Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3904/16, 18/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3904/16 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου Λτδ, από την Λευκωσία Ενάγουσας -και-
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από την Λευκωσία.
- Christo & Best Homes Ltd (HE 147945), από την Λευκωσία.
- Χρίστος Χ''Γιάννης (Α.Δ.Τ. 735402), από την Λευκωσία.
- Εύρος Ανδρέου (Α.Δ.Τ. 644400), από την Λευκωσία.
- Claire Andreou (Ανδρέου) (Α.Δ.Τ. 769879), από την Λευκωσία. Εναγόμενων Ημερομηνία: 18 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Κορφιώτης και κα Ι. Κορφιώτη. Για τον Εναγόμενο 1: κα Κουμή. Για τους Εναγομένους 2 και 3: κα Ιωαννίδου. Για τους Εναγόμενους 4 και 5: κα Βαρωσιώτου. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Στις 8.8.2016, οι εν τω πιο πάνω τίτλω Ενάγοντες, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 έως 5 με Κλητήριο Ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο. Με βάση τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και γενικά τα όσα κοινώς αποδεκτά γεγονότα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες, ως εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, δάνεισε στους Εναγόμενους 2 (κατασκευαστική εταιρεία), μέσω πιστωτικής διευκόλυνσης (τύπου δανείου), το ποσό των Λ.Κ.115.000,00 (ως ήταν το επίσημο νόμισμα κατά το χρόνο συνομολόγησης της σχετικής συμφωνίας δανείου), υπό την εγγύηση του Εναγομένου 3 (διευθυντής των Εναγομένων 2). Ως περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων για την πιο πάνω αναφερόμενη τραπεζική διευκόλυνση, οι Εναγόμενοι 2 υποθήκευσαν ακίνητη περιουσία τους και συγκεκριμένα το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 0/7324, Φ/Σχ. 21/60.W.1, στο Δήμο Έγκωμης (στο εξής «η υποθήκη»). Εντός του υποθηκευμένου αυτού οικοπέδου, οι Εναγόμενοι 2, ανήγειραν μία πολυκατοικία. Σε χρόνο που τοποθετείται μετά την εγγραφή της υποθήκης ως εμπράγματο βάρος επί του οικοπέδου των Εναγομένων 2, οι τελευταίοι υπέγραψαν συμφωνία πώλησης ενός εκ των διαμερισμάτων της ρηθείσας πολυκατοικίας με τους Εναγομένους 4 και 5 (φυσικά πρόσωπα), οι οποίοι κατέθεσαν τούτη (τη συμφωνία πώλησης), για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ως εμπράγματο βάρος επί του οικοπέδου, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Οι Εναγόμενοι 4 και 5, εκμεταλλευόμενοι σχετική τροποποιητική νομοθετική ρύθμιση, υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ώστε, ως εγκλωβισμένοι αγοραστές, να επιτύχουν την εγγραφή, επ' ονόματι τους, του τίτλου ιδιοκτησίας του αγορασθέντος από αυτούς διαμερίσματος. Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός, εκτελώντας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 (Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), με επιστολή του ημερομηνίας 26.5.2016, ειδοποίησε τους Ενάγοντες ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του αγορασθέντος διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγομένων 4 και 5, απαλλάσσοντας το (το ρηθέν διαμέρισμα), από την υποθήκη που ενεγράφη προς όφελος τους (στο εξής «η απόφαση του Εναγομένου 1»). Ακολούθως, οι Ενάγοντες, αφού αρχικά υπέβαλαν ένσταση στην απόφασή του Εναγομένου 1, η οποία, στις 13.7.2016, απερρίφθη, στις 8.8.2016 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, μέσω της οποίας επιζητούν διάφορες θεραπείες. Πιο συγκεκριμένα, ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του δανείου, καθώς και την έκδοση δύο διαταγμάτων (ενός δηλωτικού και ενός προστακτικού), με τα οποία να επιτυγχάνεται η εκποίηση της υποθήκης, περιλαμβανομένου και του αγορασθέντος διαμερίσματος, προβάλλοντας τη θέση ότι η απόφαση του Εναγομένου 1 παραβιάζει τα συνταγματικά και/ή εκ του Νόμου κατοχυρωμένα δικαιώματά τους. Επιζητούν επίσης, διαζευκτικά, δηλωτική απόφαση, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι αν το αγορασθέν διαμέρισμα εξαιρεθεί της υποθήκης, τότε τούτη (η υποθήκη), θα πρέπει να επιβαρύνει άλλη περιουσία των Εναγομένων 2, ανάλογης αξίας. Ως προς τους Εναγομένους 4 και 5, από αυτούς απαιτούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις επί το ότι συνωμότησαν με τους Εναγομένους 2 και 3 και/ή συνέπραξαν με αυτούς, με σκοπό την εξαπάτησή τους και/ή την πρόκληση σ' αυτούς ζημιάς. Η επίδικη αίτηση Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και συγκεκριμένα κατά την ημέρα καταχώρησης της (8.8.2016), οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση (στο εξής «η αίτηση»), με την οποία διεκδίκησαν και εντέλει πέτυχαν την έκδοση του υπό στοιχείο Α αιτούμενου, με αυτήν, προσωρινού διατάγματος (στο εξής «το διάταγμα»). Επειδή ως θα διαφανεί κατωτέρω, μεταξύ άλλων, το λεκτικό του διατάγματος υπέχει καταλυτικής σημασίας για την τελική κρίση επί της τύχης της αίτησης, το παραθέτω ευθύς αμέσως αυτουσίως: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και/ή στους εκπροσώπους του και/ή σε οποιονδήποτε τρίτο που ενεργεί κατ' εξουσιοδότηση του, να απαλλάξει και/ή να εξαλείψει και/ή να ακυρώσει και/ή άλλως πώς να διαγράψει καθ' οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο και/ή το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής 0/9749, Φ/ΣΧ 21/60 W.Ι., Τμήμα 4, Τεμάχιο 5968, που βρίσκεται στον Δήμο Έγκωμης, Λευκωσία και/ή όπως η περιγραφή και/ή τα στοιχεία αυτού έχουν τροποποιηθεί και/ή αλλάξει το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγόμενης 2, από την Υποθήκη Υ7526/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι της εκδικάσεως και/ή της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ.1-9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4 - 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 Ν.14/60και συγκεκριμένα στα άρθρα 21
(1), 31, 32 και 41, στα Άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, άρθρα 23, 24, 30-34, 36 44ΙΗ - 44ΚΣΤ, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Χριστοδούλου, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποία, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυριζόμενος ότι, οι Ενάγοντες, εγείρουν βάσιμη, γνήσια και νόμιμη απαίτηση με σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας και ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τούτοι (οι Ενάγοντες), θα αποστερηθούν των συμφερόντων που απέκτησαν από την υποθήκευση του ακινήτου. Προωθεί ακόμα τη θέση ότι, εάν αφεθεί ο Εναγόμενος 1 να υλοποιήσει την απόφαση του, «θα είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να υπάρξει οποιαδήποτε θεραπεία στους Ενάγοντες». Την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, συνοδεύουν εννέα, στον αριθμό, τεκμήρια. Είναι τα ακόλουθα: · Ως Τεκμήριο 1, επισυνάπτεται η συμφωνία δανείου μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2, · ως Τεκμήριο 2, η σύμβαση υποθηκεύσεως ακινήτου, · ως Τεκμήριο 3, το σχετικό έγγραφο υποθήκης, · ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου (ενυπόθηκου οικοπέδου), που διενεργήθηκε από την εταιρεία εκτιμητών Αντώνης Λοΐζου και Συνεργάτες Λτδ, · ως Τεκμήριο 5, επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 2, σε σχέση με εξέταση αιτημάτων των τελευταίων για αναδιάρθρωση του επίδικου δανείου, · ως Τεκμήριο 6, η ειδοποίηση που απεστάλη από τον Εναγόμενο 1 προς την Ενάγουσα, με την οποία τους κοινοποιεί την απόφασή του, · ως Τεκμήριο 7, η γραπτή ένσταση που υπέβαλαν οι Ενάγοντες αναφορικά με την απόφαση του Εναγομένου 1, · ως Τεκμήριο 8, η κρίση του Εναγομένου 1 επί της ενστάσεως των Εναγόντων, με την οποία και απέρριψε τούτη, και · ως Τεκμήριο 9, η επιστολή τερματισμού που απέστειλαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 2 αναφορικά με τη μεταξύ τους συμφωνία δανείου. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνεται ότι, η αίτηση εξετάστηκε από το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), στις 11.8.2016 και, ως αναφέρθη ήδη ανωτέρω, μονομερώς, εξεδόθη το διάταγμα. Οι ενστάσεις Κατόπιν επίδοσης, τόσο της αγωγής, όσο και της μονομερούς αίτησης, αλλά και του διατάγματος στους Εναγομένους 1 έως 5, τούτοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Ακολούθως, και πιο συγκεκριμένα στις 14.3.2017, ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης ως προς το εκδοθέν διάταγμα. Τούτης, ακολούθησε η σχετική Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων 4 και 5, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.3.2017 και τέλος, η σχετική Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων 2 και 3, η οποία καταχωρήθηκε στις 29.3.2017 (στο εξής «οι ενστάσεις»). Ως λόγοι ένστασης από πλευράς του Εναγομένου 1 αναφέρονται οι ακόλουθοι: «
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση των αιτουμένων θεραπειών και/ή του διατάγματος που εκδόθηκε
- Η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και/ή αντινομική και/ή παράτυπη καθότι η Ενάγουσα προωθεί τις θέσεις της, όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, με λανθασμένο ένδικο μέσο, ήτοι με αγωγή αντί με αίτησι/έφεσης, κατά παράβαση του άρθρου 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου
- Δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση καθότι η αιτούσα/ενάγουσα προωθεί τις θέσεις της με λανθασμένο ένδικο μέσο
- Δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο της πιθανότητας η αιτούσα/ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία καθότι αυτή προωθεί τις θέσεις της με λανθασμένο ένδικο μέσο
- Η Αιτούσα/Ενάγουσα δεν προσφέρει καμία μαρτυρία και/ή δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή εν πάση περιπτώσει, η αξία των εναπομεινάντων διαμερισμάτων καλύπτουν την κατ' ισχυρισμό οφειλή της Εναγόμενης 2 προς την Ενάγουσα
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω, η Αιτούσα/Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να αιτηθεί μεταφορά υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία του πωλητή, για να παραμείνει εξασφαλισμένη, κάτι το όποιο δεν έπραξε και/ή δεν κατέδειξε συγκεκριμένη περιουσία της Εναγομένης 2, ενώ όφειλε
- Τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΣΤ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, είναι συνταγματικά ή/και τεκμαίρονται συνταγματικά και το δικαστήριο δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο, να λάβει υπόψη του τους οποιουσδήποτε περί αντισυνταγματικότητας ισχυρισμούς της Αιτούσας/Ενάγουσας.» Όσο αφορά στους λόγους ένστασης των Εναγομένων 2 και 3, τούτοι είναι οι ακόλουθοι: «
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή στερείται νομικού υπόβαθρου και/ή νομικού ερείσματος και/ή είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη προς τους σχετικούς ισχύοντες νόμους και/ή τη συνήθη πρακτική του Δικαστηρίου.
- Το ένδικο μέσο το οποίο επέλεξαν οι Ενάγοντες/Αιτητές, ήτοι έγερση αγωγής είναι νομικά εσφαλμένη και/ή ως εκ τούτου η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα είναι εσφαλμένη και/ή το θεμέλιο επί του οποίου εκδόθηκε το εκδοθέν διάταγμα είναι νομικά ανεπίτρεπτο με τρόπο που το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται εκ των πραγμάτων άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή παράτυπο και/ή οποιαδήποτε αμφισβήτηση της απόφασης ή γνωστοποίησης του Εναγομένου/Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να γίνεται βάσει του άρθρου 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965)και/ή μέσω της υποβολής έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
- Τόσο η αγωγή όσο και η καταχωρηθείσα αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, καταχωρήθηκαν κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία του κριτηρίου του «κατεπείγοντος» με μοναδικό σκοπό την επίτευξη έκδοσης διατάγματος μονομερούς δια του οποίου να αναστέλλεται η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13.07.
- Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από τους Ενάγοντες - Αιτητές επί της απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου δεν εμπίπτουν και/ή δεν συνάδουν με τους λόγους ένστασης που θέτει το άρθρο 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και/ή επομένως ορθά ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 απέρριψε την ένσταση των Εναγόντων - Αιτητών.
- Το εκδοθέν διάταγμα αντιβαίνει των σχετικών τροποποιήσεων της σχετικής νομοθεσίας 139(Ι)/2015 και/ή του μέρους VIB δια του οποίου τροποποιήθηκε ο βασικός Νόμος περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος του 1965 και/ή συγκεκριμένα των σχετικών προνοιών σε σχέση με την προστασία των αγοραστών ενυπόθηκων ακινήτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει η ισχύουσα Νομοθεσία και η σχετική Νομολογία επί του θέματος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60).
- Με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι άδικο και ενάντια προς το συμφέρον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των σχετικών τροποποιήσεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος του 1965, δια των οποίων καθίσταται σαφές πως ο Νομοθέτης είχε κατά νουν την προστασία των αγοραστών οι οποίοι κατέβαλαν το τίμημα αγοράς του ακινήτου.» Τέλος, όσον αφορά στους λόγους ένστασης των Εναγομένων 4 και 5, τούτοι έχουν ως ακολούθως: «
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή στερείται νομικού υπόβαθρου και/ή νομικού ερείσματος και/ή είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη προς τους σχετικούς ισχύοντες νόμους και/ή τη συνήθη πρακτική του Δικαστηρίου.
- Το ένδικο μέσο το οποίο επέλεξαν οι ενάγοντες/αιτητές, ήτοι η έγερση αγωγής είναι νομικά εσφαλμένη και/ή ως εκ τούτου η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα είναι εσφαλμένη και/ή το θεμέλιο επί του οποίου εκδόθηκε το εκδοθέν διάταγμα είναι νομικά ανεπίτρεπτο με τρόπο που το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται εκ των πραγμάτων άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή παράτυπο και/ή οποιαδήποτε αμφισβήτηση της απόφασης ή γνωστοποίησης του Εναγομένου/Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να γίνεται βάσει του άρθρου 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965)και/ή μέσω της υποβολής έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
- Η αγωγή και η καταχωρηθείσα αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα καταχωρήθηκαν κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με μοναδικό σκοπό την επίτευξη έκδοσης διατάγματος μονομερώς δια του οποίου να αναστέλλεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13.07.
- Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από τους Ενάγοντες/ Αιτητές επί της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν εμπίπτουν και/ή δεν συνάδουν με τους λόγους ένστασης που θέτει το άρθρο 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου του 1965 και/ή επομένως ορθά ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 απέρριψε την ένσταση των Εναγόντων - Αιτητών.
- Το εκδοθέν διάταγμα αντιβαίνει των σχετικών τροποποιήσεων της σχετικής νομοθεσίας 139(Ι)/2015 και/ή του μέρους VIB δια του οποίου τροποποιήθηκε ο βασικός νόμος περί μεταβιβάσεως και υποθήκευσης ακινήτων Νόμος του 1965 και/ή συγκεκριμένα των σχετικών προνοιών σε σχέση με την προστασία των αγοραστών ακινήτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία και η σχετική νομολογία επί του θέματος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60).
- Δεν αποκαλύφθηκε συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 και/ή δεν καταδείχτηκε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και/ή δεν έχει καταδειχθεί πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι άδικο και ενάντια προς το συμφέρον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των σχετικών τροποποιήσεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος του 1965, δια των οποίων καθίσταται σαφές πως ο νομοθέτης είχε κατά νουν την προστασία των αγοραστών οι οποίοι κατέβαλαν το τίμημα αγοράς του ακινήτου.» Έκαστην ένσταση, συνοδεύει μια ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους λόγους της ένστασης που υποστηρίζει. Επειδή οι Ενάγοντες δεν εγείρουν, με την αγόρευση τους, οποιοδήποτε ζήτημα για την ορθότητα της νομικής βάσης επί της οποίας εδράζονται οι ενστάσεις, δεν θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ ειδικά σε κάθε τέτοια νομική βάση. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο εξέτασε την ορθότητα της νομικής βάσης των ενστάσεων και κρίνει τούτη ως ικανοποιητική. Ακροαματική Διαδικασία Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.5.2017, όπου και παραδόθηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς των Εναγόντων, του Εναγομένου 1 και των Εναγομένων 4 και 5, γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων, χωρίς να προστεθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Ως προς τους Εναγομένους 2 και 3, η συνήγορος που εκπροσώπησε τούτους κατά την ημέρα της ακρόασης, περιορίστηκε στο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αγόρευσης των Εναγομένων 4 και 5, στον βαθμό, φυσικά, που τυγχάνει εφαρμογής στα όσα οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγείρουν με την ένσταση τους. Κανένας εκ των ομνυόντων των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ενστάσεις δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ΄ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά με το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες του ρυθμίζουν ειδικά τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Βλέπε Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει με βάση τη μαρτυρία, που έχει τεθεί ενώπιον του, για σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225. Σημασίας φυσικά υπέχει και το κατά πόσο, στα πλαίσια της αγωγής, είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί ως τελική θεραπεία, το διάταγμα που επιδιώκεται να εκδοθεί μέσω της αίτησης και/ή ανάλογο με αυτό διάταγμα. Ως ειδικότερα αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η «παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη» (βλ. Ιωάννης Κυριάκου Όξινος κ.α. ν. Μαρία Ρόλη Λου
(2011)1Α.Α.Δ. 1060 και Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R 585, 592,594 και 595). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Για σκοπούς δομής της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω ορθότερο να εξετάσω αρχικά τους λόγους ένστασης που καταπιάνονται με την ορθότητα ή μη του ένδικου μέσου που ακολούθησαν οι Ενάγοντες (σχετικούς λόγους προωθούν όλοι οι Εναγόμενοι). Και δη, με το κατά πόσο, συνεπεία του γεγονότος ότι με την παρούσα αγωγή επιζητούνται και θεραπείες, που (αν και εφόσον αποδοθούν), θα απολήξουν στο να ακυρωθεί ή τουλάχιστον να διαφοροποιηθεί η απόφαση του Εναγομένου 1, θα έπρεπε, η όποια τέτοια ακύρωση ή διαφοροποίηση, να επιδιωχθεί μέσω Αίτησης/Έφεσης με βάση το άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 148 και όχι δια αγωγής επί τη βάσει Κλητηρίου Εντάλματος. Ο λόγος που κρίνω ορθότερο να πράξω ως ανωτέρω, είναι γιατί, στην περίπτωση που κριθεί ότι το ένδικο μέσο που προωθούν οι Ενάγοντες, είναι λανθασμένο, τότε, για δικαιοδοτικούς λόγους, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εξετάσει τούτην επί της ουσίας της. Και τούτο γιατί, αν κριθεί ότι δεν μπορούν να αποδοθούν μέσω της παρούσας αγωγής οι αιτούμενες με αυτή θεραπείες, τότε, τουλάχιστον η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 δεν θα ικανοποιείται. Αποτελεί κοινό τόπο όλων των διαδίκων της παρούσας αγωγής, ότι η απόφαση του Εναγομένου 1, λήφθηκε στη βάση των προνοιών των άρθρων 44(ΙΗ) μέχρι 44(ΚΣΤ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 και των σχετικών, με τον Νόμο αυτό, κανονισμών. Εκεί που εστιάζεται η διαφωνία των μερών, είναι στο ότι, κατά τους Ενάγοντες, οι πιο πάνω αναφερόμενες νομοθετικές πρόνοιες, στο βαθμό που επιτρέπουν στον Εναγόμενο 1 να επηρεάζει δυσμενώς τα νομικά και/ή συμβατικά υφιστάμενα δικαιώματά τους (περιλαμβανομένων και των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους), είναι αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα, η απόφαση του Εναγομένου 1 να πρέπει να κριθεί ως άκυρη και/ή ως μη επιφέρουσα νόμιμα αποτελέσματα. Από την άλλη, η επί του προκειμένου θέση όλων των εναγομένων, είναι ότι οι ρηθείσες πρόνοιες είναι συνταγματικές ή εν πάση περιπτώσει, μέχρι διαφορετικής τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, τεκμαίρονται ως τέτοιες, με αποτέλεσμα να μην δύναται το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, για σκοπούς εξέτασης της επίδικης αίτησης, τους σχετικούς ισχυρισμούς των Εναγόντων. Το άρθρο 51
(1)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, του οποίου, η υποπαράγραφος
(2)ρητά παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 44 του ιδίου Νόμου, προνοεί ότι «Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού (ως τέτοιος, στο άρθρο 2 του Νόμου, ορίζεται ο Εναγόμενος 1 και/ή άλλος λειτουργός που διορίστηκε από τον Διευθυντή για να ενεργεί για τους σκοπούς του Νόμου) δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου». Η υποπαράγραφος
(2)του άρθρου 51, προνοεί ότι «τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1)». Το δε άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στις πρόνοιες του οποίου παραπέμπει ρητά το άρθρο 51
(1)του Νόμου 9/1965 (ανωτέρω), προνοεί τα εξής σχετικά: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή (ως τέτοιος, στο άρθρο 2 του Νόμου, ορίζεται ο Εναγόμενος 1 και/ή άλλος λειτουργός που διορίστηκε από τον Διευθυντή για να ενεργεί για τους σκοπούς του Νόμου), που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο». Από μια απλή και μόνο ανάγνωση των προνοιών των μόλις πιο πάνω αναφερόμενων άρθρων, εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι ότι, όποιος επιθυμεί να αμφισβητήσει την ορθότητα και/ή νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επί τη βάση ότι επηρεάζονται και/ή παραβλάπτονται τα συμφέροντα του, μπορεί να πράξει τούτο μόνο δια εφέσεως, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως προς αυτόν της απόφασης του Διευθυντή και η οποία πρέπει να στηρίζεται επί των προνοιών του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. Προβλέπεται δε ειδικώς (βλέπε υποπαράγραφος
(2)του άρθρου 51 ανωτέρω), ότι, κανένα Δικαστήριο δεν δύναται να επιληφθεί αγωγής ή άλλης διαδικασίας, για οποιοδήποτε ζήτημα, για το οποίο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου έχει, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/1965, εξουσία να ενεργεί, πλην, φυσικά, της διαδικασίας εφέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 51
(1). Χωρίς να διαφεύγει του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, με την υπό εξέταση αγωγή, οι Ενάγοντες επιδιώκουν και την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο από αυτούς ποσό του δανείου, καθώς επίσης και για εξαπάτηση και πρόκληση ζημιών, αλλά και εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 περί σύμπραξής τους με τους Εναγομένους 2 και 3, εκείνο που στην ουσία επιδιώκεται δια των υπό στοιχεία Β, Γ και Δ της παραγράφου 21 του Κλητηρίου Εντάλματος αιτούμενων θεραπειών, είναι η ανατροπή και/ή η διαφοροποίηση ή ακόμα και η ακύρωση της απόφασης του Εναγομένου 1. Και τούτο γιατί, ως έκδηλα προκύπτει από την τελευταία παράγραφο της απόφασης του Εναγομένου 1, (βλέπε Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), το αγορασθέν διαμέρισμα, πέραν της μεταβίβασής του επ' ονόματι των Εναγομένων 4 και 5, θα απαλλαγεί από την υποθήκη που εξασφαλίζει τους Ενάγοντες. Επομένως, αφ' ης στιγμής οι Ενάγοντες με τις πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθείσες αιτούμενες, με την υπό εξέταση αγωγή, θεραπείες, επιδιώκουν, είτε την εκποίηση όλου του ακινήτου των Εναγομένων 2 χωρίς από αυτό να εξαιρεθεί το αγορασθέν διαμέρισμα (βλέπε υπό στοιχείο Γ αιτούμενη θεραπεία), είτε να εκδοθεί δηλωτική απόφαση περί του ότι ουδείς νόμιμος λόγος υπάρχει για την εξάλειψη και/ή ακύρωση και/ή απαλλαγή του διαμερίσματος από την υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων (βλέπε υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία), είτε στο να μεταφερθεί το βάρος στον Εναγόμενο 1 και/ή στους Εναγόμενους 2 να υποθηκεύσουν (προς όφελος των Εναγόντων) άλλη περιουσία των τελευταίων (βλέπε υπό στοιχείο Δ αιτούμενη θεραπεία), στην ουσία, επιζητείται η διαφοροποίηση αν όχι και η ακύρωση της ξεκάθαρης εκφρασθείσας απόφασης του Εναγομένου 1, με την οποία, αποφάσισε όπως προχωρήσει στη μεταβίβαση του αγορασθέντος διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγομένων 4 και 5, εξαλείφοντας και/ή απαλλάσσοντας τούτο από την υποθήκη που εξασφαλίζει τους Ενάγοντες, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε περαιτέρω ρύθμιση περί επιβάρυνσης άλλης περιουσίας των Εναγομένων 2 με την υποθήκη. Από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι, η παρούσα αγωγή, στο βαθμό που με αυτήν επιδιώκεται η απόδοση των υπό στοιχεία Β, Γ και Δ της παραγράφου 21, του κλητηρίου εντάλματος, αιτούμενων θεραπειών, είναι διαδικασία που αφορά σε ζήτημα για το οποίο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσία δυνάμει των προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, με αποτέλεσμα, δυνάμει των προνοιών της υποπαραγράφου
(2)του άρθρου 51 του εν λόγω Νόμου, το παρόν Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί τούτης. Κατά συνέπεια, το ένδικο μέσο που οι Ενάγοντες επέλεξαν να προωθήσουν (η υπό εξέταση αγωγή), στον βαθμό που με αυτό επιζητούνται οι υπό στοιχεία Β, Γ και Δ αιτούμενες θεραπείες, κρίνεται ακατάλληλο. Ακατάλληλο είναι και στο βαθμό, που μέσω του. επιδιώχθηκε να διαταχθεί ο Εναγόμενος 1 να μην εκτελέσει την απόφασή του, κάτι που επετεύχθη με το εκδοθέν διάταγμα,. Ας μη λησμονείται ότι (βλέπε Ιωάννης Κυριάκου Όξινος κ.α. ν. Μαρία Ρόλη Λου, και Constantinides v. Makriyiorghou ανωτέρω), για να είναι δυνατή η έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια μιας αγωγής, θα πρέπει τούτο και/ή ανάλογό του, να ήταν δυνατό να αποδοθεί και ως τελική θεραπεία στη ρηθείσα αγωγή. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι, το υπό εξέταση εκδοθέν διάταγμα και/ή ανάλογο του, θα ήταν αδύνατον να αποδοθεί ως τελική θεραπεία στην υπό εξέταση αγωγή, και τούτο για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω και δη το λανθασμένο του ένδικου μέσου που επέλεξαν οι Ενάγοντες, αφού, χωρίς καμία αμφιβολία, επηρεάζει την εγκυρότητα και το άμεσο της εκτέλεσης της απόφασης του Εναγομένου 1, η οποία λήφθηκε στη βάση των προνοιών του άρθρου 44 του Νόμου 9/
- Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, ουδόλως να ερμηνευθεί ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή γενικότερα. Τουναντίον, στον βαθμό που με αυτήν επιδιώκεται η έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 2 έως και 5 επί τη βάση ισχυριζόμενης οικονομικής ζημιάς που προκάλεσαν στους Ενάγοντες (είτε λόγω παράβασης συμφωνίας δανείου, είτε εξαπάτησης, είτε άλλως πως) και/ή ακόμα και για εκποίηση της υποθήκης, χωρίς, ωστόσο να ανατρέπεται και/ή ακυρώνεται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφοροποιείται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η υπό εξέταση αγωγή, χωρίς να αποφαίνομαι τελικώς επί του ζητήματος, φαίνεται να αποτελεί το ορθό δικονομικό μέσο. Με γνώμονα τα πιο πάνω και με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου περί του λανθασμένου του δικονομικού μέσου που επέλεξαν να προωθήσουν οι Ενάγοντες για σκοπούς αμφισβήτησης της ορθότητας και/ή νομιμότητας της απόφασης του Εναγομένου 1, αλλά και για εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος, καθίσταται έκδηλο ότι δεν ικανοποίησαν τουλάχιστον τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, με αποτέλεσμα, για δικαιοδοτικό, πλέον, λόγο, να μην είναι δυνατή η εξέταση από το Δικαστήριο της αίτησης επί της ουσίας της. Και τούτο γιατί, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετάζονται σε συνάρτηση με το προσωρινώς εκδοθέν διάταγμα και τη δυνατότητα απόδοσης ανάλογης θεραπείας στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής και όχι σε συνάρτηση, γενικότερα, με την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής για εξασφάλιση θεραπειών άσχετων και διάφορων του προσωρινώς εκδοθέντος διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, ως βάση για την επιδίωξη της έκδοσης του διατάγματος, η Ενάγοντες παρουσίασαν τους ισχυρισμούς επί των οποίων βασίζονται και οι υπό στοιχεία Β, Γ και Δ, της παραγράφου 21 του Κλητηρίου Εντάλματος, θεραπείες, οι οποίες, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εάν υπάρχει κάτι που ενδεχομένως, εντελώς παρεμφερώς, αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι αδυνατώ, εν πάση περιπτώσει, να αντιληφθώ την επικαλούμενη από τους Ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο σ' αυτούς, στην περίπτωση που το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνετο. Και τούτο συνεπεία της εκτίμησης του υποθηκευμένου ακινήτου, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ της ισχυριζόμενης οφειλής των Εναγομένων 2 και 3 προς τους Ενάγοντες.. Σημειώνω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στην κλίμακα €50.000,00 - €100.000,00, με αποτέλεσμα, οι όποιες άλλες (πέραν της ισχυριζόμενης οφειλής του δανείου) επιζητούμενες ειδικές και γενικές αποζημιώσεις να περιορίζονται στο βαθμό, που μαζί με το ισχυριζόμενο οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 2 και 3 ποσό δανείου, να μην υπερβαίνουν το ποσό των €100.000,00, πλέον, φυσικά, τόκους. Η εκτιμημένη αξία του ενυπόθηκου οικοπέδου, ανέρχεται στα €591.000,00 και η καταναγκαστική αξία του στα €444.000,
- Διαφωνώ επίσης και με τη θέση των Εναγόντων ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να καταστεί απόλυτο ώστε να προστατευτεί το ακίνητο (περιλαμβανομένου και του αγορασθέντος, από τους Εναγόμενους 4 και 5, διαμερίσματος). Η όποια αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης στο επίδικο ακίνητο (το αγορασθέν διαμέρισμα), γίνεται υπό το πρίσμα ότι τούτο αποτελεί μέρος του ενυπόθηκου, προς εξασφάλιση των Εναγόντων, ακινήτου, και ότι, δια της εκποίησης του θα δυνηθούν τούτοι να εισπράξουν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα των Εναγομένων 2 και
- Και δη περί οφειλής ο λόγος και μόνο. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που να συσχετίζει το αγορασθέν διαμέρισμα με την παρούσα αγωγή με διαφορετικό τρόπο, ούτε ότι η εκποίηση του εναπομείναντος ενυπόθηκου ακινήτου δεν μπορεί να αποτελέσει την πηγή για εξόφληση των όποιων οφειλών των Εναγομένων 2 και
- Η δε θέση των Εναγόντων ότι ενδεχομένως στο μέλλον, το παράδειγμα των Εναγομένων 4 και 5, να ακολουθήσουν και άλλοι εγκλωβισμένοι αγοραστές διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που ανήγειραν οι Εναγόμενοι 2 στο ενυπόθηκο οικόπεδο, με αποτέλεσμα η όποια μελλοντική εκποίησή του να μην επιφέρει χρηματική αντιπαροχή που να καλύπτει το ισχυριζόμενο χρέος των Εναγομένων 2 και 3, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο όταν και εφόσον προκύψει μια τέτοια ενδεχόμενη εξέλιξη που θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πραγματικού κινδύνου μείωσης της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, και όχι θέμα που θα πρέπει να συνυπολογιστεί στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας αίτησης. Οι μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν και την επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, αναφορικά με την τελική κρίση στην οποία θα πρέπει, ούτως ή άλλως, να προβεί και δη ως προς το κατά πόσο, είναι δίκαιο και εύλογο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα να καταστεί ή όχι απόλυτο. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται και κατά συνέπεια και το εκδοθέν, μέσω της, προσωρινό διάταγμα, ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 και εναντίον των Εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο