JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α. ν. FBME BANK LIMITED κ.α., Εναρκτήρια Κλήση Αρ.: 454/16, 28/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Εναρκτήρια Κλήση Αρ.: 454/16 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ FBME BANK LIMITED Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΝΖΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΩΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 347 ΤΟΥ ΚΕΦ. 113 ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΤΕΛΕΙ ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΤΑΝΖΑΝΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΞ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑ ΤΥΠΟΥ QUISTCLOSE ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ/ΕΓΚΑΛΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΔΟΧΟΥ ΟΙ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ/ΕΓΚΑΛΟΥΜΕΝΟΙ Μεταξύ: 1. JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α. (ως αυτοί εμφαίνονται στο «Συνημμένο 1Α Πίνακα») Εγκαλούντες/Αιτητές και 1. FBME BANK LIMITED - Υποκατάστημα/Αλλοδαπή εταιρεία με Αρ. Εγγ. ΑΕ1830, Υπό Εξυγίανση και δια του Ειδικού Διαχειριστή αυτής Κρίς Ιακωβίδη 2. FBME BANK LIMITED - Υπό Διαχείριση, εγγεγραμμένης ως Τράπεζας στην Τανζανία με Αρ. Εγγ. και δια του Θεσμικού διαχειριστή (Statutory Manager) αυτής Laurence Mafuru (και άλλων ως αυτοί εμφαίνονται στο «Συνημμένο 2Α Πίνακα») Εγκαλούμενοι/Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 19.12.16, υπό καθ' ου η αίτηση 1 - FBME BANK LTD δια του ειδικού διαχειριστή της, για διαγραφή της Εναρκτήριας Κλήσης Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2017 Για αιτήτρια: κος Κούρτελος Για καθ' ης η αίτηση: κος Χατζηχάννας ΑΠΟΦΑΣΗ Η FBME Bank Ltd (στο εξής η τράπεζα) έχει έδρα την Τανζανία και διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο. Στις 21.12.2015, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης, αποφάσισε να ανακαλέσει την άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών που διατηρούσε το υποκατάστημα της FBME Bank Ltd στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακολούθησε ο διορισμός Ειδικού Διαχειριστή του υποκαταστήματος και διαδικασία εξυγίανσης, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13. Στην συνέχεια, η τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης και στην Τανζανία όπου είναι η έδρα της με τον διορισμό θεσμικού διαχειριστή από τις Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας δυνάμει της οικείας νομοθεσίας της χώρας αυτής. Στις 1.11.2016, ομάδα καταθετών της τράπεζας που διατηρούσαν καταθέσεις είτε στην τράπεζα στην Τανζανία είτε στο υποκατάστημα της στην Κύπρο, κατέθεσαν την υπό κρίση Εναρκτήρια Κλήση με την οποία ζητούν την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων που να δηλώνουν ότι συγκεκριμένα ποσά που ευρίσκονται κατατεθειμένα από την τράπεζα σε σωρεία ανταποκριτριών τραπεζών στο εξωτερικό και/ή συγκεκριμένο ποσό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο της Φρανκφούρτης, κατέχονται από την τράπεζα προς όφελος τους υπό την μορφή εξ' επαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust) και/ή quistclose trust και/ή άλλως πως, δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας. Επιζητούν επίσης αναγνωριστική απόφαση με την οποία να δηλώνεται ότι η τράπεζα και κατά συνέπεια ο ειδικός και ο θεσμικός διαχειριστής, ενεργούσαν καθ' όλους τους χρόνους ως εμπιστευματοδόχοι δυνάμει απολήγοντος εμπιστεύματος (resulting trust) και ως τέτοιοι αναγνώριζαν τους αιτητές ως δικαιούχους, κατέχοντας συμφέρον επί των καταθέσεων τους στην τράπεζα. Επιπλέον, οι αιτητές επιζητούν μεταξύ άλλων αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι πέραν του αδιαμφισβήτητου χρέους της αξίας των καταθέσεων τους που κατέχονται από την τράπεζα, έχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα (proprietary rights) επί της αξίας του ποσού των καταθέσεων και κατά συνέπεια, αυτό δύναται να ιχνηλατηθεί (trace) εις χείρας του οιουδήποτε παραλήπτη (recipient) και δη των ανταποκριτριών τραπεζών καθότι οι αιτητές είναι το θύματα μεταξύ άλλων και απάτης (fraud). Η Εναρκτήρια Κλήση στέφεται εναντίον της τράπεζας τόσον στην Τανζανία μέσω του θεσμικού διαχειριστή όσον και εναντίον του υποκαταστήματος της στην Κύπρο μέσω του ειδικού διαχειριστή. Στρέφεται όμως και εναντίον των ανταποκριτριών τραπεζών που κατ' ισχυρισμό, έχουν στην κατοχή τους των σύνολο των καταθέσεων που ανήκουν στους αιτητές. Την ίδια ημέρα με την καταχώρηση εναρκτήριας κλήσης στις 1.11.2016, οι αιτητές πέτυχαν μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο διατασσόταν ο ειδικός διαχειριστής στην Κύπρο και ο θεσμικός διαχειριστής στην Τανζανία να αποκαλύψουν τα ακριβή ποσά που κρατούνται στις ανταποκρίτριες τράπεζες προς όφελος των αιτητών. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο Ειδικός Διαχειριστής καθ' ου η αίτηση 1, ζητά την απόρριψη, καθολική διαγραφή και παραμερισμό της πιο πάνω Εναρκτήριας Κλήσης για λόγους που συνοψίζονται επιγραμματικά ως ακολούθως: 1. Η εναρκτήρια κλήση τελεί σε πλήρη σύγκρουση με τους Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους, τον Κανονισμό (ΕΕ) 806/2014 περί θεσπίσεων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (παρακλητικό Α της αίτησης). 2. Η εναρκτήρια κλήση έχει εγερθεί παράτυπα και αντινομικά εναντίον του Ειδικού Διαχειριστή (παρακλητικό Β (
