FADI GEORGE AWAD ν. ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 375/09, 26/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 375/09 Μεταξύ: FADI GEORGE AWAD Ενάγοντος και 1. ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ 2. ΠΑΝΙΚΟΥ ΓΡΟΥΤΑ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2017 Για τον αιτητή-ενάγοντα: κα Ν. Παπαμιχαήλ, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Α. Πετρίδης, για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 20.3.17 για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας) Εισαγωγή Στις 8.7.16 εκδόθηκε απόφαση μετά από ακροαματική διαδικασία σύμφωνα με την οποία τόσο η απαίτηση του ενάγοντος όσο και η ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 απορρίφθηκαν. Τα έξοδα επιδικάστηκαν υπέρ των επιτυχόντων διαδίκων, δηλαδή τα έξοδα της απαίτησης επιδικάστηκαν υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον του ενάγοντος και τα έξοδα της ανταπαίτησης υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου 2. Τα έξοδα υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Υπέρ του εναγόμενου 2 εγκρίθηκε το ποσό των €3.243 πλέον €25 πραγματικά έξοδα με νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών 5,5% ετησίως από 3.4.09 μέχρι 31.12.14 και 4% από 1.1.15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €42 έξοδα απόφασης, πλέον Φ.Π.Α. και υπέρ του ενάγοντος εγκρίθηκε το ποσό των €3.070 με νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 7.5.09 μέχρι 31.12.14 και 4% από 1.1.15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €42 έξοδα απόφασης πλέον Φ.Π.Α. Η τελική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Στις 7.3.17 καταχωρήθηκε αίτηση από τον ενάγοντα με την οποία ζητείται ο συμψηφισμός των εξόδων που επιδικάστηκαν μεταξύ των διαδίκων. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 29.5.17 και η αίτηση είναι ορισμένη για οδηγίες στις 11.9.17. Στις 20.3.17 καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα (στο εξής «ο αιτητής»), μονομερώς, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση του Εντάλματος Κατάσχεσης Κινητής Περιουσίας με αριθμό 103287 και Sheriff No. 62/17, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της Αίτησης ημερ. 7.3.17 για συμψηφισμό των εξόδων μεταξύ των διαδίκων στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ήτοι, των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ του Ενάγοντα δυνάμει της απόρριψης της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 2 με τα επιδικασθέντα υπέρ του Εναγόμενου 2 έξοδα δυνάμει της απόρριψης της Απαίτησης του Ενάγοντα στην ίδια Αγωγή και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 31, 32, 43 και 47, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1-9, Δ.59 και Δ.64, στις αρχές της επιείκειας, στην πρακτική, διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση του αιτητή. Ο αιτητής αναφέρεται στην έκβαση της αγωγής και στη διαταγή που έγινε σχετικά με τα έξοδα, επισυνάπτει δε, ως Τεκμήριο 1, τη συνταχθείσα απόφαση. Αναφέρει ότι στις 3.1.17 απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων του (την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2) με την οποία εισηγείτο όπως τα έξοδα που επιδικάστηκαν συμψηφιστούν, εισήγηση η οποία απορρίφθηκε από τους δικηγόρους του εναγόμενου 2 την ίδια ημέρα (η σχετική επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). Ο ίδιος θεωρεί το ζήτημα πολύ απλό και είναι έτοιμος να καταβάλει ανά πάσα στιγμή την οποιαδήποτε τυχόν διαφορά προς όφελος του εναγόμενου 2, θεωρεί δε τον συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων ως δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στις 6.3.17 πληροφορήθηκε ότι υπάρχει ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, το οποίο σχετίζεται με τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του εναγόμενου 2. Στις 7.3.17 καταχωρήθηκε η αίτηση για συμψηφισμό (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4) η οποία, ως οι δικηγόροι του τον συμβουλεύουν, έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας και ως εκ τούτου το επίδικο ένταλμα εναντίον του θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Συνεπώς υποστηρίζει ότι τυχόν εκτέλεση του επίδικου εντάλματος στο μεσοδιάστημα θα είναι άδικη και θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Ως οι δικηγόροι του τον πληροφόρησαν, ο δικαστικός επιδότης τους πληροφόρησε ότι θα προχωρήσει άμεσα με την εκτέλεση του εντάλματος αν αυτό δεν ανασταλεί κατόπιν σχετικού δικαστικού διατάγματος. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι, συνεπώς, πολύ επείγουσα, αναγκαία, δίκαιη και εύλογη. Πιστεύει, τέλος, ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο εναγόμενος 2 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, ενώ αν η εκτέλεση του εντάλματος προχωρήσει δεν θα υπάρξει ορθή απονομή της δικαιοσύνης αφού αν ο εναγόμενος 2 εισπράξει το ποσό που αναφέρεται στο ένταλμα θα είναι πολύ δύσκολο να επανακτήσει ο αιτητής το ποσό που θα καταβάλει και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Το ζητηθέν διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς, και αφού η αίτηση επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 (στο εξής «ο καθ' ου η αίτηση»), αυτός καταχώρησε ένσταση στις 12.4.17 εγείροντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και/ή νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική και/ή ως κακόπιστη. (β) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχωρηθείσα καθυστερημένα και/ή αδικαιολόγητα καθυστερημένα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Απόφαση, Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή συνετάχθη, ως φαίνεται, στις 20.12.16 και ο Αιτητής κατεχώρησε την Αίτηση για αναστολή, μετά παρεύλευση 3 μηνών, ήτοι 20.3.17 και αφού ευρισκόταν αντιμέτωπος με μέτρα εκτέλεσης. Γνώριζε, δε, τουλάχιστον, από τις 3.1.17, δυνάμει της επιστολής των Δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση (Τεκμήριο 3), ότι ο προτεινόμενος συμψηφισμός δεν ήταν αποδεχτός, για συγκεκριμένους, μάλιστα, λόγους. (γ) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως φέρουσα λανθασμένη και/ή ανύπαρκτη και/ή άσχετη και/ή ελλιπή νομική βάση. (δ) Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή καλούς λόγους και/ή λόγους που, με βάση τη νομολογία, θα έδιδαν στο Δικαστήριο διακριτική εξουσία να αναστείλει την Απόφαση ημ. 8.7.16. (ε) Με βάση την επικρατούσα νομολογία, τα δικηγορικά έξοδα, πάντοτε, πληρώνονται, ακόμα και αν η ισχύς της Απόφασης ήθελε από το Δικαστήριο ανασταλεί. Συνακόλουθα, η Αίτηση του Ενάγοντα είναι άνευ οποιουδήποτε πραγματικού και νομικού ερείσματος. (στ) Υπό τις περιστάσεις, δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη και του γεγονότος, ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αμφισβητήσει με το ένδικο μέσο της Έφεσης, την ισχύ της πρωτοδίκου Αποφάσεως. (ζ) Η επίκληση από μέρους του Ενάγοντα σε διαδικασία συμψηφισμού των εξόδων μεταξύ των διαδίκων, προσκρούει στο Κυπριακό Δίκαιο, το οποίο και δεν αναγνωρίζει τη διαδικασία του συμψηφισμού, αφού τεκμαίρεται, ότι έκαστος διάδικος έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη απαίτηση εναντίον του άλλου διαδίκου. (η) Τα δικηγορικά έξοδα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι δίκαιο να ανασταλεί η πληρωμή τους, αφού, σύμφωνα και με την επιστολή των Δικηγόρων του Εναγόμενου αρ. 2, ημ. 3.1.17, η οποία επισυνάπτεται, ως Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση, έχουν εκχωρηθεί από τον Εναγόμενο αρ. 2 δυνάμει σχετικής Συμφωνίας, ημ. 25.11.15, προς τους Δικηγόρους του, οι οποίοι και δικαιούνται να αξιώσουν αυτά να τους καταβληθούν από τον Ενάγοντα.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.18 και 19, Δ.40 Θ.1, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1-4, 7, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 43 και 47, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στο περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι ο αιτητής σκόπιμα καταχώρησε εσφαλμένα κατάλογο εξόδων όσον αφορά στα έξοδα της ανταπαίτησης σε κλίμακα €10.000 - €50.000 αντί στην ορθή κλίμακα €2.000 - €10.000. Αφού ο κατάλογος εξόδων εγκρίθηκε, προσχεδιασμένα ο αιτητής ζήτησε συμψηφισμό. Υιοθετεί τα όσα αναφέρουν οι δικηγόροι του στην επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του αιτητή και αναφέρει ότι επειδή ο ίδιος (ο καθ' ου η αίτηση) δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό εξόδων προς τους δικηγόρους του, αποδέχθηκε όπως οι τελευταίοι κατακρατήσουν τα έξοδα που ήθελαν εισπραχθεί από τον αιτητή, ως εκ τούτου, ο ίδιος εκχώρησε ήδη όλα του τα δικαιώματα σε σχέση με τα υπέρ του επιδικασθέντα έξοδα, προς τους δικηγόρους του. Ο αιτητής κινείται, λέγει, κακόπιστα για να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι απέσπασε την έγκριση του Δικαστηρίου για λανθασμένο κατάλογο εξόδων υπέρ του, εάν δε ο κατάλογος εξόδων καταχωρείτο στην ορθή κλίμακα, τα έξοδα δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των €1.500 πλέον τόκους. Λέγει επιπλέον ότι ο συμψηφισμός ως νομική αρχή είναι άγνωστη στο κυπριακό δίκαιο και με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, η αίτηση για συμψηφισμό δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Λαμβάνει δε νομική συμβουλή ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που αναστέλλεται απόφαση από το Δικαστήριο, τίθεται ως όρος η εκ των προτέρων πληρωμή των δικηγορικών εξόδων, συνεπώς το αίτημα για αναστολή της καταβολής των εξόδων είναι εκτός της νομολογίας και της νομοθεσίας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το εκδοθέν ένταλμα εκκρεμεί ανεκτέλεστο από τον Ιανουάριο του 2017 και αγνοεί και συνεπώς αρνείται τον ισχυρισμό του αιτητή ότι ο τελευταίος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εντάλματος στις 6.3.17. Λέγει επίσης ότι τόσο η παρούσα αίτηση όσο και η αίτηση για συμψηφισμό καταχωρήθηκαν με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αφού ο αιτητής βρέθηκε αντιμέτωπος με μέτρο εκτέλεσης και ενώ τόσο ο ίδιος (ο αιτητής) όσο και οι δικηγόροι του γνώριζαν από τις 3.1.17 (επιστολή - Τεκμήριο 3) ότι ο προτεινόμενος συμψηφισμός είχε απορριφθεί από τους δικηγόρους του (καθ' ου η αίτηση). Επισημαίνει επίσης ότι σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή δεν αναφέρεται ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι πρόσωπο αφερέγγυο και ότι τυχόν μέτρα εκτέλεσης που θα ληφθούν εναντίον του θα αποτύχουν, ενώ η ανεπανόρθωτη ζημιά που ο αιτητής επικαλείται, δεν συγκεκριμενοποιείται. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Θ.7 της Δ.40 (η οποία τιτλοφορείται «Execution in General») των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος προβλέπει τα εξής: «7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
- a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
- b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Barberi v. Papadopoulou
(1982)J.S.C. 308 και επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1868, 1871, η Δ.40 Θ.7 αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της American Express
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 228, 231 λέχθηκε ότι η Δ.40 Θ.7(b) παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει σωστό και στην υπόθεση Πατσαλοσαββής v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 45 αναφέρθηκε ότι η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Όσον αφορά στους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας με βάση τη Δ.40 Θ.7, στην υπόθεση Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)J.S.C. 325 λέχθηκε ότι η εν λόγω εξουσία ασκείται κατ΄ αναλογία με βάση τις αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εφαρμογή της Δ.35 Θ.18: «The learned counsel for the respondents submitted that the principles governing the exercise of the discretion of the Court in granting stay of execution of a judgment pending appeal under Order 35, r18 (supra) should govern by analogy the exercise of the Court's discretion under Order 40, r.
- We are inclined to agree that cases decided on the former rule may afford the necessary guidance to the Court dealing with case under the latter rule in as much as both rules refer to stay of execution of judgments, they both confer upon the Court a discretionary power without any conditions or prerequisites for the exercise of the discretion one way or the other and the words employed in the two rules are sufficiently similar.» Οι αρχές βάσει των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.35 Θ.18 αναλύθηκαν σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων, στις οποίες παραπέμπει η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Demetriades Group of Companies Ltd ν. Apm Italian Type Ice-Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημερ. 15.2.
- Το ζήτημα επεξηγήθηκε συνοπτικά και περιεκτικά στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Η αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.44 Θ.11 που προνοεί ότι «The execution of a writ shall not be suspended unless the Court or a Judge so orders or the judgment creditor or his advocate withdraws the writ by writing under his hand...», αλλά και στο άρθρο 47[1] του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο υπό του οποίου εκδίδεται απόφαση δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο εάν θεωρήσει τούτο πρέπον, και ασχέτως εάν εκδόθηκε ή μη διάταγμα προς εκτέλεση της απόφασης αυτής, να διατάξει όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής, για τέτοιο χρονικό διάστημα και υπό τέτοιους όρους ή άλλως ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθόν (Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.ά. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 692). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται απορριπτέος ο τρίτος λόγος ένστασης, καθότι οι νομικές διατάξεις επί των οποίων η αίτηση βασίζεται παρέχουν επαρκές νομικό έρεισμα σε αυτή. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι στον βαθμό που η αίτηση βασίζεται στη Δ.40 Θ.11, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση επειδή, αφενός, προκειμένου να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη πρέπει να υπάρχουν γεγονότα που προέκυψαν πολύ καθυστερημένα για να αναφερθούν στο Δικαστήριο, και αφετέρου, αυτή δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο έφεσης (Stavrou and another v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449, Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 και Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1868). Μη σχετικό είναι και το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου ζητείται η δέσμευση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής (Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευρυπίδη Διογένους Λτδ ν. Ευθυμίου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 234, Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 11, 16). Σημειώνω, τέλος, ότι η αίτηση βασίζεται επίσης στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 και στα άρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, πλην όμως ούτε αυτές οι νομικές διατάξεις φαίνεται να είναι σχετικές, στη βάση των όσων πολύ πρόσφατα ελέχθησαν από τον Έντιμο Οικονόμου Δ. στην υπόθεση Αναφορικά με το Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας που εκδόθηκε στις 7.4.17, συντάχθηκε στις 13.4.17 και επιδόθηκε στον αιτητή στις 20.4.17, Πολ. Αίτ. 74/17, ημερ. 20.6.17, που αφορούσε σε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης για ένταλμα certiorari σε σχέση με διάταγμα με το οποίο ανεστάλη η εκτέλεση απόφασης, μέχρι εκδικάσεως έτερης αιτήσεως για διόρθωση της (εκεί) εκ συμφώνου εκδοθείσας αποφάσεως: «Πέραν τούτου, ο συσχετισμός τέτοιας δικονομικής φύσεως διαταγμάτων με τις πρόνοιες του Κεφ. 9, όπως εξήγησε ο Κωνσταντινίδης, Δ., οφείλεται σε παρανόηση (Αναφορικά με την αίτηση της Αντρούλλας Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 305). Τα διατάγματα για αναστολή εκτέλεσης, όπως ευστόχως υποδείχθηκε στην υπόθεση εκείνη, δεν είναι διατάγματα που εκδίδονται κατ΄εφαρμογή του άρθρου 9 του Κεφ. 6, ούτε έχουν, θα προσέθετα, την έννοια των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων που εκδίδονται στα πλαίσια του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, «τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού». Είναι διατάγματα δικονομικής, στενά, φύσης, τα οποία διέπονται, ακριβώς, από τους ίδιους τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Σ΄αυτά τα πλαίσια, όπου παρέχεται εξουσιοδότηση από τη Δ.48, κ.8
(1)για ex parte έκδοσή τους, μπορούν να εκδοθούν μονομερώς, άνευ ετέρου, όπως ορίζεται στη Δ.48, κ.8
(1). Ο τρόπος να ακουστεί η άλλη πλευρά, είναι η αίτηση δια κλήσεως που προβλέπεται στη Δ.48, κ.8
(4). Οι πρόνοιες του άρθρου 9, το κατεπείγον, το επιστρεπτέο του διατάγματος και η ανάληψη υποχρέωσης δεν έχουν εν προκειμένω σχέση.» Εξετάζοντας, τώρα, την ουσία της υπό κρίση αίτησης, το ερώτημα είναι αν, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες αρχές της νομολογίας, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται περίπτωση στην οποία είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης της αιτούμενης αναστολής. Κατ' αναλογίαν των αρχών που ισχύουν σε περίπτωση που Δικαστήριο εξετάζει αίτηση με βάση τη Δ.35 Θ.18, αυτό που επιβάλλεται να γίνει είναι η στάθμιση κάθε γεγονός της υπόθεσης που σχετίζεται με το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να μην αποστερηθεί, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του δικαιώματος άμεσης είσπραξης των υπέρ του επιδικασθέντων εξόδων και το δικαίωμα του αιτητή να μην χάσει την αποτελεσματικότητα και το αντικείμενο της η αίτηση για συμψηφισμό που καταχώρησε. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω πως η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα: Ο αιτητής έχει εν προκειμένω ήδη (από τις 7.3.17) καταχωρήσει μία αίτηση με την οποία επιζητεί τον συμψηφισμό των υπέρ του επιδικασθέντων εξόδων με τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον του. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο του καθ' ου η αίτηση ότι ο συμψηφισμός είναι νομική αρχή άγνωστη στο κυπριακό δίκαιο (έβδομος λόγος ένστασης). Λαμβάνω προς τούτο υπόψιν τις πρόνοιες της Δ.59 Θ.7 και 13,[2] αλλά και το ότι οι εκδοθείσες διαταγές για τα έξοδα δεν λήφθηκαν από διαφορετικά δικαστήρια στα πλαίσια διαφορετικών διαδικασιών, αλλά στα πλαίσια της ίδιας αγωγής (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 1899[3] στα σχόλια για την παλαιά αγγλική διαταγή O.65 κανόνες (rr) 14 και 27
(21)στους οποίους αντιστοιχούν οι Θ.7 και 13 της Δ.59). Βεβαίως το κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι εν λόγω δικονομικές πρόνοιες και να εγκριθεί η αίτηση για συμψηφισμό παραμένει καθ' όλα ανοικτό για να αποφασιστεί στα πλαίσια της αίτησης για συμψηφισμό, στα πλαίσια της οποίας θα εξεταστεί και ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι δεν μπορεί να διαταχθεί τέτοιος συμψηφισμός επειδή ο ίδιος ήδη εκχώρησε τα δικαιώματα του που απορρέουν από την υπέρ του διαταγή για έξοδα στους δικηγόρους του (όγδοος λόγος ένστασης). Αντικείμενο της αίτησης ημερ. 7.3.17 είναι ο συμψηφισμός των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή και του καθ' ου η αίτηση σε ανταπαίτηση και απαίτηση, αντίστοιχα. Στην ουσία, δηλαδή, στόχος της αίτησης είναι να μειωθεί το ποσό που ο αιτητής οφείλει να καταβάλει στον καθ' ου η αίτηση ως δικηγορικά έξοδα. Συνεπώς θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις αφού ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν το εναντίον του εκδοθέν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εκτελεστεί πριν την εκδίκαση της αίτησης για συμψηφισμό, επειδή η εκτέλεση του εντάλματος θα αφήσει την αίτηση για συμψηφισμό χωρίς αντικείμενο και κενή περιεχομένου. Για να το θέσω αλλιώς, σε περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση εισπράξει από τον αιτητή το ποσό που δικαιούται ως έξοδα, η αίτηση συμψηφισμού θα καταστεί άνευ αντικειμένου επειδή δεν θα υπάρχει πλέον οφειλή του αιτητή για να συμψηφιστεί με την οφειλή του καθ' ου η αίτηση, ως η επιδιωκόμενη με την αίτηση ημερ. 7.3.17 θεραπεία. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αιτούμενη περίοδος αναστολής δεν προδιαγράφεται να είναι μακρά, αφού στην αίτηση συμψηφισμού ημερ. 7.3.17 έχει ήδη καταχωρηθεί ένσταση και η αίτηση είναι ορισμένη για οδηγίες στις 11.9.
- Συνεπώς τυχόν χορήγηση της αιτούμενης αναστολής δεν θα προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση, πέραν από μια μικρή καθυστέρηση στην είσπραξη των δικηγορικών εξόδων, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση στην αίτηση συμψηφισμού και νοουμένου ότι με αυτή θα δικαιωθεί ο καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, όσον αφορά στους λοιπούς λόγους ένστασης που ο καθ' ου η αίτηση εγείρει, κρίνω πως ουδείς εξ αυτών ευσταθεί. Συγκεκριμένα, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Πετρίδη ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί επειδή καταχωρήθηκε καθυστερημένα (δεύτερος λόγος ένστασης). Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης θα συνιστούσε ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εάν το αιτούμενο διάταγμα εκδίδετο μονομερώς στη βάση του άρθρου 9 του Κεφ.
- Όμως η υπό κρίση αίτηση δεν προχώρησε ως μονομερής αλλά διατάχθηκε η επίδοση της. Πέραν τούτου, επισημαίνεται ότι οι νομικές διατάξεις επί των οποίων η αίτηση βασίζεται (Δ.40 Θ.7(b) και άρθρο 47 του Ν.14/60) δεν θέτουν χρονικό περιθώριο εντός του οποίου η αίτηση για αναστολή πρέπει να καταχωρηθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του αιτητή ο ίδιος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εντάλματος κινητών στις 6.3.17, ισχυρισμό τον οποίον ο καθ' ου η αίτηση δεν αντέκρουσε τεκμηριωμένα, αφού δήλωσε στη δική του ένορκο δήλωση ότι αγνοεί την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού. Ακολούθησε δε στις 7.3.17 η καταχώρηση της αίτησης συμψηφισμού και στις 20.3.17 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρώ ότι υπήρξε, σε κάθε περίπτωση, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ούτε το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης ημερ. 8.7.16 μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης (έκτος λόγος ένστασης), αφού ούτε η Δ.40 Θ.7, ούτε και το άρθρο 47 του Ν.14/60 θέτουν ως προϋπόθεση την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης εναντίον της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης. Στον βαθμό δε που το γεγονός αυτό σχετίζεται με τις πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης συμψηφισμού, αυτό είναι θέμα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης εκείνης. Όσον αφορά στη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση είναι χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα επειδή με βάση τη νομολογία τα δικηγορικά έξοδα πληρώνονται ακόμη και αν η ισχύς της απόφασης ανασταλεί (πέμπτος λόγος ένστασης), σημειώνω ότι με βάση τη νομολογία που προαναφέρθηκε, η Δ.40 Θ.7 επιτρέπει την αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων και διαταγμάτων που αφορούν σε συγκεκριμένα ποσά ή έξοδα. Συνεπώς, κρίση μου είναι ότι το γεγονός πως το ποσό που επιδιώκεται να εισπραχθεί με το επίδικο ένταλμα αφορά σε δικηγορικά έξοδα, δεν αποκλείει την παρεχόμενη από τη Δ.40 Θ.7 δικονομική ευχέρεια για αναστολή της εκτέλεσης του. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι αν και πράγματι το Εφετείο έχει επικροτήσει την πρακτική που ακολουθούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια όταν αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης να θέτουν ως όρο της αναστολής την καταβολή των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του αποτυχόντος διαδίκου νοουμένου ότι ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης, τούτο δεν αποτελεί παρά μόνο μία πρακτική η οποία δυνατό να μην ακολουθηθεί όταν υπάρχει οποιοσδήποτε αποχρών προς τούτο λόγος (Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, 1984). Τέλος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (πρώτος λόγος ένστασης). Ο αιτητής επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης του εναντίον του εκκρεμούντος εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας για μικρό χρονικό διάστημα και μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για συμψηφισμό, και με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν στοιχειοθετείται, κατά τη γνώμη μου, είτε κακοπιστία από μέρους του αιτητή είτε η επιδίωξη, μέσω της παρούσας αίτησης, σκοπού άλλου από εκείνου για τον οποίο την προορίζει ο νόμος, ούτε και προκύπτει να υπάρχει κάποιος άλλος αθέμιτος σκοπός στην υποβολή του αιτήματος. Στον βαθμό δε που ο ισχυρισμός περί κακοπιστίας συναρτάται με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι τα υπέρ του αιτητή επιδικασθέντα έξοδα υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν σε λανθασμένη κλίμακα, αρκεί να λεχθεί ότι ούτε από την ένορκο δήλωση του καθ' ου η αίτηση, ούτε και από τον δικαστικό φάκελο προκύπτει να προέβη ο καθ' ου η αίτηση σε οποιοδήποτε διάβημα προς αμφισβήτηση των ποσών που εγκρίθηκαν ως έξοδα εναντίον του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για να παραχωρηθεί η αιτούμενη από τον αιτητή αναστολή εκτέλεσης και αυτό που τώρα πρέπει να αποφασισθεί είναι το κατά πόσον θα πρέπει να τεθούν οποιοιδήποτε όροι για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Το θέμα ανάγεται, ως προκύπτει από το λεκτικό των προαναφερθεισών νομικών διατάξεων αλλά και από τη νομολογία (βλ. υπόθεση Χαραλάμπους, ανωτέρω), στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι η περίοδος αναστολής εκτέλεσης δεν αναμένεται να είναι μακρά, ότι το εναντίον του αιτητή επιδικασθέν ποσό εξόδων δεν είναι μεγάλο, καθώς και το ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν ισχυρίζεται στην ένορκο του δήλωση ότι ο αιτητής έχει την οποιαδήποτε δυσκολία στην καταβολή των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του, δεν κρίνω αναγκαίο ή και σκόπιμο να επιβάλω οποιουσδήποτε όρους στον αιτητή. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση του Εντάλματος Κατάσχεσης Κινητής Περιουσίας με αριθμό 103287 και Sheriff No. 62/17, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντος-αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αίτησης ημερ. 7.3.17 για συμψηφισμό των εξόδων που επιδικάστηκαν μεταξύ των διαδίκων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, κρίνω ορθό όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης ημερ. 7.3.17 για συμψηφισμό, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν θα είναι εναντίον του αιτητή. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
- Η απόφασις oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ, επιφυλασσoμέvης oιασδήπoτε εv αυτή περιεχoμέvης αvτιθέτoυ διαταγής και ασχέτως τoυ γεγovότoς ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υπoβoλής εγγράφωv πρoτάσεωv ή εμφαvίσεως oιoυδήπoτε διαδίκoυ, θα είvαι δεσμευτική δι' όλoυς τoυς διαδίκoυς ευθύς ως αύτη εκδoθή, ασχέτως πρoς oιαvδήπoτε έφεσιv κατ' αυτής, αλλά τo δικαστήριov υπό τoυ oπoίoυ εκδίδεται η τoιαύτη απόφασις, ή oιovδήπoτε δικαστήριov έχov δικαιoδoσίαv vα εκδικάση κατ' έφεσιv τηv τoιαύτηv απόφασιv δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, εάv θεωρήση τoύτo πρέπov, και ασχέτως πρoς τo εάv εξεδόθη ή μη διάταγμα πρoς εκτέλεσιv αυτής, vα διατάξη όπως αvασταλή η εκτέλεσις της τoιαύτης απoφάσεως, διά τoσoύτov χρovικόv διάστημα και υπό τoιoύτoυς όρoυς ή άλλως, ως ήθελε κρίvει oρθόv τo τoιoύτov δικαστήριov.» [2] Διαταγή 59: «
- A set-off for damages or costs between parties may be allowed. ......
- In any case in which, under Rule 13 of this Order, or any other Rule of Court, or by the order or direction of a Court or Judge, or otherwise, a party entitled to receive costs is liable to pay costs to any other party, the taxing officer may tax the costs such party is so liable to pay, and may adjust the same by way of deduction or set-off, or may, if he shall think fit, delay the allowance of the costs such party is entitled to receive until he has paid or tendered the costs he is liable to pay; or such officer may allow or certify the costs to be paid, and the same may be recovered by the party entitled thereto in the same manner as costs ordered to be paid may be recovered.» [3] «. costs payable under different orders in the same suit, and notwithstanding change of solicitors, . . or in two suits in which the same estate is being administered... may be set off against each other; but the costs of two independent proceedings in different Courts cannot be set off against each other.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο