δεν θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ λεπτομερώς (έχω ωστόσο εξετάσει το ζήτημα επισταμένα) σε κάθε επιδιωκόμενη τροποποίηση. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση τριών περιπτώσεων στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω λεπτομερώς, οι λοιπές άλλες επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, συναρτώνται και συμπλέκονται με σχετικό αίτημα των εναγομένων για διαγραφή συγκεκριμένων υφιστάμενων παραγράφων της Υπεράσπισης τους στις οποίες γίνονται οι διάφορες παραδοχές τους, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτό να επιτραπούν τούτες. Οι τρεις περιπτώσεις Ερχόμενος τώρα στις τρεις αυτές περιπτώσεις, σημειώνω τα εξής: με τις υπό στοιχεία Α. 2(α), (β) και (γ) (i)-(x) και Α.5 αιτούμενες θεραπείες, οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν στο τέλος των υφιστάμενων παραγράφων 5 και 9 (αντίστοιχα) της Υπεράσπισής τους, διάφορες θέσεις, με τις οποίες να προσδιορίζονται ειδικότερα και με λεπτομέρεια υφιστάμενες γενικές θέσεις τους, με τρόπο που, όντως, με την προσθήκη τους, επιτυγχάνεται πληρέστερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων της Υπεράσπισης. Αν μη τι άλλο, συγκεκριμενοποιούνται οι προγενέστεροι εντελώς γενικοί ισχυρισμοί τους, με αποτέλεσμα να περιορίζονται και τα επίδικα ζητήματα. Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με την υπό στοιχείο 4 αιτούμενη θεραπεία, με την οποία επιδιώκεται να αντικατασταθεί η υφιστάμενη παράγραφος 8, με μία νέα παράγραφο
  2. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν συναρτώνται με τις αιτούμενες προς διαγραφή παραδοχές και απλά επιδιώκουν να συγκεκριμενοποιήσουν τις γενικές υφιστάμενες (στην Υπεράσπιση) θέσεις των εναγομένων και έτσι επιτυγχάνεται η πληρέστερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων της Υπεράσπισης. Η Ανταπαίτηση Όσο τώρα αφορά στην επιδιωκόμενη, για προσθήκη, Ανταπαίτηση, με εξαίρεση την υπό στοιχείο Ε αιτούμενη θεραπεία (η οποία δεν κρίνεται σχετική με την παρούσα αγωγή, μιας και η παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης - στην οποία αναφέρεται - δεν σχετίζεται με οποιεσδήποτε «υποθήκες» - στις οποίες γίνεται αναφορά στη ρηθείσα αιτούμενη θεραπεία), επιδιώκει την έκδοση διαφόρων δηλωτικών και/ή προστακτικών αποφάσεων εναντίον των εναγόντων, πρωτίστως σε σχέση και συνάρτηση με τη νομιμότητα ή μη των όρων και/ή ρητρών της συμφωνίας δανείου, αλλά και με τη δυνατότητα των εναγόντων, να επιδιώκουν, μέσω της παρούσας αγωγής, την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων, περιλαμβανομένης και της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Επομένως, η επιδιωκόμενη για προσθήκη Ανταπαίτηση (με εξαίρεση την υπό στοιχείο Ε αιτούμενη θεραπεία, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω), κρίνεται σχετική με τα επίδικα ζητήματα, ως τούτα θα προκύπτουν με τις προσθήκες που θα γίνουν στην υπεράσπιση, ως ανωτέρω απεφασίσθη, και προσδιοριστική των θέσεων των εναγομένων. Με τη συμπερίληψή της στα πλαίσια της υπό εξέταση αγωγής, αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών, μιας και επιτυγχάνεται η έκδοση μιας και μόνο απόφασης επί όλων των ζητημάτων που περιβάλλουν τη σχέση των διαδίκων, πάντα σε συνάρτηση με τις επίδικες συμφωνίες. Η καθυστέρηση Ως προς το θέμα της καθυστέρησης, θεωρώ την όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης μη υπέχουσα τέτοιας σημασίας που να μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη για την έγκριση του αιτήματος, ως τούτο, πλέον, περιορίστηκε ως ανωτέρω. Ας μη λησμονείται ότι η παρούσα αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες με βάση τη Διαταγή 30, στις 15.6.2016, και ότι, αμέσως μετά, οι εναγόμενοι διόρισαν νέο δικηγόρο, ο οποίος, στις 18.10.2016, όταν και εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέφρασε την πρόθεσή να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης, πράγμα που έπραξε κατά την επόμενη δικάσιμο. Δεν θεωρώ, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση, την πιο πάνω προσδιορισθείσα καθυστέρηση, υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη, ούτε και θεωρώ ότι προκάλεσε στους ενάγοντες οποιαδήποτε ζημιά που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Εν πάση περιπτώσει, τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς των εναγόντων που να οδηγεί σε αντίθετη και/ή διαφορετική κρίση. Καταλληλότητα ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση Αναφορικά τώρα με την αντινομικότητα ή μη της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση των εναγόντων, δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτήν. Το όλο ζήτημα και/ή καλύτερα τα επίδικα θέματα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση, είναι αμιγώς νομικά. Όλα τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς ικανοποίηση της θέσης των εναγομένων ότι είναι λογικό και αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εδράζονται επί των προνοιών διαφόρων νομοθετημάτων και τις όποιες ενδεχομένως υπερασπίσεις μπορούν να προωθηθούν με βάση αυτές. Και δη αμιγώς νομικό ζήτημα. Η δε νομολογία στην οποία οι ενάγοντες παρέπεμψαν προς υποστήριξη των σχετικών λόγων ένστασης τους, δεν δημιουργεί κανόνα που θέλει πάντοτε ο ομνύοντας μιας ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση να είναι ο ίδιος ο διάδικος. Εκείνο που αποτελούσε επίδικο ζήτημα στην εν λόγω υπόθεση (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovlena
(2010)1 A.A.Δ. 82), ήταν το κατά πόσο είναι επιτρεπτό, ένας δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται μια υπόθεση, να είναι ομνύοντας ενόρκου δηλώσεως, που συνοδεύει μια αίτηση. Είναι δε στα πλαίσια αυτού του ερωτήματος, που αποφασίστηκε το μη επιθυμητό να συμβαίνει τούτο, ιδιαίτερα όταν δεν δίδεται και κάποιος επεξηγηματικός λόγος. Στην ίδια υπόθεση, σημειώθηκε επίσης ότι, ο λόγος που δεν ορκίζεται ένας διάδικος, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά από τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως, αν, τούτος εξάγεται ευκόλως και εμφανώς από τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δεν αντεξετάστηκε, και ο ισχυρισμός της περί του ότι γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους να προβεί σε αυτήν, δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτος. Αναντίλεκτη έμεινε και η θέση της ότι έτυχε νομικής συμβουλής από τον δικηγόρο των εναγόμενων αναφορικά με όλα τα αμιγώς νομικά θέματα, στα οποία αναφέρεται. Επομένως, οι σχετικοί, με τα αμιγώς νομικά θέματα, ισχυρισμοί της, κρίνονται αποδεκτοί ως μαρτυρία και κατά συνέπεια, δυνάμενοι να τύχουν αξιολόγησης για σκοπούς εξέτασης της επίδικη αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας της σχετικής με το υπό εξέταση ζήτημα αιτιολογίας, σημειώνω ότι αδυνατώ να κατανοήσω τι θα εξυπηρετούσε αν ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ήταν ένας εκ των εναγομένων, τη στιγμή, που τα όλα προβαλλόμενα επιχειρήματα, θέσεις, και ισχυρισμοί (με εξαίρεση τις αποσύρσεις των διαφόρων παραδοχών, για τις οποίες εξέφρασα ήδη σχετική κρίση), είναι αμιγώς νομικά και θα μπορούσαν να προωθηθούν μόνο, είτε μέσω κάποιου νομικού, είτε κατόπιν σχετικής νομικής συμβουλής, όπως πράττει και η ομνύουσα της δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Τελική κρίση Οι πιο πάνω εκφρασθείσες κρίσεις και θέσεις του Δικαστηρίου απαντούν κατά τη γνώμη μου, σε κάθε εγειρόμενη, με τους λόγους ένστασης, θέση των εναγόντων, πλην του ζητήματος των δικηγορικών εξόδων της αίτησης, με το οποίο θα ασχοληθώ κατωτέρω. Με βάση επομένως τα ανωτέρω, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί μερικώς, και δη δια της εκδόσεως διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης, δια της προσθήκης, μετά την υφιστάμενη παράγραφο 5 τούτης, των όσων αναφέρονται στην υπό στοιχείο Α. 2(α), (β) και (γ) (i)-(χ) αιτούμενη θεραπεία, την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 8 με τη νέα παράγραφο 8, ως τούτη αναφέρεται στην υπό στοιχείο Α. 4 αιτούμενη θεραπεία και με την προσθήκη, μετά την υφιστάμενη παράγραφο 9 της Υπεράσπισης, των όσων αναφέρονται στην υπό στοιχείο Α. 5 αιτούμενη θεραπεία. Τέλος, δια της προσθήκης της αιτούμενης Ανταπαίτησης (ως η υπό στοιχείο Α. 7 αιτούμενη θεραπεία), πλην φυσικά της υπό στοιχείο Ε (της Ανταπαίτησης) αιτούμενης θεραπείας. Συνεπεία δε των πιο πάνω κρίσεων του Δικαστηρίου, εκεί που καθίσταται ανάγκη να διαφοροποιηθούν η αρίθμηση και οι γραμματικές σημάνσεις των νέων παραγράφων που θα προστεθούν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, τούτο να γίνει με πρωτοβουλία των εναγομένων, ώστε, στο τροποποιημένο δικόγραφό τους, τόσο οι παράγραφοι της Υπεράσπισης, όσο και αυτές της Ανταιπαίτησης, να παρουσιάζουν την απαραίτητη συνέχεια και συνοχή, τόσο αριθμητικά, όσο και γραμματικά, ανάλογα με την περίπτωση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Διάβημα για σύνταξη του διατάγματος, να προωθηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από σήμερα. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση και/ή παράδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τυχόν Απάντηση από πλευράς των εναγομένων στην Υπεράσπιση των εναγόντων, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση και/ή παράδοση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Έχοντας κατά νου τον κανόνα περί των εξόδων που ακολουθείται συνήθως σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση, και με δεδομένες τις πιο πάνω κρίσεις μου ως προς την ουσία της, τα έξοδα της αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 4.10.2017 και ώρα 8:45 π.μ., για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση με το Διάταγμα Τροποποίησης και δη κατά πόσο έχουν κλείσει τα τροποποιημένα δικόγραφα, με σκοπό, κατ' εκείνη την ημέρα, να προγραμματιστεί η αγωγή για ακρόαση. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.