- i)της αίτησης). 3. Δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής και οι αιτούμενες θεραπείες αποκλίνουν της θεραπείας ως αυτή περιορίζεται υπό του ειδικού Νόμου, Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου 22
(1)/2016 (παρακλητικό Β (
- ii)της αίτησης) . 4. Η διαδικασία εξυγίανσης αφορά σε νόμιμες πράξεις δημόσιας αρχής προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, παρεχούσης αποκλειστικής θεραπείας της δυνατότητας αποζημίωσης ως τούτη διέπεται από τις διατάξεις του ημεδαπού και ευρωπαϊκού δικαίου, της εφαρμογής του δικαίου της επιείκειας αποκλειομένης (παρακλητικό Β (iii) της αίτησης) 5. Τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την βάση της εναρκτήριας κλήσης, αφορούν στης ολότητα τους πράξεις πολιτειακών οργάνων, τα οποία δεν εμπίπτουν στα πλαίσια δικαστικού ελέγχου και/ή το αστικό Δικαστήριο στερείται της αναγκαίας δικαιοδοτικής εξουσίας όπως διατυπώσει δικαστική κρίση(παρακλητικό Β (
- iv)της αίτησης). 6. Η Εναρκτήρια Κλήση είναι παράτυπη, νομικά αβάσιμη, επιπόλαια, καταπιεστική, στερούμενη οποιουδήποτε νομικού ερείσματος, μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο ή λογικό δικαίωμα, στερημένη βάσης ή αιτίας αγωγής και ως εκ τούτου, η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τείνουσας να προκαλέσει στον Ειδικό Διαχειριστή ταλαιπωρία, αγωνία και έξοδα (παρακλητικό Γ της αίτησης). 7. Η Εναρκτήρια κλήση είναι πρόωρη, άνευ αντικειμένου, στερείται βάσης αγωγής, δεν έχει δημιουργηθεί ή εισέτι προκύψει αγώγιμο δικαίωμα, είναι προδήλως νόμω αβάσιμη, αντινομική και καταχρηστική ως επιδιώκουσα να παρακωλύσει την ειδική διαχείριση των καθ' ων η αίτηση 1 και/ή την ειδική εκκαθάριση των καθ' ων η αίτηση 2 και αντιστρατεύεται τις εξουσίες τις οποίες ο νόμος απονέμει σε ανεξάρτητη διοικητική αρχή, την Αρχή Εξυγίανσης (παρακλητικό Γ της αίτησης). 8. Σε ότι αφορά τους αιτητές 6,7,8,9, (πάλιν την απόρριψη ή διαγραφή) λόγω κατάχρησης και πολλαπλότητας δικαστικής διαδικασίας, επειδή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει αυτήν λόγω προγενέστερης ή υφιστάμενης στην αλλοδαπή εκκρεμοδικίας των διαδίκων που αφορά στα γεγονότα ή συναφή της παρούσας διαδικασίας (lis alibi pendens) και/ή έτερο Δικαστήριο της αλλοδαπής, έχει πρώτον επιληφθεί της διαφοράς των μερών. 9. Σε ότι αφορά τους αιτητές 22-49 και 50-53 σε όση έκταση η απαίτηση τους αφορά πιστωτικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών με τους καθ' ων η αίτηση 2, διάταγμα απορρίπτον ή αναστέλλον (stay) της πρωτογενούς αιτήσεως λόγω ακαταλληλότητας και/ή μη βολικότητας (forum conveniens) των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν αυτή. 10. Τέλος επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες (stay of proceedings) σε σχέση με την πρωτογενή αίτηση και μέχρι την εκδίκαση της παρούσας. Η αίτηση παραμερισμού υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ειδικού Διαχειριστή Χριστάκη Ιακωβίδη. Σε αυτή επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι για τους οποίους επιζητείται η διαγραφή και ο παραμερισμός της Εναρκτήριας Κλήσης. Από πλευράς τους, οι καταθέτες- αιτητές στην Εναρκτήρια Κλήση, κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση παραμερισμού, εγείροντας συνολικά 11 λόγους ένστασης. Συνοψίζοντας τους, αυτοί αναφέρονται σε παράλειψη του αιτητή να εξειδικεύσει σε ποιες νομοθετικές διατάξεις στηρίζει τους ισχυρισμούς του και γενικά η αίτηση είναι συγκεχυμένη και αβάσιμη αφού δεν αποδεικνύει ότι η Εναρκτήρια Κλήση είναι τόσο ανυπόστατη ώστε να δικαιολογείται σε αυτό το στάδιο η απόρριψη (dismiss), και/ή καθολική διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός της(set aside). Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι δεν έχει αποδειχθεί πολλαπλότητα ούτε κατάχρηση διαδικασίας από συγκεκριμένους καταθέτες και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι κατάλληλα και προσφορότερα να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά. Αναφέρεται τέλος ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον αιτητή ότι απουσιάζει καλή και εύλογη αιτία αγωγής ή ότι η Εναρκτήρια Κλήση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, περιέχονται στον φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και σε ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Ζαχαρία που συνοδεύει την ένσταση. Η εκδίκαση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της Εναρκτήριας Κλήσης, καθυστέρησε λόγω των πολλών αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στο μεταξύ και της διαφοράς που εκδηλώθηκε μεταξύ των διαδίκων, στο κατά πόσον οι διαδικασίες εκκαθάρισης σε Κύπρο και Τανζανία θα επηρέαζαν την πορεία της Εναρκτήριας Κλήσης. Τελικά η αίτηση για εκκαθάριση στην Κύπρο, απορρίφθηκε (βλ. απόφαση Ι. Ιωαννίδη Π.Ε.Δ στην αίτηση 905/15 ημ. 10.5.17) ενώ όπως με πληροφόρησαν οι συνήγοροι, η αίτηση στην Τανζανία έγινε αποδεκτή με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της τράπεζας. Αίτηση για διαγραφή της παρούσας Εναρκτήριας Κλήσης, κατέθεσε και η τράπεζα από την Τανζανία μέσω του θεσμικού της διαχειριστή καθώς και μια ανταποκρίτρια τράπεζα. Προκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι θα έπρεπε να ακουστεί πρώτα η παρούσα αίτηση όχι μόνο γιατί καταχωρήθηκε πρώτη αλλά και με δεδομένη την τελική θέση των διαδίκων στην παρούσα ότι η διαδικασίες εκκαθάρισης τόσον στην Κύπρο όσον και στην Τανζανία δεν θα επηρεάσουν την εκδίκαση της Εναρκτήριας Κλήσης. Επιπλέον σε περίπτωση που η παρούσα αίτηση του ειδικού διαχειριστή γίνει αποδεκτή, οι υπόλοιπες αιτήσεις για διαγραφή αλλά και η αίτηση των καταθετών για προσωρινά διατάγματα θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Το ίδιο κρίθηκε και για μια αίτηση που καταχωρήθηκε στο μεταξύ εκ μέρους των καταθετών για διαγραφή του ονόματος του ειδικού διαχειριστή ως καθ' ου η αίτηση 1 στην Εναρκτήρια Κλήση λόγω της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της τράπεζας στην Τανζανία. Έκρινα ότι ο συνήγορος των καταθετών θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να προβάλει τους ισχυρισμούς του για το κατά πόσον ο ειδικός διαχειριστής που διορίστηκε δυνάμει του Κυπριακού Δικαίου, έχει δικαίωμα να παρίσταται στην διαδικασία και να επιζητεί τον παραμερισμό και την διαγραφή της Εναρκτήριας Κλήσης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για τον αιτητή στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Διαφέρει ωστόσο η νομική ερμηνεία και η υπαγωγή των γεγονότων στους κανόνες δικαίου. Ήταν η θέση του ότι η εναρκτήρια κλήση δεν αποκαλύπτει νόμιμη και καλή βάση αγωγής ούτε και υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα αναφορικά με τις επιδιωκόμενες θεραπείες. Ο ειδικός διαχειριστής, προέκρινε την αίτηση διαγραφής της Εναρκτήριας Κλήσης ως το καταλληλότερο διάβημα, προκειμένου εγκαίρως το Δικαστήριο να διαγνώσει την θνησιγένεια του διαβήματος των αιτητών, αντί της άσκοπης ανάλωσης δικαστικού χρόνου αλλά και της εμπλοκής άλλων προσώπων που αχρείαστα, κατέστησαν μέρη της διαδικασίας. Οι αιτούμενες θεραπείες δεν προβλέπονται κατά τον συνήγορο από το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και το τραπεζικό δίκαιο, αναφορικά με την σχέση της τράπεζας με τους καταθέτες της. Αντιθέτως, αντιβαίνει τις ημεδαπές νομοθετικές πρόνοιες αλλά και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι καταθέτες της τράπεζας. Συγκεκριμένα, οι αιτητές 1-21 είναι πελάτες του υποκαταστήματος, οι αιτητές 22-50 είναι πελάτες καταθέτες της τράπεζας στην Τανζανία και οι αιτητές 50-53 διατηρούσαν λογαριασμούς τόσον στο υποκατάστημα στην Κύπρο όσον και στην τράπεζα στην Τανζανία. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ειδικά για τους καταθέτες της τράπεζας στην Τανζανία, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση, δεδομένου ότι οι καταθέσεις τους δεν σχετίζονται καθόλου με την Κύπρο. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά στους Γενικούς Όρους που διέπουν την σχέση των καταθετών με την τράπεζα στην Τανζανία, όπου αναφέρεται ότι αυτή διέπεται από το δίκαιο της Τανζανίας και ότι δικαιοδοσία έχει αποκλειστικά το Ανώτατο Δικαστήριο της Τανζανίας. Αλλά και επί της ουσίας και οι υπόλοιποι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της Εναρκτήριας Κλήσης γιατί πρόκειται για καταθέτες που η νομική σχέση τους με την τράπεζα, είναι αποτέλεσμα συμβατικής σχέσης. Η συμβατική σχέση κατά τον συνήγορο δεν δημιουργεί εμπίστευμα οιασδήποτε μορφής. Με την δημιουργία συμβατικής σχέσης τράπεζας - πελάτη μέσω του υποκαταστήματος, ο καταθέτης δεσμεύεται με τους Γενικούς Όρους του υποκαταστήματος (τεκμ. 2 στην Ε.Δ της αίτησης) να υπαγάγει εαυτόν στην ημεδαπή δικαιοδοσία και στο Κυπριακό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Απόρροια της υπαγωγής αυτής, είναι ότι οι καταθέτες του υποκαταστήματος απολαμβάνουν το πλεονέκτημα της προστασίας που απορρέει από την Ευρωπαϊκή οδηγία που αφορά την εγγύηση και προστασία των καταθέσεων (οδηγία 2014/49/ΕU). Ήταν στην συνέχεια η θέση του συνηγόρου ότι το υποκατάστημα δεν συνιστά ξεχωριστή νομική οντότητα. Όμως με την παροχή αδείας στην τράπεζα όπως εγκαθιδρύσει υποκατάστημα στην Κύπρο, αυτό υπάγεται στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αλλά και τις ρυθμίσεις του Κυπριακού και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Από την στιγμή δε που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος, δικαιολογείτο η αίτηση για ειδική εκκαθάριση δυνάμει του ημεδαπού τραπεζικού δικαίου και των εν ισχύ κανονισμών. Το υποκατάστημα τέθηκε υπό εξυγίανση από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 13(Ι)/2013 που σήμερα έχει αντικατασταθεί από τον Νόμο 22(Ι)/1996. Τα μέτρα εξυγίανσης δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου 13(Ι)/2013, εξακολουθούν να είναι σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 115 του νέου Νόμου 22(Ι)/1996. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για πράξη διοικητικού χαρακτήρα αφού η ΚΤΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Μετά το διάταγμα εξυγίανσης, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του υποκαταστήματος έχουν περιέλθει υπό τον έλεγχο του ειδικού διαχειριστή. Το διάταγμα κρίθηκε αναγκαίο κατά τον συνήγορο, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα των καταθετών. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε σε έκταση στις γενικές αρχές που διέπουν την διαδικασία εξυγίανσης τραπεζικών ιδρυμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την οδηγία 2014/59/ΕΕ, για πρώτη φορά επιχειρείται, η εναρμόνιση των εθνικών δικαίων αναφορικά με τους κανόνες αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι ρυθμίσεις της Κυπριακής Νομοθεσίας, υιοθετούν το θεσμικό πλαίσιο της πιο πάνω οδηγίας. Το εν λόγω θεσμικό πλαίσιο, έρχεται κατά τον συνήγορο σε απευθείας σύγκρουση με τα αιτήματα της παρούσας Εναρκτήριας Κλήσης, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά στο δίκαιο της επιείκειας και ειδικά στους κανόνες δημιουργίας εμπιστεύματος. Οι αιτούμενες θεραπείες της Εναρκτήριας Κλήσης, συγκρούονται ευθέως με της διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, οι οποίες με την ενεργοποίηση του θεσμικού πλαισίου εξυγίανσης, διαμορφώνουν και περιορίζουν το εύρος θεραπείας που δύνανται να αξιώσουν οι καταθέτες. Η Εναρκτήρια Κλήση, αγνοεί και ουσιαστικά επιδιώκει να υπερβεί το καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι από την στιγμή που λήφθηκαν μέτρα εξυγίανσης, η αξίωση κάθε καταθέτη περιορίζεται εντός του θεσμικού πλαισίου της εξυγίανσης. Ειδικότερα, περιορίζεται σε απαίτηση αποζημίωσης που ο καταθέτης - πιστωτής υπέστη, λόγω της εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης. Σύμφωνα με τον νόμο, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου, περιορίζεται σε καταβολή αποζημιώσεων στην περίπτωση που η οικονομική του θέση, έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σύγκριση με την θέση που θα βρισκόταν αν το ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση. Η συμβατική σχέση των καταθετών με την τράπεζα, έχει κατά τον συνήγορο μεταβληθεί μετά το διάταγμα εξυγίανσης ώστε οι καταθέτες να μην έχουν αγώγιμο δικαίωμα υπό την μορφή που αποτυπώνεται στην Εναρκτήρια Κλήση. Αντιθέτως, η Εναρκτήρια Κλήση, αποσκοπεί στο να παρακωλύσει την ειδική διαχείριση του υποκαταστήματος στην Κύπρο αλλά και την εκκαθάριση της τράπεζας στην Τανζανία. Ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο γιατί δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα αλλά και επειδή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα από τους αιτητές 6-9 οι οποίοι κατά τον συνήγορο, έχουν προωθήσει τα ίδια διαβήματα στην Αγγλία. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά σε Αγγλική υπόθεση με την οποία παραμερίστηκε απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του ειδικού διαχειριστή. Σύμφωνα με το Αγγλικό Δικαστήριο, οποιαδήποτε επέμβαση στα ποσά που διαχειρίζεται ο ειδικός διαχειριστής θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του Κυπριακού δικαίου αναφορικά με τα μέτρα εξυγίανσης της τράπεζας. Ο συνήγορος σημείωσε ότι τα εμπιστεύματα που έχουν την προέλευση τους στο δίκαιο της επιείκειας δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατά παράβαση ρητών νομοθετικών διατάξεων. Με παραπομπή σε αγγλική νομολογία ισχυρίστηκε ότι σκοπός του δικαίου της επιείκειας δεν είναι να εξοστρακίσει τον Νόμο ούτε και να δημιουργήσει νέο Νομικό καθεστώς. Ο ρόλος του δικαίου της επιείκειας, παραμένει βοηθητικός προς αποφυγή σφαλμάτων και αδικίας αλλά δεν υπερέχει της εν ισχύ νομοθεσίας. Στην παρούσα περίπτωση λόγω της ειδικής επί του θέματος Κυπριακής και Ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την εξυγίανση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του δικαίου της επιείκειας. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ισχυρισμοί των αιτητών στην Εναρκτήρια Κλήση για συμβατική σχέση με την τράπεζα, αποκλείει την εφαρμογή του δικαίου της επιείκειας και την δημιουργία εμπιστεύματος. Το δίκαιο των συμβάσεων και το δίκαιο των εμπιστευμάτων, αποτελούν διακριτά πεδία δικαίου. Δεν νοείται ως εκ τούτου ταυτόχρονη σύναψη σύμβασης και σύσταση εμπιστεύματος. Αντιθέτως, είναι σαφές κατά τον συνήγορο στην βάση των ισχυρισμών των ίδιων των καταθετών ότι έχουν την ιδιότητα του καταθέτη - πιστωτή δυνάμει συμβατικής σχέσης μεταξύ τράπεζας - πελάτη ή υποκαταστήματος - πελάτη, με ρητή υπαγωγή στο ανάλογο εφαρμοστέο δίκαιο. Παρόλα αυτά, θεωρούν ταυτόχρονα ότι έχει συσταθεί εμπίστευμα προς όφελος τους, παραγνωρίζοντας ότι αυτό είναι αντιφατικό με την προηγούμενη θέση τους για απαίτηση λόγω συμβατικής σχέσης. Παραγνωρίζοντας επίσης ότι καμία συμβατική σχέση δεν έχουν με τις ανταποκρίτριες τράπεζες. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αφού σημείωσε ότι το Κυπριακό δίκαιο ακολουθεί στην πλήρη του έκταση τις αρχές του Αγγλικού δικαίου για τα εμπιστεύματα, παρέπεμψε σε σχετική γνωμάτευση Άγγλων δικηγόρων που ετοιμάστηκε ειδικά για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης (τεκμ. 12 της Ε.