← Κύπρος

Yiama Tourist Developments Ltd ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017, 14/7/2017

Yiama Tourist Developments Ltd ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017, 14/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση/Έφεση αρ: 336/2017 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65), ως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 ως τροποποιήθηκε και Μεταξύ: Yiama Tourist Developments Ltd, από την Λευκωσία Αιτήτρια - Εφεσείουσα και Alpha Bank Cyprus Ltd, από την Λευκωσία Καθ' ης η αίτηση - Εφεσίβλητη Αίτηση - Έφεση για ακύρωση ειδοποίησης εκποίησης ακινήτων Ημερομηνία: 14 Ιουλίου 2017 Για εφεσείουσα - αιτήτρια: κα Νιόβη Πετρίδου Για εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση: κος Παναγιώτης Μακρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση - έφεση, η εφεσείουσα ζητά την ακύρωση των ειδοποιήσεων ΙΑ & ΙΒ που της επιδόθηκαν από την εφεσίβλητη τράπεζα δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/

  1. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις, εκδόθηκαν προς τον σκοπό εκποίησης δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της εφεσείουσας με αρ. εγγραφής 0/5559 και 0/5561 αντίστοιχα, δυνάμει της υποθήκης Υ3983/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Ο πλειστηριασμός καθορίστηκε δυνάμει των ως άνω ειδοποιήσεων για τις 5.9.
  2. Είναι μεταξύ άλλων η θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη τράπεζα κωλύεται να προωθεί την επίδικη διαδικασία εκποίησης λόγω του ότι επιζητά την ίδια θεραπεία με την αγωγή αρ. 7998/14 του Ε.Δ Λευκωσίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι για τον πιο πάνω λόγο, η διαδικασία εκποίησης είναι καταχρηστική. Περαιτέρω, στους λόγους έφεσης γίνεται αναφορά σε παρατυπία στην όλη διαδικασία, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος 9/
  3. Την έφεση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Φώτου Γιάννακα, διοικητικού συμβούλου της εφεσείουσας. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, η διαδικασία πάσχει γιατί η προβλεπόμενη από τον Νόμο ειδοποίηση «Ι» δεν επιδόθηκε στην εφεσείουσα αλλά σε πρόσωπο άλλο που καμία σχέση δεν έχει με αυτή. Συγκεκριμένα, επιδόθηκε στον ίδιο στις 21.1.17, η ειδοποίηση «τύπου Ι» συνοδευόμενη από ειδοποίηση «τύπου Θ» η οποία όμως απευθύνεται στην εταιρεία A.G. Excellence In Construction Ltd αντί να απευθύνεται στον ίδιο ή την εφεσείουσα. Η εν λόγω εταιρεία κατά τον ομνύοντα δεν κατέχει καμία θέση αξιωματούχου στην εφεσείουσα ούτε είναι εξουσιοδοτημένη να λαμβάνει εκ μέρους της οιανδήποτε ειδοποίηση. Η εγκυρότητα της εν λόγω ειδοποίησης «τύπου Ι» έχει αμφισβητηθεί από την εφεσείουσα με την καταχώρηση της αγωγής 1945/
  4. Η παρατυπία της εν λόγω ειδοποίησης κατά τον ομνύοντα, συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη διαδικασία εκποίησης και την μετέπειτα επίδοση στον ίδιο, των ειδοποιήσεων «τύπου ΙΑ και ΙΒ». Με την ίδια αγωγή, η εφεσείουσα ζητά την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών δανείου και των υποθηκών που καταρτίστηκαν για εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων. Ήταν περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η διαδικασία εκποίησης συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αφού τις ίδιες ακριβώς θεραπείες, η εφεσίβλητη τράπεζα τις επιζητά με την αγωγή της αρ. 7998/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι από 10.12.14 έχει διοριστεί στην εφεσείουσα παραλήπτης (receiver) δυνάμει σχετικού ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η παρούσα διαδικασία, εγείρεται από την εφεσείουσα μέσω του ιδίου του ομνύοντα ως διοικητικού συμβούλου, στα πλαίσια του κατάλοιπου εξουσίας που διαθέτει καθώς και γιατί του επιδόθηκαν προσωπικά οι ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ». Επιπλέον, στην αγωγή 7998/14 που καταχώρησε η εφεσίβλητη τράπεζα, η εφεσείουσα αλλά και ο ίδιος, αμφισβητούν τον διορισμό παραλήπτη. Στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, η εφεσείουσα αλλά και λοιποί εγγυητές, αμφισβητούν και το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσόν προς την εφεσίβλητη τράπεζα. Εν πάση περιπτώσει, η κατ' ισχυρισμό οφειλή δεν είναι σε καμία περίπτωση εκκαθαρισμένη και αποτελεί το προϊόν αμφισβήτησης από την εφεσείουσα με αποτέλεσμα οιαδήποτε εκποίηση ή πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων να έχει ως συνέπεια την πώληση και αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας της εφεσείουσας για ένα ποσόν, το οποίο αμφισβητεί δεόντως ότι οφείλει τόσον με την αγωγή της με αρ. 1945/07 όσον και με την υπεράσπιση της στην αγωγή της εφεσίβλητης με αρ. 7998/
  5. Σε περίπτωση δε που προχωρήσει η εκποίηση των επίδικων ακινήτων πριν την εκδίκαση των πιο πάνω αγωγών θα προκληθεί τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην εφεσείουσα, η οποία δεν θα είναι σε θέση να επανακτήσει την ακίνητη περιουσία της αν οι ισχυρισμοί της γίνουν αποδεκτοί. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη δεν θα υποστεί οιανδήποτε ζημιά από την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης, οι οποίες θα μπορούν να συνεχιστούν απρόσκοπτα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης. Μετά την επίδοση της αίτησης - έφεσης, η εφεσίβλητη τράπεζα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η έφεση πάσχει αφού δεν καταχωρήθηκε από τον παραλήπτη της εφεσείουσας κ. Λεωνίδα Κίμωνος. Επιπλέον, η καταχώρηση δεν έχει εγκριθεί από τον εν λόγω παραλήπτη που είναι το μόνο πρόσωπο που έχει εξουσία να ασκεί τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες της εφεσείουσας, συμπεριλαμβανομένης της έναρξης δικαστικών διαδικασιών όπως η παρούσα και που είναι το μόνο πρόσωπο που έχει εξουσία να δεσμεύει τους αιτητές. Αναφέρεται επίσης ότι όλες οι υπό κρίση ειδοποιήσεις, επιδόθηκαν δεόντως στην εφεσείουσα. Ειδικότερα για την ειδοποίηση «Ι» δεν έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα κανένα ένδικο μέσο που να την αμφισβητεί. Η αγωγή 1945/17, καταχωρήθηκε μετά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» και μετά την πάροδο των 30 ημερών από την ειδοποίηση «Ι» και «Θ». Ως εκ τούτου η εφεσείουσα κωλύεται να αμφισβητεί την διαδικασία πλειστηριασμού με την παρούσα έφεση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η ύπαρξη πολιτικής αγωγής δεν εμποδίζει την εφεσίβλητη τράπεζα να προχωρήσει στον πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και ιδιαίτερα, δυνάμει των προνοιών του μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  6. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης που υπογράφεται από αρμόδιο υπάλληλο της εφεσίβλητης, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω αναφερόμενοι λόγοι ένστασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ούτε η εφεσείουσα αλλά ούτε και οι μέτοχοι ή διευθυντές της, προχώρησαν στη λήψη οιωνδήποτε μέτρων για αμφισβήτηση του διορισμού του κ. Κίμωνος ως διαχειριστή. Το μόνο που έπραξαν, ήταν να αμφισβητήσουν τον διορισμό στα πλαίσια της υπεράσπισης τους στην αγωγή 7998/14 χωρίς όμως να εγείρουν ανταπαίτηση. Ήταν στη συνέχεια η θέση του ομνύοντα ότι οι ειδοποιήσεις «Ι» και «Θ», επιδόθηκαν δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεν καταχωρήθηκε καμία αγωγή εναντίον των ειδοποιήσεων «Ι» και «Θ». Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη τράπεζα προχώρησε στην επίδοση των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ». Ακολούθησε 25 μέρες μετά την επίδοση των εν λόγω ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ», η καταχώρηση αγωγής από την εφεσείουσα ενώ ο παραλήπτης της εταιρείας δεν προέβη σε κανένα διάβημα. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι από τη στιγμή που ο διορισμός του παραλήπτη δεν έχει ανακληθεί, η οποιαδήποτε διαδικασία αμφισβήτησης της εκποίησης θα έπρεπε να γίνει μέσω του ή κατόπιν έγκρισης του. Η καταχώρηση της παρούσας έφεσης με πρωτοβουλία του διευθυντή της εφεσείουσας, είναι ως εκ τούτου παράτυπη και λανθασμένη. Όσον αφορά τη θέση για κατάχρηση διαδικασίας, ο ομνύων αναφέρει ότι η αγωγή 7998/14 δεν αποτελεί κώλυμα για προώθηση της εκποίησης. Ήταν η θέση του ότι η διαδικασία πλειστηριασμού, είναι παντελώς ανεξάρτητη με την εκκρεμούσα αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχει κατά τον ομνύοντα καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επιπλέον, απέρριψε τη θέση για δημιουργία ανεπανόρθωτης ζημιάς στην εφεσείουσα αφού όπως ανέφερε, με την εκποίηση των ακινήτων, το ποσό που θα εισπραχθεί θα πιστωθεί προς όφελος του χρέους που η εφεσείουσα έχει στην εφεσίβλητη τράπεζα. Ακολούθως, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι το μέρος VIA του Νόμου 9/1965, καθορίζει περιοριστικά 4 μόνο λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ». Ήταν η θέση του ότι κανένας από τους πιο πάνω λόγους δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ο ομνύοντας αναφέρει στην συνέχεια ότι τυχόν επιτυχία της έφεσης θα προξενήσει ζημιά στα συμφέροντα της εφεσίβλητης αφού θα προκαλέσει αδυναμία ανάκτησης του οφειλομένου ποσού από την εκποίηση της υποθήκης που συνιστά νόμιμη εξασφάλιση που παρασχέθηκε στα πλαίσια συνομολόγησης νόμιμης σύμβασης δανείου με την συγκατάθεση αμφοτέρων των μερών. Όσον αφορά στην αμφισβήτηση των επίδικων χρεών στις αγωγές 7998/14 και 1945/17, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/
  7. Εν πάση περιπτώσει, η απαίτηση της τράπεζας δυνάμει της επίδικης υποθήκης, είναι κατά τον ομνύοντα εκκαθαρισμένη και αναγράφεται ρητά και ξεκάθαρα στην κατάσταση λογαριασμού που επιδόθηκε από την εφεσίβλητη σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη δυνάμει του σχετικού Νόμου. Αγορεύσεις Η συνήγορος για την εφεσείουσα στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην νομική πτυχή σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι όπως προκύπτει από την σχετική νομοθεσία, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Ο παραμερισμός μπορεί να διαταχθεί στην βάση 4 συγκεκριμένων λόγων που καθορίζονται ρητά στο άρθρο 44Γ του Νόμου. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι σωρευτικά. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση στοιχειοθετούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου για την ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης. Η συνήγορος αρνήθηκε τον ισχυρισμό της έντασης ότι η αγωγή 1945/17 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ήταν η θέση της ότι πουθενά στον Νόμο δεν αναφέρεται ότι η εν λόγω αγωγή θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «Ι» ή πριν την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ». Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα καταστρατηγούσε κατά την συνήγορο, τις ρητές πρόνοιες του Νόμου. Στην συνέχεια, η συνήγορος αρνήθηκε την θέση ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν καταχωρήθηκε από τον παραλήπτη. Ο διορισμός του παραλήπτη, αμφισβητείται κατά την συνήγορο από την εφεσείουσα, τόσον στην υπεράσπιση της στα πλαίσια της αγωγής 7998/14, όσον και με την αγωγή της εφεσείουσας 1945/
  8. Η παρούσα διαδικασία καταχωρήθηκε από την ίδια της εφεσείουσα, στα πλαίσια του κατάλοιπου εξουσίας που έχουν οι διευθυντές της, για να ενεργούν προς όφελος των συμφερόντων της εταιρείας τους. Με αναφορά σε σχετική νομολογία, η συνήγορος υπεστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση, ο παραλήπτης δεν έλαβε κανένα μέτρο για διαφύλαξη των συμφερόντων της εταιρείας. Επομένως, ενεργοποιείται το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της εφεσείουσας ώστε να λάβουν όλα τα αναγκαία διαβήματα, τα οποία ο παραλήπτης αρνήθηκε να λάβει. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ» δεν έχουν δεόντως επιδοθεί. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τα επισυνημμένα τεκμήρια στις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις, οι ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ» επιδόθηκαν στους Φώτο, Μαρία και Ανδρέα Γιάννακα και στις εταιρείες AG Excellence in Construction Ltd και Yiannakas Real Estates Ltd. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι η εφεσείουσα, της οποίας μοναδικοί διευθυντές είναι οι Φώτος και Μαρία Γιάννακα. Εντούτοις, η εφεσίβλητη ουδέποτε απεύθυνε οιανδήποτε ειδοποίηση «ΙΑ» & «ΙΒ» στην εφεσείουσα, παρά το γεγονός ότι έπραξε κάτι τέτοιο σε σχέση με την ειδοποίηση τύπου «Ι». Το άρθρο 44Γ

(2)είναι επί του προκειμένου ξεκάθαρο, αναφέροντας ότι ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει την ειδοποίηση «ΙΑ» στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Οι επιδόσεις στους διευθυντές της εφεσείουσας, έγιναν με την προσωπική τους ιδιότητα και ως ενδιαφερόμενα μέρη αφού είναι εγγυητές του επίδικου χρέους. Η παράλειψη της εφεσίβλητης να επιδώσει στην εφεσείουσα τις εν λόγω ειδοποιήσεις, συμπαρασύρει κατά την συνήγορο, όλη την διαδικασία σε ακυρότητα. Επιπλέον, η ταυτόχρονη επίδοση της ειδοποίησης «ΙΒ» μαζί με την ειδοποίηση «ΙΑ» προτού περάσει δηλαδή η προθεσμία των 30 ημερών για την καταχώρηση έφεσης, είναι παράτυπη, αντιβαίνει τις διατάξεις του Νόμου και συμπαρασύρει την όλη διαδικασία σε ακυρότητα. Η συνήγορος επανέλαβε στην συνέχεια την θέση ότι σε περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης, η εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα καταστούν άνευ αντικειμένου, οι ισχυρισμοί της στις αγωγές 7998/14 και 1945/17 για αμφισβήτηση του επίδικου χρέους. Η ζημιά συνίσταται στην απώλεια της κατοχής των ενυπόθηκων ακινήτων ως επίσης και στην προσπάθεια για εκβιαστική εξόφληση των ποσών που αμφισβητούνται, προκειμένου να μην γίνει ο πλειστηριασμός. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι η παρούσα διαδικασία εκποίησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας αφού η εφεσίβλητη επιδιώκει την ίδια θεραπεία με την αγωγή της υπ' αρ. 7998/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι το αίτημα εκποίησης σε πολιτική αγωγή με ταυτόχρονη προώθηση εκποίησης του ίδιου ακινήτου δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/1965, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και δικαιολογεί την ακύρωση των ειδοποιήσεων «ΙΑ» & «ΙΒ». Ο συνήγορος για την εφεσίβλητη στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέξει να ενεργοποιήσει την διαδικασία εκποίησης δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/1965, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του να προωθήσει παράλληλη αγωγή για την έκδοση διατάγματος εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο ομόλογο επιβάρυνσης και στο διορισμό παραλήπτη στην εφεσείουσα εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι μετά τον διορισμό παραλήπτη, αυτός αναλαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και οι εξουσίες των διευθυντών της σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, σταματούν χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική οντότητα της εταιρείας. Εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας τότε οι διευθυντές της ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική της δραστηριότητα. Στην περίπτωση αυτή, οι διευθυντές δεν έχουν οποιοδήποτε κατάλοιπο εξουσίας παρά μόνο διατηρούν το δικαίωμα αμφισβήτησης του διορισμού του παραλήπτη. Στην παρούσα περίπτωση ήταν η θέση του δικηγόρου ότι από την ημερομηνία διορισμού του παραλήπτη, οι διευθυντές της εφεσείουσας δεν είχαν πλέον καμία εξουσία να διαχειρίζονται την ενυπόθηκη περιουσία με δεδομένο ότι το επίδικο ομόλογο βάσει του οποίου διορίστηκε ο παραλήπτης, αφορούσε ολόκληρη την περιουσία της εφεσείουσας. Ως εκ τούτου, την παρούσα έφεση θα μπορούσε να καταχωρήσει μόνο ο παραλήπτης και όχι οι διευθυντές της εταιρείας. Ο συνήγορος σημείωσε επί του προκειμένου ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ζητήθηκε από τον παραλήπτη να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα κατά της εκποίησης και αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην αγωγή 1945/17 με την οποία η εφεσείουσα ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «Ι». Η εν λόγω αγωγή κατά τον συνήγορο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αγωγή» δυνάμει του άρθρου 44 Γ
(3)που λειτουργεί ως τροχοπέδη στην διαδικασία εκποίησης με βάση τον Νόμο. Η αγωγή αυτή θα πρέπει να καταχωρηθεί πριν την επίδοση των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ». Αυτό γιατί ο ενυπόθηκος πιστωτής θα πρέπει να γνωρίζει κατά πόσον ο ενυπόθηκος οφειλέτης αμφισβητεί την ειδοποίηση τύπου Ι ούτως ώστε να προγραμματίσει κατά πόσον θα προχωρήσει στη διαδικασία του πλειστηριασμού με την επίδοση των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ». Το γεγονός αυτό προκύπτει κατά τον συνήγορο από τη γενικότερη ερμηνεία του μέρους VIA του Νόμου 9/1965, σκοπός του οποίου είναι η διασφάλιση της όσον το δυνατόν ταχύτερης εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Εάν αφεθεί η καταχώρηση της αγωγής χωρίς χρονικό περιορισμό, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος οι ενυπόθηκοι οφειλέτες να καταχωρούν αγωγές κατά το δοκούν και μετά την ειδοποίηση «ΙΑ», καταστρατηγώντας το πνεύμα και το σκοπό του νόμου και δημιουργώντας αβεβαιότητα. Στην παρούσα περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι η αγωγή 1945/17 καταχωρήθηκε στις 28.4.17 ήτοι 25 ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» και πολύ μεταγενέστερα της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση των ειδοποιήσεων «Ι» και «Θ». Ως εκ τούτου, η αγωγή 1945/17 καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και λόγω αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αγωγή» εν τη εννοία του Νόμου. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στη συνέχεια στη θέση της εφεσείουσας για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους της εφεσίβλητης λόγω της καταχώρησης της αγωγής 7998/14 με την οποία αξιώνει παρόμοιου είδους διατάγματα με αυτά που επιδιώκει με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Ήταν η θέση του ότι ο Νόμος δίδει ξεκάθαρα το δικαίωμα στην τράπεζα να προχωρήσει στην καταχώρηση και προώθηση παράλληλα τόσο της διαδικασίας πλειστηριασμού όσο και αγωγής εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη, ζητώντας διατάγματα εκποίησης. Ουσιαστικά δεν επιζητείται κατά τον συνήγορο, η εξασφάλιση ενός νέου διατάγματος αλλά η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του μέρους VIA του Νόμου 9/
  1. Επισημαίνεται δε ότι ούτε ο ίδιος ο Νόμος 9/66 δεν απαγορεύει την συνύπαρξη αγωγής με τη διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA. Η παράλληλη επιδίωξη εκποίησης τόσο με την αγωγή όσο και με τον πλειστηριασμό δυνάμει του Μέρους VIA, είναι επιλογή που προσφέρεται στον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς το γεγονός αυτό να θεωρείται ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η εκκρεμούσα αγωγή είναι κατά τον συνήγορο εντελώς ανεξάρτητη διαδικασία και καμία σχέση δεν έχει με την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/
  2. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι η εφεσίβλητη τράπεζα επέδωσε νομότυπα όλες τις ειδοποιήσεις που καθορίζει ο σχετικός Νόμος χωρίς να παραβιάσει καμία προθεσμία. Ιδιαίτερα όσον αφορά την ταυτόχρονη επίδοση των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ», ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτό όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά αντίθετα επιβάλλεται, έχοντας υπόψη το πνεύμα του Νόμου και τους γοργούς ρυθμούς που θέτει για την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας για αμφισβήτηση του υπολοίπου λογαριασμού, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι παρέμειναν αόριστοι και χωρίς τεκμηρίωση. Πέραν τούτου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον ισχύουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ. Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται και στην εξέταση ισχυρισμών πέραν από αυτών που προβλέπει ο Νόμος. Ιδιαίτερα όσον αφορά το υπόλοιπο λογαριασμού, αυτό θα εξεταστεί στις αγωγές 7998/14 και 1945/17 που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε τη θέση ότι η εφεσείουσα δεν θα πάθει καμία ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση εκποίησης των ακινήτων αφού το ποσόν που θα εισπραχθεί θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των οφειλών της προς την εφεσίβλητη τράπεζα. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η εφεσίβλητη τράπεζα επέλεξε παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί για το επίδικο χρέος, η αγωγή της με αρ. 7998/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, να προωθήσει παράλληλα την διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/
  3. Καθίσταται ως εκ τούτου αναγκαίο όπως παρατεθούν οι προϋποθέσεις εκποίησης δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων ώστε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας που ζητά με την παρούσα αίτηση, την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Το μέρος VIA φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή» και εισήχθη στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/
  4. Η προβλεπόμενη διαδικασία που συμπεριλαμβάνει τα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις του Κεφ. 6 αλλά και το μέρος VI του Νόμου 9/
  5. Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Η εφεσίβλητη επέδωσε στην εφεσείουσα εταιρεία μέσω του παραλήπτη και των διευθυντών της, όλες τις προβλεπόμενες από το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 ειδοποιήσεις. Συγκεκριμένα, επιδόθηκε ειδοποίηση υπό τον τύπο «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία δυνάμει του άρθρου 44Β
(2). Επιπλέον, επιδόθηκε ειδοποίηση υπό τον τύπο «Ι» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1)με την οποία η εφεσείουσα κλήθηκε εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Με την πιο πάνω ειδοποίηση, επισυνάφθηκε κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος όπως καθορίζεται στο άρθρο 44Γ
(1). Δεν ισχύει επί του προκειμένου η θέση της συνηγόρου για την εφεσείουσα ότι οι ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ» δεν επιδόθηκαν στην εταιρεία. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι επιδόθηκαν στον παραλήπτη, ο οποίος εκπροσωπεί την εφεσείουσα εταιρεία από τον διορισμό του, στις 10.12.14. Επιπλέον στην ίδια την ένορκη δήλωση της έφεσης, γίνεται παραδεκτό ότι οι πιο πάνω ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στους διευθυντές της εταιρείας Φώτο και Μαρία Γιάννακα, οι οποίοι επικαλούμενοι κατάλοιπο εξουσίας, κατεχώρησαν εκ μέρους της εφεσείουσας εταιρείας, την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, επικαλούμενος τα πιο κάτω: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση τύπου «Ι» που προβλέπεται στο εδάφιο 1. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Είναι επιπλέον σαφές από την διατύπωση του άρθρου 44Γ
(3)ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, δικαιούται να αμφισβητήσει την διαδικασία πώλησης που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/1965, με έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον μετά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ», η οποία είναι αυτή που καθορίζει και την ημερομηνία πώλησης. Η αμφισβήτηση της διαδικασίας πώλησης, γίνεται μέσω αιτήματος για ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ» για τους λόγους που το ίδιο το άρθρο 44(Γ)3 καθορίζει. Το μέρος VIA του Νόμου 9/1965 δεν προβλέπει ακύρωση των προηγούμενων ειδοποιήσεων του τύπου «Θ» και «Ι» αλλά μόνον ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ». Δεν είναι τυχαίο ότι η προθεσμία των 30 ημερών για την καταχώρηση έφεσης, ξεκινά μόνον μετά από την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Δεν προβλέπεται επίσης αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης «ΙΒ» που αφορά τον διορισμό εκτιμητή. Ως εκ τούτου, δεν ευσταθεί το αίτημα των εφεσειόντων για παραμερισμό πλην της ειδοποίησης «ΙΑ» και της ειδοποίησης «ΙΒ» αφού τέτοια εξουσία δεν παρέχεται στο Δικαστήριο από τον Νόμο. Εξ' άλλου, σε περίπτωση που ακυρωθεί η διαδικασία εκποίησης μέσω του παραμερισμού της ειδοποίησης «ΙΑ» θα παραμεριστεί αυτοδικαίως και η ειδοποίηση «ΙΒ», η οποία αφορά στον διορισμό εκτιμητή. Μετά την διαπίστωση για το νομότυπο των επιδόσεων των σχετικών ειδοποιήσεων, αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσον δικαιολογείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης «ΙΑ» για τους υπολοίπους λόγους που επικαλείται η εφεσείουσα. Η επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ», έγινε επειδή σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η εφεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση της ειδοποίησης υπό τον τύπο «Ι» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1)για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους εντός 30 ημερών. Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω την θέση της εφεσίβλητης ότι η εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται να ζητά ακύρωση της διαδικασίας πώλησης αφού στην εφεσείουσα εταιρεία διορίστηκε από τις 10.12.14 παραλήπτης- διαχειριστής, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης που υπεγράφη υπέρ της εφεσίβλητης τράπεζας προς εξασφάλιση του επίδικου χρέους. Είναι η θέση της εφεσίβλητης ότι μετά από τον διορισμό του παραλήπτη, μόνον αυτός θα μπορούσε να καταχωρήσει την παρούσα έφεση. Ο ισχυρισμός αυτός, στηρίζεται στο γεγονός ότι το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης αφορά στο σύνολο της περιουσίας της εφεσείουσας. Αυτό κατά την εφεσίβλητη, έχει ως αποτέλεσμα ο παραλήπτης να αναλαμβάνει υπό τον έλεγχο του, όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας χωρίς να παρέχεται κανένα κατάλοιπο εξουσίας στους διευθυντές, πλην του δικαιώματος αμφισβήτησης του διορισμού παραλήπτη. Από την άλλη, η εφεσείουσα αντιτείνει ότι το κατάλοιπο εξουσίας ενεργοποιείται από την στιγμή που ο παραλήπτης δεν προβαίνει σε ενέργειες για την προστασία των συμφερόντων της εταιρίας. Επικαλείται επί του προκειμένου, την αδράνεια του παραλήπτη να αμφισβητήσει την επίδικη διαδικασία εκποίησης. Είναι νομολογημένο ότι όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση αφορά το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, στην περίπτωση που ενεργοποιηθεί και καταστεί συγκεκριμένη με τον διορισμό παραλήπτη, αυτή συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ο δε παραλήπτης, έχει εξουσία να διαχειρίζεται το σύνολο των υποθέσεων της εταιρείας. Η νομική οντότητα της εταιρείας δεν επηρεάζεται από τον διορισμό παραλήπτη. Όμως, η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών της στοιχείων, μεταβιβάζεται από τους διευθυντές στον ίδιο τον παραλήπτη - διαχειριστή. Σχετική είναι η υπόθεση Χατζηρούσος Νίνος Α., υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της Εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: « .. με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Παρόλα αυτά, οι διευθυντές της εταιρείας έχουν ένα κατάλοιπο εξουσίας. Αυτό ενεργοποιείται, πέραν του δικαιώματος αμφισβήτησης του διορισμού του παραλήπτη και στις περιπτώσεις όπου ο παραλήπτης αρνείται να λάβει μέτρα για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας (βλ. Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896). Σε τέτοια περίπτωση, οι διευθυντές της εταιρείας έχουν το δικαίωμα να προβούν σε όλα τα αναγκαία μέτρα για προστασία της περιουσίας και των συμφερόντων της εταιρείας. Ο συνήγορος της εφεσίβλητης χωρίς να αμφισβητεί τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, εισηγήθηκε ότι δεν δόθηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει αδράνεια του παραλήπτη να προστατεύσει τα συμφέροντα της εφεσείουσας εταιρείας. Ανέφερε επί του προκειμένου ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσον ο παραλήπτης κλήθηκε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για αμφισβήτηση της εκποίησης και το αρνήθηκε. Με όλο τον σεβασμό δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Είναι παραδεκτό ότι ο παραλήπτης δεν ενδιαφέρθηκε να ζητήσει ακύρωση του επίδικου πλειστηριασμού, παρότι του επιδόθηκαν όλες οι ειδοποιήσεις που προβλέπονται από το μέρος VIA του Νόμου 9/1965. Δεν χρειαζόταν επιπλέον να του ζητηθεί να αντιδράσει ειδικά στον πλειστηριασμό. Από την στιγμή δε που ο παραλήπτης επέλεξε να μην αμφισβητήσει την διαδικασία εκποίησης παρότι του κοινοποιήθηκε δεόντως, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι οι διευθυντές της εφεσείουσας νομιμοποιούνται να ζητήσουν στην παρούσα υπόθεση, την ακύρωση της επίδικης διαδικασίας εκποίησης λόγω της πιο πάνω αδράνειας του παραλήπτη. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση της εφεσίβλητης ότι η έφεση πάσχει γιατί δεν καταχωρήθηκε από τον παραλήπτη ή προωθήθηκε χωρίς την συναίνεση του. Από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω, προκύπτει ότι οι διευθυντές της εφεσείουσας εταιρείας, έχουν κατάλοιπο εξουσίας να ζητήσουν με την παρούσα έφεση, την ακύρωση της εκποίησης λόγω της αδράνειας του παραλήπτη να πράξει κάτι τέτοιο. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι το κατά πόσον η αγωγή 1945/17 του Ε.Δ Λευκωσίας που καταχωρήθηκε από την εφεσείουσα εναντίον της ειδοποίησης «Ι», είναι εκπρόθεσμη όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της εφεσίβλητης. Είναι παραδεκτό ότι η εν λόγω αγωγή, καταχωρήθηκε μετά την περίοδο των 30 ημερών που καθοριζόταν στην ειδοποίηση «Ι» για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους και αφού είχε ήδη επιδοθεί και η ειδοποίηση «ΙΑ» που καθόρισε την ημερομηνία της εκποίησης. Όπως επίσης παραδεκτό είναι, ότι στον Νόμο δεν καθορίζεται ρητή προθεσμία καταχώρησης της εν λόγω αγωγής αμφισβήτησης της ειδοποίησης «Ι». Ο συνήγορος της εφεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή αυτή θα πρέπει να καταχωρείται πριν την προθεσμία των 30 ημερών που καθορίζεται στην ειδοποίηση «Ι» για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους ή εν πάση περιπτώσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» που καθορίζει την ημερομηνία εκποίησης. Επικαλέστηκε επί του προκειμένου το πνεύμα του Νόμου που επιδιώκει επιτάχυνση των διαδικασιών και ισχυρίστηκε ότι αν αφεθεί το δικαίωμα αγωγής να καταχωρείται ανεξέλεγκτα χωρίς προθεσμίες θα καταστρατηγηθεί ο σκοπός του Νόμου. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος της εφεσείουσας αντέτεινε ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να καθορίσει συγκεκριμένη προθεσμία για την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής, θα το ανέφερε ρητά στον Νόμο. Δεν υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος λόγω του ότι η υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις, είναι σχετικά καινούργιες. Οι συνήγοροι με παρέπεμψαν σε πρωτόδικες αποφάσεις που δεν είναι βέβαια δεσμευτικές και οι οποίες διίστανται ως προς το ζήτημα του καθορισμού προθεσμίας της πιο πάνω αγωγής. Στις δύο από αυτές στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσίβλητης, υιοθετείται η θέση ότι η αγωγή πρέπει να καταχωρείται πριν την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» (βλ. Εφέσεις 459/16 Ε.Δ Λεμεσού υπό Ρ. Λιμνατίτου ΠΕΔ και 456/16 Ε.Δ. Λεμεσού υπό Χ. Φιλίππου ΑΕΔ). Αντιθέτως σε άλλες δύο υποθέσεις που με παρέπεμψε η συνήγορος για την εφεσείουσα, αναφέρθηκε ότι δεν επιβάλλεται συγκεκριμένη προθεσμία ως προς την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής (βλ. Έφεση 418/16 Ε.Δ. Λεμεσού υπό Χ. Μαλακτού ΠΕΔ και Έφεση 14/17 Ε.Δ. Λάρνακας υπό Λ. Δημητριάδου ΠΕΔ). Έχω μελετήσει με προσοχή τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και τις πιο πάνω θέσεις των συνηγόρων. Η αγωγή που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, αφορά την ειδοποίηση «Ι» ήτοι στην ουσία αμφισβητείται με αυτή, η απαίτηση πληρωμής και το υπόλοιπο λογαριασμού όπως καθορίζεται στην εν λόγω ειδοποίηση. Παρότι οι επισημάνσεις του συνηγόρου για την εφεσίβλητη ως προς τους σκοπούς και το πνεύμα του Νόμου είναι ορθές, εντούτοις είναι σαφές ότι δεν καθορίζεται ρητά από τον Νόμο, συγκεκριμένη προθεσμία για καταχώρηση της εν λόγω αγωγής. Δεν συμφωνώ όμως με την θέση ότι επειδή το πνεύμα του Νόμου είναι προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης των διαδικασιών εκποίησης θα πρέπει να ερμηνευτεί ότι καθορίζεται και συγκεκριμένη προθεσμία χωρίς αυτή να αναφέρεται ρητά στις διατάξεις του Νόμου. Έχω την άποψη ότι ο καθορισμός προθεσμιών για την έγερση δικαστικής διαδικασίας, είναι ζήτημα που πρέπει να καθορίζεται ρητά στον Νόμο και δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα ερμηνείας μιας νομοθετικής διάταξης με παραπομπή στους σκοπούς και το πνεύμα της. Θεωρώ ότι εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να καθορίσει συγκεκριμένη προθεσμία για την έγερση της εν λόγω αγωγής θα προέβαινε σε ρητή πρόνοια στον Νόμο. Στην απουσία καθορισμού τέτοιας ρητής πρόνοιας, δεν τίθεται θέμα διαφορετικής ερμηνείας για την πρόθεση του νομοθέτη. Η πρόθεση του νομοθέτη είναι κατά την γνώμη μου ξεκάθαρη. Να μην καθορίσει προθεσμία στην έγερση της εν λόγω αγωγής. Αλλιώς θα την προσδιόριζε με ρητή διάταξη. Πέραν τούτου δεν συμφωνώ ότι η καταχώρηση αγωγής δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)(δ), είναι εντελώς ανεξέλεγκτη με κίνδυνο την καταστρατήγηση των σκοπών του Νόμου όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της εφεσίβλητης. Μπορεί να μην καθορίζεται ρητή προθεσμία έγερσης της αγωγής αλλά προβλέπεται ταυτόχρονα ότι αυτή θα πρέπει να εκκρεμεί κατά την καταχώρηση της έφεσης εναντίον της ειδοποίησης «ΙΑ». Είναι ως εκ τούτου σαφές ότι η αγωγή θα πρέπει να καταχωρηθεί, τουλάχιστον πριν την καταχώρηση έφεσης ήτοι μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Μετά την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας, ο εφεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ). Αυτό είναι ξεκάθαρο αφού κατά την καταχώρηση της έφεσης για την οποία καθορίζεται προθεσμία, θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)(δ) να εκκρεμεί ήδη η αγωγή. Αλλιώς πως είναι δυνατόν ο εφεσείων να επικαλείται την εκκρεμοδικία αγωγής που δεν έχει ακόμη καταχωρήσει. Ο συσχετισμός δηλαδή της έφεσης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)(δ) με την εκκρεμοδικία της αγωγής, καθορίζει ένα χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να καταχωρηθεί η αγωγή. Και αυτό ορίζεται πριν την καταχώρηση έφεσης ήτοι μέσα στις 30 ημέρες, μετά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι εάν ο νομοθέτης ήθελε να καθορίσει ότι η αγωγή όφειλε να καταχωρείται πριν την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ», θα προέβαινε σε σχετική ρητή πρόνοια στον Νόμο. Τελική κατάληξη μου είναι ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι η αγωγή 1945/17 με την οποία αμφισβητείται η ειδοποίηση, «Ι» είναι εκπρόθεσμη. Η πιο πάνω διαπίστωση, είναι καθοριστική και ως προς την έκβαση της παρούσας έφεσης. Όπως έχει προαναφερθεί, αρκεί για την ακύρωση της διαδικασίας να αποδειχθεί μια εκ των περιπτώσεων που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση, η εφεσείουσα έχει αποδείξει την καταχώρηση αγωγής εναντίον της ειδοποίησης «Ι» δυνάμει του εδαφίου (δ) του άρθρου 44Γ
(3). Η εκκρεμότητα της αγωγής 1945/17 έχει ως συνέπεια τον παραμερισμό της σκοπούμενης εκποίησης από την εφεσίβλητη. Υπό τας περιστάσεις δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της έφεσης όπως είναι η κατάχρηση διαδικασίας ή η παρατυπία λόγω της ταυτόχρονης επίδοσης των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ». Ενόψει των πιο πάνω, η έφεση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η ειδοποίηση «ΙΑ» ημερομηνίας 27.3.17, που εξέδωσε η εφεσίβλητη και η οποία επιδόθηκε στην εφεσείουσα στις 3.4.17. Με τον παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ», ουσιαστικά διακόπτεται η υπό κρίση διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 για εκποίηση των επίδικων ακινήτων και δεν χρειάζεται η χορήγηση οιασδήποτε άλλης θεραπείας. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.