← Κύπρος

Ellinas Finance Public Company Ltd ν. Ανδρέα Αχιλλέως κ.α., Αγωγή Αρ. 526/09, 26/7/2017

Ellinas Finance Public Company Ltd ν. Ανδρέα Αχιλλέως κ.α., Αγωγή Αρ. 526/09, 26/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 526/09 Μεταξύ: Ellinas Finance Public Company Ltd Ενάγουσας και

  1. Ανδρέα Αχιλλέως
  2. Αντωνίας Αχιλλέως Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2017 Για τους αιτητές - εναγόμενους: κ. Θ. Θωμά για Θέμης Θωμά και Συνεργάτες Για την καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα: κα Φ. Θεοχάρους, για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 13.1.17 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης) Εισαγωγή Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε στις 31.10.16 απόφαση στην ως άνω αγωγή υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €33.016,44 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, εναντίον της οποίας ασκήθηκε έφεση από τους εναγόμενους στις 9.12.
  3. Στις 16.12.16 καταχωρήθηκε αίτηση από την ενάγουσα με την οποία ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης και εγγραφής τεσσάρων ακινήτων που βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές από τον εναγόμενο 1 προς την Χριστιάνα Αχιλλέως δυνάμει δωρεάς, ως δόλιας και/ή που έγινε με σκοπό την καταδολίευση της ενάγουσας, διάταγμα για την επανεγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και διάταγμα για φυλάκιση του εναγόμενου 1 και της Χριστιάνας Αχιλλέως. Ο εναγόμενος 1 και η Χριστιάνα Αχιλλέως καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 21.2.
  4. Στις 13.1.17 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από τους εναγόμενους-αιτητές (στο εξής «οι αιτητές»), με την οποία ζητούν: «Α. Αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 31/10/2016, η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε τελική απόφαση αγωγής ημερομηνίας 30/01/2009, μέχρις ότου εκδικασθεί η έφεση των Εναγομένων - Αιτητών 1 και 2, ημερομηνίας 09/12/2016, η οποία έχει εγερθεί κατά της προαναφερόμενης απόφασης. Β. Τα έξοδα της αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Θ.2, 3, 4, 18 και 19 και Δ.
  5. Θ.1, 2 και 8

(1)(ee) και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας 2, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη προς τον σκοπό αυτό από τον αιτητή 1, ο οποίος είναι σύζυγός της. Η αιτήτρια 2 αναφέρει ότι στις 31.10.16 εκδόθηκε τελική απόφαση εναντίον των αιτητών, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε έφεση από τους αιτητές στις 9.12.16 (η Ειδοποίηση Έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1), στην οποία, ως ο δικηγόρος τους τους συμβουλεύει, έχουν καλή υπόθεση για επιτυχία. Όσον αφορά στις προσωπικές περιστάσεις της ιδίας και του συζύγου της, αναφέρει ότι ο σύζυγος της είναι άνεργος και δεν λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα ή άλλο επίδομα ή βοήθημα, ενώ η ίδια έχει συνταξιοδοτηθεί και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας τους δεν είναι καλή. Ως εκ τούτου οι αιτητές πιστεύουν ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης, αφού αν αυτή εκτελεστεί, πιστεύουν ότι δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, το οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης θα δημιουργήσει τρομερά προβλήματα στην ίδια και τον σύζυγο της, αφού θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την οικονομική τους κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης τους. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση, εγείροντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  1. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ανυπόστατη και/ή νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και/ή πραγματικού υπόβαθρου.
  2. Η αίτηση των Αιτητών δεν πληρεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και/ή των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και/ή είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης.
  3. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση.
  4. Η υπό κρίση Αίτηση παραβιάζει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων.
  5. Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο.
  6. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προβάλλει οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο και/ή δεν στοιχειοθετεί βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Νόμους, Θεσμούς και Νομολογία.
  7. Δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό και/ή οποιαδήποτε τεκμηρίωση στην ένορκη δήλωση της κας Αντωνίας Αχιλλέως - Εναγόμενης 2 που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 13.01.17, σε σχέση με την ισχυριζόμενη κακή οικονομική κατάσταση της ίδιας και του συζύγου της - Εναγομένου
  8. Δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν τη στέρηση από την Καθ' ης η Αίτηση των καρπών της επιτυχίας της.
  9. Αυτό που αξιώνουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές είναι να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται τα χρήματα που χρωστούν στην Ενάγουσα μέχρις ότου εκδικασθεί η έφεση ημερομηνίας 9.12.16, πέραν των 8 χρόνων που ήδη το πράττουν.
  10. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η Έφεση τους έχει προοπτικές επιτυχίας και εν πάση περιπτώσει οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι ανύπαρκτες.
  11. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι αξιόχρεη και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα είναι σε θέση να επιστρέψει στους Εναγόμενους - Αιτητές όποιο ποσό εισπράξει μέχρι τότε.
  12. Σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 31.10.16 είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να διασφαλίσει την είσπραξη του επίδικου ποσού και των δικηγορικών εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης που έχει καταχωρηθεί, θέτοντας ως όρο για την αναστολή την κατάθεση στο δικαστήριο και/ή την παροχή τραπεζικής εγγύησης και/ή άλλης ικανοποιητικής εξασφάλισης προς την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, Δ.35 Θ.18, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη νομολογία, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και πρακτική και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Αιμίλιου Έλληνα, ο οποίος είναι ο διευθυντής της καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Έλληνας υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας 2 η οποία δεν αποκαλύπτει την αλήθεια ή όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο κ. Έλληνας λέγει ότι οι αιτητές δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις και δεν κατέδειξαν σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ειδικότερα, η αιτήτρια 2 στην ένορκο της δήλωση αναφέρεται στην οικονομική αδυναμία των αιτητών να συμμορφωθούν με την εναντίον τους δικαστική απόφαση, άσχετο σε κάθε περίπτωση γεγονός, χωρίς να προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της. Τα γεγονότα που επικαλούνται οι αιτητές δεν δικαιολογούν, λέγει, την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και ως εκ τούτου η στάση τους υποδηλώνει ότι πρόθεσή τους είναι να καθυστερήσει η είσπραξη από την καθ' ης η αίτηση του λαβείν της δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και θα αφαιρέσει κάθε αξία από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.10.16, θα αποστερήσει δε την καθ' ης η αίτηση από τους καρπούς της επιτυχίας της, ενώ οι αιτητές θα συνεχίσουν να επωφελούνται των χρημάτων που ανήκουν στην καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Έλληνας αναφέρει επίσης ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, επιπλέον δε, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, η έφεση δεν έχει σοβαρές ή οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας, καθ' ότι η απόφαση είναι εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη, το Δικαστήριο προέβη σε ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εφάρμοσε ορθά το Νόμο. Λέγει περαιτέρω ότι αν η έφεση των αιτητών επιτύχει, η καθ' ης η αίτηση θα μπορέσει να επιστρέψει σε αυτούς το οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί μέχρι τότε, εφόσον πρόκειται για φερέγγυα δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α τις συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις που έχουν δημοσιευθεί στο Χ.Α.Κ, όπου φαίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση είχε εισοδήματα €421.024 και καθαρό κέρδος €21.651). Δικαιούται επομένως, λέγει, εκτέλεσης της απόφασης άνευ όρων και απρόσκοπτα. Εξάλλου, προσθέτει, με την απόρριψη του αιτήματος των αιτητών, τυχόν επιτυχία της έφεσης δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του πως η έφεση δεν λειτουργεί ως αναστολή εκτέλεσης, επομένως ο επιτυχών διάδικος, δεν θα πρέπει να αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης των αιτητών. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί ότι μία έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Προτού δε εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση, το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Στην υπόθεση Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, 716, λέχθηκε ότι αίτηση δυνάμει της Δ.35 Θ.18 περιορίζεται σε διατάγματα ή αποφάσεις η ορθότητα των οποίων αμφισβητείται με την έφεση. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση της οποίας ζητείται η αναστολή εκτέλεσης είναι η απόφαση ημερ. 30.10.16 εναντίον της οποίας πράγματι ασκήθηκε έφεση (Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας 2). Έπεται ότι η δικονομική διάταξη στην οποία η αίτηση βασίζεται, παρέχει νομικό έρεισμα σ' αυτήν. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 Θ.18 έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Περιορίζομαι σε αναφορά σε δύο πρόσφατες εξ αυτών. Στην υπόθεση Demetriades Group of Companies Ltd ν. Apm Italian Type Ice-Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημερ. 15.2.17, οι σχετικές αρχές συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «Είναι πασίγνωστες οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αίτημα αναστολής απόφασης. Παγιώθηκαν μέσα από διαχρονικά ευθυγραμμισμένη γραμμή της νομολογίας, η οποία και ερμήνευσε την προαναφερθείσα Διάταξη 35, θθ. 18 και 19 (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A103, ΠΕ 251/14, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρίας Κωμοδρόμου, ECLI:CY:AD:2016:A162, ΠΕ 283/15, ημερ. 23.3.2016, Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, ΠΕ 149/15, ημερ. 26.9.2016. Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης: (α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης: "...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?..."» Επίσης στην υπόθεση Λίζα Λουκαΐδου-Θεοφάνους ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Έφ. 251/14, ημερ. 19.2.16, λέχθηκε ότι: «Για να εγκριθεί αίτημα αναστολής εκτέλεσης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να το δικαιολογούν. Περαιτέρω, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη.» Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι αιτητές προβάλλουν τους εξής λόγους αιτούμενοι την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 31.10.16: (α) η ασκηθείσα έφεση έχει καλή προοπτική επιτυχίας, (β) η οικονομική κατάσταση των αιτητών δεν είναι καλή και τυχόν λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον τους θα τους δημιουργήσει τρομερά προβλήματα αφού θα δυσχεράνει περισσότερο την οικονομική τους κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης τους, και (γ) αν η απόφαση εκτελεσθεί, δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ξεκινώντας από τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης, πλην, όμως, δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγω της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1151, Βογιαζάνου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 591, 594, Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολ. Έφ. 283/15, ημερ. 23.3.16, Θεοφάνους, ανωτέρω). Κατ' ακρίβεια, ο παράγοντας αυτός έχει κατά κανόνα οριακή σημασία και είναι χωρίς καθοριστική επίπτωση και μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1151, Θεοφάνους, ανωτέρω). Όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση Έφεσης, οι λόγοι έφεσης που οι αιτητές προωθούν αφορούν στην εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου ότι ορισμένες θέσεις που προβλήθηκαν από τους αιτητές δεν καλύπτοντο από την Υπεράσπιση τους (λόγοι έφεσης 1 και 5), στην εσφαλμένη κρίση περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την εγκυρότητα του εγγράφου εγγύησης (λόγοι έφεσης 2, 3 και 4) και στην εσφαλμένη κρίση περί απόδειξης από την καθ' ης η αίτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού (λόγος έφεσης 6). Λαμβάνοντας υπόψιν τους εν λόγω λόγους έφεσης θεωρώ ότι είναι αδύνατη η με βεβαιότητα πρόγνωση της επιτυχίας ή αποτυχίας της έφεσης. Ως προς την κακή οικονομική κατάσταση που οι αιτητές επικαλούνται και την χειροτέρευση αυτής σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης, σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η οικονομική δυσχέρεια ή και αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος για τη χορήγηση της αναστολής (Βογαζιάνου, ανωτέρω, σελ. 595). Ως αναφέρθηκε στην ίδια απόφαση, αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Εξετάζοντας τώρα το κατά πόσον σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρατηρώ ότι οι αιτητές κανένα στοιχείο δεν παραθέτουν που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχία του ισχυρισμού τους αυτού. Στην αγόρευση του συνηγόρου τους, ο ισχυρισμός αυτός συναρτάται πρωτίστως προς τις οικονομικές περιστάσεις των αιτητών, οι οποίες, όμως, σύμφωνα με τη νομολογία που προαναφέρθηκε δεν μπορεί να προβληθούν για να εξασφαλιστεί αναστολή. Δηλαδή αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη θέση ότι εκεί όπου η οικονομική κατάσταση των αιτητών είναι τέτοια που δεν μπορούν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος, η μη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης και καθιστά την άσκηση του δικαιώματος έφεσης ατελέσφορη. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να δεχτώ ότι η αδυναμία αποπληρωμής θα εξουδετέρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης καθιστώντας το άνευ αντικειμένου σε περίπτωση που δεν παραχωρείτο αναστολή στην εκτέλεση της απόφασης. Αναφέρει επίσης ο κ. Θωμά στην αγόρευση του ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης η έφεση θα παραμείνει άνευ αντικειμένου επειδή θα έχει υλοποιηθεί ήδη η απόφαση ημερ. 31.10.16, θέση την οποία επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ. Η εκτέλεση της απόφασης δεν θα καταστήσει, κατά την κρίση μου, καθ' οιονδήποτε τρόπο την έφεση άνευ αντικειμένου, αφού η επίδικη απόφαση αποτιμάται σε χρήμα, είναι δηλαδή καθαρά χρηματικής φύσεως, και ως τέτοια θα μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο (εάν η έφεση επιτύχει) από την καθ' ης η αίτηση η οποία αποτελεί μία φερέγγυα δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χ.Α.Κ. (βλ. παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Έλληνα, τα όσα αναφέρονται στην οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους αιτητές). Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των αιτητών, αποτελεί στοιχείο προεξάρχουσας σημασίας σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης, δεδομένης της ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ της διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας του επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτητές απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης. Όμως επισημάνθηκε στην Demetriades Group of Companies, ανωτέρω, το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης ο οποίος επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. Όμως από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ό,τι μπορεί να εξαχθεί είναι ότι οι αιτητές βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση, χωρίς πάντως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή. Τούτου δοθέντος, καταλήγω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν από τους ώμους τους το σχετικό βάρος. Σημειώνω, τέλος, ότι στην αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών αναφέρεται ότι οι αιτητές είναι έτοιμοι να παράσχουν οποιαδήποτε εγγύηση ή ασφάλεια υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Τούτο, όμως, δεν μπορεί, κρίνω, να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριο για την έγκριση της αίτησης, στην απουσία απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς ή επηρεασμού του δικαιώματος των αιτητών για άσκηση έφεσης. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από το ίδιο το λεκτικό της Δ.35 Θ.18 από το οποίο συνάγεται ότι πρώτα το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι θα πρέπει να εκδώσει το σχετικό διάταγμα και στη συνέχεια προτού εκδώσει το εν λόγω διάταγμα, να εξετάσει θέμα παροχής εγγύησης από το αιτητή, αλλά και από τη νομολογία, αφού στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, 1983 ελέχθη ότι «εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής». Επίσης στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, 296 το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αποφάσισε την έκδοση του διατάγματος αναστολής εξετάζοντας τους σχετικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, προχώρησε στη συνέχεια να εξετάσει το ζήτημα της ασφάλειας/εγγύησης. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η παροχή εγγύησης καθίσταται σχετική στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος με βάση τις αρχές που θέτει η νομολογία, αλλά δεν μπορεί από μόνη της (η παροχή εγγύησης) να αποτελέσει λόγο για την έγκριση αιτήματος της φύσεως που εξετάζεται. Δεδομένου δε ότι με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν έχει καταδειχθεί ποια θα είναι η ανεπανόρθωτη ζημιά που οι αιτητές θα υποστούν σε περίπτωση εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης, ούτε και έχει αποδειχθεί ότι σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης η απονομή της δικαιοσύνης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα καταστεί αδύνατη, η προθυμία των αιτητών να παράσχουν εγγύηση δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξή μου, ούτε και να θεωρηθεί ότι αποτελεί καλό και ουσιαστικό λόγο για να αποστερηθεί η καθ' ης η αίτηση της φυσιολογικής προσδοκίας που έχει να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης της στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον των αιτητών - εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.