Δ της παρούσας αίτησης). Γίνεται αναφορά στην εν λόγω γνωμάτευση, στην σχέση πελάτη τράπεζας που σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο είναι καθαρά συμβατική και ως εκ της φύσεως της, νομικά δεσμευτική. Η απλή κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα δεν δημιουργεί εμπιστευτική σχέση (fiduciary relationship) μεταξύ τράπεζας και καταθέτη εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Γενικά, αυτές οι περιστάσεις περιλαμβάνουν περιπτώσεις όπου η τράπεζα παρέχει επενδυτικές ή χρηματοοικονομικές συμβουλές σε καταθέτη ή όπου ο πελάτης ενεχυριάζει ένα περιουσιακό στοιχείο ή υπογράφει εγγύηση για το χρέος άλλου πελάτη καθώς και σε περιπτώσεις όπου η τράπεζα, ρητά ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος του πελάτη της. Όμως ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σε καμία περίπτωση η σχέση πελάτη - τράπεζας δεν είναι σχέση εμπιστευματοδόχου - δικαιούχου. Συνεπώς, ο γενικός κανόνας είναι ότι η τράπεζα δεν κατέχει το πιστωτικό υπόλοιπο του καταθέτη ως να ήταν εμπίστευμα προς όφελος του. Εξ' άλλου, οι καταθέσεις χρησιμοποιούνται προς όφελος της ιδίας της τράπεζας και για τους σκοπούς των τραπεζικών εργασιών της. Ως εκ τούτου, απουσιάζει η βασική αρχή εμπιστοσύνης όπου ο εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται την περιουσία του δικαιούχου, πάντα προς όφελος του αλλά και για τους σκοπούς του ιδίου του εμπιστεύματος. Αντιθέτως στην περίπτωση τραπεζικής κατάθεσης, ο πελάτης παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, η οποία τα απορροφά στο ενεργητικό της ως δικά της περιουσιακά στοιχεία και τα οφείλει στον καταθέτη σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Η σχέση δε μεταξύ τράπεζας - πελάτη είναι αυτή μεταξύ πιστωτή - οφειλέτη και όχι μεταξύ εντολέα - εντολοδόχου (principal - agent) ή επιτρόπου - δικαιούχου (trustee - beneficiary). Στην παρούσα περίπτωση, είναι εμφανές κατά τον συνήγορο ότι δεν δημιουργείται εξ υπαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) αφού δεν υπάρχει ισχυρισμός για δόλια υποβοήθηση (dishonest assistance) όπως ρητά απαιτείται από την νομολογία για την δημιουργία τέτοιου εμπιστεύματος. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του κατ' ισχυρισμό Quistclose trust που εκ της φύσης του, διαφέρει κατά πολύ από τα υπόλοιπα εμπιστεύματα. Έχοντας πάρει το όνομα τους από την ομώνυμη απόφαση της Βουλής των Λόρδων Barclays Bank Ltd v. Quistclose Investments Ltd [1970] AC 567, τέτοιου είδους εμπιστεύματα δημιουργούνται στις περιπτώσεις όπου ο Α μεταφέρει χρήματα και/ή περιουσιακά στοιχεία στον Β, ο οποίος τα κρατά ως εμπιστευματοδόχος και έχει δικαίωμα να τα χρησιμοποιήσει για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Αποτελεί μέσο εξασφάλισης για τους πιστωτές, νοουμένου ότι στην σύμβαση δανείου έχει προστεθεί ρήτρα δια της οποίας διευκρινίζεται ότι ο δανειστής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα μόνο για συγκεκριμένο σκοπό. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν για οιονδήποτε άλλο λόγο, τότε δημιουργείται εμπίστευμα για το επίδικο ποσό προς όφελος του πιστωτή. Ουσιαστικά, αποτελεί τρόπο προστασίας του πιστωτή σε περίπτωση αφερεγγυότητας και εκκαθάρισης του οφειλέτη με αποτέλεσμα τα ποσά αυτά να μην αποτελούν μέρος της διαδικασίας εκκαθάρισης και του ενεργητικού του πιστωτή. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να δημιουργηθεί Quistclose trust αφού κύριο χαρακτηριστικό αυτού του εμπιστεύματος, είναι ότι πρέπει να υπάρχει ένας ειδικός σκοπός για τον οποίον γίνεται η πληρωμή. Στην περίπτωση των τραπεζικών καταθέσεων όπου η τράπεζα χρησιμοποιεί τις καταθέσεις για γενικούς σκοπούς των εργασιών της δεν δημιουργείται Quistclose trust. Επιπλέον, τα ποσά των καταθέσεων δεν βρίσκονται κάτω από οιανδήποτε υποχρέωση διαχωρισμού εκτός των περιπτώσεων όπου οι λογαριασμοί ρητά καθορίζονται ως λογαριασμοί εμπιστεύματος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα που οι καταθέτες επικαλούνται στην Εναρκτήρια τους Κλήση, ουδόλως συνάδουν με οτιδήποτε προσιδιάζει με τέτοιο τύπο εμπιστεύματος, πόσον μάλλον όταν οι ίδιοι οι αιτητές ομολογούν ότι είναι καταθέτες της τράπεζας. Ήταν η τελική θέση του συνηγόρου ότι η απλή κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα δεν δημιουργεί εμπιστευτική σχέση παρά μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις, τις οποίες εν πάση περιπτώσει, οι καταθέτες δεν εκθέτουν στην Εναρκτήρια Κλήση τους. Επιπλέον, καμία προϋπόθεση σύστασης εμπιστεύματος δεν υφίσταται εκ προοιμίου εναντίον υποκαταστήματος. Ως εκ τούτου το δικόγραφο της Εναρκτήριας Κλήσης θα πρέπει να παραμεριστεί αφού δεν αποκαλύπτει καμία βάση αγωγής και κανέναν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας και του υποκαταστήματος. Η συνέχιση της διαδικασίας με βάση το εν λόγω δικόγραφο θα συνιστούσε κατά τον συνήγορο κατάχρηση αφού ούτε με σχετική τροποποίηση δεν μπορεί η διαδικασία να περισωθεί. Πέραν της θέσης για την μη αποκάλυψη αγωγίμου δικαιώματος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι καταθέτες, εσφαλμένα επέλεξαν να καταχωρήσουν Εναρκτήρια Κλήση και όχι αγωγή. Για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί η Εναρκτήρια Κλήση θα πρέπει κατά τον συνήγορο να υπάρχει ειδική πρόνοια γι' αυτόν τον σκοπό. Με αναφορά στην Δ.55 και σε αγγλική βιβλιογραφία, ο συνήγορος υποστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η Εναρκτήρια Κλήση είναι το σωστό δικονομικό μέσο για να ζητηθούν οι αιτούμενες θεραπείες που δεν αφορούν μόνο αναγνωριστικές δηλώσεις αλλά επιδιώκουν ταυτόχρονα και το δραστικό μέτρο του διορισμού παραλήπτη. Περαιτέρω, οι καταθέτες παρέλειψαν να συνοδεύσουν την Εναρκτήρια Κλήση με ένορκη δήλωση που να επιβεβαιώνει τα πολυσέλιδα γεγονότα που περιέχονται σε αυτή και η οποία θα αποτελούσε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για το περιεχόμενο της κλήσης. Παρέλειψαν επίσης να ζητήσουν οδηγίες ως προς την παρουσίαση οιασδήποτε μαρτυρίας. Ο συνήγορος διερωτήθηκε σε ποια μαρτυρία υπό τας περιστάσεις θα στηριχθεί το Δικαστήριο, προκειμένου να αποφασίσει τα επίδικα γεγονότα της Εναρκτήριας Κλήσης. Ήταν η θέση του ότι ενόψει των πιο πάνω, το εν λόγω δικόγραφο προκαλεί αμηχανία (embarrassment) και ενόχληση (vexation) που οδηγούν αναπόφευκτα στην χωρίς άλλο ακύρωση της Εναρκτήριας Κλήσης. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού πάσχει γιατί δεν εξειδικεύει τα άρθρα επί των οποίων στηρίζεται. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι παρά την εκτενή και μακροσκελή αναφορά σε διάφορες νομοθεσίες και κανονισμούς, η αίτηση δεν αναφέρεται στα ουσιαστικά εκείνα άρθρα που ενδεχόμενα να υποστήριζαν τα κατ' ισχυρισμό επιχειρήματα του ειδικού διαχειριστή. Επιπλέον, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι συντεταγμένη παντελώς λανθασμένα, προβαίνει σε νομικά επιχειρήματα υπό τύπον αγόρευσης σε μια γλώσσα δυσνόητη, είναι αχρείαστα μακροσκελής και ασχολείται με άσχετα με την ουσία της υπόθεσης θέματα. Ο συνήγορος υπενθύμισε επί του προκειμένου ότι στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αντιπαραβολή γεγονότων αλλά εξετάζει τις θέσεις των μερών μόνον στην βάση της Εναρκτήριας Κλήσης. Ο αιτητής στην παρούσα αίτηση παραμερισμού, καλεί το Δικαστήριο κατά παράβαση καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών να αξιολογήσει μαρτυρία και να ερμηνεύσει νομοθετικές διατάξεις με τρόπον ωσάν να επρόκειτο για το τελικό στάδιο της διαδικασίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιτρέπεται αφού στο παρόν στάδιο δεν θα εξεταστεί η ουσία της εναρκτήριας κλήσης για να αποφασιστεί αν πράγματι δημιουργείται εμπίστευμα όπως ισχυρίζονται οι καταθέτες - αιτητές στην Εναρκτήρια Κλήση. Αντιθέτως κατά τον συνήγορο, η Εναρκτήρια Κλήση αποκαλύπτει αιτία αγωγής και δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να είναι σκανδαλώδες ή μη αναγκαίο ή που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αρχές της επιείκειας που διέπουν τα εμπιστεύματα και τις οποίες επικαλείται η Εναρκτήρια Κλήση, προβάλουν σαν εύλογη βάση αγωγής. Η εμπιστοσύνη των αιτητών προς τον ειδικό διαχειριστή έχει κλονιστεί κατά τον συνήγορο από την από την μεταξύ άλλων κωλυσιεργία του να επαναπατρίσει τα κεφάλαια των καταθετών που βρίσκονται στο εξωτερικό και από τις αποκαλύψεις για κατασπατάληση χρημάτων της τράπεζας. Ως αποτέλεσμα αποφάσισαν να αναζητήσουν την προστασία του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο συνήγορος απέρριψε στην συνέχεια την θέση ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τα αιτήματα των αιτητών 2249 και 50-53. Δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να γίνεται λόγος για επίκληση της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας αφού οι οποίες συμφωνίες μεταξύ τράπεζας και καταθετών ανεστάλησαν. Επιπλέον, ο ειδικός διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα να εγείρει οιανδήποτε ένσταση εκ μέρους της τράπεζας στην Τανζανία. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι προφανώς τα καταλληλότερα για να ακούσουν την Εναρκτήρια Κλήση. Η όποια μαρτυρία δεν ευρίσκεται στην Τανζανία αλλά στην Κύπρο ή την χώρα προέλευσης ενός εκάστου των αιτητών. Όλες οι επικοινωνίες μεταξύ της τράπεζας και των αιτητών γίνονταν μέσω του υποκαταστήματος. Επίσης κανείς των αιτητών δεν συνδέεται με την Τανζανία. Αντίθετα πρόκειται για φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαμένουν ή εδρεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά ακόμη και αν αποδεχθούμε ότι ισχύει το Τανζανικό Δίκαιο, αυτό δεν διαφέρει ουσιωδώς κατά τον συνήγορο από το Κυπριακό Δίκαιο με δεδομένο ότι και οι δύο χώρες αποτελούν μέρος της κοινοπολιτείας και συνεπώς το νομικό τους σύστημα βασίζεται στο κοινοδίκαιο. Όσον δε αφορά τα εγειρόμενα ζητήματα περί εμπιστευμάτων, είναι εμφανές κατά τον συνήγορο ότι καθοδήγηση θα αντληθεί από σχετική νομολογία του κοινοδικαίου. Στην συνέχεια ο συνήγορος απέρριψε την θέση του ειδικού διαχειριστή ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας που συνίσταται σε εκκρεμοδικία στην αλλοδαπή. Ισχυρίστηκε ότι το Αγγλικό Δικαστήριο έκρινε ως καταλληλότερο βήμα την Κύπρο. Επιπλέον μετά τον παραμερισμό της ερήμην απόφασης και επίδοσης από το Αγγλικό Δικαστήριο, δεν έχει ληφθεί οιοδήποτε άλλο διάβημα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εκκρεμοδικία. Παράλληλα, η παρούσα διαδικασία αφορά τελείως καινούργια ζητήματα ενώ τα διάδικα μέρη είναι διαφορετικά. Ο συνήγορος απέρριψε και την θέση ότι τα αιτήματα της Εναρκτήριας Κλήσης συγκρούονται με το θεσμικό πλαίσιο εξυγίανσης που ισχύει στην Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διαφώνησε επίσης με τον ισχυρισμό ότι από την στιγμή που λήφθηκαν μέτρα εξυγίανσης, η αξίωση κάθε καταθέτη περιορίστηκε σε απαίτηση αποζημίωσης για ζημιά την οποία ενδεχομένως υπέστη λόγω της εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης. Επεσήμανε ότι δυνάμει του άρθρου 88 του Περί Εξυγίανσης Νόμου, όλες οι διαδικασίες συνεχίζουν κανονικά μετά τα μέτρα εξυγίανσης. Διερωτήθηκε δε πως είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για αδυναμία καταχώρησης ή συνέχισης της όποιας δικαστικής διαδικασίας, ιδιαίτερα από την στιγμή που τα μέτρα εξυγίανσης αναστάλθηκαν και δεν υλοποιήθηκαν αφού δεν υπήρξε πώληση των εργασιών της τράπεζας. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε όλους τους λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης και ζήτησε από το Δικαστήριο την απόρριψη της αίτησης. Συμπεράσματα Ο ειδικός διαχειριστής ζητά την διαγραφή και απόρριψη της Εναρκτήριας Κλήσης για μια σειρά από λόγους που σχετίζονται με την ουσία αλλά και το διαδικαστικό μέσο που οι αιτητές επέλεξαν, προκειμένου να προωθήσουν τα υπό κρίση αιτήματα τους. Θα εξετάσω αρχικά την θέση του ειδικού διαχειριστή ότι η χρήση της Εναρκτήριας Κλήσης είναι παράτυπη και λανθασμένη αφού σε περίπτωση αποδοχής της, η όλη διαδικασία θα κριθεί ως άκυρη εξ΄' αρχής. Το δικονομικό μέσο της Εναρκτήριας Κλήσης Στην υπόθεση E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716, λέχθηκε ότι η Εναρκτήρια Κλήση (Originating Summons) ισοδυναμεί με κλητήριο ένταλμα αγωγής στον βαθμό που συνιστά έγγραφο εισαγωγικό δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Consortia Europe Ltd ν Fregata Holdings Ltd Πολ. Έφεση αρ. 387/2011 ημ. 17/10/14). Ο τύπος της Εναρκτήριας Κλήσης καθορίζεται από τη Δ.55 Θ.1 και σύμφωνα με τον τύπο 50 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου, η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης (Originating Summons) αποτελεί ένα ακόμη τρόπο έναρξης δικαστικής διαδικασίας αλλά είναι σαφές κατά την κρίση μου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ότι για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, θα πρέπει να υπάρχει ειδική πρόνοια προς το σκοπό αυτό. Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, Θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Ο ορισμός αυτός ταυτίζεται με τον ορισμό που δίνει η O.71, R.1(A) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1551). H ίδια η Δ.55, Θ.1 προνοεί ρητά για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.» Το ίδιο λεκτικό συναντάται και στην Or.54 R1 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1062). Η ακριβής μεταφορά στην Ελληνική γλώσσα από την δική μας νομολογία, του όρου «originating summons» δεν είναι ενιαία. Έχουν χρησιμοποιηθεί εκφράσεις όπως «πρωτογενής αίτηση» (Δημητρίου v. Γ.Ε Αίτ αρ.1/14 ημ. 27.1.15), «εναρκτήρια κλήση» (Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1442) και «εναρκτήρια αίτηση» (Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κα
(1992)1Β Α.Α.Δ 1143). Για σκοπούς της παρούσας, χρησιμοποιείται ο όρος «Εναρκτήρια Κλήση» που οι ίδιοι οι αιτητές επέλεξαν και τον οποίο προσωπικά, θεωρώ ως προσφορότερο στην μετάφραση του αγγλικού «Originating Summons». Όπως προαναφέρθηκε για να χρησιμοποιηθεί η Εναρκτήρια Κλήση ως μέσο έναρξης δικαστικής διαδικασίας θα πρέπει να προβλέπεται ρητά από νομοθετική πρόνοια και/ή τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς. Εκτός από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται ρητά στην Δ.55, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες η Εναρκτήρια Κλήση ορίζεται ως το δικονομικό μέτρο για τη διεκδίκηση θεραπειών από το Δικαστήριο. Σε αυτές δε τις περιπτώσεις όπου η χρήση της Εναρκτήριας κλήσης καθορίζεται ως ένδικο μέσο από νομοθετική διάταξη ή από διαδικαστικούς κανονισμούς, η χρήση της είναι υποχρεωτική (βλ. Atkin΄s, Court Forms (2η έκδοση, 1978), Τόμος 1, σελ. 139149 & Odgers΄on Pleadings and Practice, 21η Έκδοση
(1975), σελ. 314). Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα άρθρα 53 και 54 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου (Κεφ. 189), τα οποία προνοούν ρητά την χρήση της διαδικασίας της Εναρκτήριας Κλήσης προς τον σκοπό επίλυσης συγκεκριμένων ζητημάτων, αναφορικά με την διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου. Στην υπόθεση Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α. (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι εάν οι επιζητούμενες θεραπείες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ.189, τότε αυτές μπορούν να δοθούν μόνο στο πλαίσιο Εναρκτήριας Κλήσης για την οποία ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις της Δ.55. Επιπλέον, η Δ.55, ΘΘ. 2 & 3, περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της Εναρκτήριας Κλήσης και τη υποστήριξή της με μαρτυρία (βλ. Τερζής ν. Πετουφά
(2011)1(Α) Α.Α.Δ.336). Στην παρούσα περίπτωση, ο ειδικός διαχειριστής ισχυρίζεται ότι η Εναρκτήρια Κλήση δεν είναι το ορθό δικονομικό μέσο για τις θεραπείες που ζητούν οι καταθέτες. Από την άλλη, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Κωνσταντίνας Ζαχαρία ημ. 1.11.16 που συνοδεύει την αίτηση των καταθετών για συντηρητικό διάταγμα, αναφέρεται ότι επιλέχθηκε αυτό το δικονομικό μέτρο ως το προσφορότερο για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων των καταθετών, επειδή αφορά σε ερμηνεία γεγονότων που δεν αμφισβητούνται και επειδή στην ουσία επιδιώκεται η έκδοση αναγνωριστικών διαταγμάτων. Δεν έγινε όμως επί του προκειμένου οιαδήποτε αναφορά από τους καταθέτες, κατά πόσον η παρούσα Εναρκτήρια Κλήση καθορίζεται από οιανδήποτε νομοθετική η διαδικαστική διάταξη ως το μέσο διεκδίκησης των δικαιωμάτων των καταθετών για τις θεραπείες που επιζητούν στην παρούσα υπόθεση. Με όλο το σέβας προς την πλευρά των καταθετών, η Εναρκτήρια Κλήση δεν είναι δικονομικό μέσο, το οποίο επαφίεται στην βούληση των διαδίκων να χρησιμοποιούν όποτε το κρίνουν πρόσφορο. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές, η χρήση Εναρκτήριας Κλήσης επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ρητά καθορίζεται στον Νόμο ή τους Κανονισμούς. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε στην Δ.55 ούτε σε άλλη νομοθετική ή διαδικαστική διάταξη για χρήση Εναρκτήριας Κλήσης, αναφορικά με τις επίδικες θεραπείες που ζητούν οι καταθέτες για έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων. Υπενθυμίζεται δε ότι οι καταθέτες ζητούν και αποζημιώσεις για δόλο και απάτη που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δοθούν με Εναρκτήρια Κλήση. Στην απουσία τέτοιας ρητής νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, οι καταθέτες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν τις επίδικες θεραπείες χρησιμοποιώντας το ένδικο μέσο της Εναρκτήριας Κλήσης αλλά θα έπρεπε κατά την κρίση μου να καταχωρήσουν κλητήριο ένταλμα σε διαδικασία αγωγής. Έπεται ότι χρησιμοποίησαν λανθασμένο ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να πάσχει εξ' αρχής. Είναι νομολογημένο ότι παράτυπη διαδικασία η οποία ξεκινά με λανθασμένο δικονομικό διάβημα δεν δύναται να διασωθεί δυνάμει της Δ.64. Είναι καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή, ότι εξ' αρχής άκυρο δικονομικό μέτρο δεν δύναται να θεραπευθεί και ως εκ τούτου, συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη την διαδικασία. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τύμβιος κ.α ν. Λιβέρα
(1991)1 Α.Α.Δ. 615 και Empson v. Smith
(1966)1 Q.B.D. 426,439, όπου ο Δικαστής Diplock τονίζει ότι οποιοδήποτε άκυρο νομικό διάβημα δεν είναι ο μυθικός Φοίνικας που μπορεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Αναφορά στις δύο πιο πάνω αποφάσεις, γίνεται από τον Αρτεμίδη Δ. (ως ήταν τότε) στην δική του αιτιολογία απόφασης στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ 323,
- Στην πιο πάνω υπόθεση εξετάστηκε ακριβώς το θέμα, του κατά πόσον εξ' αρχής άκυρα νομικά διαβήματα θα μπορούσαν να αναβιώσουν αναδρομικά δυνάμει της Δ.
- Κρίθηκε ότι λόγω του λανθασμένου δικονομικού μέσου δεν υπήρχε έγκυρη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί η Δ.64 με τη νέα της μορφή να τη διασώσει. Όπως το έθεσε ο Αρετμίδης Δ: «Η νέα Δ.64 δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αναβιώσει εφέσεις ή οποιοδήποτε άλλο δικαστικό διάβημα που είναι άκυρο, πολύ περισσότερο δε ανύπαρκτο.» Στην παρούσα υπόθεση, η χρήση εκ μέρους των καταθετών του λανθασμένου δικονομικού διαβήματος της Εναρκτήριας Κλήσης με το οποίο προώθησαν τα αιτήματα τους, έχει κατά την κρίση μου καταστήσει την όλη διαδικασία εξ' αρχής άκυρη. Η ακυρότητα αυτή δεν θα μπορούσε με βάση την πιο πάνω νομολογία να θεραπευθεί εκ των υστέρων από μόνη της, δυνάμει της Διαταγής
- Ως αποτέλεσμα, η Εναρκτήρια Κλήση θα πρέπει να απορριφθεί από το πρώιμο αυτό στάδιο ως παράτυπη αφού συνιστά εξ' αρχής άκυρο δικονομικό μέτρο έναρξης της παρούσας διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης δεν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ειδικού διαχειριστή για έλλειψη δικαιοδοσίας, σύγκρουση του νομοθετικού πλαισίου εξυγίανσης με το δίκαιο της επιείκειας και για κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Αυτό, παρότι εκ πρώτης όψεως το κατά πόσον έχει δημιουργηθεί η όχι εμπίστευμα δεν φαίνεται να είναι θέμα που θα μπορούσε να εκδικαστεί προδικαστικά. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού και διαγραφής της Εναρκτήριας κλήσης εγκρίνεται. Η Εναρκτήρια Κλήση παραμερίζεται και απορρίπτεται ώς παράτυπο και άκυρο δικονομικό διάβημα έναρξης της διαδικασίας για τους σκοπούς της παρούσας. Ως επακόλουθο, τα επίδικα αιτήματα για έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων απορρίπτονται λόγω προώθησης τους με εξ' αρχής άκυρο δικονομικό μέσο. Οι αιτητές - καταθέτες στην Εναρκτήρια Κλήση να επιβαρυνθούν με όλα τα έξοδα στην διαδικασία Εναρκτήριας Κλήσης, τα οποία επιδικάζονται υπέρ του ειδικού διαχειριστή - αιτητή στην παρούσα αίτηση παραμερισμού, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν επιδικάζονται έξοδα στους υπολοίπους καθ' ων η αίτηση στην Εναρκτήρια Κλήση λόγω του ότι εκδικάστηκε προδικαστικά με την παρούσα, μόνον το αίτημα του ειδικού διαχειριστή για ακύρωση της Εναρκτήριας Κλήσης. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο