ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΣ ΕΦΡΑΙΜ, Αρ. Αγωγής: 9129/2007, 14/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9129/2007 ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ -και- ΝΙΚΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ---------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Ρίκκος Μαππουρίδης, Αγγέλικα Αχιλλέως για Πατρίκιος Παύλου και Σία και Ρίκκος Μαππουρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: Στέλιος Βασιλακκάς, Χαράλαμπος Φλουρέντζου για Ε. Φλουρέντζου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ) Σύμφωνα με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο ένταλμα, όπως αυτό τροποποιήθηκε, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου: «(α) Ποσό ΛΚ562.500 στη βάση της κείμενης νομοθεσίας Περί Επιστροφής Χρημάτων στους Επενδυτές και/ή στη βάση των προνοιών του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου Ν.14
(1)/93 όπως αυτός τροποποιήθηκε και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή στη βάση ψευδών και/ή απατηλών παραστάσεων και/ή αναληθών και/ή κακόπιστων δηλώσεων και/ή διαβεβαιώσεων και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω. (β) Τόκους προς 8% επί του πιο πάνω ποσού από τις 3/07/00 μέχρι πλήρους εξόφλησης και/ή τόκο που θα επιδικάσει το Δικαστήριο. (γ) Έξοδα. (δ) Νόμιμους τόκους επί των εξόδων. (ε) 15% Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Εγγραφής 30005857Χ).» Αφού άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης και είχε ήδη συμπληρωθεί η μαρτυρία του ΜΕ1, Νίκου Μιχαηλά, ο Εναγόμενος εξασφάλισε με τη συγκατάθεση της πλευράς των Εναγόντων, εκ συμφώνου Διάταγμα Τροποποίησης της Υπεράσπισής του, στην οποία τροποποίηση εγείρει θέμα παραγραφής. Το θέμα εγείρεται ως ακολούθως από την Παράγρ. 1Α της Υπεράσπισης όπως αυτή προστέθηκε με την εν λόγω τροποποίηση: «1Α. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το αστικό αδίκημα του δόλου και/η απάτης και/η ψευδών παραστάσεων ως αυτό περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και/η ιδιαίτερα στις παραγράφους 11 υπό στοιχεία Α-Στ, 12, 13 και 17 υπό στοιχείο Α είχε παραγραφεί κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και ως εκ τούτου οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τέτοια βάση και/η αιτία αγωγής.» Ακολούθως, οι 2 πλευρές κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα στο θέμα της παραγραφής και το Δικαστήριο, δυνάμει της Δ.27, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποφάσισε, με τη σύμφωνη γνώμη των 2 πλευρών, να αποφανθεί επί του θέματος της παραγραφής σ' αυτό το σημείο της διαδικασίας αντί αυτό να αφεθεί για απόφανση με την τελική του Απόφαση. Τα Παραδεκτά Γεγονότα, αυτούσια, έχουν ως ακολούθως: «Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα με γραπτή αίτηση και/η πρόταση που υπέβαλε κατά η περί τις 3/7/2000 προς την εταιρεία Autoland Finance & Investment Ltd, αιτήθηκε την αγορά 750,000 μετοχών της ως άνω εταιρείας έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ.562,000.00 Κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 3/7/2000 ο Εναγόμενος μεταβίβασε προς την Ενάγουσα 750.000 μετοχές με την υπογραφή έγγραφου μεταβίβασης των μετοχών που ο ίδιος κατείχε στην εταιρεία Autoland Finance & Investment Ltd και το ποσό των ΛΚ.562,000.000 του καταβλήθηκε αυθημερόν, προσωπικά με τραπεζική επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ΛΤΔ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπως αυτοί περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, η αγορά των πιο πάνω μετοχών έγινε με την προοπτική ένταξης της ως άνω εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, κατόπιν παραστάσεων και/η διαβεβαιώσεων ότι η ένταξη της εταιρείας Autoland Finance & Investment Ltd στο Χ.Α.Κ επίκειτο πολύ σύντομα και/η ήταν θέμα χρόνου και/η ότι η ένταξη της εταιρείας στο Χ.Α.Κ ήταν σίγουρη. Επίσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, το καλοκαίρι του 2000 σε χρόνο πριν την 3/7/2000, ο εναγόμενος διέπραξε το αστικό αδίκημα της απάτης συμφώνως με το άρθρο 36 του Κεφ. 148 και συμφώνως με την παράγραφο 11 υπό στοιχεία Α-ΣΤ, 12, 12 και 17Α της Έκθεσης Απαίτησης, παρουσιάζοντας έγγραφο με τίτλο «Λογαριασμοί Κερδοζημιών» της εταιρείας Autoland Finance & Investment Ltd το περιεχόμενο του οποίου δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, απόκτησε γνώση των πραγματικών οικονομικών δεδομένων της Autoland Finance & Investment Ltd κατά/περί τον Δεκέμβριο του 2000 και/ή Ιανουάριο του 2001 όταν και εκδόθηκε το Ενημερωτικό Δελτίο της Autoland Finance & Investment Ltd. Η αίτηση της εταιρείας Autoland Finance & Investment Ltd για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου απορρίφθηκε στις 22/8/2002. Ως εκ τούτου στις 18/9/2007 εγέρθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία η Ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο αποζημιώσεις βάσει του αστικού αδικήματος της απάτης, άρθρο 36 του Κεφ. 148 και/η στη βάση της κειμένης νομοθεσίας περί Επιστροφής Χρημάτων στους Επενδυτές και/η στη βάση των προνοιών του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου 14
(1)/93 ως αυτός τροποποιήθηκε και/η στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στις 11/2/2008 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση του Εναγομένου και στις 27/2/2008 καταχωρήθηκε η απάντηση της ενάγουσας. Στις 10/9/2009 ο εναγόμενος μέσω των δικηγόρων του καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης του με την προσθήκη της παραγράφου 12Α σύμφωνα με την οποία «ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ως εκ του νομικού καθεστώτος που έχουν συσταθεί [.] κωλύονται [.] να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό στηριζόμενοι στις διατάξεις του περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμο». Στις 29/10/2009 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 10/11/
- Η τροποποιημένη απάντηση της ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 2/12/
- Στις 14/12/2011 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης με την οποία να τροποποιείται η παράγραφος 11 αυτής με την προσθήκη του στοιχείου (στ). Η αίτηση εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 2/4/2012 και ως εκ τούτου καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Στις 7/6/2012 καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης από τον Εναγόμενο. Στις 3/12/2015 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση υπεράσπισης ούτως ώστε η υπεράσπιση του εναγομένου να εγείρει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας. Η ενάγουσα δεν έφερε ένσταση στην τροποποίηση και ως εκ τούτου στις 10/12/2015 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη υπεράσπιση στη βάση διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/12/
- Στις 18/12/2015 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση από τους δικηγόρους της Ενάγουσας.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η απαίτηση των Εναγόντων όπως καταγράφεται στην Ε/Α στηρίζεται σε 3 αιτίες αγωγής: (α) στη νομοθεσία που αφορά στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και/ή στη βάση των προνοιών του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο, 14(Ι)/1993, (β) σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, (γ) στο αστικό αδίκημα της απάτης. Αναφορικά με το (γ), πιο πάνω, αυτό έχει καταστεί σαφές από τα Παραδεκτά Γεγονότα, που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ότι δηλαδή οι Ενάγοντες στηρίζονται στο αστικό αδίκημα της απάτης με βάση το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Είναι γι' αυτήν την αιτία αγωγής που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει παραγραφεί. Κατά συνέπεια εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 68, του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί για παραγραφή αγωγών σε σχέση με αστικά αδικήματα. Το εν λόγω Άρθρο προνοεί για 4 περιπτώσεις με βάση τις οποίες λογίζεται η περίοδος για έναρξη της περιόδου παραγραφής: (α) πότε έγινε η πράξη ή η παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, (β) σε περιπτώσεις που το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά, κατ' εξακολούθηση, από την κατάπαυση αυτής, (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη, η περίοδος παραγραφής αρχίζει μετά που ο ενάγων υπέστη τη ζημιά, (δ) αν ο εναγόμενος, δόλια απέκρυψε το αστικό αδίκημα, από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτόν εάν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια. Δεν έχω κάμει αναφορά στην περίοδο παραγραφής που τώρα είναι 3 έτη και προηγουμένως 2 έτη, για το λόγο ότι αυτό το θέμα θα εξεταστεί πιο κάτω. Τα Παραδεκτά Γεγονότα που έχουν κατατεθεί αναφέρουν ως καθοριστικές, 3 ημερομηνίες: (α) το καλοκαίρι του 2000, σε χρόνο πριν τις 3/7/2000, ως το χρόνο που ο Εναγόμενος διέπραξε την κατ' ισχυρισμόν απάτη, (β) ο Δεκέμβριος, 2000 και/ή ο Ιανουάριος, 2001, ως ο χρόνος που οι Ενάγοντες απέκτησαν γνώση των πραγματικών οικονομικών δεδομένων της Autoland Finance & Investment Ltd όταν και εκδόθηκε το Ενημερωτικό Δελτίο της, (γ) η 22/8/2002, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Autoland για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Εν πάση περιπτώσει, είναι παραδεκτό ότι σε όλες τις πάνω ημερομηνίες, υπήρχε σε ισχύ αναστολή της περιόδου παραγραφής. Συγκεκριμένα, με βάση τις πρόνοιες του Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/1964, από τις 21/12/1963, είχε σταματήσει να τρέχει ο χρόνος παραγραφής και είχαν ανασταλεί οι πρόνοιες περί παραγραφής που προνοούντο από τον Περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15 (που ήταν η σχετική νομοθεσία τότε και τώρα έχει αντικατασταθεί από τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, 66(Ι)/2002). Από αυτό το σημείο, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις που γίνεται επίκληση παραγραφής, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε μαθηματικές πράξεις και σύνθετη συλλογιστική, δυσνόητη τις πλείστες φορές, για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα, στο κατά πόσον δηλαδή, το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί ή όχι. Συγκεκριμένα, με τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις/Νόμο, 110(Ι)/2002, και στο βαθμό που αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επανήλθε η παραγραφή και γίνεται ρητή αναφορά ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου η 1/6/
- Εφόσον δε η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 18/9/2007, αυτό σημαίνει συνολική περίοδο 2 ετών και 3½ μηνών περίπου, ήτοι μεταξύ 2 και 3 ετών. Είναι δε στο σημείο αυτό που αρχίζει η έντονη διαφωνία των 2 πλευρών. Ενώ είναι παραδεκτό ότι από 1/6/2005, τέθηκαν σε εφαρμογή ξανά οι πρόνοιες του Άρθρου 68, του Κεφ. 148 και σε εκείνη την περίοδο η περίοδος παραγραφής που προνοείτο από το εν λόγω Άρθρο ήταν 2 έτη, η νομοθετική τροποποίηση και αύξηση περιόδου από 2 σε 3 έτη αποτέλεσε πεδίο διαφορετικής ερμηνείας μεταξύ των 2 πλευρών. Συγκεκριμένα, με τον Περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) (Άρ. 2) Νόμο, 171(Ι)/2006, ο οποίος τροποποίησε το Άρθρο 68, του Κεφ. 148, η περίοδος παραγραφής που προνοείτο από το εν λόγω Άρθρο, αυξήθηκε από 2 σε 3 έτη. Ο τροποποιητικός αυτός Νόμος δημοσιεύθηκε στις 29/12/
- Το ερώτημα που τίθεται είναι, κατά πόσον αυτή η πρόνοια που θεσπίστηκε ενώ ο χρόνος παραγραφής έτρεχε στην παρούσα υπόθεση, εφαρμοζόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αύξησε το χρόνο παραγραφής σε 3 έτη, όπου σε τέτοια περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων δεν παραγράφηκε ή εάν εξακολουθεί να ισχύει η περίοδος των 2 ετών οπότε και το δικαίωμα των Εναγόντων έχει παραγραφεί. Αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν την υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν. Αικατερίνης Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834, όπου αναφέρθηκε ότι, σε θέματα παραγραφής, το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος (Παμπαλλής, Δ. σελ. 842). Η πλευρά του Εναγομένου επιπλέον επικαλέστηκε την Κώστας Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(B) ΑΑΔ 1670, η οποία αφορά σε αναδρομικότητα των νόμων προωθώντας το επιχείρημα ότι ο Ν.171(Ι)/2006, που τέθηκε σε ισχύ στις 29/12/2006, δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Επικαλείται, προς τούτο, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Νικολάτου, Δ. στη σελ. 1676: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παραγ. 924).» Στο θέμα της αναδρομικότητας των νόμων, το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's, Laws of England (4η έκδοση), Τόμος 44
(1), Κεφάλαιο «Statutes" para.1283, είναι σχετικό: «
(2)RETROSPECTIVITY
- Relation of an enactment to past law and fact. An amending enactment is generally presumed to change the relevant law only from the time of the enactment's commencement. In the absence of a clear indication of a contrary intention in an amending enactment, the substantive rights of the parties to an action thus fall to be determined by the law as it existed when the action was commenced; and this is so whether the law is changed before the hearing of the case at first instance or while an appeal is pending. However an amending enactment may say, expressly or by implication, that its effect is retrospective. A declaratory enactment, since it does not change the relevant law, operates from the commencement of that (where it is statute law) or from an indefinite time (where it is common law or other unenacted law).» Με βάση τα πιο πάνω η πλευρά του Εναγομένου ισχυρίζεται ότι η θέσπιση του Ν.171(Ι)/2006, μεσούσης της περιόδου παραγραφής, δεν μπορεί να αύξησε αυτόματα το χρόνο παραγραφής από 2 σε 3 χρόνια, αφού δεν έχει αναδρομική ισχύ. Όσο ενδιαφέρον και λογική έχει αυτή η γραμμή σκέψης, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σημαντικό χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (18/9/2007) και το ισχύον δίκαιο κατ' εκείνο το χρονικό σημείο που ήταν το Άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως είχε τροποποιηθεί από το Ν.171(Ι)/2006, που καθόριζε ως χρόνο παραγραφής τα 3 έτη. Αυτό αναφέρει ως νομική αρχή η πιο πάνω νομολογία και ανάλυση. Αυτήν τη χρονική περίοδο είχαν υπ' όψιν τους και οι Ενάγοντες όταν καταχώριζαν την παρούσα αγωγή αφού αυτές ήταν οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Ενώ μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.171(Ι)/2006 ήτοι την 29/12/2006, ο χρόνος παραγραφής ήταν 2 έτη, μετά την πιο πάνω ημερομηνία, δόθηκε «παράταση ζωής» στα αγώγιμα δικαιώματα που δεν είχαν εν τω μεταξύ παραγραφεί, στα 3 έτη. Διαφορετικά, φυσικά, θα ήταν τα πράγματα σε περίπτωση που τα 2 έτη είχαν εκπνεύσει πριν τις 29/12/
- Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα και δεν θα δύνατο να αναβιώσει με τη θέσπιση νομοθεσίας που έδωσε παράταση στο χρόνο παραγραφής. Όμως η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει σε εκείνη την κατηγορία. Το αγώγιμο δικαίωμα ήταν σε ισχύ στις 29/12/2006 και με τη θέσπιση του Ν.171(Ι)/2006, πήρε παράταση στα 3 έτη από 1/6/
- Κατά συνέπεια, όταν καταχωρείτο η παρούσα αγωγή στις 18/9/2007 το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα δεν είχε παραγραφεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω, το αίτημα του Εναγομένου για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος απορρίπτεται. Η διαδικασία θα συνεχίσει κανονικά και στη βάση όλων των αγώγιμων δικαιωμάτων των Εναγόντων. Έξοδα: Όσον αφορά στα Έξοδα, επειδή η παρούσα διαδικασία διεξήχθη στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά είχε τη δική της αυτονομία θεωρώ ορθό και δίκαιο να τα επιδικάσω υπέρ των Εναγόντων και σε βάρος του Εναγομένου, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος. Αυτά, να υπολογιστούν και να είναι πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. [Υπ.) Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο