Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Νίκος Κ. Νικολάου κ.α., Αγωγή Αρ. 7234/10, 26/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7234/10 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας και
- Νίκος Κ. Νικολάου
- Μαριέτα Ν. Νικολάου Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2017 Για τους αιτητές - εναγόμενους: κ. Α. Δημητρίου, για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για την καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα: κ. Α. Αποστολίδης, για Ιωαννίδης - Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 21.2.17 για τροποποίηση της Υπεράσπισης) Εισαγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.8.10 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και με αυτήν η ενάγουσα ζητεί από τους εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, το ποσό των €69.949,53, πλέον τόκους και έξοδα. Θέση της ενάγουσας είναι ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 30.7.09, συμφώνησε να παρέχει στον εναγόμενο 1 δάνειο και/ή πίστωση και/ή τραπεζικές και/ή άλλες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, βάσει της οποίας άνοιξε συγκεκριμένο λογαριασμό δανείου προς όφελος του εναγόμενου
- Η εναγομένη 2, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 30.7.09, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα. Ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε κατά ή περί τις 13.5.10 και η ενάγουσα κάλεσε τους εναγόμενους να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπ' αυτών ποσά, κάτι το οποίο οι εναγόμενοι δεν έπραξαν. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση στις 14.3.
- Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι-αιτητές (στο εξής «οι αιτητές») ζητούν την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους ως ακολούθως: «Α. Δια της διαγραφής της παραγράφου 1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 1, ως ακολούθως:- Παράγραφος 1
- Οι Εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Β. Δια της διαγραφής της παραγράφου 2 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 2, ως ακολούθως:- Παράγραφος 2
- Οι Εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στις παραγράφους 2 και 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, πλην όμως λέγουν ότι η επίδικη συμφωνία που υπέγραψαν είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και δέον όπως ακυρωθεί καθ' ότι καταρτίστηκε υπό συνθήκες εξαναγκασμού ή και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς τους Εναγομένους. Συγκεκριμένα, σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς τους οι Εναγόμενοι λέγουν τα ακόλουθα: -
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, οι Εναγόμενοι δεν όφειλαν οποιονδήποτε ποσό στους Ενάγοντες είτε ως Πρωτοφειλέτες είτε ως Εγγυητές αφού όλα τα οφειλόμενα στους Ενάγοντες ποσά είχαν εξοφληθεί πλήρως κατά ή περί τις 23/7/2009, γεγονός που οι Ενάγοντες επιβεβαίωσαν προς τον Εναγόμενο 1 με σχετικές επιστολές τους ημερομηνίας 23/7/
- 2.
- Στην πραγματικότητα και αληθώς, οι Ενάγοντες δεν παραχώρησαν το ισχυριζόμενο δάνειο στον Εναγόμενο 1 ούτε και πλήρωσαν το εν λόγο ποσό στον Εναγόμενο 1 αλλά ούτε ο Εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας όφειλε στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. 2.
- Η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα εκβιασμού του Εναγομένου 1 ή και των Εναγομένων από τους Ενάγοντες ή και εξαναγκασμού του Εναγομένου 1 ή και των Εναγομένων να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία για ποσό που δεν οφείλετο αφού είχε πλήρως εξοφληθεί. Ο εκβιασμός των Εναγόντων προς τους Εναγομένους συνίστατο στο ότι οι Ενάγοντες αρνούντο παράνομα και αδικαιολόγητα να αποσύρουν από ακίνητη περιουσία του Εναγομένου 1 επιβάρυνση που είχαν κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο, επιβάρυνση που ο Εναγόμενος 1 είχε απόλυτη ανάγκη να ακυρωθεί και να εξαλειφθεί. 2.
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα οι Ενάγοντες εκβιαστικά και υπό συνθήκες εξαναγκασμού υποχρέωσαν τον Εναγόμενο 1 ή και τους Εναγομένους να αναγνωρίσουν χρέος το οποίο είχε ήδη εξοφληθεί κατά ή περί τις 23/7/
- Γ. Δια της διαγραφής της παραγράφου 3 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 3, ως ακολούθως:- Παράγραφος 3
- Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως εκτίθενται ανωτέρω. Δ. Δια της διαγραφής της παραγράφου 4 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 4, ως ακολούθως:- Παράγραφος 4
- Οι Εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως με επιφύλαξη των υπερασπίσεων τους ως ανωτέρω εκτίθενται και λέγουν ή και επαναλαμβάνουν ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι παράνομη ή και προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού ή και εξαναγκασμού ή και εκβιασμού ή και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς τους Εναγομένους και ως εκ τούτου είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη και δέον όπως ακυρωθεί και συνεπώς η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι αυτή παράνομη, άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και δέον όπως ακυρωθεί για τους ίδιους λόγους. Ε. Δια της διαγραφής της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 5, ως ακολούθως:- Παράγραφος 5
- Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους ως ανωτέρω εκτίθεται και αρνούνται ότι όφειλαν ή οφείλουν στους Ενάγοντες οποιονδήποτε ποσό. Στ. Δια της διαγραφής της παραγράφου 6 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 6, ως ακολούθως:- Παράγραφος 6
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 7 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους ως ανωτέρω εκτίθεται. Ζ. Δια της διαγραφής της παραγράφου 7 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 7, ως ακολούθως:- Παράγραφος 7
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους ως ανωτέρω εκτίθεται. Η. Δια της διαγραφής της παραγράφου 8 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 8, ως ακολούθως:- Παράγραφος 8
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην παράγραφο 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους ως ανωτέρω εκτίθεται και αξιούν την απόρριψη της αγωγής των Εναγόντων με έξοδα σε βάρος τους. Θ. Δια της διαγραφής των παραγράφων 9, 10, 11, 12, 13 και 14 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. Ι. Δια της προσθήκης Ανταπαιτήσεως με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 9, ως ακολούθως: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους μαζί και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της ως εις την Έκθεση Υπεράσπισης τους ανωτέρω και αξιούν ανταπαιτητικώς κατά των εναγόντων ως ακολούθως:- Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 30/7/2009 είναι παράνομη ή και προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού ή και εξαναγκασμού ή και εκβιασμού ή και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς τους Εναγομένους και ως εκ τούτου είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη και δέον όπως ακυρωθεί ή και Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 30/7/2009 της Εναγομένης 2 είναι παράνομη ή και προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού ή και εξαναγκασμού ή και εκβιασμού ή και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς τους Εναγομένους και ως εκ τούτου είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη και δέον όπως ακυρωθεί ή και ότι η Εναγόμενη 2 απαλλάχθηκε από την εξ εγγυήσεως ευθύνη της.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.1-9 καθώς και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση της κας Άντριας Γεωργίου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές και γνωρίζει, ως αναφέρει, καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τους αιτητές αλλά και από τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Η ομνύσασα αναφέρει ότι η καταχωρηθείσα από τους αιτητές Υπεράσπιση είναι λανθασμένη και ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή θέματα, κάτι που εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από το ίδιο το κείμενο της Υπεράσπισης, αφού σε αυτήν απαντούνται περισσότερες παράγραφοι από αυτές που υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης. Το λάθος οφείλεται στο ότι μεταξύ των ιδίων διαδίκων εκκρεμούν και άλλες υποθέσεις στο Δικαστήριο και δυστυχώς εκ παραδρομής καταχωρήθηκε λανθασμένα Υπεράσπιση που αφορούσε άλλη αγωγή. Το σφάλμα διαπιστώθηκε κατά την πορεία της υπόθεσης από τον δικηγόρο που χειριζόταν προσωπικά την αγωγή εκ μέρους των αιτητών, εξ ου και δηλώνετο στο Δικαστήριο η πρόθεση των αιτητών να υποβάλουν αίτηση τροποποίησης. Δυστυχώς ο εν λόγω δικηγόρος, αποχώρησε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, χωρίς να προωθήσει εγκαίρως την αίτηση τροποποίησης. Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι απολύτως αναγκαία, αφού η υφιστάμενη Υπεράσπιση δεν ανταποκρίνεται στα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης γεγονότα. Η ομνύσασα επαναλαμβάνει και υιοθετεί τα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης, ως τους αληθινούς και πραγματικούς ισχυρισμούς των αιτητών, προς υποστήριξη των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2 δύο επιστολές της ενάγουσας, με τις οποίες η τελευταία ενημερώνει τον εναγόμενο 1 ότι έχει απαλλαγεί από τις εγγυήσεις που παραχώρησε σε άλλες δανειακές συμβάσεις μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας Nicobutton Enterprises Ltd. Η ομνύσασα υποστηρίζει ότι οι αιτητές έχουν σοβαρούς και βάσιμους ισχυρισμούς τους οποίους θα πρέπει να αφεθούν να προβάλουν στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, προβάλλονται ισχυρισμοί αναφορικά με το ότι οι αιτητές ουδέν ποσό έλαβαν από την ενάγουσα και ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης καταρτίστηκαν και υπογράφτηκαν κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού, εκβιασμού και αθέμιτης πίεσης και επιρροής από την ενάγουσα προς τους αιτητές. Αν η παρούσα αίτηση δεν εγκριθεί, οι αιτητές δεν θα μπορούν να προσκομίσουν μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, αφού αυτή θα είναι εκτός των εγγράφων προτάσεων. Περαιτέρω, η έγκριση της αίτησης είναι αναγκαία επειδή οι δικογραφημένοι στην υφιστάμενη Υπεράσπιση ισχυρισμοί δεν ανταποκρίνονται στους πραγματικούς ισχυρισμούς των αιτητών, και ούτε συνάδουν με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι επίσης η θέση της ομνύσασας ότι επειδή η Ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και δεν προσκομίστηκε ακόμη οποιαδήποτε μαρτυρία, τυχόν αποδοχή της αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά προς την ενάγουσα που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Περαιτέρω, η αίτηση υποβάλλεται εντελώς καλόπιστα και χωρίς οποιανδήποτε πρόθεση παρέλκυσης ή καθυστέρησης της διαδικασίας. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η ομνύσασα παραδέχεται ότι πράγματι αυτή υπάρχει όμως, ένεκα του ότι ο δικηγόρος που χειρίζονταν την υπόθεση αποχώρησε από το γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, η αίτηση δυστυχώς δεν προωθήθηκε εγκαίρως, σίγουρα δε οι αιτητές δεν θα επιθυμούσαν να εκληφθεί ότι η παρατηρηθείσα καθυστέρηση συνιστά περιφρόνηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας ή και του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, η καθυστέρηση είναι εντελώς καλόπιστη και το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει από μόνο του να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Η ομνύσασα καταλήγει ότι είναι, κατά την εισήγηση της, δίκαιο, ορθό αλλά και αναγκαίο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, διότι με τον τρόπο αυτό θα εξυπηρετηθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης και θα δοθεί η ευκαιρία στους αιτητές να προβάλουν τις θέσεις και ισχυρισμούς τους και να έχουν μια δίκαιη δίκη. Η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιανδήποτε σοβαρή ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση ούτε και θα επηρεάσει σε ουσιαστικό βαθμό τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της ενάγουσας για δίκαιη δίκη, ενώ αντίθετα τυχόν απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει στους αιτητές ανεπανόρθωτη ζημία και βλάβη και θα τους εμποδίσει από του να έχουν μια δίκαιη δίκη. Εξάλλου η ενάγουσα μπορεί να αποζημιωθεί και θα αποζημιωθεί για τα έξοδα που θα προκληθούν από τυχόν έγκριση της αίτησης. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Έχει παρουσιασθεί υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Η δε τεράστια αργοπορία που εμφανώς παρατηρείται στην προώθηση της παρούσας επιδρά καταλυτικά επί των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να δικαιολογήσουν τη σημειωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και/ή απέτυχαν να δικαιολογήσουν το χρονικό στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση, σε συνάρτηση με τη δυνατότητά τους να αποταθούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα αφού όλα τα γεγονότα ήταν εις γνώση τους έκτοτε και εξ αρχής.
- Επί πέντε συναπτά έτη, ζητούσαν χρόνο να καταχωρήσουν την αίτηση τροποποίησής τους το οποίο όμως εντελώς καταχρηστικά αμελούσαν να το πράξουν. Η δε δικαιολογία που προβάλλουν για αλλαγή του Δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση τους δεν σχετίζεται με το χρόνο που διέρρευσε, αφού ουδέν επ' αυτού συγκεκριμένα αναφέρουν.
- Διά της παρούσας αιτήσεως επιδιώκεται η αναδόμηση της Υπεράσπισης των Αιτητών και/ή προσθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και θεμάτων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σοβαρά και δυσμενώς η θέση της Καθ' ης η Αίτηση. Γίνεται επίσης προσθήκη Ανταπαίτησης.
- Η παράβλεψη και/ή η αποχώρησης του δικηγόρου από το γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση που εν προκειμένω οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για τροποποίηση της δικογραφίας. Εξ άλλου ουδεμία αλλαγή στην εκπροσώπηση υπήρχε και εξακολουθεί να είναι το ίδιο το γραφείο που έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ενώ στο πρακτικό του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι άλλος δικηγόρος χειριζόταν την υπόθεση προσωπικά.
- Η καθυστέρηση που παρατηρείται οφείλεται αποκλειστικά σε σφάλμα της πλευράς των Αιτητών, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία του χρόνου που αφέθηκε να περάσει άπραγος.
- Οι Αιτητές δεν έχει επιδείξει καλή πίστη στην προώθηση της διαδικασίας τροποποίησης του δικογράφου τους. Οι Αιτητές έχουν επιδείξει κακοπιστία και τελούν επί κατάχρηση της διαδικασίας.
- Οι Αιτητές έχουν δηλώσει στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 31.10.13 ότι δεν θα προβούν σε τροποποίηση και δεσμεύονται από αυτή τους την δήλωση.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.2, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.12, Δ.25 Θ.1 - 5, Δ.39, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 και 9, Δ.63 Θ.2, καθώς και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Νίκου Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση και ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν. Ο κ. Μιχαήλ υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι δικαιολογημένη και δέον όπως απορριφθεί. Λέγει ότι ο πρώτος παράγοντας που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν είναι απόλυτα καταλυτικός και δεικτικός της αδιαφορίας των αιτητών να προωθήσουν τάχιστα την υπόθεση τους. Αναφέρεται ειδικότερα στην καθυστέρηση που παρατηρείται η οποία είναι τόσο μεγάλης διάρκειας ώστε κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και καταδεικνύει την κακοπιστία των αιτητών. Ο κ. Μιχαήλ αναφέρει ότι στις 15.3.11 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση της οποίας ζητείται η τροποποίηση με την παρούσα αίτηση και στις 21.12.11 οι αιτητές αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στην ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στις 14.3.12 ζήτησαν επιπλέον 10 ημέρες για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης και στις 22.10.12 οι αιτητές αιτήθηκαν και πάλι αναβολή επικαλούμενοι για άλλη μια φορά την ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους, με το Δικαστήριο να σημειώνει ότι έχει ήδη συμπληρωθεί ένας χρόνος από τότε που τέθηκε από τους αιτητές για πρώτη φορά θέμα τροποποίησης του εν λόγω δικογράφου. Επιπλέον, τόσο στις 27.9.13 όσο και στις 13.9.13 αιτήθηκαν εκ νέου αναβολή της διαδικασίας με το αιτιολογικό ότι χρειάζονται χρόνο για την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Στις 31.10.13, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες ζητήθηκε από κοινού όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση και σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα γίνει τελικά αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης οι αιτητές απάντησαν αρνητικά αναφέροντας ότι έχουν δυσκολίες επικοινωνίας με τους πελάτες τους. Στις 6.5.14 οι αιτητές ζήτησαν όπως αναβληθεί η ακρόαση της υπόθεσης αναφέροντας ότι ο κ. Μαθηκολώνης ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση δεν θα μπορέσει να παραστεί εφόσον θα είναι απασχολημένος σε ποινική υπόθεση. Στις 1.12.14 οι αιτητές ζήτησαν και πάλι αναβολή της ακρόασης, λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη ο κ. Μαθηκολώνης. Υπήρξαν επίσης αρκετές αναβολές είτε λόγω κωλύματος του κ. Μαθηκολώνη είτε λόγω αιτημάτων της πλευράς της καθ' ης η αίτηση. Στις 30.1.17 οι αιτητές έθεσαν εκ νέου το θέμα της αναγκαιότητας για τροποποίηση ζητώντας χρόνο για καταχώρηση αίτησης, κάτι που εν τέλει έπραξαν με τεράστια καθυστέρηση στις 21.2.
- Όπως γίνεται αντιληπτό, λέγει ο κ. Μιχαήλ, από το ιστορικό της υπόθεσης μεταξύ της υποβολής του πρώτου αιτήματος για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης (21.12.11) και της υποβολής της παρούσας αίτησης (21.2.17) έχουν παρέλθει σχεδόν 6 χρόνια. Η καθυστέρηση που σημειώθηκε κατά αποκλειστική υπαιτιότητα των αιτητών πλήττει τόσο τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση, αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης αφού η απονομή της έχει ήδη καθυστερήσει παραβιάζοντας το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Περαιτέρω, είναι η θέση του κ. Μιχαήλ ότι οι αιτητές όφειλαν να δικαιολογήσουν με επάρκεια την παράλειψή τους να αποταθούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα, είχαν καθήκον να τεκμηριώσουν την καλοπιστία τους και συνάμα να δικαιολογήσουν την αδράνειά τους. Οι αιτητές απέτυχαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αφού τίποτα δεν αναφέρουν για τον χρόνο που άφησαν να περάσει άπραγος, αρκούμενοι στην αναφορά ότι η υφιστάμενη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε εκ παραδρομής κάτι που διαπιστώθηκε από τον δικηγόρο που χειρίζετο την υπόθεση και ο οποίος αποχώρησε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, μη αναφέροντας, όμως, πότε ο εν λόγω δικηγόρος αποχώρησε από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο. Εν πάση περιπτώσει η αποχώρηση ενός δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία γιατί δεν προωθήθηκε μια αίτηση από το
- Λέγει επίσης ότι αρκετές φορές (αρχής γενομένης της 6.5.14) ζητήθηκε αναβολή λόγω προσωπικών κωλυμάτων του κ. Μαθηκολώνη που χειρίζεται την υπόθεση προσωπικά, χωρίς να δικαιολογούν οι αιτητές το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της 6.5.14 και της καταχώρησης της αίτησης (21.2.17). Θέση του κ. Μιχαήλ είναι ότι το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό ήταν σε γνώση των αιτητών από τις 21.12.11 και η προσπάθεια τροποποίησης, σχεδόν 6 χρόνια αργότερα, με μόνο υποστύλωμα την αναφορά στο σφάλμα του δικηγόρου καθώς και στην αποχώρηση του από το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους αιτητές θα πρέπει να οδηγήσει στην αποτυχία της αίτησης αφού εν τέλει είναι ο κ. Μαθηκολώνης που χειριζόταν εξ αρχής την υπόθεση. Περαιτέρω, η δήλωση των αιτητών στις 31.10.13 δεσμεύει αυτούς, και δείχνει την κατάχρηση που υπάρχει. Ο κ. Μιχαήλ επισημαίνει επίσης ότι στις 22.10.12 έγιναν συστάσεις στους αιτητές από το Δικαστήριο για την αργοπορία τους στην καταχώρηση της αίτησης, συστάσεις οι οποίες δεν είχαν αποτέλεσμα αφού παρήλθαν άλλα τέσσερα έτη για να καταχωρηθεί η αίτηση. Δεν υπάρχει ουδεμία δικαιολόγηση που να δείχνει γνησιότητα στις προθέσεις των αιτητών και είναι χαρακτηριστική, λέγει, η έλλειψη καλής πίστης και η αμέλεια τους. Είναι τέλος η θέση του κ. Μιχαήλ ότι με την αίτηση επιδιώκεται η αναδόμηση της Υπεράσπισης των αιτητών και η προσθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία όχι μόνο δεν είναι τυπικά αλλά αφορούν διάφορα θέματα, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σοβαρά και δυσμενώς η θέση της καθ' ης η αίτηση, προστίθεται δε ανταπαίτηση. Αναφορικά με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο κ. Μιχαήλ λέγει ότι αυτά ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση αφού αφορούν άλλη αγωγή που έχει καταχωρηθεί από την Τράπεζα με εναγόμενη την εταιρεία Nicobutton Enterpises Ltd (το κλητήριο ένταλμα της εν λόγω αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 4.3.13, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Οι λόγοι ένστασης που η καθ' ης η αίτηση προβάλλει δύνανται να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία επιδρά καταλυτικά στα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση (λόγος ένστασης 1), χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή (λόγοι ένστασης 2, 3, 5, 6) και ενώ είχε δηλωθεί στις 31.10.13 ότι δεν θα γίνει τροποποίηση, δήλωση που δεσμεύει τους αιτητές (λόγος ένστασης 8). Περαιτέρω, με την αίτηση επιδιώκεται η αναδόμηση της Υπεράσπισης των αιτητών και η προσθήκη Ανταπαίτησης (λόγος ένστασης 4), η δε αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και κατά κατάχρηση της διαδικασίας (λόγος ένστασης 7). Προέχει, κρίνω, η εξέταση του όγδοου λόγου ένστασης, αναπτύσσοντας τον οποίο στην αγόρευση του ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι αιτητές κωλύονται ένεκα συμπεριφοράς (estoppel) στην προώθηση της παρούσας αίτησης, επειδή οι δικηγόροι τους, στις 31.10.13 δήλωσαν ότι δεν θα καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης. Πράγματι από το πρακτικό που τηρήθηκε από το Δικαστήριο στις 31.10.13, προκύπτει ότι ερωτήθηκε τότε η συνήγορος των αιτητών (κα Φιλίππου) αν εν τέλει θα καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης, και η κα Φιλίππου απάντησε «Όχι, έχουμε δυσκολία επικοινωνίας με τους πελάτες. Ζητούμε ημερομηνία για ακρόαση». Ως έχει νομολογηθεί, ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στη βάση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (ostensible authority) οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει δεσμεύουν τον πελάτη του (βλ. μεταξύ άλλων, Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 126/10, ημερ. 24.4.15). Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Εταιρείας Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94 (η οποία υιοθετήθηκε στην Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814) πραγματεύτηκε το θέμα καθιέρωσης δικαιϊκού κωλύματος που προκύπτει από παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του στο πλαίσιο της δίκης. Στην υπόθεση εκείνη υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις Langdale ν. Danby [1982] 3 All E.R. 129 (HL) και Η. Clark ν. Wilkinson [1965] 1 All E.R.
- Στην πρώτη απόφαση αναφέρεται ότι θεμελιώνεται δικαιϊκό κώλυμα μόνο εφόσον οι παραστάσεις αυτές είναι σαφείς, ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημιά που θα προκαλείτο στον δεύτερο διάδικο εάν καλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του. Στη δεύτερη υπόθεση αποφασίστηκε ότι εφόσον οι παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί διάδικος μέσω του δικηγόρου του δεν είχαν επιπτώσεις και άφησαν αμετάβλητη τη θέση του αντιδίκου, αυτές μπορεί να αποσυρθούν σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς συνέπειες. Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση της κας Φιλίππου στις 31.10.13 δεν έχει δημιουργήσει οποιοδήποτε δικαιϊκό κώλυμα, αφού αυτή δεν οδήγησε σε αναπροσαρμογή της θέσης της καθ' ης η αίτηση η οποία παρέμεινε καθόλα αμετάβλητη, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αδικία για την καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση προώθησης, εν τέλει, αίτησης τροποποίησης από τους αιτητές. Το ιστορικό της αγωγής και η πορεία που αυτή ακολούθησε περιγράφεται στην ένορκο δήλωση του κ. Μιχαήλ. Υπάρχει, πράγματι, πρέπει να λεχθεί, πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, αφού η αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν έξι έτη μετά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση (14.3.11) και πέραν των πέντε ετών από την ημερομηνία που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση (21.12.11), για την οποία δίδεται μεν κάποια δικαιολογία, η οποία, όμως, σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογεί το σύνολο του διαρρεύσαντος χρόνου, αφού ακόμη και αν η μη έγκαιρη προώθηση της αίτησης οφειλόταν στο σφάλμα του δικηγόρου από το γραφείο του κ. Μαθηκολώνη ο οποίος αρχικώς χειριζόταν την υπόθεση (παρ. 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως της κας Γεωργίου), τούτο δεν εξηγεί γιατί η αίτηση δεν προωθήθηκε μετά την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης από τον ίδιο τον κ. Μαθηκολώνη, κάτι που έγινε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που βρίσκονται στον δικαστικό φάκελο το αργότερο στις 6.5.
- Αυτό που εν τέλει αβίαστα προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης ως αυτό αναφύεται μέσα από τα πρακτικά που υπάρχουν στον δικαστικό φάκελο είναι ότι η μη έγκαιρη προώθηση της αίτησης τροποποίησης, οφείλεται σε αμέλεια των συνηγόρων των αιτητών, όπως και ο συνήγορος των αιτητών ευθαρσώς παραδέχτηκε στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αιτήσεως, και το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί για τον λόγο ότι αυτή καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα ή/και επειδή η καταχώρηση λανθασμένης Υπεράσπισης και η μη έγκαιρη προώθηση της αίτησης τροποποίησης οφείλεται σε αμέλεια των συνηγόρων των αιτητών. Στρεφόμενη λοιπόν στην επί των πιο πάνω θεμάτων νομολογία, αναμφίβολα προκύπτει ως σταθερή αρχή αυτής ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., Πολ. Εφ. 137/13 και 138/13, ημερ. 20.3.14, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, υπάρχει, δε, σημειώνω, πλήρης ταύτιση επί του θέματος με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, η οποία επικροτήθηκε στην υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης είπε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Είπε επίσης ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Επίσης στην υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε (στη σελ. 1009) ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης. Το Εφετείο πρόσθεσε ότι «εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, στη σελ. 2147 λέχθηκε ότι η μερική αδυναμία που συνίστατο στο ότι οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, «εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Περαιτέρω δε, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (υποθέσεις Χριστοδούλου, Νικολάου και IKOS CIF, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, σελ. 52, στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη Δ.25 Θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given», καθώς και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σελ. 124-125. Οι συνήγοροι της καθ' ης η αίτηση παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεων τους στις υποθέσεις Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, και IKOS CIF, ανωτέρω, υποθέσεις που διαφοροποιούνται, όμως, από την παρούσα κατά την κρίση μου. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, το αίτημα των εκεί εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας 7 μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους, επδιώκοντο ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση IKOS CIF, υπήρχε σε ισχύ απόλυτο προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 για περίπου 3 χρόνια, με τα γεγονότα που επιχειρείτο να προστεθούν να είναι εις γνώση της ενάγουσας εξαρχής, και με προβληθέντα ως λόγο για την αίτηση την αλλαγή δικηγόρου, αλλαγή που είχε, όμως, γίνει πολλούς μήνες πριν την αίτηση τροποποίησης. Όπως το Εφετείο επισήμανε, στην υπόθεση εκείνη τα ίδια τα δεδομένα της υπόθεσης επιμαρτυρούσαν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά, σημειώνω δε ότι το Δικαστήριο δεν απέστη από την προηγούμενη νομολογία του, αλλά αντίθετα υιοθέτησε αυτήν. Ούτε και οι αποφάσεις Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 στις οποίες επίσης παραπέμπει ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση και οι οποίες αφορούσαν αιτήσεις για επαναφορά εφέσεων προσφέρονται, πιστεύω, για συγκρίσεις, δεδομένου ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιχειρείται η αναβίωση τερματισθείσας δικαστικής διαδικασίας, ούτε και υπάρχει προθεσμία εντός της οποίας αίτηση για τροποποίηση δύναται να καταχωρηθεί, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να προωθηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, δεν είναι δε λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες το Εφετείο επικύρωσε αποφάσεις που επέτρεψαν την τροποποίηση δικογράφου ακόμη και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με τη νομολογία τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, και επειδή, παρά το ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2010 η δίκη δεν έχει αρχίσει, δεν είμαι διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για μόνο το λόγο ότι αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση την οποία οι αιτητές δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα. Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω), και με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν τον δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (υπόθεση Φιλίππου, ανωτέρω). Μέσα στα πλαίσια αυτά εξετάζεται κατωτέρω η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και ο βαθμός χρησιμότητας αυτής (υποθέσεις Saba & Co, Kayat Trading και IKOS CIF, ανωτέρω), αλλά και οι λοιποί λόγοι ένστασης που αφορούν σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης κακοπιστίας από μέρους των αιτητών, περί αναδόμησης των θέσεων των αιτητών και περί καταλυτικής επίδρασης στα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά στην αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και στον βαθμό χρησιμότητας αυτής, αυτή είναι κατά την κρίση μου αυτόδηλη. Η υφιστάμενη Υπεράσπιση δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Κατ' ακρίβεια, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών οι οποίοι δεν κλονίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο, η Υπεράσπιση αφορά σε άλλη υπόθεση μεταξύ των ιδίων διαδίκων (βλ. παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου). Τούτο καθίσταται πρόδηλο και από το γεγονός ότι σε αυτήν αντικρούονται 13 παράγραφοι της έκθεσης απαίτησης, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αγωγή υπάρχουν μόνο 9 παράγραφοι, καθώς και από το γεγονός ότι γίνεται αναφορά στην Υπεράσπιση στην «εναγόμενη 1 Εταιρεία» η οποία συνήψε σύμβαση με την Λαΐκή Επενδυτική Λτδ, ενώ εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή είναι δύο φυσικά πρόσωπα. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν τους πραγματικούς ισχυρισμούς των αιτητών περί κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγύησης κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού, εκβιασμού και αθέμιτης πίεσης και επιρροής από την καθ' ης η αίτηση προς τους ίδιους (βλ. παρ. 8 - 10 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου), καθώς και την πάγια αρχή της νομολογίας ότι θέσεις και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις δεν μπορεί να προωθηθούν στη δίκη (Dairy King Ltd v. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Πολ. Έφ. 272/10, ημερ. 21.7.16, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, ημερ. 28.9.15, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541) κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να μπορέσουν οι αιτητές να εκθέσουν τις θέσεις τους με σαφήνεια και πληρότητα ούτως ώστε να δυνηθούν να τις προβάλουν στη δίκη. Επισημαίνω εξάλλου ότι η καθ' ης η αίτηση δεν προβάλλει τη θέση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες, αλλά, αντίθετα, θέση της είναι ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί επειδή με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγονται νέοι ισχυρισμοί με τους οποίους αναδομείται η Υπεράσπιση των αιτητών και προστίθεται Ανταπαίτηση, θέση η οποία εξετάζεται αμέσως πιο κάτω. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εισαγωγή νέων θεμάτων δεν αποτελεί κατ' ανάγκη λόγο απόρριψης της αίτησης τροποποίησης, εφόσον η θέση του αντιδίκου δεν θα επηρεαζόταν καταλυτικά ένεκα της τροποποίησης. Έτσι, στην υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω, όπου είχε ζητηθεί τροποποίηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί ισχυρισμός περί παραγραφής της ανταπαίτησης, κάτι που αποτελούσε νέα βάση υπεράσπισης και το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.». Περαιτέρω, στην υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω, αποφασίστηκε ότι «η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία» και παλαιότερα, στην υπόθεση Saba & Co, ανωτέρω, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου, ανωτέρω, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι «η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση». Προς την ίδια κατεύθυνση είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 627 υπό τον τίτλο «New Case». Επίσης στο σύγγραμμα των Bullen and Leake, ανωτέρω, στη σελ. 127 αναφέρεται ότι «. the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them». Τούτο, βεβαίως, νοουμένου ότι δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του αντιδίκου σε βαθμό που η βλάβη του να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα ή άλλως πως (σελ. 132). Στη σελ. 133 του ιδίου συγγράμματος παρατίθενται παραδείγματα περιπτώσεων όπου η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν θα επιτραπεί στη βάση της προαναφερθείσας αρχής: «On the same principle, the defendant will not be allowed to amend to raise a new ground of defence, where to do so would prejudicially affect the position of other persons, or to prevent the plaintiff from suing a third person because the period of limitation against that person has already expired, unless the defendant was not at fault in failing to discover the negligence or breach of duty of that person earlier or the amendment consists of allegations of contributory negligence against the plaintiff, even though they might form the basis of a claim for negligence against his employers which has been statute-barred.» Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που προκύπτει από την (λανθασμένη έστω) υφιστάμενη Υπεράσπιση των αιτητών είναι ότι πλην της παραδοχής σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου μεταξύ καθ' ης η αίτηση και αιτητή 1, οι αιτητές αρνούνται το σύνολο των υπολοίπων ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση, μεταξύ άλλων, τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού, την αξίωση της καθ' ης η αίτηση και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι αιτητές επιθυμούν να παραδεχθούν τόσο την ιδιότητα της καθ' ης η αίτηση όσο και τη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εγγύησης από τους αιτητές 1 και 2, αντίστοιχα, ισχυριζόμενοι όμως, ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή ακυρώσιμη επειδή καταρτίστηκε υπό συνθήκες εξαναγκασμού ή και αθέμιτης επιρροής της καθ' ης η αίτηση προς τους αιτητές (δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες για τον ισχυρισμό τους), παρανομία που συμπαρασύρει σε ακυρότητα την επίδικη σύμβαση εγγύησης, εξακολουθώντας να αρνούνται την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού, την οφειλή τους προς την καθ' ης η αίτηση και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Με την Ανταπαίτηση δε οι αιτητές δεν αιτούνται τίποτα περισσότερο από αναγνωριστικές δηλώσεις ότι οι δύο επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι παράνομες και άκυρες, ως δηλαδή και η θέση που επιχειρείται να τεθεί μέσω των παραγράφων 2 και 4 της προτεινόμενης Υπεράσπισης (βλ. αιτητικά Β και Δ). Με άλλα λόγια, παρά την έκταση των τροποποιήσεων, η ουσία τους είναι ότι οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν ισχυρισμούς ότι οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού, εκβιασμού και αθέμιτης επιρροής από την καθ' ης η αίτηση προς τους ίδιους και ότι για τον λόγο αυτό είναι παράνομες, άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προφανώς θα διευρυνθούν τα επίδικα θέματα αφού θα προστεθούν οι ως άνω ισχυρισμοί των αιτητών, με αυτή δεν επιχειρείται προσθήκη ισχυρισμών που επηρεάζουν κατά τρόπο καταλυτικό τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει επίσης τη θέση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επικαλείται προς υποστήριξη της θέσης της αυτής την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όμως, όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης, ανωτέρω, «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα», ενώ «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία» (Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), ακόμη και αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια (Κώστας Παφίτης, ανωτέρω). Δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα, και δεν μπορώ να συμφωνήσω πως το γεγονός ότι αναφέρθηκε στις 6.5.14 ότι την υπόθεση χειρίζεται προσωπικά ο κ. Μαθηκολώνης αποκλείει τη θέση της κας Γεωργίου ότι την υπόθεση χειριζόταν αρχικώς άλλος δικηγόρος από το γραφείο του κ. Μαθηκολώνη. Επισημαίνεται παράλληλα ότι η κα Γεωργίου δεν αντεξετάσθηκε επί των σχετικών ισχυρισμών της. Υπάρχει πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, η οποία έπρεπε και μπορούσε να είχε προωθηθεί ενωρίτερα, καθυστέρηση η οποία οφείλεται στην αμέλεια των συνηγόρων των αιτητών. Η καθυστέρηση, όμως, αυτή, ακόμη και αν οφείλεται σε αμέλεια, δεν εξισώνεται, σύμφωνα με τη νομολογία, με κακοπιστία και πέραν τούτων δεν υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση τα στοιχεία εκείνα και επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται το συμπέρασμα, και μάλιστα αβίαστα, ότι η αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα, λόγου χάριν ότι επιδιώχθηκε για αλλότριους σκοπούς η συγκεκριμένη πορεία ή ότι αποσκοπούσε σε κάποιο όφελος δικό τους. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει μέσα από την ένορκο δήλωση των αιτητών είναι ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, στα πλαίσια της προσπάθειας τους να περιλάβουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση τους, ούτως ώστε να μπορούν να τους προβάλουν στη δίκη. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει, τέλος, τη θέση ότι η αργοπορία επιδρά καταλυτικά στο δικαίωμα της για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως η συνταγματική επιταγή του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Ως προς τη θέση τούτη, σημειώνω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.8.10 και η ανησυχία του Δικαστηρίου σε σχέση με τις τυχόν επιπτώσεις από την έγκριση του αιτήματος, είναι δεδομένη, προφανώς δε η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στη διαδικασία. Όμως, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, 520, ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης και όπως αναγνωρίζεται στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διαδίκων. Έχω, λοιπόν, την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα. Επισημαίνω εξάλλου ότι σύμφωνα με την υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, το κατά πόσον υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε ότι τα δικαιώματα κατοχυρώνονται για την εξασφάλιση δίκαιης δίκης και όχι για την παρεμπόδιση της. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 (που αφορούσε σε αίτηση τροποποίησης), όπου λέχθηκε ότι «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. . εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Στην παρούσα υπόθεση η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα των αιτητών που κατοχυρώνεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30 του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και για προβολή των ισχυρισμών τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς των αιτητών, καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά της δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, και λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και τις συνέπειες που θα έχει για τους αιτητές τυχόν απόρριψη της αίτησης, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι η καθ' ης η αίτηση θα έχει την ευκαιρία να απαντήσει σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση ζητήματα, καθώς και το ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της και στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, και με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης των αιτητών ως οι παράγραφοι Α έως Ι της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση θα είναι ελεύθερη να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 30 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων-αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.8.10, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.14. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο