← Κύπρος

Σάββα Φουκαρίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 8848/12, 30/8/2017

Σάββα Φουκαρίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 8848/12, 30/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8848/12 Μεταξύ: Σάββα Φουκαρίδη Ενάγοντος και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Αυγούστου, 2017 Για τον ενάγοντα: κα Λουκία Πατσαλίδου, για Λουκή Γ. Λουκαΐδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: κα Μαρία Δρυμιώτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγων είναι επιχειρηματίας, εργολάβος οικοδομών. Στις 13.11.07 ο ενάγων, ως κατηγορούμενος στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 2421/06 η οποία αφορούσε σε επίθεση που έγινε στις 14.1.06 εναντίον κάποιου Γιώργου Σπανού, κρίθηκε αθώος από το Δικαστήριο και απαλλάχθηκε. Για την ίδια υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του έτερη δίωξη, η Ποιν. Υπόθ. αρ. 321/08, και ο ενάγων αναγκάστηκε και πάλι να υποστεί δίκη, στα πλαίσια της οποίας απηλλάγη τέλος του 2009 από το Δικαστήριο επειδή είχε ήδη αθωωθεί στη βάση των ιδίων γεγονότων. Στη βάση των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό δικαίωμα του για απαγόρευση εκδίκασης για δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα, οπότε καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας γενικές αποζημιώσεις για την παραβίαση του πιο πάνω δικαιώματος του και τη συνεπαγόμενη ταλαιπωρία και διαπόμπευση του, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη, δίκαιη, λογική και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση αρνούμενος την επαγγελματική ιδιότητα του ενάγοντος, αλλά και τους ισχυρισμούς του όσον αφορά τις εναντίον του ενάγοντος καταχωρηθείσες ποινικές υποθέσεις. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι εναντίον του ενάγοντος είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου η Ποιν. Υπόθ. αρ. 2471/06 για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης. Στις 4.12.07, η εν λόγω ποινική υπόθεση διακόπηκε και ο ενάγων απαλλάχθηκε κατόπιν σχετικής δήλωσης της κατηγορούσας αρχής για αναστολή της ποινικής δίωξης. Εναντίον του ενάγοντος καταχωρήθηκε στη συνέχεια στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου η Ποιν. Υπόθ. αρ. 321/08 για την κατηγορία της απλής επίθεσης, κατηγορία στην οποία ο ενάγων απαλλάχθηκε και αθωώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 26.2.08, κατόπιν ακρόασης της υπόθεσης. Ο εναγόμενος αρνείται τα περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του ενάγοντος και ισχυρίζεται επιπλέον ότι η αναστολή της ποινικής υπόθεσης εναντίον του ενάγοντος δεν ισοδυναμεί με αθώωση αυτού ώστε να μην είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η εκ νέου καταχώρηση ποινικής υπόθεσης επί των ιδίων γεγονότων. Τέλος, ο εναγόμενος αρνείται ότι ο ενάγων δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες και ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης, απαράδεκτης και ενοχλητικής, με έξοδα εις βάρος του ενάγοντος. Η ακροαματική διαδικασία Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν σχετικά έγγραφα ως εξής: 1. Εναντίον του ενάγοντος είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου η Ποιν. Υπόθ. αρ. 2471/06 για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης. 2. Στις 4.12.07 η εν λόγω ποινική υπόθεση διακόπηκε και ο ενάγων απαλλάχθηκε, κατόπιν σχετικής δήλωσης της κατηγορούσας αρχής για αναστολή της ποινικής δίωξης. Το σχετικό πρακτικό (που τηρήθηκε από το Δικαστήριο στις 4.12.07) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. 3. Εναντίον του ενάγοντος καταχωρήθηκε στη συνέχεια στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου η Ποιν. Υπόθ. αρ. 321/08 για την κατηγορία της απλής επίθεσης, κατηγορία στην οποία ο ενάγων απαλλάχθηκε και αθωώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 26.2.08, κατόπιν ακρόασης της υπόθεσης. Η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από οιανδήποτε εκ των δύο πλευρών. Αγορεύσεις Στη σύντομη αγόρευση του ενάγοντος υποστηρίζεται, με παραπομπή στο σύγγραμμα των Harris, O' Boyle & Warbick, Law of the European Convention on Human Rights, ότι και η απλή εγκατάλειψη προηγούμενης ίδιας ποινικής δίωξης είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει παράβαση του κανόνα ne bis in idem, αφού το Άρθρο 12

(2)του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «ΕΣΔΑ») δεν αναφέρονται σε καταδίκη και τις δύο φορές, αλλά ότι πρόσωπο δεν πρέπει να δικάζεται (tried) δύο φορές. Εξάλλου, υποστηρίζεται από τον ενάγοντα ότι η αγωγή στηρίζει και το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, αφού προκειμένου να στοιχειοθετηθεί αυτό το αστικό αδίκημα, δεν είναι αναγκαίο να αθωωθεί ο κατηγορούμενος. Αρκεί να έχει εγκαταλειφθεί η προηγούμενη διαδικασία χωρίς καταδίκη ή ακόμα και να καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας σχετικώς στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 45
(2), παρ. 469. Η συνήγορος του εναγόμενου αφού αναφέρθηκε στο Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και στη βασική αρχή του ποινικού δικαίου ne bis in idem, (ή, πιο ολοκληρωμένα «bis de eadem re nom sit action», αρχή που στις χώρες του κοινοδικαίου αναφέρεται ως «double jeopardy» ή «autrefois aquit»), υποστηρίζει ότι αυτό που έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου στην πρώτη ποινική υπόθεση ήτο αποτέλεσμα όχι ολοκλήρωσης της ποινικής διαδικασίας, αλλά αναστολής της ποινικής δίωξης και συνεπακόλουθης διακοπής της. Η κα Δρυμιώτου υποστηρίζει ότι είναι παγιωμένη αρχή ότι ο τερματισμός μιας ποινικής διαδικασίας ως αποτέλεσμα καταχώρησης αναστολής δίωξης (nolle prosequi), δεν εμποδίζει την κατηγορούσα αρχή από του να καταχωρήσει ξανά εναντίον του ίδιου κατηγορούμενου τις ίδιες κατηγορίες, αφού ο κατηγορούμενος δεν έχει απαλλαγεί κατόπιν ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Όσον αφορά το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, η συνήγορος του εναγόμενου υποστηρίζει ότι το αστικό αυτό αδίκημα δεν δικογραφείται από τον ενάγοντα, η αγωγή του οποίου έχει ως αποκλειστική βάση την παραβίαση του συνταγματικού του δικαιώματος για απαγόρευση της διπλής διακινδύνευσης. Ευρήματα Όπως προαναφέρθηκε, οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στην καταχώρηση του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, χωρίς να προσφέρουν μαρτυρία. Τα γεγονότα αυτά, τα οποία παρατέθηκαν ανωτέρω, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν θα γίνει πιο κάτω σε όποιο βαθμό κρίνεται αναγκαίο. Νομική πτυχή Το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει τα εξής: «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος.» Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ένεκα της καταχώρησης δύο ποινικών διώξεων εναντίον του, ήτοι των Ποιν. Υποθ. «2421/06» (προφανώς αναφέρεται στην υπόθεση 2471/06) και 321/08, παραβιάστηκε το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του για απαγόρευση εκδίκασης για δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα. Η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, όπως είναι αυτό του Άρθρου 12
(2), ως έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί, γεννά δικαίωμα στο θύμα της παράβασης να προσφύγει στο Δικαστήριο προς παροχή θεραπείας, το δε Δικαστήριο οφείλει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων του να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Άρθρο 35 του Συντάγματος, Γιάλλουρου v. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558, 567). Οι θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές. Το πιο πάνω Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί στο άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα» και διαλαμβάνει τα εξής: «
  1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού.
  2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης.
  3. Καμιά απόκλιση από αυτό το άρθρο δεν επιτρέπεται με βάση το άρθρο 15 της Σύμβασης.» Αμφότερες οι ως άνω νομικές διατάξεις έχουν ερμηνευθεί πολλάκις από τα κυπριακά Δικαστήρια και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «ΕΔΑΔ»). Όσον αφορά στο Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, επισημαίνεται ότι η πρόνοια αυτή προσέδωσε συνταγματική ισχύ σε καλά παγιωμένες αρχές του αγγλικού δικαίου, η δε αρχή ne bis in idem ίσχυε πάντοτε στην Κύπρο και ήταν και νομοθετικά διατυπωμένη στο Cyprus Courts of Justice Order 1882 (σύγγραμμα Α. Λοΐζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 84). Η αρχή έχει επίσης ενσωματωθεί στο άρθρο 35[1] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ενώ στο άρθρο 69
(1)(β)[2] του Κεφ. 155 γίνεται πρόνοια για τις ειδικές απαντήσεις που άμεσα σχετίζονται με την εν λόγω αρχή, οι οποίες είναι γνωστές στο αγγλικό κοινοδίκαιο ως autrefois convict και autrefois aquit. Ιδιαίτερη σημασία για την έκβαση της παρούσας έχουν δύο εκ των προϋποθέσεων επίκλησης της αρχής ne bis in idem, και συγκεκριμένα η προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει κατηγορηθεί εκ νέου για ποινικό αδίκημα ταυτόσημο ή ουσιωδώς ταυτόσημο με άλλο στο οποίο ήδη καταδικάστηκε ή αθωώθηκε και απαλλάχθηκε προηγουμένως σε άλλη διαδικασία ή στη βάση των ίδιων γεγονότων που το συνέθεταν ή για το οποίο θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί με την προσθήκη άλλης συναφούς κατηγορίας στην παλαιότερη διαδικασία (Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All ER 401, Shail v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/14, ημερ. 8.7.16 και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις), και η προϋπόθεση ότι κώλυμα στην καταχώριση της ίδιας κατηγορίας αποτελεί η δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης (Connelly, ανωτέρω, Τ. Κονέ ν. Φλουρή, Ποιν. Έφ. 209/13, ημερ. 5.3.15). Σημειώνεται ότι η αγγλική και κυπριακή νομολογία συνάδουν με την ερμηνεύσασα το άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ νομολογία του ΕΔΑΔ, το οποίο στην υπόθεση Zolotoukhine v. Ρωσίας (Ευρεία Σύνθεση), ημερ. 10.2.09 αποφάσισε ότι το εν λόγω άρθρο απαγορεύει να διωχθεί και να δικαστεί ένα άτομο για μια δεύτερη «παράβαση» στον βαθμό που η τελευταία έχει ως πηγή γεγονότα ταυτόσημα ή γεγονότα που στην ουσία τους είναι ίδια (βλ. παρ. 82 της απόφασης). Περαιτέρω, με το εν λόγω άρθρο απαγορεύεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη του ίδιου ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί «με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». «Αμετάκλητη» δε (στο αγγλικό κείμενο: «finally acquitted or convicted») θεωρείται απόφαση όταν, σύμφωνα με την καθιερωμένη έκφραση, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου [«res judicata», «force de chose jugée»] (βλ. Επεξηγηματική Έκθεση του Πρωτοκόλλου 7, παρ. 22 ΕΔΑΔ, υπόθεση Zolotoukhine, ανωτέρω, παρ. 107, σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Ερμηνεία κατ' άρθρο, τη διεύθυνση έκδοσης του οποίου είχε ο Λ. Σισιλιάνος, σελ. 761 - 762). Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν συντρέχουν, κατά την κρίση μου, οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να μην έχει καταδειχθεί παράβαση του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος στην προκειμένη περίπτωση. Θέση του ενάγοντος είναι ότι αυτός κατηγορήθηκε στην Ποιν. Υπόθ. 2471/06 για επίθεση που έλαβε χώρα στις 14.1.06 εναντίον κάποιου Γιώργου Σπανού. Για την ίδια υπόθεση, είναι η θέση του ότι του προσήφθη έτερη κατηγορία (στην Ποιν. Υπόθ. 321/08), στα πλαίσια της οποίας απηλλάγη τέλος του 2009 επειδή είχε αθωωθεί για τα ίδια γεγονότα στην υπόθεση 2471/
  1. Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του ενάγοντος δεν έχουν αποδειχθεί από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την Ποιν. Υπόθ. 2471/06, το μόνο που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι αυτή αφορούσε τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης, χωρίς να έχει κατατεθεί το σχετικό κατηγορητήριο. Από το δε πρακτικό ημερ. 4.12.07 (Τεκμήριο 1), ό,τι προκύπτει είναι πως τα αποδιδόμενα στον ενάγοντα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο του
  2. Όσον αφορά την Ποιν. Υπόθ. 321/08, το μόνο που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 2) από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση αφορούσε το αδίκημα της απλής επίθεσης (άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα), το οποίο κατ' ισχυρισμόν διαπράχθηκε στις 14.1.06 εναντίον κάποιου Γιώργου Σπανού. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, δεν μπορεί να εξαχθεί με την απαιτούμενη ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο ενάγων κατηγορήθηκε και στις δύο περιπτώσεις για ένα και το αυτό περιστατικό επίθεσης εναντίον του ιδίου προσώπου ή με άλλα λόγια ότι αντιμετώπισε και στις δύο περιπτώσεις κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν τα ίδια γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό πως στη μια περίπτωση γίνεται αναφορά σε επίθεση εντός Ιανουαρίου του 2006 χωρίς αναφορά σε ταυτότητα θύματος, ενώ στην άλλη γίνεται αναφορά σε επίθεση κατά συγκεκριμένη ημερομηνία (14.1.06) και εναντίον συγκεκριμένου προσώπου (Γιώργου Σπανού). Με δεδομένο ότι σε αστικές υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868), και με δεδομένη την παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας ως προς τα γεγονότα που συνέθεταν τα αδικήματα στα οποία αφορούσε η πρώτη υπόθεση (η Ποιν. Υπόθ. 2471/06), κρίνω ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι δικάστηκε δύο φορές για το αυτό αδίκημα εντός της έννοιας του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος. Ακόμη, όμως, και αν οι δύο υποθέσεις πράγματι αφορούν το ίδιο αδίκημα, ήτοι την ισχυριζόμενη διάπραξη από τον ενάγοντα του αδικήματος της κοινής επίθεσης στις 14.1.06 εναντίον του Γιώργου Σπανού, η αγωγή είναι σε κάθε περίπτωση έκθετη σε απόρριψη. Τούτο διότι, αντίθετα με τους προβαλλόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγων δεν αθωώθηκε στην πρώτη υπόθεση (την Ποιν. Υπόθ. 2471/06), αλλά απαλλάχθηκε λόγω αναστολής της δίωξης από την κατηγορούσα αρχή, στη δε δεύτερη (την Ποιν. Υπόθ. 321/08) ο ενάγων δεν αθωώθηκε λόγω του ότι είχε αθωωθεί με βάση τα ίδια γεγονότα στην πρώτη υπόθεση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 4.12.07 που τηρήθηκε στην Ποιν. Υπόθ. 2471/06 (Τεκμήριο 1), ζητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή αναβολή επειδή το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας δεν είχε εκτελεσθεί, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Της απόρριψης του αιτήματος αυτού, ακολούθησε η αναστολή της δίωξης από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής (κα Πίτσιλλου). Στο πρακτικό καταγράφονται τα εξής: «Η κα Πίτσιλλου: Έχω προφορικές οδηγίες όπως η υπόθεση ανασταλεί. Δικαστήριο: Η υπόθεση διακόπτεται. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται.» Όσον αφορά τη δεύτερη υπόθεση (την Ποιν. Υπόθ. 321/08), όπως προκύπτει από το κείμενο της δικαστικής απόφασης (Τεκμήριο 2) ο ενάγων αθωώθηκε επειδή το Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστο τον μάρτυρα κατηγορίας Γιώργο Σπανό και αξιόπιστο τον ενάγοντα (κατηγορούμενο). Σημειώνω δε ότι από τη δικαστική απόφαση δεν προκύπτει να είχε γίνει εισήγηση από τον ενάγοντα για δημιουργία δεδικασμένου ένεκα της καταχώρησης της πρώτης υπόθεσης, ούτε και αν είχε προβληθεί από τον ενάγοντα η ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155 η οποία, ακόμα και αν προβλήθηκε, ο ισχυρισμός περί «autrefois aquit» προφανώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο καθότι σε περίπτωση αποδοχής του η δίκη στη δεύτερη υπόθεση θα είχε τερματιστεί για ένα τέτοιο λόγο και όχι κατόπιν κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, πράγμα που ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 113[3] του Συντάγματος ο Γενικός Εισαγγελέας έχει εξουσία, μεταξύ άλλων, να διακόπτει οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα, και η εξουσία αυτή δύναται να ασκείται από αυτόν είτε αυτοπροσώπως είτε διά υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως των οδηγιών του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 154
(1)[4] του Κεφ. 155, σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την απόφαση[5] ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να καταχωρήσει αναστολή δίωξης, είτε ανακοινώνοντας αυτό στο Δικαστήριο είτε πληροφορώντας το Δικαστήριο γραπτώς ότι η Δημοκρατία προτίθεται να διακόψει τη διαδικασία και για αυτό ο κατηγορούμενος αμέσως απαλλάσσεται ως προς το κατηγορητήριο. Αυτό είναι που έγινε με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και η ποινική υπόθεση 2471/06 διακόπηκε (βλ. πρακτικό Τεκμήριο 1, ανωτέρω), ο δε ενάγων απηλλάγη αμέσως. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου,[6] όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η απαλλαγή του κατηγορούμενου δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον αυτού για το ίδιο ποινικό αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων.[7] Ως αποφασίστηκε στην υπόθεση G. Araouzos & Son v. The Police
(1980)2 C.L.R. 131 στην οποία η συνήγορος του εναγόμενου ευστόχως παραπέμπει, τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 154
(3)του Κεφ. 155, ουδόλως συγκρούονται, αλλά αντίθετα συνάδουν με το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος. Η έννοια του όρου «απαλλαγείς» που συναντάται στο Άρθρο 12
(2)ερμηνεύθηκε στην εν λόγω υπόθεση ως εξής: «In our opinion, when the provisions of paragraph
(2)of Article 12 of our Constitution are construed against the background of the relevant principles of English Law, to which such provisions were intended to give constitutional effect, it becomes abundantly clear that the term "acquitted" ("απαλλαγείς" in the Greek official text of the said paragraph
(2)) means acquitted on the merits and not merely discharged as a result of entering a nolle prosequi.» Και πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Ιωάννου, Πολ. Έφ. 132/15, ημερ. 13.7.16 η επί του θέματος νομολογία συγκεφαλαιώθηκε ως ακολούθως: «Οι ειδικές απαντήσεις autrefois acquit και autrefois convict προβλέπονται από το άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ. 155, αποτελούν κωδικοποίηση της αρχής του κοινού δικαίου ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τεθεί δις σε κίνδυνο για το ίδιο αδίκημα[8] και βρίσκουν έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αλλά και στις πρόνοιες του ιδίου του Συντάγματος το οποίο δια του Άρθρου 12.2 έχει εισάξει με συνταγματική ισχύ την απαγόρευση της διπλής διακινδύνευσης («Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτό αδίκημα»). Κώλυμα στην καταχώριση της ίδιας κατηγορίας αποτελεί η δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης. Η κρίση επί της ουσίας όμως, δεν εξυπακούει ακρόαση με μάρτυρες. Στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή κ.α., Ποινική Έφεση 209/2013, 5.3.2015, υιοθετήθηκε η ακόλουθη διευκρίνιση επί της έννοιας αυτής από την υπόθεση R. v. Swansea Justices ex Purvis
(1980)JP 252: «In the present context "on the merits" is a phrase which distinguishes between where a court is in a position to convict but does not do so and the position where a court is unable to proceed to consider the question of conviction or acquittal because it has no power, or thinks it has no power, to adjudicate» Στην υπόθεση Κονέ, επίσης, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Haynes v. Davis [1915] 1 KB 332, από τον δικαστή Lush, J με αναφορά στην έκφραση «acquittal on the merits», αυτή χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που η κατηγορία απορρίπτεται για κάποιο τεχνικό λόγο που εμποδίζει την άσκηση δικαστικής κρίσης επί της ουσίας της κατηγορίας («. the expression is used by way of antithesis to a dismissal of the charge upon some technical ground which had been a bar to the adjudicating upon it.»). Θέση που βρίσκει έκφραση και στη δική μας νομολογία (βλ. Yiallouri (ανωτέρω) και Αναφορικά με Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 2085).» Υπ΄ αυτή την έννοια ένας κατηγορούμενος ο οποίος προβάλλει επιτυχώς την απάντηση του autrefois θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «απαλλαγείς» («acquitted») εν τη εννοία του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος. Ο όρος «acquittal» κατά το Jowitt's Dictionary of English Law, 2nd Ed. Vol. 1, περιλαμβάνει όχι μόνο την ετυμηγορία της αθώωσης επί της ουσίας από την κατηγορία, αλλά και την επιτυχή προβολή των ειδικών απαντήσεων της απονομής χάριτος ή του autrefois acquit ή του autrefois convict.[9] Ο ίδιος ορισμός δίδεται και στο Osborn's Concise Law Dictionary 12th Ed. Σε αντιδιαστολή, η απαλλαγή ως αποτέλεσμα καταχώρισης ποινικής δίωξης (nolle prosequi), δεν αποτελεί «απαλλαγή» εν τη εννοία του Άρθρου 12.2 (G. Araouzos and Son v. The Police
(1980)2 CLR 131).» Στην προκειμένη περίπτωση, αναμφίβολα η απαλλαγή του ενάγοντος στην πρώτη υπόθεση, δεν ήταν αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης επί της ουσίας της κατηγορίας ούτε λόγω ειδικής απολογίας. Ο ενάγων απηλλάγη ένεκα της αναστολής της δίωξης από την κατηγορούσα αρχή, με το Δικαστήριο να εμποδίζεται από του να ασκήσει, λόγω της διακοπής αυτής, δικαστική κρίση για την ουσία της κατηγορίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ενάγων, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, δεν απηλλάγη εντός της έννοιας του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος, με αποτέλεσμα η καταχώρηση της δεύτερης υπόθεσης εναντίον του και η συνακόλουθη εκδίκαση αυτής, να μην συνιστά παράβαση του Άρθρου 12
(2), αλλά ούτε και του άρθρου 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο προστατεύει πρόσωπο που καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση (όρος που επεξηγήθηκε ανωτέρω) σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους στο οποίο εκδικάστηκε. Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι ο εναγόμενος παραβίασε το δικαίωμα του ενάγοντος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος. Πέραν της παράβασης του Άρθρου 12
(2)του Συντάγματος, ο ενάγων με τη γραπτή του αγόρευση εισηγείται πως η αγωγή του θεμελιώνει και τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση∙ αντίθετα, συμφωνώ με την κα Δρυμιώτου ότι τέτοια βάση αγωγής δεν καλύπτεται από την έκθεση απαίτησης. Η σημασία των δικογράφων στην πολιτική δίκη είναι γνωστή και ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Στα δικόγραφα πρέπει να περιέχονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα[10] που θεμελιώνουν την αιτία αγωγής ή την υπεράσπιση (Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530, 535). Το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης κωδικοποιείται στο άρθρο 32[11] του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και τα συστατικά του στοιχεία, προσδιορίστηκαν στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ 268 ως εξής: (α) έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντος, (β) λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντος, (γ) έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας, (δ) κακοβουλία, και (ε) ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης (βλ. και Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1111, Martin v. Watson [1995] All E.R. 559, 652). Στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζει παντελώς η συμπερίληψη στο δικόγραφο του ενάγοντος ισχυρισμού περί έναρξης οιασδήποτε εκ των δύο διώξεων εναντίον του χωρίς εύλογη ή πιθανή αιτία, ή περί ύπαρξης κακοβουλίας από μέρους του εναγόμενου ή έστω γεγονότος το οποίο με την απόδειξη του θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ύπαρξης κακοβουλίας. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν θα μπορούσε να τύχει εξέτασης ο προβληθείς για πρώτη φορά στην αγόρευση του ενάγοντος ισχυρισμός περί κακόβουλης δίωξης αυτού από τον εναγόμενο. Ούτε και θα μπορούσε, σημειώνω, να αποδοθεί θεραπεία στον ενάγοντα στη βάση των αρχών της Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjan
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, καθότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου τα δικογραφημένα γεγονότα δικαιολογούν την παροχή θεραπείας που δεν ζητείται, αλλά για περίπτωση όπου τα αναγκαία γεγονότα που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την παροχή θεραπείας δεν δικογραφούνται (Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 661, 667, Σάουρος κ.α. ν. Φιλίππου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 203, 210). Ακόμη, όμως, και αν κατέληγα σε συμπέρασμα ότι η ισχυριζόμενη κακόβουλη δίωξη καλύπτετο από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντος, και πάλιν δεν θα κατέληγα ότι ο εναγόμενος έχει διαπράξει το εν λόγω αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντος, στη βάση των ευρημάτων μου. Τούτο διότι απουσιάζει παντελώς μαρτυρία που θα έτεινε να καταδείξει την έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη οποιασδήποτε εκ των δύο ποινικών διώξεων. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, παρ. 16-30, σελ. 1083, ο ενάγων πρέπει κατ' αρχάς να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία τείνει να καταδείξει την απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη, η οποία να υπήρχε στο μυαλό του εναγόμενου. Για να το κάνει αυτό, θα πρέπει να καταδείξει τις περιστάσεις υπό τις οποίες άρχισε η δίωξη. Στα πλαίσια αυτά, όπως επεξηγείται, το ζητούμενο δεν είναι εάν με βάση τα πραγματικά γεγονότα δεν στοιχειοθετείτο ποινική ευθύνη του ενάγοντος, εκτός εάν αποδειχθεί ότι τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά στον εναγόμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εάν δε τα πραγματικά γεγονότα δεν ήταν εις γνώση του θα πρέπει να υποδειχθεί ποια ήταν τα γεγονότα που είχε υπόψιν του, προϋπόθεση η οποία πολλές φορές ικανοποιείται με την παρουσίαση των καταθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.[12] Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον ενάγοντα. Επισημαίνεται εξάλλου ότι η ύπαρξη μαρτυρίας η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας, αφού δεν απαιτείται η ύπαρξη μαρτυρίας τέτοιας που να διασφαλίζει την καταδίκη αλλά ούτε και η πλήρης αξιολόγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και η κρίση της αξιοπιστίας της.[13] Όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης ημερ. 26.2.08 στην Ποιν. Υπόθ. 321/08 (Τεκμήριο 2) ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή η οποία οδήγησε στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του ενάγοντος (κατηγορούμενου), ο οποίος και κλήθηκε σε απολογία. Πέραν της μη απόδειξης του τρίτου συστατικού στοιχείου του αστικού αδικήματος, ο ενάγων απέτυχε, κατά την κρίση μου, να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη και του τέταρτου συστατικού στοιχείου, ήτοι της ύπαρξης κακοβουλίας από μέρους του εναγόμενου. Όπως ελέχθη στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος (ανωτέρω), «κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.». Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που θα έτεινε να καταδείξει την ύπαρξη κακοβουλίας από μέρους του εναγόμενου στην έναρξη των ποινικών διώξεων εναντίον του ενάγοντος. Ούτε, τέλος, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ενάγοντα που να δείχνει ότι αυτός υπέστη ζημιά συνεπεία των διώξεων. Έπεται ότι με βάση τα γεγονότα που ο ενάγων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι απέδειξε, στον βαθμό που απαιτείται, ότι οι εναντίον του διώξεις ήσαν κακόβουλες. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «35. Όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα.» [2] «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- ... (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα.» [3] «Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι' υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.» [4] «154.-
(1)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής πριν από την απόφαση ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να καταχωρήσει αναστολή δίωξης, είτε ανακοινώνοντας αυτό στο Δικαστήριο είτε πληροφορώντας το Δικαστήριο γραπτώς ότι η Δημοκρατία προτίθεται να διακόψει τη διαδικασία και για αυτό ο κατηγορούμενος αμέσως απαλλάσσεται ως προς το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για το οποίο καταχωρείται η αναστολή δίωξης.» [5] Βλ. Isaias v. The Police
(1966)2 C.L.R. 43, 46. [6] «154-
(3)Όταν καταχωρείται αναστολή δίωξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η απαλλαγή του κατηγορούμενου δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον αυτού για το ίδιο ποινικό αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων.» [7] Η εν λόγω νομική διάταξη συνάδει πλήρως με τα όσα ισχύουν στην Αγγλία. Στο σύγγραμμα Archbold on Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 40η έκδοση, σελ. 84, παρ. 143, αναφέρεται ότι η καταχώρηση nolle prosequi θέτει τέρμα στη δίωξη, αλλά δεν επενεργεί ως «discharge or acquittal on the merits» και ο κατηγορούμενος είναι δυνατό να επανακατηγορηθεί. [8] Connelly v. DPP
(1964)AC 1254, DPP v. Humphrys [1976] 2 All ER 497. [9] «The term (acquittal) applies to offences tried on indictment, and means discharge from prosecution upon a verdict of not guilty, or on a successful plea of pardon or of autrefois acquit or autrefois convict.» [10] Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, στη σελ. 689 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τη φράση «material facts» που απαντάται στη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one "material" fact is omitted, the statement of claim is bad.» [11] «Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή - (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Νοείται ότι καμία αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία.» [12] «The claimant has, in the first place, to give some evidence tending to establish an absence of reasonable and probable cause operating on the mind of the defendant. To do this he must show the circumstances in which the prosecution was instituted. It is not enough to prove that the real facts established no criminal liability against him, unless it also appears that those facts were within the personal knowledge of the defendant. If they were not, it must be shown what was the information on which the defendant acted, which is sometimes done by putting in the depositions which were before the magistrate.» [13] Βλ. Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R. 516, Coudrat v. Revenue and Customs Commisioners [2005] EWCA Civ 616 και Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, παρ. 16-39 και 16-40, σελ. 1089. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.