← Κύπρος

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ κ.α. ν. OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 8530/11, 12/7/2017

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ κ.α. ν. OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 8530/11, 12/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8530/11 Μεταξύ: 1. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ 2. ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ 3. ΑΝΝΑΣ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Εναγόντων - και - OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιουλίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Α. Κυπρίζογλου για Ρίκκο Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Π. Μαυρής για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενους: κ. Λ. Χριστοδούλου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.11.10, εξεδόθη εκ συμφώνου Απόφαση στην Αγωγή 9920/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Απόφαση ήταν υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας Olympic Insurance Company Ltd και εναντίον των Εναγομένων Ευάγγελου, Ελένης και Άννας Μαντογιαννάκου. Πρόκειται για τα πρόσωπα που είναι διάδικοι στην υπό εκδίκαση Αγωγή, αλλά τώρα υπό διαφορετική ιδιότητα. Παραθέτω αυτολεξεί το περιεχόμενο της εν λόγω Απόφασης, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1: «Της αγωγής αυτής παρουσιασθείσης προς ακρόαση στην παρουσία των κ.κ. Ανδρέα Ο. Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Δικηγόρων ενάγουσας εταιρείας και εναγόμενος αρ.1 παρών αυτοπροσώπως και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων 2+3 και αφού ακούσθη ό,τι ελέχθη από των πιο πάνω διαδίκων, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1,2+3, πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό των €685,000 πλέον τόκο 8,5%. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την εκποίηση και/ή πώληση των ακινήτων τα οποία είναι υποθηκευμένα από την Εναγομένη 2 προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει της υποθήκης Υ732/2006 του Κτηματολογίου Πάφου και όπως από τα έσοδα εκ της εκποιήσεως, το ποσό των €119.602,10σ.-(ισότιμο σε Λ.Κ.70.000) πλέον 5% τόκο επί του ποσού αυτού από 15/02/2006, διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση μέρους της απαίτησης των Εναγόντων. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1,2+3 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στον ενάγοντα το ποσό των €3076,00 έξοδα της αγωγής αυτής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης αυτής, πλέον τόκο επ' αυτού 5,5% το χρόνο από 23/11/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 15% ΦΠΑ. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης από μήνα σε μήνα εφόσον οι εναγόμενοι καταβάλλουν συνολικά €25.000 μηνιαίως αρχής γενομένης την 1/12/10 με 20 μέρες χάρη σε κάθε μήνα, η αναστολή θα συνεχίζεται εάν και εφόσον η μεταξύ τους μερική συμφωνία αντιπροσώπευσης θα βρίσκεται σε ισχύ. Η ενάγουσα εταιρεία θα έχει άμεσο δικαίωμα καταχώρησης MEMO. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΔΕΙ ΑΔΕΙΑ όπως η αξίωση της 23Γ αποσυρθεί και απορριφθεί και δη δια του παρόντος αποσύρεται και απορρίπτεται χωρίς έξοδα.» Στις 23.12.2011 οι Ευάγγελος, Ελένη και Άννα Μαντογιαννάκου, καταχώρισαν την υπό εκδίκαση Αγωγή εναντίον της Εταιρείας Olympic Insurance Company Ltd, με την οποία αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι, η δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας, στα πλαίσια της Αγωγής 9920/2010, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκαν οι Ενάγοντες 1-3, όπως: (α) πληρώσουν αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, το ποσό των € 685.000,00, (β) εκποιηθούν και/ή πωληθούν τα ακίνητα τα οποία είναι υποθηκευμένα από την Ενάγουσα 2, προς όφελος των Εναγομένων, δυνάμει της υποθήκης Υ732/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και όπως από τα έσοδα εκ της εκποιήσεως, το ποσό των €119,602.10 (ισότιμο σε Λ.Κ 70,000.00), πλέον 5% τόκο επί του ποσού αυτού, από 15.12.2006, διατεθεί έναντι και/ ή προς εξόφληση μέρους της απαίτησης των Εναγομένων, (γ) πληρωθεί από τους Ενάγοντες 1-3, αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, €3,076.00, τα οποία αντιπροσωπεύουν δικηγορικά έξοδα, πλέον τόκο επ' αυτών 5,5% ετησίως, από 23.11.2010, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α 15%, με αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης από μήνα σε μήνα, εφόσον οι Ενάγοντες 1-3 καταβάλλουν συνολικά € 25,000 μηνιαίως, από 1.12.2010, με 20 μέρες χάρη κάθε μήνα, εφόσον η μεταξύ τους μερική συμφωνία αντιπροσώπευσης, θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ και με δικαίωμα άμεσης καταχώρησης MEMO εκ μέρους των Εναγομένων, επί της ακινήτου περιουσίας των Εναγόντων 1-3, υπήρξε το προϊόν δόλου και/ ή απάτης και/ ή ψυχικής πίεσης, εκ μέρους των Εναγομένων σε βάρος του Ενάγοντος 1 και/ή των Εναγόντων 2 και/ή 3, διότι, ουδέν ποσό αληθώς οφείλετο από τους Ενάγοντες 1-3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους στα πλαίσια της Συμφωνίας ημερ. 1.3.2005 και/ή οιασδήποτε άλλης Συμφωνίας. Β. Απόφαση και/ ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττεται η ακύρωση στο σύνολο της, της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λευκωσίας 9920/2010, υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων 1-3, σύμφωνα με την οποία, διατάχθηκαν οι Ενάγοντες 1-3, όπως: (α) πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, το ποσό των €685.000,00, (β) εκποιηθούν και/ή πωληθούν τα ακίνητα τα οποία είναι υποθηκευμένα από την Ενάγουσα 2, προς όφελος των Εναγομένων, δυνάμει της υποθήκης Υ732/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και όπως από τα έσοδα εκ της εκποιήσεως, το ποσό των €119,602.10 (ισότιμο σε Λ.Κ 70,000.00), πλέον 5% τόκο επί του ποσού αυτού, από 15.12.2006, διατεθεί έναντι και/ ή προς εξόφληση μέρους της απαίτησης των Εναγομένων, (γ) πληρωθεί από τους Ενάγοντες 1-3, αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, €3,076.00, τα οποία αντιπροσωπεύουν δικηγορικά έξοδα, πλέον τόκο επ' αυτών 5,5% ετησίως, από 23.11.2010, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α 15%, με αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης από μήνα σε μήνα, εφόσον οι Ενάγοντες 1-3 καταβάλλουν συνολικά €25,000 μηνιαίως, από 1.12.2010, με 20 μέρες χάρη κάθε μήνα, εφόσον η μεταξύ τους μερική συμφωνία αντιπροσώπευσης, θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ και με δικαίωμα άμεσης καταχώρησης MEMO εκ μέρους των Εναγομένων, επί της ακινήτου περιουσίας των Εναγόντων 1-3, λόγω του ότι αυτή η δικαστική απόφαση, υπήρξε το προϊόν δόλου και/ ή απάτης και/ ή ψυχικής πίεσης, που άσκησαν οι Εναγόμενοι σε βάρος του Ενάγοντος 1 και/ ή των Εναγόντων 2 και/ή 3 διότι, ουδέν ποσό αληθώς οφείλετο από τους Ενάγοντες 1-3, αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, στα πλαίσια της Συμφωνίας ημερ. 1.3.2005 υπό τη μορφή ασφαλίστρων και/ή των γραμματίων συνήθους τύπου ημερ. 20.1.2007 και/ή 25.1.2007 και/ ή οιασδήποτε άλλης Συμφωνίας.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνεται ότι άλλες θεραπείες που αξιώνονταν, αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν λίγο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 11.2.16 (παρατίθενται αυτολεξεί οι παράγραφοι 4 - 7 της Έκθεσης Απαίτησης): «4. Δυνάμει της Σύμβασης του 2005 και/ ή του 2007, ο Ενάγοντας συμφώνησε μετά των Εναγομένων όπως, αποδίδει τόσο ο ίδιος προς τους Εναγόμενους, όσο και οι τελευταίοι προς αυτόν σε καθορισμένα από τη Σύμβαση και/ ή σε τακτά χρονικά διαστήματα οικονομικές καταστάσεις που αφορούσαν όλες τις οικονομικές συναλλαγές που σχετίζονταν με τη μεταξύ τους συνεργασία στα πλαίσια των εν λόγω Συμφωνιών. 5. Ο Ενάγοντας, έπραττε το συμβατικό αυτό καθήκον του πάντοτε. Σε αντίθεση όμως με αυτόν, οι Εναγόμενοι, εσκεμμένα, κακόβουλα, δόλια και απατηλά, ισχυρίστηκαν προς τον Ενάγοντα 1 ότι δήθεν, τα εν λόγω στοιχεία κατεδείκνυαν πως ο ίδιος τους όφειλε χρήματα, παρά το γεγονός πως οι ίδιοι δεν πίστευαν αληθώς ότι, τα στοιχεία που τους είχε δώσει ο Εναγόμενος ήταν ελλιπή ή ότι ο δικός τους ισχυρισμός προς τον Εναγόμενο 1 ότι δήθεν ο τελευταίος τους όφειλε χρήματα είχε οποιαδήποτε βασιμότητα. Επίσης του ανέφεραν πως λόγω αυτής της εξέλιξης πραγμάτων, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν τους εξασφάλιζε οικονομικά κατά τον τρόπο που θα καθόριζαν αυτοί, τότε θα τερμάτιζαν τη συνεργασία αυτή μαζί του. 6. Στα πλαίσια της δόλιας και απατηλής τακτικής που ακολούθησαν οι Εναγόμενοι έναντι του Ενάγοντα, προέβηκαν στις ακόλουθες ενέργειες: (α) Στα πλαίσια της Συμφωνίας της Ασφαλιστικής Εταιρείας των Εναγομένων ημερ. 1.3.2005, που συνάφθηκε με τον Ενάγοντα 1, επί τη ενυπόθηκη εγγύηση των Εναγόντων 2-3, με βάση την οποία ο Ενάγοντας 1, διορίστηκε ως Ασφαλιστικός Αντιπρόσωπος των Εναγομένων, ο Ενάγοντας 1, κατέβαλε προς τους Εναγόμενους κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ασφάλιστρα συνολικού ύψους €284,868.23 αντί €263,341.61, δηλαδή ποσόν ύψους €21,526.62, το οποίο οι Εναγόμενοι, απόκτησαν υπό τη μορφή Αδικαιολόγητου Πλουτισμού, σε βάρος του Ενάγοντα 1. (β) Στα πλαίσια της Συμφωνίας της Ασφαλιστικής Εταιρείας των Εναγομένων ημερ. 1.3.2005, που συνάφθηκε με τον Ενάγοντα 1, επί τη ενυπόθηκη εγγύηση των Εναγόντων 2-3, με βάση την οποία ο Ενάγοντας 1, διορίστηκε ως Ασφαλιστικός Αντιπρόσωπος των Εναγομένων, οι Εναγόμενοι εσκεμμένως και/ ή αμελώς παρέλειψαν να' αποδώσουν δεδουλευμένες προμήθειες καν/ ή άλλα δικαιούμενα ποσά προς τον Ενάγοντα 1, συνολικού ύψους €89,775.46. (γ) Οι Εναγόμενοι, εσφαλμένα και αντινομικά και/ή κατά παράβαση της Συμφωνίας ημερ. 1.3.2005, μείωσαν τα ασφάλιστρα της Ασφαλιστικής τους εταιρείας κατά 50%, χωρίς την συγκατάθεση και/ή τη αγνοία του Ενάγοντος 1, δημιουργώντας έτσι κλίμα αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος του Ενάγοντος 1, ο οποίος απώλεσε σημαντικό κύκλο εργασιών, λόγω της συμπεριφοράς αυτής την οποία επέδειξαν έναντι του οι Εναγόμενοι. (δ) Οι Εναγόμενοι, ενήργησαν κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο, ώστε να οδηγήσουν σταδιακά και έντεχνα τον Ενάγοντα στην απώλεια της πελατείας του προς ζημία δική του και όφελος δικό του. Κάτι το οποίο κατάφεραν εν τέλει, αφού οδήγησαν τον Ενάγοντα στην απώλεια μελλοντικών απολαβών ύψους €1,000.000, συνεπεία του αδικαιολόγητου έγγραφου και/ή προφορικού έγγραφου τερματισμού της μεταξύ τους συνεργασίας, δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 1.3.2005. (ε) Οι Εναγόμενοι εξανάγκασαν τον Ενάγοντα 1 να αποδεχθεί τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και για λογαριασμό των Εναγόντων 2 και 3, ήτοι της συζύγου του και της θυγατέρας του, δικαστική απόφαση στα πλαίσια της αγωγής 9920/2010 που ήγειραν εναντίον του, στις 24.11.2010, με Βάση την οποία διατάχθηκαν οι Ενάγοντες 1-3, όπως: (
  2. i)πληρώσουν αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, το ποσό των € 685.000,00, (
  3. ii)εκποιηθούν και/ή πωληθούν τα ακίνητα τα οποία είναι υποθηκευμένα από την Ενάγουσα 2, προς όφελος των Εναγομένων, δυνάμει της υποθήκης Υ732/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και όπως από τα έσοδα εκ της εκποιήσεως, το ποσό των €119,602.10 (ισότιμο σε Λ.Κ 70,000.00), πλέον 5% τόκο επί του ποσού αυτού, από 15.12.2006, διατεθεί έναντι και/ ή προς εξόφληση μέρους της απαίτησης των Εναγομένων, (iii) πληρωθεί από τους Ενάγοντες 1-3, αλληλεγγύως και/ ή κεχωρισμένως προς τους Εναγόμενους, €3,076.00, τα οποία αντιπροσωπεύουν δικηγορικά έξοδα, πλέον τόκο επ' αυτών 5,5% ετησίως, από 23.11.2010, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α 15%, με αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης από μήνα σε μήνα, εφόσον οι Ενάγοντες 1-3 καταβάλλουν συνολικά €25,000 μηνιαίως, από 1.12.2010, με 20 μέρες χάρη κάθε μήνα, εφόσον η μεταξύ τους μερική συμφωνία αντιπροσώπευσης, θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ και με δικαίωμα άμεσης καταχώρησης MEMO εκ μέρους των Εναγομένων, επί της ακινήτου περιουσίας των Εναγόντων 1-3. 7. Όταν ο Ενάγοντας 1, περί το 2011 όμως προέβη σε εκτεταμένο και χρονοβόρο έλεγχο του πολύ μεγάλου όγκου των οικονομικών στοιχείων που έχει στην κατοχή του και σχετίζονται με την Συνεργασία του μετά των Εναγομένων, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι από το 2005 - 2010 περίπου, διαπίστωσε αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή πως, οι Εναγόμενοι, κατά τρόπο δόλιο και απατηλό παραποιούσαν τα οικονομικά στοιχεία που σχετίζονταν με τη μεταξύ των 2 μερών συνεργασία και εμφάνιζαν έτσι τον Ενάγοντα 1 να οφείλει συνεχώς πολύ υψηλά χρηματικά ποσά προς τους Εναγόμενους. Τα στοιχεία αυτά τα έφερε σε γνώση των Εναγομένων περί το 2011, όμως οι τελευταίοι, όχι μόνο δεν αποκατέστησαν τα σφάλματα στα οποία υπέπεσαν σε βάρος του, κατά παράβαση των Συμβατικών και νομίμων Υποχρεώσεων τους έναντι τους, αλλά τουναντίον ήγειραν και την Αγωγή υπ' αρ. 791/12 εναντίον του και των Εναγόντων 2 και 3 στις 3.2.2012, ως επίσης και ήγειραν πτωχευτική διαδικασία, εναντίον της Ενάγουσας 3.» Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφό τους αρνούνται τις θεραπείες που οι Ενάγοντες αξιώνουν και αναφέρουν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «10. Εκ της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι κατά ή περί την 24/11/2010 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 9920/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, η οποία όμως απόφαση διευκρινίζουν ότι εκδόθηκε με την σύμφωνη γνώμη και/ή ελεύθερη βούληση των Εναγόντων. Αναφορικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Εναγόμενοι τους αρνούνται κατηγορηματικά και καλούν τους Ενάγοντες σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών τους, τους οποίους σε κάθε περίπτωση θεωρούν ανυπόστατους και/ή ανεδαφικούς και/ή εκ των υστέρων σκέψεις των Εναγόντων για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγομένων. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αναφέρουν και/ή διευκρινίζουν ότι η απόφαση ημερομηνίας 24/11/2010 εκδόθηκε εναντίον των Εναγόντων 1, 2 και 3 για ποσό €685.000,00.- (Εξακοσίων Ογδόντα Πέντε Χιλιάδων Ευρώ), το οποίο οφείλετο από τους τελευταίους δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 01/03/2005. Ειδικότερα το πιο πάνω ποσό οφείλετο μέχρι 24/11/2010 δυνάμει 2 γραμματίων, καθώς επίσης σαν υπόλοιπο των λογαριασμών του Ενάγοντος 1 μέχρι 06/11/2010. 11. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αναφερόμενη εις την παράγραφο 10 ανωτέρω απόφαση ημερομηνίας 24/11/2010 επιδόθηκε δεόντως προς όλους τους Εναγόμενους και μάλιστα οι τελευταίοι συμμορφώθηκαν με τους όρους της αναστολής της απόφασης και προέβησαν σε πληρωμή μερικών δόσεων χωρίς να διαμαρτυρηθούν προς τους Εναγομένους και/ή χωρίς να αμφισβητήσουν τα οφειλόμενα από τους ίδιους ποσά και βεβαίως χωρίς να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες εάν και εφόσον ήθελαν να ακυρώσουν την εν λόγω απόφαση ημερ. 24/11/2010 αφού όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται είναι προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης, ισχυρισμό που εν πάση περιπτώση αρνούνται κατηγορηματικά οι Εναγόμενοι, όφειλαν να λάβουν τα δέοντα δικονομικά μέτρα.» Προσαχθείσα Μαρτυρία Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο Ενάγων 1 κ. Ευάγγελος Μαντογιαννάκος (Μ.Ε.1). Η κυρίως εξέτασή του δόθηκε με γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο ίδιος πάντοτε έπραττε το καθήκον του όπως αυτό προέκυπτε μέσα από τις γραπτές συμφωνίες που είχαν υπογραφεί μεταξύ της Εταιρείας Olympic Insurance Company Ltd και του ιδίου, με την εγγύηση των Εναγουσών 2 και 3. Ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι τον εξανάγκασαν να δεχθεί την Απόφαση για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό, να αναφέρω περαιτέρω πως, οι Εναγόμενοι με οδήγησαν στο να αποδεχθώ την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης εναντίον μου, με το ψευδές και παραπλανητικό αιτιολογικό όπως το αντιλήφθηκα στην πράξη αργότερα ότι, η συγκεκριμένη απόφαση απλώς εξασφάλιζε το οποιοδήποτε λαβείν της Εναγόμενης Ασφαλιστικής εταιρείας ήθελε αποφασιστεί μεταξύ μου και της εν λόγω εταιρείας ότι υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να δημιουργεί οποιεσδήποτε άλλες συνέπειες σε βάρος μου ή σε βάρος των Εναγομένων 2 και 3. [Όλα τα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, τα παρουσιάζω στο δικαστήριο προς το σκοπό κατάθεσης τους ως Τεκμήρια.) 7. Έχοντας το δεδομένο αυτό υπόψιν ως επίσης και ότι, η σχέση μου με την Εναγόμενη εταιρεία εδιέπετο από μια σχέση εμπιστοσύνης, τους εμπιστεύτηκα ότι μου έλεγαν την αλήθεια και για αυτό δεν διόρισα δικηγόρο να με υπερασπιστεί στην εν λόγω αγωγή που καταχώρησαν εναντίον μου και εναντίον των Εναγουσών 2 και 3 το 2010 και αναφέρεται πιο πάνω. 8. Μετά την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης όμως και της έναρξης λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον μου και των Εναγουσών 2 και 3, ως επίσης και της έναρξης πτωχευτικής διαδικασίας κατά της θυγατέρας μου και Ενάγουσας 3, αντιλήφθηκα ότι εξαπατήθηκα από τους Εναγόμενους και διόρισα δικηγόρους και λογιστές για να με βοηθήσουν. 9. Όταν δε περί το 2011, στα πλαίσια της προσπάθειας μου να εντοπίσω το ακριβές μέγεθος της οικονομικής ζημιάς που μου προκάλεσαν μέσω της συμπεριφοράς τους οι Εναγόμενοι, προέβηκα μέσω των τότε λογιστών μου σε έλεγχο του πολύ μεγάλου όγκου των οικονομικών στοιχείων που σχετίζονται με την συνεργασία μου μετά των Εναγομένων, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι από το 2005-2010 περίπου, διαπίστωσα έστω και σε αδρές γραμμές τότε, μιας και δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη πλήρως ο οικονομικός έλεγχος, αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή πως, οι Εναγόμενοι, κατά τρόπο δόλιο και απατηλό παραποιούσαν τα οικονομικά στοιχεία που σχετίζονταν με τη μεταξύ μας συνεργασία και με εμφάνιζαν ότι οφείλω συνεχώς πολύ υψηλά χρηματικά ποσά προς τους Εναγόμενους. Τα στοιχεία αυτά τα έφερα σε γνώση των Εναγομένων περί το 2011, όμως οι τελευταίοι, όχι μόνο δεν αποκατέστησαν τα σφάλματα στα οποία υπέπεσαν εις βάρος μου, κατά παράβαση των Συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεων τους έναντι μας, αλλά τουναντίον ήγειραν και την Αγωγή υπ' αρ. 791/2012 εναντίον μου και εναντίον των Εναγόντων 2 και 3 στις 3/2/2012, ως επίσης και ήγειραν πτωχευτική διαδικασία, εναντίον της Ενάγουσας 3.» Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Κώστας Λοϊζου, Εγκεκριμένος Λογιστής στο Λογιστικό Οίκο K. Treppides & Co Limited. Μέρος της κυρίως εξέτασής του δόθηκε με γραπτή δήλωση. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις παραγράφους 5 - 19 από την εν λόγω δήλωσή του: «5. Κρίνω δε επιπλέον ορθό να αναφέρω ότι, στο λογιστικό οίκο όπου εργάζομαι, ανατέθηκε περί τον Δεκέμβριο του 2015, μετά από σχετικά προβλήματα που μας αναφέρθηκαν από τον Ενάγοντα 1 στην παρούσα υπόθεση, ότι υπήρχαν με το λογιστικό οίκο KPMG που είχε ανατεθεί προηγουμένως η διερεύνηση συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων και η ετοιμασία από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες έκθεσης πραγματικών ευρημάτων από εργασίες διεξαγωγής προσυμφωνημένων διαδικασιών, να πράξουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα, αφού αποδεσμεύτηκε προηγουμένως ο Ενάγοντας 1 από τις υπηρεσίες του συγκεκριμένου λογιστικού οίκου. 6. Στη συνέχεια, εμείς, δηλαδή, εγώ ως επικεφαλής της ομάδας ετοιμασίας της εν λόγω έκθεσης, κατόπιν συλλογής των αναγκαίων στοιχείων και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μου, ετοιμάσαμε την εν λόγω έκθεση, την οποία αφού έλεγξε για σκοπούς εγκυρότητας της, την υπόγραψε ο συνέταιρος του εν λόγω λογιστικού οίκου κ. Σάββας Ρήγας. 7. Όπως ανάφερα και προηγουμένως, η Έκθεση αυτή έχει ετοιμαστεί κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντος 1 στην παρούσα υπόθεση κου Ευάγγελου Μαντογιαννάκου, όπως διενεργήσουμε τέτοιες εργασίες ώστε να επιβεβαιώσουμε το υπόλοιπο μεταξύ της Olympic Insurance Co. Limited και του κου Ευάγγελου Μαντογιαννάκου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. 8. Σύμφωνα λοιπόν, με τη δική μας ανεξάρτητη διερεύνηση από εμπειρογνώμονα (Independent Expert assistance) και βάσει των αναφορών μας σ' αυτή την έκθεση, το συνοπτικό συμπέρασμα των εργασιών που διενεργήσαμε έχει ως ακολούθως: 9. Κατά τη διάρκεια της εργασίας μας, με βάση τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν στη διάθεση μας, έχουμε εντοπίσει διαφορές στο υπόλοιπο μεταξύ της Olympic Insurance Co. Limited (στο εφεξής καλούμενης ως «η Olympic») και του κου Ευάγγελου Μαντογιαννάκου, οι οποίες μειώνουν το χρεωστικό υπόλοιπο του κου Ευάγγελου Μαντογιαννάκου προς την εν λόγω εταιρεία, κατά ΕΥΡΩ 420.433,49. 10. Συνοπτικά, κατά τη διάρκεια της εργασίας μας, έχουν εντοπιστεί αντίγραφα επιταγών, οι οποίες έχουν εκδοθεί από τον κο Ευάγγελο Μαντογιαννάκο στο όνομα της Olympic, έχουν ξεκαθαρίσει (πληρωθεί) σύμφωνα με τις τραπεζικές καταστάσεις του κου Μαντογιαννάκου, εντούτοις οι εν λόγω πληρωμές δεν παρουσιάζονται στις καταστάσεις της Olympic. Το συνολικό ποσό των επιταγών και πληρωμών ανέρχεται σε ΕΥΡΩ 37.498,19. 11. Έχουν ακόμη εντοπιστεί διαφορές στο ποσό της προμήθειας του κου Ε. Μαντογιαννάκου κατά το 2005. Συγκεκριμένα, ενδέχεται να απουσιάζει πίστωση από τις Καταστάσεις Λογαριασμού της Olympic για το ποσό των ΕΥΡΩ 21.644,73. 12. Σύμφωνα με τη Συμφωνία Αντιπροσώπευσης μεταξύ της Olympic και του κου Ε. Μαντογιαννάκου ο δεύτερος συμφώνησε να πληρώνει στην Olympic από την 1ην Οκτωβρίου 2005 τις πρώτες ΛΚ£500 (Πεντακόσιες Λίρες) κάθε απαίτησης πελατών του, του κλάδου μηχανοκινήτων οχημάτων επιπρόσθετα οποιουδήποτε ποσού απαλλαγής (excess) που υπάρχει ήδη στο ασφαλιστήριο. Στις καταστάσεις λογαριασμού της Olympic έχουν εντοπιστεί δυστυχήματα τα οποία χρεώθηκαν στο λογαριασμό του κου Μαντογιαννάκου ενώ δεν εμπίπτουν στα χρονικά πλαίσια της συμφωνίας 1ης Οκτωβρίου 2005. 13. Η χρέωση των δυστυχημάτων αυτών, που δεν εμπίπτουν στα χρονικά πλαίσια της συμφωνίας 1ης Οκτωβρίου 2005 έχει επηρεάσει (αυξήσει) το υπόλοιπο του κου Μαντογιαννάκου με την Olympic στους λογαριασμούς 5036 Α και 5036Β κατά ΕΥΡΩ53.573,23. Τον Ιούλιο του 2008 έχουν εντοπιστεί διορθωτικές εγγραφές στην Κατάσταση Λογαριασμού της Olympic, με τις οποίες ο λογαριασμός 5036Β πιστώνεται για τα πλείστα από τα δυστυχήματα τα οποία ήταν εκτός των ημερομηνιών της Συμφωνίας 1ης Οκτωβρίου με το ποσό των ΕΥΡΩ 33.642,58. Επομένως, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαμε στη διάθεση μας, η διαφορά για τις χρεώσεις εκτός ημερομηνιών ανέρχεται σε ΕΥΡΩ19.930,65. 14. Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Αντιπροσώπευσης ημερομηνίας 1ης Οκτωβρίου 2005, η Olympic συμφώνησε να παραχωρεί στον Ασφαλιστικό Πράκτορα πρόσθετη προμήθεια ύψους 50% επί των καθαρών κερδών της Εταιρείας για την εργασία του Πράκτορα στον κλάδο μηχανοκίνητων οχημάτων. Η Συμφωνία έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007. 15. Στις Καταστάσεις Λογαριασμού της Olympic, οι οποίες τέθηκαν στη διάθεση μας για τους σκοπούς της εργασίας μας, δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε πίστωση του λογαριασμού του κου Μαντογιαννάκου για τα κέρδη που αναλογούσαν στον κο Μαντογιαννάκο, με βάση τους όρους της Συμφωνίας για την περίοδο 1η Οκτωβρίου 2005 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007. Οι υπολογισμοί για τα κέρδη από την Συμφωνία της 1ης Οκτωβρίου 2005, έχουν ετοιμαστεί με βάση τα έγγραφα που έχουν τεθεί στη διάθεση μας για τους σκοπούς της εργασίας μας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς, τα κέρδη από τη Συμφωνία της 1ης Οκτωβρίου 2005 ενδέχεται να ανέρχονται σε ΕΥΡΩ142.256,78. 16. Σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν στη διάθεση μας για τους σκοπούς της εργασίας μας, έχουμε εντοπίσει χρεώσεις, οι οποίες αυξάνουν το οφειλόμενο ποσό από τον κο Μαντογιαννάκο, οι οποίες ανέρχονται σε ΕΥΡΩ110.462,96 και για τις οποίες δεν έχουν εντοπιστεί επαρκή στοιχεία που να τις δικαιολογούν (απουσία καταστάσεων λογαριασμού, διπλές χρεώσεις μη εξαργυρωμένων επιταγών, χρεώσεις από λογαριασμούς που δεν ήταν στο όνομα του Ασφαλιστικού Πράκτορα κλπ). 17. Στις καταστάσεις λογαριασμού της Olympic έχουμε εντοπίσει επίσης διαφορές στο ποσό που αναφέρεται στο κλείσιμο του μήνα (υπόλοιπο προς μεταφορά) με το ποσό που αναφέρεται στην έναρξη του επόμενου μήνα (υπόλοιπο από μεταφορά) και στη μεταφορά υπολοίπων, οι οποίες ανέρχονται σε ΕΥΡΩ 50.885,35 και με τις οποίες αυξάνεται το οφειλόμενο ποσό από τον κο Μαντογιαννάκο. 18. Σύμφωνα με τα έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεση μας για τους σκοπούς της εργασίας μας και με βάση τους υπολογισμούς μας, έχουμε εντοπίσει υπερχρεώσεις τόκων γραμματίων και τόκους από factoring που ανέρχονται σε ΕΥΡΩ37.754,83, ποσό με το οποίο αυξάνεται το οφειλόμενο ποσό από τον κο Μαντογιαννάκο. 19. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω, προς το σκοπό κατανόησης υπό του δικαστηρίου, το πλαίσιο εντός του οποίου κινηθήκαμε για να ετοιμάσουμε την σχετική Έκθεση μας, θα αναλυθούν στη συνέχεια πιο εμπεριστατωμένα, με σχετικές αναφορές στην έκθεση που ετοιμάσαμε και αποκαλύψαμε μέσω του δικηγόρου των Εναγόντων στο δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και τα σχετικά παραρτήματα αυτής.» Στο περιεχόμενο της Έκθεσης που συντάχθηκε και στο περιεχόμενο της υπόλοιπης μαρτυρίας του, θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσε ο κ. Ζένιος Δημητρίου. Κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «Ο υποφαινόμενος ΖΕΝΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Υπήρξα ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης στη παρούσα υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αγωγή Αρ. 9920/2010 την 24/11/2010 και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση ως εντίμως πιστεύω και δυνάμει νομικής συμβουλής την οποία έχω λάβει και από τα γεγονότα τα οποία γνωρίζω προσωπικά. 2. Έχω μακρά πορεία και εμπειρία στο χώρο των ασφαλιστικών εταιρειών. Συγκεκριμένα σπούδασα ασφαλιστικά στο Chartered Insurance Institute του οποίου είμαι Associate Member (ACII) και έχω τον τίτλο του Chartered Insurer. Διετέλεσα Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του ασφαλιστικού οργανισμού Universal Life μέχρι το 1986. Στη συνέχεια διορίστηκα Γενικός Διευθυντής της Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής και μετά την εξαγορά της Φιλικής Ασφαλιστικής και της Interamerican διορίστηκα Πρώτος Εκτελεστικός Λειτουργός (CEO) του ομίλου. Το 1997 διορίστηκα Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Ασφαλιστικής στην Ελλάδα. Παράλληλα υπηρετούσα και σαν Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Ασφαλιστικής στην Κύπρο και Γενικός Διευθυντής στη Ρουμανία. 3. Στην Εναγομένη απασχολήθηκα κατά την περίοδο 1/1/2008 μέχρι και 31/8/2014 ως ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Πλέον εξακολουθώ να είμαι Σύμβουλος τόσο της Olympic Insurance όσο και της Liberty Life Insurance. 4. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων μου αντιμετώπιζα περιπτώσεις ασφαλιστικών Αντιπροσώπων όπως ο Ενάγοντας 1. Συγκεκριμένα, από την ανάληψη της διεύθυνσης της εταιρείας την 1/1/2008 βρέθηκα αντιμέτωπος με την περίπτωση του Ενάγοντα 1 ο οποίος είχε ήδη προγενέστερη συνεργασία με την Εναγομένη ως Ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος δυνάμει γραπτής συμφωνίας. 5. Ο Ενάγοντας 1 παρόλο που παρουσίαζε ένα μεγάλο κύκλο εργασιών και σύναψης ασφαλιστικών συμβολαίων εκ μέρους της Εναγομένης με τρίτους, εντούτοις ουδέποτε διατηρούσε δικές του λογιστικές καταστάσεις, ήταν ιδιαίτερα ακατάστατος στις δοσοληψίες του και κυρίως αμελής στις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία. 6. Ο Ενάγοντας 1 ενημερωνόταν τακτικά και συστηματικά για την εικόνα του χρεωπιστωτικού του λογαριασμού από την Εναγομένη και του παρουσιαζόταν λεπτομερής και αναλυτική εικόνα των μεταξύ του και της εταιρείας δοσοληψιών από τις ασφαλιστικές εργασίες που γίνονταν με τη μεσολάβηση του Ενάγοντα. 7. Ήδη από το 2008 που ανέλαβα στην εταιρεία ο Ενάγοντας 1 παρέλειπε να καταβάλει στην Εναγομένη τα ασφάλιστρα που καθίσταντο οφειλόμενα και πληρωτέα και εξακολουθούσε να οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά. 8. Για τον σκοπό αυτό δηλαδή για την αντιμετώπιση του ολοένα και διογκούμενου χρέους του Ενάγοντα 1 προς την Εναγομένη και τη διαχείριση των ασφαλιστικών εργασιών του γίνονταν τακτικές συναντήσεις μαζί του τόσο στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία όσο και στη Πάφο με σκοπό να τακτοποιηθεί το ολοένα και διογκούμενο χρέος του αλλά και να διευκολυνθεί και ο ίδιος ο οποίος συνέχιζε να συμβάλλεται με τρίτους εκ μέρους της εταιρείας. 9. Ενώ ο Ενάγοντας 1 αποδεχόταν τις οφειλές του προς την Εναγομένη και δήλωνε πάντα πρόθυμος να τακτοποιήσει τις οφειλές του ως παρουσιάζονταν στις σχετικές καταστάσεις των χρεωπιστωτικών του λογαριασμών, εντούτοις δήλωνε αδυναμία με αποτέλεσμα να μην το πράττει και το χρέος του να συνεχίσει να διογκώνεται. 10. Αναπόφευκτα η υπόθεση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού αντιπροσώπου με τη σύμφωνη γνώμη και του ίδιου του Ενάγοντα 1 οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση δεσμευτικής απόφασης ενάντια στον ίδιο και τις εγγυήτριες του ως και έγινε στις 24/11/2010. 11. Με έκπληξη πληροφορήθηκα ότι ένα έτος αργότερα ο Ενάγοντας 1 προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης την οποία δέχθηκε την 24/11/2010 στην Αγωγή Αρ. 9920/2010 υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτή ήταν προϊόν δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης, το οποίο είναι, πιστεύω, αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψης του ιδίου ή ακόμα και κακής συμβουλής τρίτων και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα.» Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο Ενάγων 1 είχε κατ΄ επανάληψη συναντήσεις μαζί του, στις οποίες προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Ο Ενάγων 1 είχε πολύ πρόχειρες καταστάσεις, ενώ η Εταιρεία του παρουσίαζε κάθε μήνα την κατάσταση του λογαριασμού του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο Ενάγων 1 παρέλειπε να καταβάλει στην Εναγόμενη τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και ότι εξακολουθούσε να οφείλει μεγάλα ποσά, ανέφερε τα ακόλουθα όταν του υποβλήθηκε ότι αυτά δεν τα διαπίστωσε ο ίδιος αλλά το Λογιστήριο: «Όχι διαφωνώ μαζί σας. Όταν ανάλαβα μου παρουσιάστηκε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της εταιρείας που ήταν και ο γενικός διευθυντής μια δέσμη ακάλυπτων επιταγών του κ. Μαντογιαννάκου και μάλιστα θα θυμάται πολύ καλά ο ίδιος ότι όταν τον κάλεσα μόλις ανέλαβα να μου πει τι θα γίνει με αυτές τις επιταγές που ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της εταιρείας που ήταν και ο γενικός διευθυντής επρόκειτο να του κινήσει αγωγή και προσπάθησα να τον βοηθήσω να επαναδραστηριοποιηθεί διότι τότε η εταιρία με την προηγούμενη διεύθυνση του είχε τερματίσει τις υπηρεσίες και τον βοήθησα να επαναδραστηριοποιηθεί σε μια προσπάθεια όπως μπορέσει να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα που χρωστούσε συμπεριλαμβανομένων και όλων των ακάλυπτων επιταγών, οι οποίες σας λέω ήταν μια ολόκληρη δέσμη.» Για να συνεχίσει λέγοντας πως όταν ο Ενάγων 1 είχε συνάντηση μαζί του, ζητούσε από το Λογιστήριο της Εταιρείας να του παρουσιάσει ολοκληρωμένη κατάσταση των οφειλών του, με τις οποίες ο Ενάγων 1 ουδέποτε διαφώνησε. Ρωτήθηκε αν ο Ενάγων 1 είχε τη δυνατότητα να διαπιστώνει κατά πόσο όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Εταιρεία και να προβαίνει στις ανάλογες παραστάσεις. Η απάντησή του παρατίθεται αυτολεξεί: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ειδικά προσόντα για να ξέρει κάποιος να υπολογίζει τι χρωστά στην εταιρεία. Στέλνει 10 συμβόλαια σε ένα μήνα είναι €250 το ασφάλιστρο του καθενός είναι €2.500. Δεν πρέπει να είναι chartered accountant για να μπορεί να υπολογίσει. Συν €5.000 που χρωστά προηγουμένως γίνονται €7.500, για παράδειγμα λέω.» Του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων 1 ουδέποτε γνώριζε το πραγματικό χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο, για να απαντήσει ως εξής: «Πιστωτικό δεν υπήρξε ποτέ καταρχήν, ήταν πάντα χρεωστικό το υπόλοιπό του και κάθε μήνα έπαιρνε κατάσταση που έγραφε το υπόλοιπο του. Διερωτώμαι γιατί δεν το γνώριζε.» Για να προσθέσει: «Διαφωνώ κάθετα, διότι ο κ. Μαντογιαννάκου καθόταν σε συνάντηση μαζί μου, συζητούσαμε τα υπόλοιπα και δεν διαφώνησε ποτέ. Πάντα μου ζητούσε τρόπους διευκόλυνσης για να μπορέσει να αποπληρώσει και να μπορέσει να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στον τομέα των ασφαλίσεων αυτοκινήτων κυρίως, διότι 99% ήταν εκεί οι δραστηριότητές του.» Και για να καταλήξει ως εξής: «Διαφωνώ. Πάντοτε ο κ. Μαντογιαννάκου γνώριζε το υπόλοιπό του και ερχόταν ζητώντας τρόπους βοήθειας για να μπορέσει να αποπληρώσει και παρακαλώντας να μην του ακυρωθεί η άδεια διότι οι ασφαλιστές πρέπει να έχουν άδεια από τα Γραφεία της Εποπτικής Αρχής στην Κύπρο για να μπορούν να δραστηριοποιούνται και παρακαλούσε να μην προχωρήσουμε σε κήρυξη του σε πτώχευση γιατί αυτό θα πάθαινε διότι αυτόματα βάσει της υφιστάμενης Νομοθεσίας που διέπει την λειτουργία των διαμεσολαβητών χάνει αυτόματα την άδεια του και δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στο χώρο των ασφαλίσεων.» Εκ μέρους της Εναγόμενης κατέθεσε και ο κ. Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου, ο οποίος υπήρξε Γενικός Διευθυντής της Εναγομένης κατά το χρόνο που εκδόθηκε η Απόφαση στην Αγωγή 9920/10. Η κυρίως εξέτασή του δόθηκε με γραπτή δήλωση (Ένδειξη Δ), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «Ο υποφαινόμενος Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Υπήρξα ο Γενικός Διευθυντής της Εναγομένης στη παρούσα υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αγωγή Αρ. 9920/2010 την 24/11/2010 και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση ως εντίμως πιστεύω και δυνάμει νομικής συμβουλής την οποία έχω λάβει και από τα γεγονότα τα οποία γνωρίζω προσωπικά. 2. Εργάζομαι στην Ασφαλιστική Βιομηχανία από το 1991 και είμαι εγκεκριμένος λογιστής μέλος του Institute of Chartered Accountant in England and Wales και ως επίσης μέλος του Συνδέσμου εγκεκριμένων λογιστών Κύπρου. 3. Στην Εναγομένη απασχολήθηκα κατά την περίοδο 1/6/2008 μέχρι και τον Οκτώβριο 2011 ως Γενικός Διευθυντής. Προηγουμένως απασχολήθηκα κατά την περίοδο Ιουνίου 1999 μέχρι και Μάιο 2008 στην Ασφαλιστική Εταιρεία INTERLIFE, μετ' ονομασθείσα σήμερα σε Prime Insurance Company ως Οικονομικός Διευθυντής. 4. Ενόσω εργαζόμουνα στην Olympic ήταν σε γνώση μου οι εκκρεμότητες του Ενάγοντα 1 ο οποίος είχε ήδη συνεργασία ως Ασφαλιστικός Αντιπρόσωπος με την Ασφαλιστική Εταιρεία DEMCO μέσω της εταιρείας συμφερόντων του MANTOGIANNAKOS INSURANCE AGENTS LTD και οι οποίες εκκρεμότητες του στην εν λόγω εταιρεία μεταφέρθηκαν στην προηγούμενη εργοδότρια μου INTERLIFE μετά την εξαγορά της DEMCO από την INTERLIFE. Συγκεκριμένα μέχρι και μετά την αποχώρηση μου από την Olympic αλλά και αργότερα, όπως πληροφορήθηκα, ανέρχονταν σε ποσό περί του €1.071.000,00. 5. Ομοίως μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων μου κατά την εργασία μου στην Εναγομένη όπου απασχολήθηκα κατά την περίοδο 1/6/2008 μέχρι και τον Οκτώβριο 2011 ως Γενικός Διευθυντής αντιμετώπιζα περιπτώσεις Ασφαλιστικών Αντιπροσώπων όπως ο Ενάγοντας 1, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του κ. Μαντογιαννάκου. 6. Συγκεκριμένα, από την ανάληψη της διεύθυνσης της εταιρείας την 1/6/2008 βρέθηκα και σε αυτή την εταιρεία αντιμέτωπος με την περίπτωση του Ενάγοντα 1 ο οποίος είχε ήδη προγενέστερη συνεργασία με την Εναγομένη ως ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος δυνάμει συμφωνίας. 7. Ο Ενάγοντας 1 παρόλο που παρουσίαζε ένα μεγάλο κύκλο εργασιών και σύναψης ασφαλιστικών συμβολαίων εκ μέρους της Εναγομένης με τρίτους, εντούτοις ουδέποτε διατηρούσε δικές του λογιστικές καταστάσεις, ήταν ιδιαίτερα ακατάστατος στις δοσοληψίες του και κυρίως αμελής στις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία. 8. Ήδη από τον Ιούνιο 2008 που ανέλαβα στην εταιρεία ο Ενάγοντας 1 παρέλειπε να καταβάλει στην Εναγομένη τα ασφάλιστρα που καθίσταντο οφειλόμενα και πληρωτέα και όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά. Για τον σκοπό αυτό δηλαδή για την αντιμετώπιση του ολοένα και διογκούμενου χρέους του Ενάγοντα 1 προς την Εναγομένη και τη διαχείριση των ασφαλιστικών εργασιών του γίνονταν τακτικές συναντήσεις μαζί του τόσο στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία όσο και στη Πάφο με σκοπό να τακτοποιηθεί το ολοένα και διογκούμενο χρέος του αλλά και να διευκολυνθεί και ο ίδιος ο οποίος συνέχιζε να συμβάλλεται με τρίτους εκ μέρους της εταιρείας. 9. Μετά από συνάντηση μου με τον Ενάγοντα κατά ή περί την 27/06/2008 και αποκλειστικά για να βοηθήσω τον Ενάγοντα και να αποτρέψω τη περαιτέρω διόγκωση του χρέους του προς την εταιρεία όπως έγινε με την προηγούμενη εταιρεία όπου εργαζόμουν, κατάφερα να εξασφαλίσω από το τότε Διοικητικό Συμβούλιο της Olympic να διαγραφεί σημαντικό μέρος του χρέους του Ενάγοντα προς την Εναγομένη ύψους €56.981,00. 10. Σχετικά έχω στη κατοχή μου αντίγραφο ενυπόγραφης επιστολή που του έστειλα εκ μέρους της Εναγομένης μέσω τηλεομοιότυπου με τα ακριβή ποσά που χρωστούσε μειωμένα κατά €56.981,00 ζητώντας του να τα επιβεβαιώσει. Ταυτόχρονα έχω στη κατοχή μου και την αντίστοιχη δική του χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 30/06/2008 με την οποία αναγνωρίζει και αποδέχεται το τότε ύψος των οφειλών του προς την Εναγομένη. 11. Ο Ενάγοντας 1 πάντοτε ενημερωνόταν τακτικά και συστηματικά για την εικόνα του χρεοπιστωτικού του λογαριασμού από την Εναγομένη και του παρουσιαζόταν λεπτομερής και αναλυτική εικόνα των μεταξύ του και της εταιρείας δοσοληψιών από τις ασφαλιστικές εργασίες που γίνονταν με τη μεσολάβηση του Ενάγοντα. 12. Ωστόσο, ενώ ο Ενάγοντας 1 αποδεχόταν τις οφειλές του προς την Εναγομένη και δήλωνε πάντα πρόθυμος να τακτοποιήσει τις οφειλές του ως παρουσιάζονταν στις σχετικές καταστάσεις των χρεοπιστωτικών του λογαριασμών, εντούτοις δήλωνε αδυναμία με αποτέλεσμα να μην το πράττει και το χρέος του να συνεχίσει να διογκώνεται. 13. Αναπόφευκτα η υπόθεση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού αντιπροσώπου με τη σύμφωνη γνώμη και του ίδιου του Ενάγοντα 1 οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση δεσμευτικής απόφασης ενάντια στον ίδιο και τις εγγυήτριες του ως και έγινε στις 24/11/2010. 14. Με έκπληξη πληροφορήθηκα ότι ένα έτος αργότερα ο Ενάγοντας 1 προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης την οποία δέχθηκε την 24/11/2010 στην Αγωγή Αρ. 9920/2010 υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτή ήταν προϊόν δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης, το οποίο είναι, πιστεύω, αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψης του ιδίου ή ακόμα και κακής συμβουλής τρίτων και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα.» Και αυτός ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τους Ενάγοντες. Στο μέρος της μαρτυρίας του που δόθηκε κατά την αντεξέταση θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Αξιολόγηση Προσαχθείσας Μαρτυρίας Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιόν μου. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273, 1280 - 1281, Κυριάκου ν. Γ. Νικόλα (Μακρή) Λτδ,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869, 873, την απόφαση της Πλειοψηφίας ημερ. 9.9.15, Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Κυριακίδη, Πολ. Έφεση 209/10 και την πρόσφατη απόφαση ημερ. 25.4.17 Δώρος Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 149/15). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης, έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ο κ. Ζένιος Δημητρίου (Μ.Υ.1) μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Η αντεξέτασή του επικεντρώθηκε κυρίως στο γεγονός ότι ο Ενάγων 1 δεν γνώριζε το «αληθές υπόλοιπο, χρεωστικό ή πιστωτικό». Ο μάρτυρας δικαιολογημένα βεβαίως διερωτήθηκε γιατί ο Ενάγων 1 κάθε λίγο προέβαινε σε κατάρτιση νέων συμφωνιών μαζί του «για το υπόλοιπο και παρακαλώντας με να τον βοηθήσω να βρει τρόπους να αποπληρώσει. Και δεν είναι λίγες οι φορές, το τονίζω αυτό, που προσωπικά τον βοήθησα εξασκώντας πίεση στην εταιρεία να συνεχίσει να τον απασχολεί σαν διαμεσολαβητή». Σημειώνεται πως η μαρτυρία του αυτή όπως και άλλη δεν αμφισβητήθηκε, απλώς του υποβλήθηκε ότι οι συζητήσεις ακόμη και αν έλαβαν χώρα, έλαβαν χώρα εν αγνοία του Ενάγοντα 1 «σε σχέση με την πραγματική οικονομική κατάσταση η οποία υπήρχε μεταξύ του και της ασφαλιστικής εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο». Η μαρτυρία του κ. Ζένιου Δημητρίου γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο κ. Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου (Μ.Υ.2), του οποίου η μαρτυρία επίσης υπήρξε σταθερή. Η μαρτυρία του ότι ο Ενάγων 1 ήταν ιδιαίτερα ακατάστατος στις δοσοληψίες του, δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα, οι Ενάγοντες προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη μαρτυρία και υπέβαλαν στον μάρτυρα πως ο Ενάγων 1 «ουσιαστικά βασιζόταν στο τι εσείς του λέγατε ότι ήταν οι υποχρεώσεις του προς την εταιρεία στα πλαίσια της συνεργασίας σας, συμφωνάτε;». Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια απάντησε ως εξής: «Συμφωνώ αλλά περαιτέρω συμφωνούσε γιατί του εξηγείτο λεπτομερώς πως σχηματίζετο το εκάστοτε υπόλοιπο του. Σε όλες τις συναντήσεις προέβαλλε διάφορα επιχειρήματα και για να καταλήξουμε και γιατί ο στόχος ήταν η συνεργασία, «φέρτε μας τις δικές σας λογιστικές καταστάσεις να μπορέσουμε να τις αντιπαραθέσουμε με τις δικές μας για να δούμε που βρίσκονται οι διαφορές». Αυτές οι πληροφορίες ενός λογιστικού υπολοίπου που θα απεικόνιζαν τις δοσοληψίες με την Olympic δεν έτυχε να δω καμία να παραγόταν. Το τι παρουσίαζε ο κ. Μαντογιαννάκος εξ΄ όσων θυμάμαι ήταν, ας μου επιτραπεί η λέξη, «δευτέρι» λογιστικής καταχώρισης των χρεώσεων που του έκαμνε η εταιρεία. Δεν ήταν μέρος ας μου επιτραπεί του double entry, της διπλής εγγραφής. Επομένως εκεί αποσκοπεί το σχόλιο ότι δεν διατηρούσε τις δικές του οικονομικές καταστάσεις.». Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της γραπτής του κατάθεσης, ρωτήθηκε αν είναι σίγουρος γι΄ αυτό. Ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Του υποβλήθηκε ότι το ποσό αυτό ήταν ουσιαστικά επιστροφή της Εταιρείας προς τον Ενάγοντα για να διορθωθούν λάθη της Εταιρείας. Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια απάντησε πως η συνάντηση αποσκοπούσε στο να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη η οποία θα επέτρεπε στον κ. Μαντογιαννάκο να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες και στόχος της συνάντησης ήταν να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό «για να φύγουν πολλές αμφισβητήσεις και να προχωρήσουμε». Σε σχέση με τη γνώση του Ενάγοντα 1 για τις οφειλές του, ο κ. Κυπρίζογλου υπέβαλε στον μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις οι οποίες στόχευαν στο να παρουσιάσουν τον Ενάγοντα 1 ως ένα άνθρωπο χωρίς κρίση, χωρίς ικανότητα να ελέγξει το χρεωστικό υπόλοιπο που του παρουσίαζε η Εναγόμενη κλπ. Ο μάρτυρας απάντησε πως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού με την άφιξη του (του μάρτυρα) στην Εταιρεία υπήρχε υπογεγραμμένο από τον Ενάγοντα 1 γραμμάτιο, από το οποίο αποδεικνύεται τουλάχιστο ότι γνώριζε αυτό το μέρος της οφειλής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επανήλθε υποβάλλοντας του ότι αυτές οι κατ΄ ισχυρισμό οφειλές γίνονταν αποδεκτές από τον Ενάγοντα 1 «στη βάση της καλής πίστης που έδειχνε προς την Εταιρεία.», κάτι που ο μάρτυρας απέρριψε λέγοντας πως έτσι και αλλιώς είχαν πρόβλημα είσπραξης και δεν είχαν κανένα λόγο να «διογκώσουν» τις οφειλές του Ενάγοντα 1. Ο Ενάγων 1 μου έκανε κακή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Βρίσκω πως τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστούν μυθεύματα σε μια προσπάθειά του να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, για να καταφέρει έτσι να ακυρώσει την εκ συμφώνου Απόφαση που εκδόθηκε στην Αγωγή 9920/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στη βάση της οποίας παραδέχθηκε τόσο αυτός όσο και οι Ενάγουσες 2 και 3 ότι οφείλουν στην Εναγόμενη Εταιρεία το όχι ευκαταφρόνητο ποσό των €685.000 πλέον τόκους. Θα τολμούσα να πω, πως ορισμένες από τις απαντήσεις και θέσεις του στερούνται σοβαρότητας. Ισχυρίστηκε πως δεν διόρισε δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί στην Αγωγή 9920/10 επειδή εμπιστευόταν την Εναγόμενη Εταιρεία. Σημειώνεται εδώ πως ήταν δική του επιλογή να μην διορίσει δικηγόρο και δεν μπορεί γι΄ αυτή του την απόφαση να επιρρίπτει ευθύνη στην Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία ουδέποτε του ανέφερε να μην διορίσει δικηγόρο. Ισχυρίστηκε πως μετά την έκδοση της δικαστικής Απόφασης, αντιλήφθηκε ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη Εταιρεία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ισχυρίστηκε πως δέχθηκε στις 24.11.10 ότι οφείλει ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό του ύψους των €685.000, χωρίς ο ίδιος να εξετάσει και χωρίς να γνωρίζει κατά πόσο οφείλει ένα τέτοιο ποσό. Και όλα αυτά επειδή απλώς η Εναγόμενη Εταιρεία, την οποία εμπιστευόταν στα τυφλά, ως ισχυρίστηκε, του ανέφερε ότι οφείλει αυτό το ποσό. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Ενάγων 1, ο οποίος ήταν ένας έμπειρος ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, αφού ασκούσε το επάγγελμα αυτό στην Κύπρο από το 1988 και μάλιστα με κύκλο εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο €400.000-500.000 ετησίως, γνώριζε πολύ καλά ότι χρωστούσε χρήματα στην Εναγόμενη Εταιρεία και δεν δέχομαι ότι ήταν ένας άνθρωπος χωρίς κρίση και ικανότητα να προβεί στο δέοντα έλεγχο για να διαπιστώσει αν όφειλε ή όχι χρήματα στην Εναγόμενη Εταιρεία. Άλλωστε, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες γνώσεις ή ικανότητες για να αντιληφθεί αν όφειλε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με Συμφωνίες οι οποίες συνάπτονταν από τον ίδιον για λογαριασμό της Εναγομένης, και οι οποίες είχαν να κάνουν κυρίως με αριθμούς και με χρηματικά ποσά. Από τα έγγραφα Τεκμήρια 11
(1),
(2)και
(3), τα οποία ο Ενάγων 1 υπέγραψε στις 21.7.11 δηλαδή μετά την έκδοση της Απόφασης εναντίον του, προκύπτει πως αυτός παραδέχθηκε για άλλη μια φορά την ύπαρξη του εξ΄ αποφάσεως χρέους του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 11
(2), έγγραφο το οποίο ο ίδιος υπέγραψε, έχουν αφαιρεθεί από το εξ αποφάσεως χρέος του ποσά τα οποία καταβλήθηκαν από τον ίδιο με τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων. Σημειώνεται εδώ πως η εκδοθείσα εναντίον του Απόφαση είχε πρόνοια για αναστολή εκτέλεσης νοουμένου ότι καταβάλλετο το ποσό των €25.000 μηνιαίως. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτό το γεγονός ανέφερε τα ακόλουθα: «A. Την υπογραφή μου την αναγνωρίζω. Επιφυλάσσομαι όμως μελλοντικά να διευκρινίσω πώς ετέθη η υπογραφή. Επειδή Εντιμότατε δεν ξέρω, δεν είμαι νομικός, αλλά επειδή αυτό το έγγραφο αναφέρεται και σε μεταγενέστερη εποχή από την απόφαση που έκδωσε το Δικαστήριο. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Έχετε δικαίωμα να πείτε ό,τι θέλετε, είτε αυτό αφορά στον τρόπο που έχει τεθεί η υπογραφή σας, είτε στο περιεχόμενο του εγγράφου, είτε σε ο,τιδήποτε άλλο. Σας δίδετε το δικαίωμα να πείτε ό,τι επιθυμείτε. A. Την εποχή εκείνη, δικηγόρος— Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Όταν λέτε την εποχή εκείνη; A. Τον Ιούλιο του 2011, δικηγόρος της Olympic ήταν ο κύριος Σοφοκλέους Ανδρέας. Με πήρε τηλέφωνο, ήμουν στο γραφείο μου εγώ και συγκεκριμένα μου είπε το εξής, "Αν δεν έρθεις μέσα σε 2 ώρες στη Λευκωσία, στέλνω τον επιδότη στο σπίτι σου". Εγώ του είπα "Καλά, έτσι ξαφνικά;" Δικαστήριο: Δικηγόρος της Λευκωσίας; κ. Κυπρίζογλου: Ναι. A. "Έτσι ξαφνικά να έρθω Λευκωσία; Δεν μπορούμε αύριο, μεθαύριο να κανονίσουμε μια συνάντηση;" Μου λέει "Όχι, τώρα αυτόματα". Υποχρεώθηκα λοιπόν να μεταβώ σε 2 ώρες στο γραφείο του κυρίου Σοφοκλέους του δικηγόρου. Εκεί μου παρουσίασε, αν θυμάμαι καλά, 3 ‑ 4 σελίδες και μου είπε να τις υπογράψω. Εγώ τον παρακάλεσα και του λέω είναι σωστό και λογικό νομίζω να τις πάρω μαζί μου, να κάνω και εγώ τον έλεγχο μου και μετά από 2 ‑ 3 μέρες να έρθω ξανά στο γραφείο σου και να υπογράψω. Ήταν ανένδοτος και κάτω από αφόρητες συνθήκες, να μην τα πολυλογώ, επειδή υπήρχε ήδη η απόφαση η δικαστική, με υποχρέωσε να υπογράψω, χωρίς καν να ξέρω τι ακριβώς υπογράφω. » Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως οι πιο πάνω απαντήσεις του συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων, και το μόνο που αποδεικνύουν είναι την πονηριά του και την ευκολία με την οποία επικαλείται αφόρητες συνθήκες, πίεση, άγνοια και άλλα συναφή, για να μην τιμήσει τις υποχρεώσεις και τις υποσχέσεις του. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το βάσιμο των αξιώσεων που προβάλλονται στην υπό εκδίκαση Αγωγή, ανέφερε πως αυτοί που τον ενημέρωσαν για το γεγονός ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Εναγόμενη Εταιρεία ήταν οι λογιστές του, ο Οργανισμός Τρεππίδης στη Λεμεσό. Αυτούς όμως τους διόρισε τέλη του
  1. Είχε βεβαίως προηγουμένως, ως ανέφερε, διορίσει άλλο λογιστικό οίκο, τον οποίο έπαυσε (δεν θυμόταν ακριβώς πότε), αλλά όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, αυτός ο λογιστικός οίκος δεν κατόρθωσε να φέρει αποτέλεσμα. Η αγωγή καταχωρίστηκε το 2011 και με αυτή επικαλείται δόλο και εξαπάτηση εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας. Ο ίδιος όμως λογικά το 2011 δεν έπρεπε να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο αφού ο δόλος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, διεφάνη μετά το πόρισμα του ελεγκτικού οίκου Τρεππίδης. Το πόρισμα αυτό, το οποίο επικαλέστηκε επανειλημμένα κατά την αντεξέτασή του, εξεδόθη στις 27.6.
  2. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως μετά την έκδοση της δικαστικής Απόφασης, μετά τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του και μετά την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον της θυγατέρας του, αντιλήφθηκε ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης από την Εναγόμενη Εταιρεία. Τι ήταν αυτό που τον έκανε στο στάδιο της λήψης μέτρων εκτέλεσης να αντιληφθεί ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης και μάλιστα πριν ετοιμαστεί το πόρισμα των Λογιστών, ουδείς γνωρίζει. Κάθε περαιτέρω σχόλιο σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, περιττεύει. Στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης (Ένδειξη «Α»), αναφέρει τα ακόλουθα: «Έπραττα το συμβατικό αυτό καθήκον μου πάντοτε. Σε αντίθετη όμως με εμένα, όπως διεφάνη εκ των υστέρων, οι Εναγόμενοι, εσκεμμένα, κακόβουλα, δόλια και απατηλά ισχυρίστηκαν ότι δήθεν τα εν λόγω στοιχεία κατεδείκνυαν πως τους όφειλα χρήματα, παρά το γεγονός πως οι ίδιοι δεν πίστευαν αληθώς ότι, τα στοιχεία που τους είχα δώσει ήταν ελλιπή ή ότι ο δικός τους ισχυρισμός προς εμένα, ότι δήθεν τους όφειλα χρήματα είχε οποιαδήποτε βασιμότητα. Επίσης μου ανέφεραν πως λόγω αυτής της εξέλιξης πραγμάτων, σε περίπτωση που δεν τους εξασφάλιζα οικονομικά κατά τον τρόπο που θα καθόριζαν αυτοί, τότε θα τερμάτιζαν τη συνεργασία αυτή μαζί μου.» Με άλλα λόγια ισχυρίστηκε πως ο ίδιος ήταν ένας τυπικός συνεργάτης, ο οποίος έπραττε στο ακέραιο τα καθήκοντά του ενώ η Εναγόμενη Εταιρεία κακόβουλα και εσκεμμένα του ανέφερε ότι της όφειλε χρήματα. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε, και δικαιολογημένα, πότε η Εναγόμενη Εταιρεία του ανέφερε ότι της όφειλε χρήματα. Για άλλη μια φορά κατέφυγε στην προσφιλή του μέθοδο και ουσιαστικά απέφυγε να απαντήσει. Για του λόγου το αληθές παραθέτω αυτολεξεί την απάντησή του: «Οι συναλλαγές με τη συγκεκριμένη εταιρεία βασίζοντο σε μια σχέση εμπιστοσύνης, τουλάχιστον από την πλευρά μου. Δεν είχα λόγους να αμφισβητήσω τα αποτελέσματα που μου έστελνε η ασφαλιστική εταιρεία. Δεν είχα πάρει είδηση ακριβώς το τι συνέβαινε, μετά όμως όλα τα γεγονότα, όταν έβαλα λογιστές, διόρισα λογιστές για να με βοηθήσουν σ' αυτόν τον τεράστιο όγκο των χαρτιών, οι λογιστές μου έχουν απαντήσει ότι έχω εξαπατηθεί από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, λίγη υπομονή ο κύριος Χριστοδούλου που θα έρθουν οι λογιστές την επόμενη φορά να προσκομίσουν τα στοιχεία που έχουν.» Όταν βεβαίως ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης Εταιρείας δικαιολογημένα επέμενε να απαντήσει πότε πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι όφειλε χρήματα, απάντησε πως πάντοτε υπήρχαν υπόλοιπα αφού η Εναγόμενη Εταιρεία του χορηγούσε πίστωση δύο-τριών μηνών για να καταλήξει ως εξής «..οπότε δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονική στιγμή που επιμένει ο κύριος Χριστοδούλου.». Επειδή όμως τα γραπτά μένουν, ο κ. Χριστοδούλου τον παρέπεμψε στο περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής 9920/10 και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 7 και
  3. Πρόκειται για έγγραφα που υπέγραψε το 2007 και τα οποία ο ίδιος επικαλείται στην Αγωγή του. Στη βάση αυτών των εγγράφων παραδέχθηκε πως όφειλε σημαντικά ποσά χρημάτων στην Εναγομένη δυνάμει δανείων. Τα έγγραφα αυτά τα υπέγραψε για οφειλές που προέκυψαν από τη συνεργασία του με την Εναγόμενη Εταιρεία. Μάλιστα, ρωτήθηκε αν γνωρίζει τις συνέπειες υπογραφής των εν λόγω εγγράφων. Η απάντηση του, η οποία ομιλεί από μόνη της, παρατίθεται αυτολεξεί: «Την εποχή εκείνη απόλυτα δεν μπορώ να πω ότι γνώριζα. Εκ των υστέρων, θα επαναλάβω Εντιμότατε, θα μου επιτρέψετε κάτι, επειδή ο κύριος Χριστοδούλου αναφέρετε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τον Ιανουάριο του 2007, θα ήθελα να παρακαλέσω γιατί είναι θέμα που είχα πληροφορηθεί και εγώ εκ των υστέρων από τους λογιστές μας, ας κάμει υπομονή ο κύριος Χριστοδούλου, να δει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ποιος όφειλε σε ποιον χρήματα. Ας τα αναλύσουν οι λογιστές στην επόμενη συνεδρία.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τουλάχιστον από το 2007 η Εναγόμενη του ανέφερε ότι της όφειλε χρήματα. Συνεπώς, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως δεν είπε την αλήθεια όταν ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να προσδιορίσει τη χρονική στιγμή που η Εναγόμενη του είχε αναφέρει ότι της όφειλε χρήματα. Δικαιολογημένα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης τον ρώτησε τι μέτρα έλαβε το 2007 όταν η Ασφαλιστική Εταιρεία του ανέφερε ότι οφείλει γύρω στις Λ.Κ.150.000 και πλέον (Τεκμήρια 7 και 8). Για άλλη μια φορά απάντησε με το γνωστό του τρόπο, και αυτό φαίνεται από το περιεχόμενο της απάντησής του, την οποία παραθέτω αυτολεξεί: «Να απαντήσω Εντιμότατε. Θα επαναλάβω την προηγούμενη φρασιολογία, επειδή πάντοτε εγώ στηριζόμουνα στη σχέση εμπιστοσύνης, δεν είχα λόγο να αμφισβητήσω τα υπόλοιπα που η εταιρεία μου έστελνε ως οφειλών, έτσι λοιπόν δέχθηκα αυτήν την απόφαση της εταιρείας για να είμαι συνεπέστατος απέναντι της, υπέγραψα τα δύο συγκεκριμένα γραμμάτια, αλλά εκ των υστέρων δυστυχώς από τους λογιστές έχω πληροφορηθεί αυτά τα θέματα.» Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε μέχρι πότε παρείχε υπηρεσίες για λογαριασμό της Εναγομένης. Η απάντησή του ήταν μέχρι τον Ιούλιο του 2011 όταν η Εναγόμενη σταμάτησε να έχει συνεργασία μαζί του. Ρωτήθηκε αν μετά τη διακοπή της συνεργασίας με την Εναγόμενη συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα. Η απάντησή του ήταν πως πρέπει να ασκούσε το επάγγελμα μέχρι τον Οκτώβριο, Δεκέμβριο του 2012, για λογαριασμό άλλης ασφαλιστικής εταιρείας. Ρωτήθηκε γιατί σταμάτησε η συνεργασία με την άλλη Εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2012, για να απαντήσει γενικά και αόριστα ότι υπήρξε ένα πρόβλημα με την εν λόγω Εταιρεία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης με συγκεκριμένη υποβολή του ανέφερε τα ακόλουθα: «Αν σας έλεγα ότι για τον Σεπτέμβριο του 11, σας στερήθηκε η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος από τον Έφορο Ασφαλίσεων. Τι θα μου λέγατε; » Για να απαντήσει ως εξής: «A. Μάλιστα. Συμφωνώ σ' αυτό το σημείο που ανέφερε ο κύριος Χριστοδούλου, μόνο που ο κύριος Χριστοδούλου έχει παραβλέψει ότι με την άλλη συγκεκριμένη εταιρεία που συνέχισα τις εργασίες μου για ένα έτος ακόμη, δεν εργαζόμουν σαν άτομο, αλλά είχα την άδεια κανονικότατα σαν εταιρεία, εταιρεία δική μου. E. Μιλάτε για την Prime Insurance; A. Μάλιστα. Δηλαδή συνέχισα κανονικά τις εργασίες μου, ήμουν αντιπρόσωπος της άλλης συγκεκριμένης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά με την επωνυμία της εταιρείας μου, όχι προσωπικά, όχι στο όνομα μου.». Εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω απαντήσεις και συμπεριφορά του είναι πως ήθελε για άλλη μια φορά να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος και όχι Εταιρεία του, ασκούσε το επάγγελμα μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012 και ότι έπαυσε να το ασκεί γιατί υπήρχε πρόβλημα με την Ασφαλιστική Εταιρεία. Στη συνέχεια ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος που ασκούσε το επάγγελμα αλλά άλλη Εταιρεία, και το κυριότερο βεβαίως ο λόγος που ο ίδιος έπαυσε να ασκεί προσωπικά το επάγγελμα που ήταν η στέρηση της άδειας του, κάτι που αναγκάστηκε να αποκαλύψει μετά από συγκεκριμένη υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης, και όχι γιατί υπήρχε πρόβλημα με την Ασφαλιστική Εταιρεία. Τη μαρτυρία του κ. Κώστα Λοϊζου, Εγκεκριμένου Λογιστή στον Λογιστικό Οίκο K. Treppides & Co Limited, απορρίπτω για τους ακόλουθους λόγους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο Ενάγων 1 δεν τους είχε αναφέρει ότι αρχικά ανέθεσε στην KPMG τη συγκεκριμένη εργασία. Του υποβλήθηκε ότι πριν ο Ενάγων 1 αποταθεί στην KPMG είχε αναθέσει την υπόθεσή του σε άλλο Λογιστή, ο οποίος δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του αφού δεν κατέληγε στα συμπεράσματα που ήθελε. Η απάντησή του ήταν «δεν έχω τίποτα να πω». Παραδέχτηκε ότι ενώπιον τους δεν είχαν όλες τις καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης. Περαιτέρω παραδέχθηκε ότι ενώπιον τους δεν είχαν τους ελεγμένους λογαριασμούς της Εναγομένης. Δικαιολογημένα ο κ. Χριστοδούλου υπέβαλε στο μάρτυρα ότι «Κύριε μάρτυς σας υποβάλλω, ότι με το υλικό που είχατε, δεν θα μπορούσατε σε καμία περίπτωση να καταλήξετε σε ασφαλή συμπεράσματα και τα συμπεράσματα στα οποία έχετε καταλήξει είναι λανθασμένα.» για να απαντήσει ως εξής: «Βασιζόμενοι στο τι είχαμε στη διάθεση μας, αυτές είναι οι διαφορές τις οποίες βρήκαμε και αναφέραμε αυτές τις διαφορές ενώπιον Δικαστηρίου.». Ήταν η θέση του ότι ένα ποσό ύψους Λ.Κ.25.000 περίπου δεν εμφανίζετο σε κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης. Του υποβλήθηκε ότι αυτό το ποσό υπήρχε σε άλλη κατάσταση λογαριασμού. Η θέση του ήταν πως αυτοί εξέτασαν μόνο το μαρτυρικό υλικό που είχαν ενώπιον τους. Από την αντεξέτασή του θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω και το ακόλουθο μέρος της μαρτυρίας του, για να φανεί ότι ενώπιον τους δεν είχαν όλα εκείνα τα απαραίτητα έγγραφα που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα: «E. Κατά την εξέταση σας πριν, όπου παρουσιάσατε ουσιαστικά αυτήν την έκθεση. (Υποδεικνύεται το Τεκμήριο 12 στον μάρτυρα). Αναφερθήκατε θυμάμαι στο τέλος, ότι επιθεωρήσατε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic, το
  4. Όμως δεν μπορώ να εντοπίσω αυτές τις καταστάσεις να αναγράφονται στη σελίδα
  5. Μπορείτε να μας το εξηγήσετε; A. Ναι, η χρονική περίοδος την οποία εξετάσαμε αναφέρεται στη σελίδα 2, στην παράγραφο Α, η οποία ξεκαθαρίζει τη χρονική περίοδο την οποία εξετάζουμε. E. Εγώ αναφέρομαι σε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic. Μας αναφέρατε προηγουμένως στην εξέταση σας, ότι επιθεωρήσατε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic, του 2009 συγκεκριμένα, εν τούτοις δεν αναγράφεται το συγκεκριμένο, δεν αναφέρομαι στο χρονικό περιθώριο, αλλά στο συγκεκριμένο έγγραφο, καταστάσεις λογαριασμού της Olympic, του 2009 π.χ. A. Το συγκεκριμένο στοιχείο δεν αναφέρεται εδώ, αλλά δεν μπορώ να αναφέρω στοιχείο προς στοιχείο αυτά τα οποία αναφέρω μέσα. E. Συμφωνείτε μαζί μου, ότι είχατε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic; A. Είχαμε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic, αλλά αναφέραμε ότι υπήρχαν ορισμένες καταστάσεις, οι οποίες απουσίαζαν και δεν ήταν στη διάθεση μας. E. Όταν αναφέρετε καταστάσεις λογαριασμού της Olympic, για να μην υπάρχει παρεξήγηση, αναφέρεστε σε καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών; A. Όχι, όχι, αναφερόμαστε στους λογαριασμούς οι οποίοι ήταν μεταξύ της Olympic και του κυρίου Μαντογιαννάκου, μεταξύ των δύο μερών. E. Οι οποίες δεν ήταν πλήρεις; A. Ορθό. E. Δηλαδή δεν αναφέρεστε σε ελεγμένους λογαριασμούς της Olympic, για το
  6. A. Όχι. E. Και ούτε έχετε στην κατοχή σας, με οποιονδήποτε τρόπο, ελεγμένες καταστάσεις λογαριασμού της Olympic. A. Όχι. E. Για οποιονδήποτε από τα χρόνια αυτά για τα οποία αναφέρεστε; A. Όχι. E. Κύριε μάρτυς σας υποβάλλω, ότι με το υλικό που είχατε, δεν θα μπορούσατε σε καμία περίπτωση να καταλήξετε σε ασφαλή συμπεράσματα και τα συμπεράσματα στα οποία έχετε καταλήξει είναι λανθασμένα. A. Βασιζόμενοι στο τι είχαμε στη διάθεση μας, αυτές είναι οι διαφορές τις οποίες βρήκαμε και αναφέραμε αυτές τις διαφορές ενώπιον Δικαστηρίου. » Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που στις πρώτες σελίδες της Έκθεσής τους, Τεκμήριο 12, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ε. Οι προαναφερθείσες διαδικασίες δεν συνιστούν ούτε έλεγχο ούτε ανασκόπηση σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου (International Standards on Auditing) ή με τα διεθνή πρότυπα εργασιών ανασκόπησης (International Standards on Review Engagements). Ζ. Εάν διενεργούσαμε επιπρόσθετες διαδικασίες ή αν διενεργούσαμε έλεγχο ή ανασκόπηση σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου (International Standards on Auditing) ή με τα διεθνή πρότυπα εργασιών ανασκόπησης (International Standards on Review Engagements) άλλα θέματα μπορεί να είχαν περιέλθει στην προσοχή μας τα οποία θα είχαν αναφερθεί σε εσάς.» Επανεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η ακόλουθη ερώτηση: «Επίσης προκύπτει από την αντεξέταση του συναδέλφου και χρήζει διευκρίνισης, ότι τα ευρήματα σας, λόγω της έλλειψης επαρκών στοιχείων που σας δόθηκαν από τον Ενάγοντα 1 και που είχατε στην κατοχή σας, για να ετοιμάσετε το Τεκμήριο 12, είναι λανθασμένη. Και σας υποδείχθηκε προς τεκμηρίωση της θέσης του συναδέλφου μου, ότι δεν υπάρχουν τα outstanding claims. Σας παρακαλώ διευκρινίστε στο Δικαστήριο, αν η θέση σας περί ύπαρξης διαφοράς, καταλυτικής διαφοράς μεταξύ των απαιτήσεων της Olympic, αποσύρω το τελευταίο κομμάτι. Διευκρινίστε μας, εάν αυτά τα outstanding claims θα έκαναν οποιανδήποτε διαφορά στο καταληκτικό σας εύρημα ασχέτως αριθμών. Για να απαντήσει ως εξής: «Σε σχέση με αυτές τις διαφορές, τις οποίες διερευνούσαμε, είμαι σίγουρος ότι θα καταλήγαμε σε διαφορετικά αποτελέσματα, αν είχαμε τα ελλιπή στοιχεία, αλλά σε σχέση με τις οποιεσδήποτε άλλες διαφορές, τις οποίες εντοπίσαμε, δεν βλέπω πώς θα έκαναν οποιανδήποτε διαφορά. » Εν κατακλείδι, απορρίπτω τη μαρτυρία του αφού ενώπιον του δεν είχαν τεθεί όλα τα σχετικά έγγραφα και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα, κάτι που παραδέχθηκε και ο ίδιος τόσο στην αντεξέτασή του όσο και στην επανεξέτασή του. Και αν ακόμη η μαρτυρία του γινόταν δεκτή, αυτό δεν θα συνιστούσε δόλο. Ως ελέχθη, οι Ενάγοντες θεωρούν ότι η εκδοθείσα εκ συμφώνου Απόφαση στην Αγωγή 9920/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας «υπήρξε το προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης, εκ μέρους των Εναγομένων σε βάρος του Ενάγοντος 1 και/ή των Εναγόντων 2 και/ή 3, διότι, ουδέν ποσό αληθώς οφείλετο από τους Ενάγοντες 1-3 .». Ως γνωστό, μια εκδοθείσα εκ συμφώνου Απόφαση έχει την ίδια ισχύ όπως και η Απόφαση που εκδίδεται μετά από ακροαματική διαδικασία (Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.ά ν. Σοφοκλέους
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 549 και Αίτηση 52/14 των FBME Card Services Ltd για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, Απόφαση ημερ. 7.7.14). Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες επικαλούνται δόλο, ορθά έχουν καταχωρίσει Αγωγή για ακύρωση της εκδοθείσας Απόφασης. Στην Ανδρέου ν. P & D Cristal Line Co. Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1525: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυ­ρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκ­δοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 Κ.Β. 474). Ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης. Όπως έχει το­νισθεί στην υπόθεση Re Elsteins' Affairs [1945] 1 All E.R. 272, ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές απο­φάσεις που εκδίδονται από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγω­γής, όταν και ο εφεσείων θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.» (Δες επίσης τις υποθέσεις Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145 και Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Στην τελευταία αυτή απόφαση αποφασίστηκε πως η Τράπεζα γνώριζε ότι δεν είχε χρηματοδοτήσει την Εφεσείουσα και ότι δεν της είχε παραδώσει οποιαδήποτε έπιπλα. Εντούτοις, ισχυρίστηκε ψευδώς ότι την χρηματοδότησε και της παρέδωσε έπιπλα, με μοναδικό κίνητρο την απόκτηση οικονομικού οφέλους. Αποφασίστηκε πως αυτή η συμπεριφορά συνιστούσε δόλο. Κατ΄ επέκταση η εκδοθείσα απόφαση εναντίον της Εφεσείουσας ακυρώθηκε. Οι Ενάγοντες εδώ, δεν έχουν προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η έκδοση της δικαστικής Απόφασης ημερ. 24.11.10 ήταν προϊόν δόλου, εξαναγκασμού, ανέντιμης συμπεριφοράς και/ή άλλως πως, ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Τουναντίον, εκείνο που αποδείχθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία των Εναγομένων είναι πως οι Ενάγοντες με τη θέλησή τους δέχθηκαν απόφαση εναντίον τους γνωρίζοντας ότι όντως όφειλαν το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση. Η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόμενης Εταιρείας και εναντίον Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.