K.P. PATSIAS LTD ν. LBS Projects Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 4418/10, 26/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4418/10 Μεταξύ: K.P. PATSIAS LTD Εναγόντων και
- LBS Projects Ltd
- Μιχάλης Χρυσάνθου
- Πανίκος Απέγητος Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2017 Για τους ενάγοντες: κα Ιωάννα Παπαμιλτιάδους-Γκέϊστ, για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη Εναγόμενος 2: Αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν από τους εναγόμενους το ποσό των €27.700 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με εκτελωνιστικής φύσεως εργασίες, η εναγομένη 1 ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, πελάτης και/ή οφειλέτης των εναγόντων και οι εναγόμενοι 2 και 3 τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης
- Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2009 ο λογαριασμός των εναγόντων με την εναγομένη 1 παρουσίαζε ως οφειλόμενο από την εναγόμενη 1 το ποσό των €27.700 σε σχέση με παροχή υπηρεσιών και/ή αγαθών που προσφέρθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγομένη
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν προσωπικά την υποχρέωση έναντι των εναγόντων για την πληρωμή του οφειλόμενου από την εναγομένη 1 ποσού προς τους ενάγοντες και/ή εγγυήθηκαν προσωπικά την πληρωμή προς τους ενάγοντες του εν λόγω οφειλόμενου ποσού. Οι ενάγοντες τόσο προσωπικά όσο και μέσω επιστολής του δικηγόρου τους ημερ. 23.4.10 αξίωσαν επανειλημμένα την καταβολή του πιο πάνω ποσού, πλην όμως οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν κατέβαλαν. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία παραδέχεται ότι η εναγομένη 1 ήταν πελάτης των εναγόντων καθώς και την ιδιότητα των εναγομένων 2 και 3, πλην, όμως αρνείται ότι η εναγομένη 1 ήταν οφειλέτης των εναγόντων. Αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων όσον αφορά την ισχυριζόμενη οφειλή της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες και επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά οποιαδήποτε υποχρέωση και/ή εγγυήθηκε προσωπικά την αποπληρωμή του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού ή οποιουδήποτε άλλου ποσού από την εναγομένη 1 προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω, ουδέποτε συμβλήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα με τους ενάγοντες αλλά πάντοτε ενεργούσε εκ μέρους και διά λογαριασμό της εναγομένης 1 και συνεπώς ουδεμία προσωπική ευθύνη φέρει για τυχόν οφειλόμενα ποσά από την εναγομένη 1 προς τους ενάγοντες. Με την απάντηση στην υπεράσπιση οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2 στον βαθμό που αυτοί είναι ασυμβίβαστοι με τους δικούς τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης. Οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή και στις 14.9.10 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για την καταβολή από μέρους τους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα προς τους ενάγοντες, του ποσού των €27.700 πλέον νόμιμο τόκο, καθώς και τα έξοδα της αγωγής. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν δύο μάρτυρες. Για την πλευρά των εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. Κυριάκος Πατσιά (ΜΕ) και για την πλευρά του εναγόμενου 2 μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ). Κατατέθηκαν επίσης 3 τεκμήρια. Μαρτυρία κ. Κυριάκου Πατσιά (ΜΕ) Ο κ. Πατσιά (ΜΕ) ο οποίος είναι υπάλληλος και αξιωματούχος των εναγόντων, υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως την κυρίως εξέταση του (Τεκμήριο Α). Ανέφερε ότι οι ενάγοντες, κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη 1 (στο εξής «η Εταιρεία») παρείχαν από το 2005 και μετέπειτα προς την Εταιρεία