← Κύπρος

Gad Bitane ν. Lite Venture Holding Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2203/17, 21/7/2017

Gad Bitane ν. Lite Venture Holding Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2203/17, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2203/17 Μεταξύ: Gad Bitane, από Λάρνακα Ενάγοντας και

  1. Lite Venture Holding Ltd, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους
  2. Παναγιώτης Χατζηπαντέλας, από Λάρνακα Εναγομένων 2 αιτήσεις ημερ. 9.6.17 υπό εναγομένων - αιτητών για ακύρωση και διαγραφή κλητηρίου εντάλματος. Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2017 Για εναγομένους - αιτητές: κος Ιωαννίδης με κα Κακούρη Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Μυλωνάς ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγοντας αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους του, το έγγραφο που περιγράφεται ως συμφωνία δανείου (loan agreement) ημ. 15.3.2010 και η οποία φέρεται να έχει γίνει μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης 1 για την οποία φέρεται να υπέγραψε ο εναγόμενος
  3. Την ίδια θεραπεία ζητά και για έγγραφο ημερομηνία 15.10.10 με τίτλο «Amendment no 1 to the loan agreement no 1». Ζητείται επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους να χρησιμοποιούν τα εν λόγω έγγραφα και ειδικά να αρχίσουν ή συνεχίσουν οιανδήποτε διαιτητική διαδικασία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο που συνεδριάζει στην Βιέννη με αρ.22475 ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία στην βάση των πιο πάνω εγγράφων. Επιζητούνται τέλος, ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη και/ή πλαστογραφία της υπογραφής του ενάγοντα και/ή χρήση πλαστογραφημένων εγγράφων εκ μέρους των εναγομένων 1 & 2 για αποκόμιση παράνομου οφέλους. Με την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγων κατεχώρησε ταυτόχρονα και αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Αιτείται συγκεκριμένα, συντηρητικό διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής να προωθούν την διαιτητική διαδικασία με αρ.22475 στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο που συνεδριάζει στην Βιέννη, μεταξύ της εναγομένης 1 και του ενάγοντα και η οποία άρχισε με πρωτοβουλία των εναγομένων. Προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ότι η θέση του ενάγοντα είναι ότι έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του στις δύο επίδικες συμβάσεις δανείου, στις οποίες υπάρχει μάλιστα και ρήτρα δικαιοδοσίας που καθορίζει το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Βιέννης ως το όργανο επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα, εξασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, έκρινα ότι το διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί μονομερώς. Έτσι διέταξα την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Μετά την επίδοση της αίτησης και του κλητηρίου στους εναγομένους, η εναγομένη 1 κατεχώρησε αίτηση για ακύρωση της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου. Προηγήθηκε η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Επιπλέον, αμφότεροι οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για διαγραφή του κλητηρίου, επικαλούμενοι ότι δεν αποδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Από την άλλη, ο ενάγοντας αντιτείνει ότι η πρέπουσα διαδικασία αμφισβήτησης του χρέους, είναι η παρούσα αγωγή αφού ο ίδιος ουδέποτε συναίνεσε να υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Πριν την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, με την σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, οι δύο αιτήσεις για διαγραφή του κλητηρίου ακούστηκαν μαζί. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο λόγω της ταυτότητας του κύριου επίδικου θέματος των αιτήσεων που σχετίζεται με το κατά πόσον ο ενάγοντας έχει αγώγιμο δικαίωμα και κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις διαφορές των διαδίκων, λόγω της ρήτρας διαιτησίας. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Οι αιτήσεις και οι ενστάσεις Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν δύο ξεχωριστές αιτήσεις με πανομοιότυπους ισχυρισμούς. Την αίτηση της εναγομένης 1 για ακύρωση της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου, συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή της, εναγομένου
  4. Αναφέρει ότι με το κλητήριο δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα γιατί το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. Οι επίδικες συμφωνίες διέπονται από τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87 και ως εκ τούτου η νομιμότητα τους θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Αναφέρεται επίσης ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για πλαστογραφία της υπογραφής του, έχουν ήδη κοινοποιηθεί από τον ενάγοντα στο διαιτητικό Δικαστήριο. Συνεπώς, ο ενάγοντας έχει αποδεχτεί την δικαιοδοσία του διαιτητή. Ο ομνύων αναφέρει τέλος ότι τα ίδια ζητήματα τέθηκαν και στην αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας RAV Russian Agriculture Ventures Ltd που καταχώρησε ο ενάγοντας, γεγονός που ο ίδιος παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Με την 2η αίτηση που καταχωρήθηκε και από τους δύο εναγομένους, επιζητείται η διαγραφή (strike out) του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας δυνάμει των Δ.19 Θ.26 και Δ.27 ΘΘ.1,
  5. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, παρατίθενται στο ίδιο τοι σώμα της αίτησης. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι στις 14.12.16 ξεκίνησε η διαιτητική διαδικασία στην Βιέννη μεταξύ της εναγομένης 1 και του ενάγοντα, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση δανείου ημ. 15.3.2010 και της τροποποιητικής συμφωνίας ημ. 15.10.
  6. Η εναγομένη 1 προσέφυγε στο διαιτητικό Δικαστήριο, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο 19.2 της συμφωνίας ημ. 15.3.
  7. Ο ενάγοντας αμφισβητεί την υπογραφή του στις εν λόγω συμφωνίες αλλά σύμφωνα με τα γεγονότα της αίτησης, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει το παρόν ζήτημα πριν από την περί τούτου απόφαση του Διαιτητή. Ο ενάγοντας με ειδοποίηση ένστασης, ενίσταται στην διαγραφή του κλητηρίου και στις δύο αιτήσεις. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν δεσμεύει τον ενάγοντα, αφού ποτέ δεν υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες δανείου. Η ισχυριζόμενη ρήτρα διαιτησίας, εδράζεται σε πλαστογραφημένο έγγραφο, ήτοι σε συμφωνία που δεν υφίσταται νομικά. Αντίθετα, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν πιο ρεαλιστικό σύνδεσμο με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας. Αναφέρεται επίσης ότι η βάση αγωγής στην παρούσα, είναι τα αστικά αδικήματα της απάτης και του δόλου λόγω πλαστογραφίας για τα οποία καμία δικαιοδοσία δεν έχει το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Βιέννης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα που είναι καταγραμμένη στα ελληνικά. Ο ενάγοντας που όπως αναφέρει είναι Γάλλος υπήκοος που διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα, την οποία γνωρίζει και κατανοεί. Υπέγραψε δε την ένορκη δήλωση αφού πρώτα κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο της. Στην συνέχεια, ο ενάγων επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας της υπογραφής του στις επίδικες συμβάσεις καθώς και την θέση του ότι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τους ισχυρισμούς αυτούς. Μετά την έγερση της διαδικασίας στο Διαιτητικό Δικαστήριο, αποτάθηκε στον εμπειρογνώμονα γραφολόγο κ. Μάριο Μαρκίδη με σκοπό να επιβεβαιώσει την πεποίθηση του ότι έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του. Πράγματι, ο εν λόγω γραφολόγος ετοίμασε γραφολογική έκθεση (τεκμ. Γ), με την οποία επιβεβαιώνει την πλαστογραφία των υπογραφών του. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι οιαδήποτε γεγονότα στην αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας RAV Russian Agriculture Ventures Ltd, είναι άσχετα με τα γεγονότα της παρούσας και συνεπώς δεν υφίστατο λόγος να αναφερθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ήταν τέλος η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι τα μόνα κατάλληλα για εκδίκαση των ισχυρισμών του ενάγοντα γιατί όλοι οι διάδικοι και μάρτυρες είναι κάτοικοι Κύπρου και οι κατ' ισχυρισμό συμφωνίες φέρονται να καταρτίστηκαν στην Κύπρο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγομένων-αιτητών στην αγόρευση του, ανέφερε ότι αμφότερες οι αιτήσεις εδράζονται ουσιαστικά σε ένα ζήτημα. Ότι η αγωγή αφορά στην εγκυρότητα της συμφωνίας που περιέχει ρήτρα διαιτησίας επί της οποίας όπως είναι παραδεκτό, έχει ήδη ξεκινήσει διεθνής διαδικασία διαιτησίας μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης
  8. Ο συνήγορος παρέπεμψε στην απόφαση Open Joint Stock Company "Novokuznetsk Aluminium Plant" v
  9. Base Metal Trading Ltd,
  10. Μάριου Ηλιάδη

(2003)1 ΑΑΔ
  1. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αποκλειστική δικαιοδοσία για να εξετάσει την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της συμφωνίας διαιτησίας, έχει μόνο ο διορισμένος διαιτητής. Τα κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν σε αυτό το στάδιο δικαιοδοσία ως προς τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης με την καταχώρηση της αγωγής και διάφορων ενδιάμεσων αιτήσεων. Είναι η θέση του ότι οι επίδικες συμφωνίες με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, σαφώς και αποτελούν συμφωνίες διαιτησίας, οι οποίες διέπονται από τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/
  2. Η πιο πάνω νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος, καθορίζει με σαφήνεια κατά την άποψη του ότι η εγκυρότητα αυτών των συμφωνιών επαφίεται αποκλειστικά στον διαιτητή και όχι στα κυπριακά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι ζητούν τον παραμερισμό του κλητηρίου και της επίδοσης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της αγωγής. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη νομική πτυχή της υπόθεσης με ιδιαίτερη αναφορά στη Δ.16 Θ.9 και στη Δ.27 ΘΘ. 1, 2 και 3 που παρέχουν εξουσία για ακύρωση του κλητηρίου και της επίδοσης του στον εναγόμενο. Όσον αφορά την αίτηση για διαγραφή του κλητηρίου ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αυτό δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα και ως εκ τούτου η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Αναφορικά με την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης, είναι η θέση του συνηγόρου ότι ο ενάγοντας δεν αποκαλύπτει καλή και συζητήσιμη υπόθεση όπως είχε υποχρέωση να πράξει δυνάμει της σχετικής νομολογίας. Προκύπτει ξεκάθαρα από τις θέσεις των μερών ότι μοναδικός ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες. Συνεπώς, αμφισβητεί την εγκυρότητα και/ή την ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών, στοιχείο που κατά τη νομολογία μόνο ο διορισμένος διαιτητής έχει δικαιοδοσία στο παρόν στάδιο να ακούσει. Η εν λόγω νομολογία κατά τον συνήγορο, καταδεικνύει ότι η δυνατότητα παρέμβασης του Δικαστηρίου σε διαδικασίες διαιτησίας κατά τον τρόπο που προβλέπεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο δεν φαίνεται να είναι δυνατή, στο είδος των διαιτησιών που ρυθμίζει ο Νόμος 101/
  3. Η ίδια η αρχή υποστηρίζεται και από το άρθρο 16 του Νόμου 101/87, σύμφωνα με το οποίο το Διαιτητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται περί της ιδίας αυτού δικαιοδοσίας και να εξετάζει ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη ή το έγκυρο της συμφωνίας διαιτησίας. Το θέμα των ισχυρισμών πλαστογραφίας δεν αποτελεί εξαίρεση από τον πιο πάνω γενικό κανόνα για δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σιγκαπούρης, το οποίο έκρινε ότι η εισήγηση για πλαστογραφία δεν διαφοροποιεί τον γενικό κανόνα ότι ο Διαιτητής έχει αποκλειστική δικαιοδοσία. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος ανέφερε ότι το Δίκαιο της Σιγκαπούρης όπως και το κυπριακό Δίκαιο, υιοθέτησε το Μοντέλο Δικαίου (Model Law) του Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης ασχολήθηκε με τις διαφορές της αγγλικής προσέγγισης σε σύγκριση με την ενσωμάτωση του Μοντέλου Δικαίου της Επιτροπής του Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (βλ. Ventura n. Knight Capital [2015] SGHC 225). Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ο ενάγοντας απέκρυψε την ρήτρα διαιτησίας, κάτι όμως που αποκάλυψε στη συνέχεια στην αίτηση του για απαγορευτικό διάταγμα. Απέκρυψε επίσης ότι εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αίτηση από τον ίδιο για εκκαθάριση της εταιρείας RAV Russian Agriculture Ventures Ltd, στην οποία εγείρονται τα ίδια ακριβώς ζητήματα για πλαστογραφία της υπογραφής του στις επίδικες συμφωνίες. Πρόκειται για γεγονότα ιδιαίτερης σημασίας που θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Το σημαντικό των πιο πάνω στοιχείων, έγκειται στο γεγονός ότι η διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στη Βιέννη βρίσκεται ήδη σε εκκρεμότητα και οι θέσεις του ενάγοντα περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών λόγω πλαστογραφίας, έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου από τον ενάγοντα. Επιπλέον, το γεγονός της εκκρεμότητας των πιο πάνω διαδικασιών και της ταυτόχρονης προώθησης της παρούσας αγωγής όπου εγείρεται το ίδιο ακριβώς θέμα της πλαστογράφησης, είναι στοιχεία που συνιστούν κατά τον συνήγορο, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό γιατί ο ισχυρισμός περί πλαστογράφησης της υπογραφής του στις επίδικες συμφωνίες, εγείρεται ταυτόχρονα σε τρεις παράλληλες διαδικασίες. Στη συνέχεια ο συνήγορος αναφέρθηκε σε όλους τους λόγους ένστασης ισχυριζόμενος ότι κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί, ζητώντας την διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και την απόρριψη της αγωγής. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ενάγοντα στη δική του αγόρευση, έκαμε επίσης αναφορά στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του
  4. Με παραπομπή στο άρθρο 7 του Νόμου, ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία διαιτησίας θεωρείται αυτή που φέρει την υπογραφή των μερών. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι από τη στιγμή που αμφισβητείται η υπογραφή του ενάγοντα στα εν λόγω έγγραφα δεν υπάρχει έγκυρη συμφωνία και πόσο μάλλον συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία. Συνεπώς, κατά τον συνήγορο, θα συνιστούσε ουσιώδη παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ενάγοντα να δεσμευθεί από τη συμφωνία διαιτησίας την οποία ουδέποτε υπέγραψε και για την οποία ισχυρίζεται ότι είναι προϊόν πλαστογραφίας. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η εναγομένη 1 με την αίτηση της δεν προέβαλε κανέναν ισχυρισμό ότι η συμφωνία υπεγράφη από τον ενάγοντα. Επιπλέον, οι εναγόμενοι προβαίνουν σε λανθασμένη ερμηνεία των απαιτήσεων του ενάγοντα. Ο ενάγοντας δεν απαιτεί ακύρωση των συμφωνιών, αλλά αναγνωριστική δήλωση ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την εναγομένη 1 και ουδέποτε υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες. Η πλάνη διαφαίνεται και από την κυπριακή νομολογία που επικαλούνται οι εναγόμενοι όπου το μοναδικό ερώτημα που εγείρετο ήταν η εγκυρότητα ή όχι της συμφωνίας. Όμως η παρούσα διαφοροποιείται γιατί εδώ δεν έχουμε αίτημα ακύρωσης νόμιμα υπογραφείσας συμφωνίας στη βάση νομικών λόγων, αλλά ισχυρισμό ότι ουδέποτε υπεγράφη τέτοια συμφωνία διαιτησίας. Είναι δε σημαντικό κατά τον συνήγορο να τονιστεί ότι η διαδικασία της διαιτησίας, έχει ως έρεισμα τη συναίνεση των μερών ενώ η προσφυγή στο Δικαστήριο, εδράζεται στη συνταγματική τάξη ενός κράτους δικαίου. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι ο ενάγοντας δεν έχει σε κανένα σημείο αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, αλλά αμέσως μόλις πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της εν λόγω διαδικασίας, απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων του με την οποία αμφισβητούσε ευθέως τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επιπλέον, δεν έλαβε μέρος στην εν λόγω διαιτητική διαδικασία και δεν προέβη σε οποιανδήποτε ενέργεια που να καταδεικνύει αποδοχή της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι η διαδικασία αίτησης εκκαθάρισης αρ. 1140/16 εναντίον της εταιρείας RAV Russian Agriculture Ventures Ltd, είναι εντελώς άσχετη με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας. Συνεπώς, δεν υπήρχε κανένας λόγος να αναφερθούν στην ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για άδεια επίδοσης στο εξωτερικό. Ακολούθως, ο συνήγορος επανέλαβε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν αποτελεί το κατάλληλο βήμα για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Στην παρούσα τίθενται κατά τον συνήγορο, σοβαρά ζητήματα διάπραξης αστικών και ποινικών αδικημάτων. Ως αποτέλεσμα, μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Σε περίπτωση εκδίκασης της υπόθεσης αποκλειστικά από το Διαιτητικό Δικαστήριο θα παραβιαστούν κατά τον συνήγορο, τα θεμελιώδη δικαιώματα του ενάγοντα για δίκαιη δίκη και πρόσβαση στη δικαιοσύνη μέσω συνταγματικά καθορισμένου Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Και οι δύο αιτήσεις βασίζονται στον κοινό ισχυρισμό ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή. Η εναγομένη 1 με την πρώτη αίτηση της, ζητά τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου για τον πιο πάνω λόγω δυνάμει της Δ.16 Θ.
  5. Για τον ίδιο λόγο έλλειψης δικαιοδοσίας, με την δεύτερη αίτηση τους αμφότεροι οι εναγόμενοι, ζητούν την διαγραφή που κλητηρίου και την απόρριψη της αγωγής ως επιπολαίας και ενοχλητικής, δυνάμει των Δ.19 Θ.26 και Δ.27 ΘΘ.1,
  6. Η Δ.16 Θ.9 επί της οποίας στηρίζεται η πρώτη αίτηση έχει ως ακολούθως:
  7. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Σε ελεύθερη μετάφραση:
  8. Ένας εναγόμενος πριν εμφανιστεί θα είναι ελεύθερος, χωρίς να πετύχει διάταγμα καταχώρησης ή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
  9. Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance».
  10. Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action) να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
  11. Εναλλακτικά, η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί κανονικό σημείωμα εμφάνισης. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.2.» Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima fasie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
  12. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030 λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Αναφορικά με την αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, έχει νομολογηθεί ότι αυτή θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (Βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Στην ίδια υπόθεση El Sayegh (ανωτέρω), παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα ουσιαστικών στοιχείων που αφορούσαν το αγώγιμο του δικαίωμα και ιδιαίτερα, δεν αποκάλυψε ρήτρα διαιτησίας στην σύμβαση των διαδίκων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό, παραπλανήθηκε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ξένης δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο παραμερισμός της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων, ισχύει και στις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όπως ακριβώς ισχύει στις περιπτώσεις ασφαλιστικών διαταγμάτων. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 A.A.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων» Σχετική είναι και η υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κα
(1990)1 Α.Α.Δ 219. Λέχθηκε ότι η αρχή που επιτάσσει την παράθεση ουσιαστικών περιστατικών, έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει όλες τις αιτήσεις χωρίς κοινοποίηση στον αντίδικο. Παρότι στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι τουλάχιστον στις αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται πρόθεση εξαπάτησης, μεταγενέστερη νομολογία καθιέρωσε την αρχή ότι η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση ακύρωσης του διατάγματος. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. μεταξύ άλλων Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 & Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd ν. Fiat Auto s.p.a.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447). , Η γενικότερη νομολογιακή αρχή όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Με την δεύτερη αίτηση τους, οι εναγόμενοι αιτούνται την διαγραφή που κλητηρίου και την απόρριψη της αγωγής ως επιπολαίας και ενοχλητικής, δυνάμει των Δ.19 Θ.26 και Δ.27 ΘΘ.1,3. Η Δ.19 Θ.26 δίδει εξουσία για διαγραφή δικογράφου ως σκανδαλώδους και ενοχλητικού. Ο κανονισμός αυτός δεν σχετίζεται κατά την κρίση μου με τα αιτήματα της παρούσας όπου επιζητείται η διαγραφή του κλητηρίου και απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Αντιθέτως εφαρμόζεται η Δ.27 Θ.3 που έχει ευρύτερη και πιο δραστική εφαρμογή και που έχει ως ακολούθως:
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.» Αλλά ακόμη και όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Στην αγγλική υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216, λέχθηκε ότι διαγραφή ενός δικογράφου θα πρέπει να γίνεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις όπου το να προχωρήσει η υπόθεση πάνω σε αυτό το δικόγραφο θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: • Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και • Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της Νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την μονομερή αίτηση για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας στην εναγομένη
  1. Αυτό γιατί σε περίπτωση που οι πάνω ισχυρισμοί γίνουν αποδεκτοί, η επίδοση του κλητηρίου θα παραμεριστεί χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης των υπό κρίση αιτημάτων. Η εναγομένη 1 παραπονείται ότι δεν αποκαλύφθηκε η ρήτρα διαιτησίας καθώς και η διαδικασία εκκαθάρισης αρ. 1140/16 εναντίον της εταιρείας RAV Russian Agriculture Ventures Ltd, την οποία καταχώρησε ο ίδιος ο ενάγοντας. Όσον αφορά την αίτηση εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρείας, συμφωνώ μα τον συνήγορο του ενάγοντα ότι η εκκρεμοδικία της εν λόγω αίτησης δεν είναι ζήτημα που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Θα έλεγα μάλιστα ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας επαναλαμβάνει την θέση του για πλαστογραφία της υπογραφής του και σε αυτή την διαδικασία εκκαθάρισης, είναι ένα στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του παρά εναντίον του και ως εκ τούτου δεν θα είχε κανένα συμφέρον να το αποκρύψει προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η μη αναφορά λοιπόν στην διαδικασία εκκαθάρισης 1140/16 και στους εκεί προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα για πλαστογραφία της υπογραφής του σε καμία περίπτωση δεν επηρέασε ούτε θα μπορούσε να επηρεάσει, την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Η εναγομένη 1 παραπονείται επίσης ότι δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο, η ρήτρας διαιτησίας για παραπομπή στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Βιέννης. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Στην ένορκη δήλωση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β, η σύμβαση ημ. 15.3.10 στο άρθρο 19.2 της οποίας ενσωματώνεται η ρήτρα διαιτησίας. Δεν ισχύουν ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των εναγομένων - αιτητών ότι ο ενάγοντας δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των σημαντικών γεγονότων της υπόθεσης κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κύριου επίδικου ζητήματος, ήτοι του κατά πόσον ο ενάγοντας έχει προσφέρει μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima fasie good cause of action). Το στοιχείο αυτό θα εξεταστεί αποκλειστικά από το κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, σημείο στο οποίο εντοπίζεται η κύρια διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Για την εξέταση του πιο πάνω στοιχείου, κρίνεται αναγκαία η αναφορά στις διατάξεις του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 3.1 του Νόμου υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών. Καθορίζεται δε στο άρθρο 3.3 ότι οι διατάξεις του Νόμου δεν επηρεάζουν άλλους νόμους που τυχόν ορίζουν ορισμένες διαφορές ως µη δεκτικές διαιτησίας. Η σύμβαση για διαιτησία πρέπει να είναι γραπτή και καθορίζεται ως εξής στο άρθρο 7 του Νόμου: 7.—
(1)«Συμφωνία περί διαιτησίας» είναι η συμφωνία µε την οποία υπάγονται σε διαιτησία όλες ή ορισμένες διαφορές, παρούσες ή μέλλουσες, που απορρέουν από καθορισμένη έννομη σχέση, συμβατική ή µη. Η συμφωνία περί διαιτησίας μπορεί να ενταχθεί σε σύβαση ως ρήτρα διαιτησίας ή να αποτελέσει το αντικείμενο χωριστής συμφωνίας.
(2)Η συμφωνία περί διαιτησίας είναι έγκυρη µόνο αν είναι γραπτή.
(3)Θεωρείται γραπτή η συμφωνία περί διαιτησίας αν περιέχεται σε έγγραφο που φέρει την υπογραφή των μερών, ή σε ανταλλαγή επιστολών, τέλεξ, τηλεγραφημάτων ή άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη σχετική συμφωνία, ή στην ανταλλαγή εκθέσεων απαιτήσεως και υπερασπίσεως, στις οποίες περιέχεται ισχυρισμός του ενός των μερών για την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αντικρούεται από το άλλο των μερών. Αναφορά στη σύμβαση σε έγγραφο άλλο, που περιέχει ρήτρα διαιτησίας, συνιστά συμφωνία περί διαιτησίας αν η σύμβαση είναι γραπτή και η αναφορά είναι τέτοια ώστε να καθιστά τη ρήτρα αυτή αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου, η εγκυρότητα της συμφωνίας καθώς και ζητήματα δικαιοδοσίας, εξετάζονται από το ίδιο το διαιτητικό Δικαστήριο. Η ένσταση αναρμοδιότητας του διαιτητικού δικαστηρίου προβάλλεται το αργότερο κατά την υποβολή της έκθεσης υπεράσπισης του μέρους που την προβάλλει. Το άρθρο 16 του Νόμου εξετάστηκε στην υπόθεση Novokuznetsk Aluminium Plant ν. Base Metal Trading Ltd κα
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1856. Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσείοντες, εταιρεία που εδρεύει στην Ρωσία, μετά τη λήψη της παράκλησης για διαιτησία, καταχώρησαν αγωγή εναντίον των εναγομένων - εφεσιβλήτων, εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, στην οποία ισχυρίζονταν πως η συμφωνία διαιτησίας που υπεγράφη μεταξύ τους, ήταν εξ' αρχής άκυρη, μη υφιστάμενη και παράνομη. Επιζητούσαν όπως και στην παρούσα υπόθεση, διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στο διαιτητή να εκδικάσει και αποφασίσει την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Οι εφεσίβλητοι ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής γιατί, καθώς εισηγήθηκαν, το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να της επιληφθεί. Το κρίσιμο ερώτημα που τέθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι: «Κατά πόσο το ζήτημα του εγκύρου ή άκυρου ή του υπαρκτού ή μη της συμφωνίας διαιτησίας είναι ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει πριν από την περί τούτου απόφανση του διαιτητή». Το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή στο άρθρο 16 του Νόμου και σε συμφωνία με τον Πρωτόδικο Δικαστή, αποφάνθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί των θεραπειών όπως αυτές διατυπώνονταν στην αγωγή. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο Νόμος παραχωρεί δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο με αίτηση ακυρώσεως της απόφασης του διαιτητή, για λόγους που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 34 του Νόμου. Και στην παράγραφο
(1)του εδαφίου
(2), γίνεται ειδική αναφορά σε λόγο που αφορά στην εγκυρότητα της συμφωνίας διαιτησίας. Και οι δύο συνήγοροι έκαμαν αναφορά στην πιο πάνω απόφαση. Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών, εισηγήθηκε ότι οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση όπου αμφισβητείται η εγκυρότητα της διαιτητικής συμφωνίας και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση χωρίς να αμφισβητήσει τις πιο πάνω αρχές, εισηγήθηκε ότι δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 16 του Νόμου. Ήταν η θέση του ότι τα γεγονότα της παρούσας, διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Novokuznetsk (ανωτέρω). Η ειδοποιός διαφορά κατά τον συνήγορο, είναι ότι στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται απλά η εγκυρότητα της συμφωνίας αλλά η ίδια η ύπαρξη της, αφού ο ενάγων αρνείται ότι την έχει υπογράψει. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στο άρθρο 7.3 του Νόμου όπου στον ορισμό της συμφωνίας διαιτησίας, αναφέρεται ότι αυτή πρέπει να υπογράφεται και από τα δύο μέρη. Υποστήριξε περαιτέρω ότι αποδοχή των αιτήσεων θα στερήσει στην ουσία από τον ενάγοντα, το συνταγματικό του δικαίωμα για προσφυγή στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Το κρίσιμο ερώτημα για το κατά πόσον το άρθρο 16 καλύπτει και περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η υπογραφή ενός των μερών στην σύμβαση διαιτησίας, απαντάται κατά την άποψη μου στην ίδια την απόφαση Novokuznetsk (ανωτέρω). Στην εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν κάνει αναφορά μόνο στο έγκυρο ή όχι αλλά και στο υπαρκτό ή μη της συμφωνίας. Όπως τίθεται το ζήτημα στην σελίδα 1858 της απόφασης, το νομικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι «Κατά πόσο το ζήτημα του εγκύρου ή άκυρου ή του υπαρκτού ή μη της συμφωνίας διαιτησίας, είναι ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει πριν από την περί τούτου απόφανση του διαιτητή». Και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφής ότι και στα δύο ζητήματα του έγκυρου και/ή υπαρκτού της συμφωνίας διαιτησίας, το Δικαστήριο δεν είναι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου, αρμόδιο να αποφασίσει πριν από την περί τούτου απόφαση του Διαιτητή. Τελική κατάληξη μου είναι ότι οι νομικές αρχές που η υπόθεση Novokuznetsk (ανωτέρω) καθιέρωσε ερμηνεύοντας το άρθρο 16 του Νόμου δεν περιορίζονται μόνο στην εξέταση της εγκυρότητας της συμφωνίας αλλά επεκτείνονται και εκεί όπου αμφισβητείται η ύπαρξη της, με την προβολή ισχυρισμών για πλαστογραφία όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα για παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων λόγω στέρησης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν ευσταθεί. Πέραν του ότι θα έχει το δικαίωμα να αποταθεί στον διαιτητή προβάλλοντας τον ισχυρισμό του για πλαστογραφία θα έχει επίσης το δικαίωμα να αμφισβητήσει ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση ακυρώσεως, την οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή για λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 34.2 του Νόμου, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η εγκυρότητα της διαιτητικής συμφωνίας. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις θεραπείες που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Ως αποτέλεσμα, το εκδοθέν μονομερώς στις 22.5.17 διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό παραμερίζεται και ακυρώνεται. Ομοίως, το κλητήριο ένταλμα παραμερίζεται και η αγωγή απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................ Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.