διάφορες εκτελωνιστικές υπηρεσίες και αγαθά, παρουσίασε δε αντίγραφο Εξουσιοδότησης Τελωνειακού Πράκτορα ημερ. 17.11.05 (Τεκμήριο 1). Ανέφερε επίσης ότι ο εναγόμενος 2, κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008, του υποσχέθηκε και τον διαβεβαίωσε προσωπικά ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της, θα αναλάβει ο ίδιος προσωπικά να το πληρώσει. Ο ΜΥ πλήρωσε κάποια ποσά για την Εταιρεία κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2009, αλλά ο λογαριασμός που τηρείτο από τους ενάγοντες παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο από τους εναγόμενους ύψους €27.700 (σχετική κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2) σε σχέση με παροχή υπηρεσιών και/ή αγαθών που προσφέρθηκαν προς όφελος και/ή για λογαριασμό των εναγομένων. Οι ενάγοντες τόσο προσωπικά όσο και μέσω επιστολής του δικηγόρου τους ημερ. 23.4.10 (Τεκμήριο 3) αξίωσαν την καταβολή του εν λόγω ποσού, πλην, όμως, ο εναγόμενος 2 ουδέν ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα. Ο ΜΕ αντεξετάσθηκε κυρίως επί της θέσης του που αφορούσε στην υπόσχεση και διαβεβαίωση από μέρους του εναγόμενου 2 για πληρωμή των οφειλομένων από την Εταιρεία ποσών από τον εναγόμενο 2 προσωπικά, και αναφορά στα όσα ανέφερε σχετικώς θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, πιο κάτω. Μαρτυρία εναγόμενου 2 (ΜΥ) Ο κ. Χρυσάνθου (ΜΥ) ανέφερε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στον ΜΕ ότι θα αναλάμβανε προσωπικά υποχρέωση για (τα χρέη) της Εταιρείας, η οποία ιδρύθηκε από τον πρώην Δήμαρχο Λευκωσίας κ. Ζαμπέλλα με σκοπό τον στολισμό της Λευκωσίας (δημιουργία παιχνιδούπολης) και την πραγματοποίηση κάποιων εκδηλώσεων, και η οποία χρηματοδοτείτο από τον πρώην Δήμαρχο Λευκωσίας, αρνούμενος τα όποια λόγια που ο ΜΕ του απέδωσε. Δέχθηκε ότι ήταν, κατά τον ουσιώδη τουλάχιστο χρόνο, διευθυντής της Εταιρείας, πλην, όμως ανέφερε ότι εργάστηκε στην Εταιρεία αφιλοκερδώς. Δέχθηκε επίσης ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και η Εταιρεία ήταν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Όσον αφορά το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο από την Εταιρεία προς τους ενάγοντες ποσό, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ασχολείτο με τα οικονομικά της Εταιρείας. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η συνήγορος των εναγόντων αναφέρθηκε στη δοθείσα μαρτυρία και προέβη σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και ο εναγόμενος 2 επανέλαβε τις θέσεις του. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω και στον βαθμό που χρειάζεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Ο ΜΕ μου έκανε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση και αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στη σύναψη σύμβασης μεταξύ των εναγόντων και της Εταιρείας, καθότι αυτή, αφενός, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από τον ΜΥ και αφετέρου υποστηρίζεται από τα έγγραφα που ο ΜΕ προσκόμισε. Ομοίως δε, αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του ως προς τα ποσά που η Εταιρεία οφείλει στους ενάγοντες, δεδομένης της μη ουσιαστικής αμφισβήτησης αυτού από τον ΜΥ. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν με την Εταιρεία να παρέχουν προς την τελευταία εκτελωνιστικές υπηρεσίες, αφού τα όσα ο ΜΕ ανέφερε σχετικώς ενισχύονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που είναι έγγραφο τιτλοφορούμενο «Εξουσιοδότηση Τελωνειακού Πράκτορα» ημερ. 17.11.05 σύμφωνα με το οποίο η Εταιρεία δηλώνει προς το Τμήμα Τελωνείων ότι εξουσιοδοτεί τους ενάγοντες (τελωνειακούς πράκτορες) να ενεργούν ως αντιπρόσωποι της (Εταιρείας) σε διαδικασία που απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης και της συμπλήρωσης και της υπογραφής εγγράφων σχετικά με οποιαδήποτε εμπορεύματα εισάγονται ή εξάγονται από την Εταιρεία (γενική εξουσιοδότηση). Άλλωστε ο ΜΥ με τη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά και σε καμιά περίπτωση τεκμηριωμένα την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 από την Εταιρεία, αφού το μόνο που ανέφερε ήταν ότι το Τεκμήριο 1 υπεγράφη από κάποιο πρόσωπο εκτός του ιδίου για το οποίο δεν γνώριζε αν είχε δικαίωμα να υπογράφει. Δεδομένης της γενικότητας της θέσης αυτής αλλά και του γεγονότος ότι το Τεκμήριο 1 φέρει την σφραγίδα της Εταιρείας, μαζί με την υπογραφή φυσικού προσώπου, δέχομαι ότι αυτό υπεγράφη από την Εταιρεία. Σημειώνω δε, για ό,τι αξίζει, πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά για κλοπή και χρήση της εταιρικής σφραγίδας ή για πλαστογραφία μέσω αυτής. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ ως προς το οφειλόμενο από την Εταιρεία υπόλοιπο, σημειώνω ότι ούτε αυτή έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από τον ΜΥ, αφού αυτό που ο ΜΥ ρώτησε τον ΜΕ αντεξετάζοντας τον τελευταίο σχετικά με το Τεκμήριο 2 ήταν γιατί δεν αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού και το δικό του όνομα, δηλαδή, αυτό του ΜΥ. Περαιτέρω, αντεξετασθείς ο ίδιος (ο ΜΥ) σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν η Εταιρεία χρωστούσε στους ενάγοντες το ποσό των €27.700, αφού ο ίδιος δεν ασχολείτο με τα οικονομικά ούτε και ήταν λογιστής της Εταιρείας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι οι καταστάσεις λογαριασμών δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν τα οποία πρέπει ν' αποδειχθούν με μαρτυρία (A.L. Mantovani & Sons v. Christis Travel Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, 159). Δεδομένης της θέσης του ΜΕ η οποία δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του ότι η Εταιρεία πράγματι οφείλει στους ενάγοντες το ποσό που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2, αλλά και της μη ουσιαστικής αμφισβήτησης του υπολοίπου που φαίνεται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ως οφειλόμενο από την Εταιρεία προς τους ενάγοντες, δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ ότι η Εταιρεία οφείλει προς τους ενάγοντες το ποσό των €27.700. Τέλος, αποδέχομαι την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 3 από τους δικηγόρους των εναγόντων προς τους εναγόμενους, καθότι όταν ζητήθηκε η κατάθεσή της ο ΜΥ δεν έφερε ένσταση σ' αυτήν, προσθέτοντας ότι δεν ισχυρίζεται ότι η επιστολή δεν έγινε. Παρά την αποδοχή, όμως, του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ, δεν μπορώ να αποδεχθώ το μέρος της μαρτυρίας του που αφορούσε σε κατ' ισχυρισμόν παροχή υπηρεσιών και/ή αγαθών προς τον ΜΥ, ούτε και στην κατ' ισχυρισμόν ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης από μέρους του ΜΥ να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τους ενάγοντες, σε περίπτωση που η Εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι το οφειλόμενο ποσό των €27.700 σχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών και/ή αγαθών που προσφέρθηκαν από τους ενάγοντες προς όφελος και/ή για λογαριασμό των εναγομένων 1, 2 και 3 (Τεκμήριο Α, παρ. 6). Έχω ήδη δεχθεί την παροχή υπηρεσιών από τους ενάγοντες προς την Εταιρεία για τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα. Δεν μπορώ, όμως, να αποδεχθώ ότι υπηρεσίες προσφέρθηκαν προς όφελος και/ή για λογαριασμό του ΜΥ (προσωπικά), καθότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Ισχυρισμός των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους είναι ότι οι υπηρεσίες και/ή τα αγαθά προσφέρθηκαν προς όφελος της Εταιρείας που ήταν πελάτης των εναγόντων (παρ. 2 και 4 της έκθεσης απαίτησης) και ο ισχυρισμός που ο ΜΕ προέβαλε για πρώτη φορά στην ακροαματική διαδικασία ότι υπηρεσίες και/ή αγαθά προσφέρθηκαν προς όφελος και/ή για λογαριασμό του ΜΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, σύμφωνα με την παγίως νομολογημένη αρχή ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ακόμα και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων, Dairy King Ltd v. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Πολ. Έφ. 272/10, ημερ. 21.7.16, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, ημερ. 28.9.15, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). Όσον, τώρα, αφορά στην ισχυριζόμενη ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής από τον ΜΥ προσωπικά, σημειώνω ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ ήταν ξεκάθαρος ότι ο ΜΥ του υποσχέθηκε και τον διαβεβαίωσε προσωπικά ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της, θα αναλάβει να το πληρώσει ο ίδιος ο ΜΥ προσωπικά (Τεκμήριο Α, παρ. 5), κατά την αντεξέταση του η εν λόγω θέση του φάνηκε να κλονίζεται, δεν παρέμεινε σταθερή και σίγουρα δεν είχε την ίδια σαφήνεια. Ο ΜΕ ερωτήθηκε αντεξετασθείς γιατί δεν περιλαμβάνεται το όνομα του ΜΥ στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) ως οφειλέτη και αποφεύγοντας να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα προέβαλε πως η ουσία είναι ότι ο ΜΥ του υποσχέθηκε προσωπικά πως ό,τι και να συμβεί «εγώ θα σε καλύψω». Αναφέρθηκε επίσης σε κάποια συνάντηση στο γραφείο και στην παρουσία του εναγόμενου 3 όπου ΜΥ και εναγόμενος 3 του ανέφεραν ότι θα τον πλήρωναν (τον ΜΕ) παρόλο που χρωστούσαν και σε άλλους, επειδή το οφειλόμενο ποσό αποτελούσε φόρους που οι ενάγοντες πλήρωσαν στο Τελωνείο πλέον κάποια μικρή προμήθεια. Ερωτηθείς επίμονα αν ο εναγόμενος 3 του ανέφερε ότι θα τον πληρώσει προσωπικά, ο ΜΕ απέφυγε και πάλι να απαντήσει αναφέροντας ότι «Είπετε και οι δύο ότι θα καλύψουμε τον Κυριάκο, θα είναι ο μόνος που θα καλύψουμε που τους χρεώστες μας» και ότι ο Πανίκος (σ.σ. που είναι ο εναγόμενος 3) είπε συγκεκριμένα «Μιχάλη τον Κυριάκο πρέπει να τον καλύψουμε» (σ.σ. ο «Μιχάλης» είναι ο ΜΥ και ο «Κυριάκος» ο ΜΕ). Θεωρώ τη μαρτυρία του ΜΕ ότι ο ΜΥ ανέλαβε προσωπικά την υποχρέωση να αποπληρώσει τα χρέη της Εταιρείας προς τους ενάγοντες μη πειστική. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2), παρά τη μαρτυρία του ΜΕ ότι αυτή αφορούσε όλους τους εναγόμενους (Τεκμήριο Α, παρ. 6), αναφέρεται ως οφειλέτης μόνο η Εταιρεία. Περαιτέρω, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ η οποία δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ο τελευταίος ουδέν συμφέρον είχε στην Εταιρεία προς την οποία παρείχε τις όποιες υπηρεσίες του εθελοντικά και αφιλοκερδώς, η θέση του ΜΕ ότι ο ΜΥ εγγυήθηκε προσωπικά το χρέος της Εταιρείας ή και ότι ανέλαβε να το αποπληρώσει, δεν είναι ούτε λογική ούτε πειστική. Πέραν των ανωτέρω, το ποσό που οφειλόταν από την Εταιρεία προς τους ενάγοντες ήταν αρκετά μεγάλο, όμως κανένα έγγραφο δεν παρουσιάστηκε που να επιμαρτυρεί, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, τη με οποιοδήποτε τρόπο ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης από τον ΜΥ να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Επιπλέον, ακόμη και αν δεχόμουν ότι η συζήτηση την οποία ο ΜΕ επικαλείται παρουσία του εναγόμενου 3 πράγματι έλαβε χώρα, τα όσα ο ΜΕ αποδίδει στους συνομιλητές του δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές εύρημα ότι ο ΜΥ ανέλαβε προσωπικά την αποπληρωμή του χρέους της Εταιρείας. Αυτό που προκύπτει κατά την κρίση μου είναι ότι η Εταιρεία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χρωστούσε σε διάφορους και ΜΥ και εναγόμενος 3 εξέφρασαν μία πρόθεση να πληρωθούν κατά προτεραιότητα από την Εταιρεία οι ενάγοντες, χωρίς πάντως να αναλαμβάνει ο ΜΥ την υποχρέωση να καταβάλει το οφειλόμενο από την Εταιρεία ποσό ο ίδιος προσωπικά σε περίπτωση που η Εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ ότι ο ΜΥ ανέλαβε προσωπικά την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος το χρέος της Εταιρείας. Χωρίς να παραγνωρίζω το προφανές προσωπικό συμφέρον του ΜΥ από την έκβαση της παρούσας, σημειώνω ότι αυτός μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, με τις απαντήσεις του να είναι άμεσες, αυθόρμητες και ειλικρινείς, στη δε μαρτυρία του δεν εντοπίζω αντιφάσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του. Ο ΜΥ ήταν σταθερός και κάθετος στη θέση του ότι κανένα απολύτως συμφέρον δεν είχε στην Εταιρεία ή από αυτήν, ούτως ώστε να την εγγυηθεί προσωπικά. Η εν λόγω Εταιρεία, όπως εξήγησε, ιδρύθηκε προκειμένου να στολιστεί η Λευκωσία χωρίς να υποστεί τα σχετικά έξοδα ο Δήμος Λευκωσίας, χρηματοδοτείτο δε από τρίτα πρόσωπα (και συγκεκριμένα από τον πρώην Δήμαρχο Λευκωσίας κ. Ζαμπέλα) και όχι από τον ίδιο. Δέχθηκε βεβαίως ότι ήταν, κατά τον ουσιώδη, τουλάχιστο, χρόνο, διευθυντής της Εταιρείας, πλην, όμως ανέφερε ότι εργάστηκε στην Εταιρεία εθελοντικά και αφιλοκερδώς αναλώνοντας χρόνο και κόπο προκειμένου να στολιστεί η Λευκωσία, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων καθ' οιονδήποτε τρόπο και γίνεται αποδεκτός. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την κα Παπαμιλτιάδους ότι ο ΜΥ είναι αναξιόπιστος μάρτυρας για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευσή της. Το γεγονός ότι υπήρχε άρνηση στην Υπεράσπιση του ΜΥ περί του ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, γεγονός που ο ΜΥ δέχθηκε με τη διά ζώσης μαρτυρία του, ουδόλως μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας του ΜΥ, αλλά αντίθετα σε συμπέρασμα για την ειλικρίνεια του, αφού δεν δίστασε να παραδεχθεί το εν λόγω γεγονός παρά το ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους ενάγοντες σε σχέση με αυτό (λ.χ. πιστοποιητικό εγγραφής των εναγόντων στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών). Όσον αφορά στο οφειλόμενο από την Εταιρεία χρέος (για το οποίο επίσης υπήρχε άρνηση στην Υπεράσπιση του ΜΥ) η θέση του ΜΥ αναφέρθηκε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ πιο πάνω. Αυτό δε που ξεκάθαρα προκύπτει από αυτήν είναι ότι ο ΜΥ δεν γνωρίζει αν υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εταιρεία αφού δεν ασχολείτο με τα οικονομικά της, εξ ου και δεν το αμφισβήτησε είτε μέσω της μαρτυρίας του είτε μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ, γεγονός που και πάλι δείχνει την ειλικρίνεια του ΜΥ, ο οποίος δεν αμφισβήτησε ισχυρισμούς του ΜΕ περί θεμάτων τα οποία δεν γνώριζε. Ούτε το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους της Εταιρείας (κάτι που οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της) συγκρούεται ή αντιφάσκει με οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ΜΥ. Αποτελούσε δικαίωμα της Εταιρείας και των διευθυντών της να καταχωρήσουν εμφάνιση εκ μέρους της, η δε μη προώθηση καταχώρησης εμφάνισης για την Εταιρεία από τον ΜΥ μάλλον ενισχύει παρά να αδυνατίζει τη θέση του ότι ο ίδιος ουδέν συμφέρον ή όφελος είχε από τη συμμετοχή του στην Εταιρεία, με αποτέλεσμα να μην τον απασχολεί η έκδοση απόφασης εναντίον της. Περαιτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι ο ΜΥ θα έπρεπε να είχε δικογραφήσει στην Υπεράσπιση του τον ισχυρισμό του ότι η Εταιρεία είχε μεγάλα χρέη προς την Τράπεζα Κύπρου και ότι η παράλειψη δικογράφησης του ισχυρισμού αυτού πλήττει την αξιοπιστία του ΜΥ, καθότι τέτοιος ισχυρισμός είναι άσχετος με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Διαφωνώ, τέλος, με την εισήγηση της κας Παπαμιλτιάδους ότι ο ΜΥ γενικά έδωσε την εντύπωση ότι γνώριζε κάποια πράγματα τα οποία δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Πράγματι ο ΜΥ ήταν αρχικά διστακτικός στο να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες ως προς τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη σύσταση και λειτουργία της Εταιρείας, όχι, όμως, επειδή πρόθεση του ήταν να αποκρύψει κάτι από το Δικαστήριο, αλλά επειδή, ως και ο ίδιος ανέφερε, θεώρησε ότι το επίδικο θέμα ήταν κατά πόσον υποσχέθηκε ο ίδιος να αποπληρώσει προσωπικά το χρέος της Εταιρείας, εξηγώντας πως ό,τι ανέφερε ήταν για να δείξει ότι ο ίδιος δεν είχε συμφέρον σε αυτήν για να την εγγυηθεί προσωπικά. Κρίνω τον ΜΥ αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ευρήματα Κατ' ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταγράφονται ακολούθως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Οι ενάγοντες και η εναγομένη 1 ήταν για όλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένες στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Η εναγομένη 1 ιδρύθηκε με σκοπό να στολιστεί η Λευκωσία με τη δημιουργία παιχνιδούπολης και για την πραγματοποίηση κάποιων εκδηλώσεων. Οι ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας με την εναγομένη 1 παρείχαν στην τελευταία, από το 2005 και μετέπειτα, διάφορες εκτελωνιστικές υπηρεσίες. Περί τον Φεβρουάριο του 2009 η εναγομένη 1 όφειλε στους ενάγοντες το ποσό των €27.700, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι και σήμερα. Με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 23.4.10, οι ενάγοντες αξίωσαν από τους εναγόμενους την καταβολή του ποσού των €27.700. Ο εναγόμενος 2 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντής της εναγομένης 1. Ο εναγόμενος 2 δεν υποσχέθηκε στον διευθυντή των εναγόντων ούτε και τον διαβεβαίωσε ότι σε περίπτωση που η εναγομένη 1 αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της, θα το πληρώσει ο ίδιος προσωπικά. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Θέση των εναγόντων είναι ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπικά την υποχρέωση έναντι τους για την πληρωμή του οφειλόμενου από την εναγομένη 1 ποσού προς τους ενάγοντες και/ή εγγυήθηκε προσωπικά την πληρωμή προς τους ενάγοντες των οφειλομένων από την εναγομένη 1 ποσών. Σύμφωνα με τα άρθρα 82, 84 και 86 του Κεφ. 149: «
- Η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους υπόσχεται να καλύψει τον άλλο για ζημιά την οποία δυνατό να υποστεί από τη συμπεριφορά του ίδιου του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, καλείται "σύμβαση κάλυψης".» «
- "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο∙ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".» «
- Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης.» Στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας και κατ' ακολουθία της αξιολόγησης αυτής, δεν οδηγήθηκα σε εύρημα ότι ο εναγόμενος 2 υποσχέθηκε ή διαβεβαίωσε τον διευθυντή των εναγόντων ότι σε περίπτωση που η εναγομένη 1 αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της, τότε θα αναλάβει ο ίδιος προσωπικά να πληρώσει στους ενάγοντες το οφειλόμενο από την εναγομένη 1 ποσό ή ότι εγγυήθηκε την αποπληρωμή του εν λόγω ποσού. Έπεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν, στον βαθμό που απαιτείται, την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου
- Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι, από την ημέρα που ο εναγόμενος 2 σταμάτησε να εκπροσωπείται από δικηγόρο και μετέπειτα, δικαιούται μόνο τα πραγματικά του έξοδα. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο