← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗ ΖΩΙΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2990/16, 31/8/2017

ΙΩΑΝΝΗ ΖΩΙΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2990/16, 31/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A221 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2990/16 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗ ΖΩΙΟΠΟΥΛΟΥ Ενάγοντα και

  1. ΧΡΙΣΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  2. GARNIVONIA LTD Εναγομένων Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος 31 Αυγούστου 2017 Για τον ενάγοντα/αιτητή: κος Ιεροθέου Για τους εναγόμενους 1 και 2/καθ' ων η αίτηση: κος Αντ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζητούμενο της αίτησης που απασχολεί είναι η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αναφέρω από τώρα ότι αρχικά η αίτηση είχε τρία αιτητικά. Εν τούτοις στην πορεία του πράγματος περιορίστηκε σε μέρος μόνο του δεύτερου αιτητικού, καθώς επίσης στο τρίτο αιτητικό. Αυτό γιατί το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε επίδοση της αίτησης. Δοθέντος όμως ότι η αίτηση σκοπούσε, κυρίως, σε αναστολή διεξαγωγής της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως της εναγομένης 2 (στη συνέχεια η εταιρεία), που επέκειτο την επαύριο της καταχώρισης της αίτησης, κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω του ότι διατάχθηκε επίδοση της αίτησης και εν τω μεταξύ η γενική συνέλευση έλαβε χώρα. Ως εκ τούτου αυτό το σκέλος της αίτησης κατέστη άνευ αντικειμένου και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Όλα αυτά όμως ξεκαθαρίζονται πιο κάτω. Αν αναφέρονται και εδώ είναι για να επεξηγηθεί ο λόγος που παρατίθεται μέρος μόνο του αιτητικού - παράγραφοι 2 και 3 - και όχι ολόκληρο. Ως εκ τούτου σημειώνεται ότι το αίτημα περιορίζεται στα ακόλουθα· «
  3. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή παρεμποδίζον τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να αποφασίσουν(είναι και αυτό άνευ αντικειμένου) και/ή εφαρμόσουν την παύση του Ενάγοντα από το αξίωμα του Διοικητικού Συμβούλου της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2, μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  4. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή παρεμποδίζον τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να προβούν στην λήψη οποιονδήποτε μέτρων και/ή ενεργειών και/ή ψηφισμάτων και/ή αποφάσεων με σκοπό την παύση του Ενάγοντα από το αξίωμα του Διοικητικού Συμβούλου της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2, μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.» Τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση καταχωρίστηκαν την 13.06.
  5. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και δη στα άρθρα 4 και 9· στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42· στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 6, 23, 24, 33, 126, 136, 141, 142, 151, 152 και 191· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ1-4, 8 και 9∙ και στις αρχές του κοινοδικαίου, στις αρχές της επιείκειας (equity), στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση που ομνύει ο ενάγων. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζεται πιο κάτω. Ας λεχθεί όμως ότι μετά την καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Τούτη η δήλωση (στη συνέχεια η συμπληρωματική) καταχωρίστηκε την 03.01.
  6. Στον αντίποδα η ένσταση είναι κοινή για τους δύο εναγόμενους. Τούτη η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο εναγόμενος 1 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Οι δε λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως· «
  7. Η αίτηση του ενάγοντα είναι άνευ αντικειμένου και/ή ουσίας αφού ζητείται διάταγμα για ακύρωση Γενικής Συνέλευσης η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί.
  8. Ο αιτητής δεν κατάδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αφού ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες από τον Νόμο και καταστατικό διαδικασίες για την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης και την παύση του από διευθυντή.
  9. Ο αιτητής δεν κατάφερε να δείξει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή του καθότι υπάρχει θέμα κωλύματος, μετά από δική του γραπτή παράσταση ότι δεν τον ενδιαφέρει η θέση του Διευθυντή, αλλά επίσης δεν κατάφερε να καταδείξει με ακρίβεια τους όρους και άρθρα του καταστατικού της εταιρείας που παραβίασαν οι καθ' ων η αίτηση.
  10. Ο αιτητής δεν έχει αποδείξει το κατεπείγον του όλου θέματος και αρκέστηκε σε γενικολογίες.
  11. Δεν εξακριβώθηκε σε καμία περίπτωση η ανεπανόρθωτη ζημία που θα υποστεί ο αιτητής αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αντιθέτως ο ίδιος ο αιτητής παραδέχεται ότι δεν υπάρχει ζημία στην εναγόμενη 2 λόγω των ενεργειών του εναγόμενου 1 και άρα δεν υπάρχει καν ζημία στον ίδιο υπό την ιδιότητα του ως μέτοχος της εταιρείας. Καμία ζημία και μάλιστα ανεπανόρθωτη, η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευτεί σε μεταγενέστερο στάδιο με αποζημιώσεις και/ή με άλλες θεραπείες του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί.
  12. Υπό τις περιστάσεις και με το δεδομένο ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 ενεργούσε πάντα ως μόνος διευθυντής της εταιρείας χωρίς την ανάμειξη του αιτήτη, δεν θα ήταν εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  13. Ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε και/ή παράλειψε να αναφέρει ουσιώδη γεγονότα και τεκμήρια.
  14. Η συμπεριφορά του αιτητή είναι καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου.» Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι ο 1ος λόγος ένστασης, ο οποίος θέλει το αίτημα να είναι άνευ αντικειμένου λόγω του ότι η επίμαχη συνέλευση έχει ήδη διεξαχθεί, είναι ανυπόστατος και υποκείμενος σε απόρριψη. Όπως εύστοχα αναφέρει στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, ό,τι κατέστη άνευ αντικειμένου είναι το πρώτο αιτητικό της αίτησης, εξου και ο περιορισμός που πιο πάνω αναφέρθηκε. Τα άλλα δύο αιτητικά όμως δεν αφορούν αυτή αφ' εαυτή τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης, αλλά τις συνέπειες των εκεί αποφασισθέντων και ως εκ τούτου εξακολουθούν να έχουν αντικείμενο και σημασία. Συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται Πέραν του πρώτου λόγου ένστασης ορθή και εύστοχη είναι η επισήμανση του ενάγοντα και σε σχέση με τους λόγους ένστασης 4 και
  15. Και εξηγώ· με τον 4ο λόγο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει το κατεπείγον του πράγματος. Ομολογώ ότι δεν κατανοώ πού εδράζεται η σχετική θέση των εναγομένων. Το άρθρο 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, μεριμνά βεβαίως για ό,τι σχετικό. Εν τούτοις η σχετική νομοθετική ρύθμιση, η οποία μάλιστα συνιστά δικαιοδοτικό όρο, περιορίζεται σε διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς. Εδώ καίτοι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρίστηκε υπό μορφή μονομερούς αιτήσεως, το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε και διατάχθηκε επίδοση τούτης. Συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6. Αν όμως όλα τα ανωτέρω δεν πείθουν και χρειάζεται παραπομπή σε νομολογία, τότε αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Κασπαρή κ.α. ν. Ανδρέου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 784, 787, όπου επιβεβαιώνονται όσα έχουν προαναφερθεί. Το ίδιο πραγματικό πλαίσιο διέπει και τον 7ο λόγο ένστασης. Καίτοι βαρυσήμαντη και βαρύγδουπη είναι η δήλωση περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, εδώ δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Αναμφίβολη, δεδομένη και ορθή όσο και αν είναι η αρχή δια υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δεν σημαίνει ότι διέπει το σύνολο των αιτήσεων που υποβάλλονται. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264, μια μονομερής αίτηση είναι uberrima fides (υψηλής πίστης). Αυτό γιατί η αίτηση εξετάζεται μονομερώς και το δικαστήριο καλείται να παρεκκλίνει από την αρχή μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσεις. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η αίτηση εξετάστηκε παρουσία των εναγομένων, εφόσον το διάταγμα δεν εκδόθηκε και δόθηκαν οδηγίες επίδοσης. Ως εκ τούτου, οι διάδικοι και δη οι εναγόμενοι, είχαν κάθε ευχέρεια να θέσουν το σύνολο των γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να αποκαλυφθούν και να αποφασιστούν. Κατ' επέκταση δεν δικαιολογείται ισχυρισμός απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που παραπλάνησαν το δικαστήριο, εφόσον το διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς. Συνεπώς ούτε και οι λόγοι ένστασης 4 και 7 ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω είναι βολικό να συνοψίσω εδώ τις αρχές που διέπουν το αίτημα, εφόσον τούτες είναι που θα αναδείξουν και τα επίδικα θέματα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Αξίζει δε να υποδειχθεί πως σε αυτή την έκφανση της δικαστικής διαμάχης το δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Κατ' επέκταση, δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που εξετάζονται (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Λόγω του ότι στην αίτηση του ενάγοντα μνημονεύεται και το άρθρο 4 του Κεφ. 6 κρίνω ότι επιβάλλεται να προστεθούν και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Papastratis ν. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240 εξετάστηκε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και αναφέρθηκε ότι· εξαιρουμένης της περίπτωσης που η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του Ν.14/60, άρθρο το οποίο τυγχάνει ευρύτερης εφαρμογής. Προκύπτει λοιπόν ότι εκεί όπου η αίτηση αφορά δέσμευση περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 εξετάζεται επιπροσθέτως των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 συμπλέκονται με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και εξέταση του τελευταίου υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του άλλου. Στη δοσμένη περίπτωση περιττό να ειπωθεί ότι ισχύει το δεύτερο, δηλαδή ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 υπερκαλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Σειρά παίρνουν τώρα οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, ως επίσης η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Εν τούτοις απλή και μόνο ανάγνωση τούτων αποκαλύπτει ότι σωρεία γεγονότων αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Κρίνω λοιπόν ότι η απόφαση εξυπηρετείται καλύτερα αν πριν οτιδήποτε άλλο προσδιοριστούν τούτα τα παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα διευκολυνθεί και η σύνοψη όσων οι ομνύοντες ανέφεραν. Η εταιρεία, δηλαδή η εναγομένη 2, είναι νομικό πρόσωπο που συστάθηκε την 31 Μαΐου
  3. Κατά το χρόνο σύστασής της μέλη τούτης ήταν ο εναγόμενος, δηλαδή ο εναγόμενος 1, ο ενάγων, καθώς επίσης τρίτο πρόσωπο ονόματι Hovhannes Guevherian. Ο αριθμός εγγραφής της εταιρείας είναι ΗΕ
  4. Το εγκεκριμένο κεφάλαιο τούτης ανέρχεται σήμερα σε €8.550 διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές αξίας €1,71 έκαστη. Εν τούτοις το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας ήτο και εξακολουθεί να είναι €1.710 διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές αξίας €1,71 έκαστη. Σήμερα μέτοχοι της εταιρείας είναι ο εναγόμενος με ποσοστό 55,2%, ο ενάγων με ποσοστό 18,8%, ο υιός του ενάγοντα, ονόματι Ιωάννης Ζωιόπουλος, με ποσοστό 13% και η θυγατέρα του ενάγοντα, ονόματι Αλεξάνδρα Ζωιοπούλου, επίσης με ποσοστό 13%. Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, δηλαδή ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας, καθώς και έντυπο του εφόρου εταιρειών που δεικνύει τη σημερινή κατάσταση μελών τούτης. Σχετικό όμως είναι και το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου. Εν τούτοις αξίζει να υποδειχθεί ότι δεν ήταν αυτή πάντα η σύνθεση των μελών της εταιρείας. Με τη σύσταση τούτης οι μετοχές κατέχονταν από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο με ποσοστό 42,7% έκαστος και το υπόλοιπο, ήτοι ποσοστό 14,6%, από τον Hovhannes Guevherian. Περί το 2012 ο τελευταίος αποφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρεία και γι΄αυτό μεταβίβασε τις μετοχές του στα άλλα δύο μέλη. Το ποσοστό του Guevherian δεν μεταβιβάστηκε εξίσου στα άλλα δύο μέλη. Από αυτή τη μεταβίβαση ο εναγόμενος βρέθηκε να κατέχει το 55,2% και ο ενάγων το 44,8%. Στη συνέχεια το 2014 ο ενάγων μεταβίβασε μέρος των μετοχών που κατείχε στα παιδιά του και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά πως σήμερα υφίσταται. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η σύσταση της εταιρείας οφείλεται σε αμιγώς φορολογικούς σκοπούς. Αυτό γιατί η εταιρεία κατέχει το σύνολο των μετοχών τρίτης εταιρείας και η εργασία της εξαντλείται σε διοίκηση τούτης της εταιρείας. Μάλιστα αυτή η τελευταία εταιρεία είναι που συνιστά και τον πραγματικό λόγο φιλονικίας των διαδίκων. Η τρίτη εταιρεία είναι η Elcyron Realty & Development SRL (στη συνέχεια η Elcyron) και συστάθηκε στην Ρουμανία το
  5. Η Elcyron ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια αποθηκευτικού και γραφειακού κέντρου στο Βουκουρέστι. Η έκταση γης που κατέχει ανέρχεται σε 45.000τ.μ. με τις αποθήκες και τα γραφεία που ανεγέρθηκαν σε αυτή να ανέρχονται σε περίπου 23.000τ.μ. Οι δε αποθήκες και τα γραφεία έχουν ήδη ενοικιαστεί και αποδίδουν μηνιαίο έσοδο περίπου €130.000 με €150.
  6. Παρεμβάλλω εδώ ότι η άποψη των μερών δια αυτό το ποσό διαφέρει. Ο μεν ενάγων υποστηρίζει ότι ανέρχεται σε €150.000 μηνιαίως, ο δε εναγόμενος ότι ανέρχεται σε €130.000 μηνιαίως. Περαιτέρω, συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι η συνεργασία των δύο μελών της εταιρείας, εν προκειμένω του ενάγοντα και του εναγομένου, δεν ήταν πάντα ομαλή. Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2000 ο ενάγων αποτάθηκε στο δικαστήριο και έλαβε διάταγμα που να απαγορεύει τον εναγόμενο, την εταιρεία και τον Hovhannes Guevherian, που τότε ήταν ακόμη έλος της εταιρείας, από το να τον παύσουν από το αξίωμα του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας, να τροποποιήσουν το καταστατικό τούτης και να εγκρίνουν συγκεκριμένες συμφωνίες δανείου. Το διάταγμα αυτό, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 6832/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, είναι το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Μετά την έκδοση του προαναφερθέντος διατάγματος οι διάδικοι στην αγωγή 6832/08 ήλθαν σε συμβιβασμό. Αποτέλεσμα του συμβιβασμού ήταν ότι τα μέρη προέβησαν σε δήλωση που κατέστη κανόνας δικαστηρίου και ακολούθως η αγωγή αποσύρθηκε. Το πρακτικό του δικαστηρίου που αποκαλύπτει το σχετικό κανόνα δικαστηρίου είναι το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Για σκοπούς της παρούσας υποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε πως ο ενάγων θα κατέβαλε στην εταιρεία ένα ποσό της τάξης των €540.
  7. Τούτο θα γινόταν περιοδικά σε ημερομηνίες που εκεί αναφέρονται και περιπλέον, ενόσω τηρείτο η συμφωνία όλοι οι μέτοχοι θα παρέμεναν διευθυντές της εταιρείας, δικαίωμα που θα κατείχαν εφ΄όρου ζωής. Αναμφισβήτητη είναι η θέση του ενάγοντα ότι τήρησε πλήρως τα αναφερόμενα στη συμφωνία επί δικαστηρίω, δηλαδή ότι κατέβαλε τα εκεί προβλεπόμενα ποσά. Προστίθεται δε ότι οι δυο πλευρές ομονοούν πως τον έλεγχο της εταιρείας ανέκαθεν είχε ο εναγόμενος. Τώρα, η φιλονικία των διαδίκων αναζωπυρώθηκε την 25.04.2016 όταν ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα και τα δύο παιδιά του, που πλέον ήταν και αυτά μέτοχοι στην εταιρεία, με την οποία [επιστολή] συγκαλούσε γενική συνέλευση στα γραφεία της εταιρείας με σκοπό την απομάκρυνση του ενάγοντα από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Πέραν του τεκμηρίου 6 οι διάδικοι αντάλλαξαν και άλλη αλληλογραφία. Σχετικό είναι το τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Μάλιστα η αλληλογραφία των μερών δεν περιορίστηκε στις επιστολές που έστειλαν οι ίδιοι. Επιστολές αντάλλαξαν και μέσω δικηγόρου, σχετικά είναι τα τεκμήρια 8,9,11 και 12 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Παρ΄όλη την αλληλογραφία που τα μέρη αντάλλαξαν, η γενική συνέλευση ημερομηνίας 30.05.2016 δεν απετράπη. Την 31.05.2016 ο εναγόμενος έστειλε στον ενάγοντα τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης που την προηγούμενη ημέρα έλαβε χώρα. Τούτα τα πρακτικά είναι το τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση. Εν τούτοις τα μέρη συμφωνούν ότι αυτή η συνέλευση συγκλήθηκε παράτυπα και συγκεκριμένα κατά παράβαση του άρθρου 59 του καταστατικού εγγράφου της εταιρείας (βλ.τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα) που διαλαμβάνει ότι για σύγκληση γενικής συνέλευσης χρειάζεται απαρτία των μελών. Ότι η συνέλευση ημερομηνίας 30.05.2016 συγκλήθηκε παράτυπα, το δέχεται και ο εναγόμενος. Αυτό άλλωστε δήλωσε στο τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, δηλαδή τα πρακτικά νέας γενικής συνέλευσης που έλαβε χώρα την 06.06.2016, όπου αναγράφεται ότι επειδή δυνατόν να υπάρχει παρατυπία σε σχέση με την προηγούμενη γενική συνέλευση καθ΄ότι δεν ακολουθήθηκαν σωστά οι πρόνοιες των άρθρων 58 εως 67 του καταστατικού, θεωρείται ως μη γενόμενη και η σύγκληση τούτης [της συνέλευσης] αναβάλλεται για την 14.06.2016 και ώρα 15.
  8. Παρεμβάλλω εδώ ότι αυτή ακριβώς τη συνέλευση, δηλαδή ημερομηνίας 14.06.2016, είναι που ο ενάγων επιχείρησε να εμποδίσει με την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Εν τούτοις το διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε επίδοση της αίτησης. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος προχώρησε σε σύγκληση της συνέλευσης και έλαβε την απόφαση βάσει των λόγων που ενωρίτερα ανέφερε ότι θα συγκαλείτο γενική συνέλευση. Ο λόγος δια τον οποίο ο εναγόμενος συγκάλεσε γενική συνέλευση είναι και αυτός παραδεκτός. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία των διαδίκων, και με αυτό εννοώ τόσο τα ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολές που έστειλαν οι ίδιοι οι διάδικοι όσο και τις επιστολές των συνηγόρων τους, ο εναγόμενος θεωρεί πως η συμφωνία επί δικαστηρίω που καταγράφηκε στο πρακτικό ημερομηνίας 03.12.2008 στην αγωγή 6832/08 (τεκμήριο 3), δεν υφίσταται πλέον και αυτό επειδή εν τω μεταξύ αποχώρησε το τρίτο μέλος της εταιρείας, δηλαδή ο Hovhannes Guevherian και περιπλέον, επειδή ο ενάγων μεταβίβασε στα παιδιά του μέρος των μετοχών που κατείχε. Συνεπώς η κατάσταση μελών της εταιρείας έχει πλέον διαφοροποιηθεί. Πέραν των πιο πάνω ο εναγόμενος διατείνεται ότι τρίτη εταιρεία η οποία ανήκει στον ενάγοντα, εν προκειμένω η εταιρεία Ergotelis GmbH που εδρεύει στο Βερολίνο, πτώχευσε. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η πτώχευση τούτης της εταιρείας έχει αντίκτυπο στον ιδιοκτήτη της, δηλαδή τον ενάγοντα και γι΄αυτό τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 95(β) του καταστατικού της εταιρείας που θέλει τη θέση του διοικητικού συμβούλου να κενώνεται λόγω πτώχευσης. Επαναλαμβάνω εδώ ότι όπως έχει ήδη υποδειχθεί γεγονός είναι πως το τρίτο μέλος της εταιρείας - Hovhannes Guevherian - απεχώρησε από την εταιρεία και ότι ο ενάγων μεταβίβασε στα παιδιά του μέρος των μετοχών που κατείχε. Περιπλέον, ο ενάγων δέχεται ότι η εταιρεία Ergotelis GmbH του ανήκει και ότι περιήλθε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα και γι΄αυτό υιοθετούνται από το δικαστήριο. Επόμενο στάδιο είναι οι ιδιαίτεροι ισχυρισμοί των μερών, δια τους οποίους μπορεί να λεχθεί ότι δεν απέχουν από όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί κοινό τόπο ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που διήθυνε την εταιρεία. Το μεμπτό όμως, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, είναι ότι δεν τον πληροφορούσε και δεν του απεκάλυπτε την οικονομική κατάσταση τούτης. Δηλώνει δε ότι ο λόγος που ο εναγόμενος θέλει να τον παύσει από διευθυντή, οφείλεται στο ότι αυτή η θέση του παρέχει δικαίωμα ελέγχου. Επιπλέον, διατείνεται ότι εδώ και δύο χρόνια ο εναγόμενος επιδιώκει να υφαρπάξει το ποσοστό του ενάγοντα και της οικογένειάς του. Ο τρόπος, υποστηρίζει ο ενάγων, που μετέρχεται ο εναγόμενος, είναι αυτός της οικονομικής ασφυξίας. Εν ολίγοις επιδιώκει να του προκαλέσει οικονομικό πρόβλημα, ώστε να πωλήσει τις μετοχές του σε εξευτελιστική τιμή. Προς υποστήριξη των πιο πάνω αναφέρει ότι η αξία των μετοχών της οικογένειας του υπερβαίνει τα €7.000.000 και παραπέμπει σε ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε ο εναγόμενος με το οποίο τον πληροφόρησε ότι ανώνυμος αγοραστής προτίθεται να αγοράσει το μερίδιο του για €3.000.
  9. Σχετικό εν προκειμένω είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 06.05.2016 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 7 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Περαιτέρω, ο ενάγων υποστηρίζει πως ο εναγόμενος απέρριψε πρόταση εξαγοράς της εταιρείας από την PWC Βερολίνου που τους είχε εγγυηθεί κατώτερη αξία πώλησης €19.000.
  10. Η πρόταση αυτή, αναφέρει, ήλθε μέσω του υιού του και αποδεικνύει ακριβώς ότι πρόθεση του εναγομένου είναι να τον πλήξει οικονομικά, ώστε στη συνέχεια υφαρπάξει το μετοχικό του κεφάλαιο. Στον αντίποδα ο εναγόμενος αρνείται όσα του καταλογίζονται και διατείνεται ότι λειτουργεί συλλογικά. Περαιτέρω, χαρακτηρίζει υπερεκτιμημένη την κοστολόγηση της αξίας των μετοχών από τον ενάγοντα και επεξηγεί ότι ο λόγος που αρνήθηκε την εξαγορά της εταιρείας από την PWC, είναι γιατί υπήρχε ρήτρα αποζημίωσης από την εταιρεία, ύψους €250.000, αν δεν ήθελε ολοκληρωθεί η πώληση. Υποστηρίζει δε ότι δεν θα ολοκληρωνόταν τούτη [η πώληση], καθ΄ότι ο ενάγων και ο υιός του απέκρυψαν από την PWC την πτώχευση της εταιρείας τους Ergotelis GmbH, γεγονός που θα διαπιστωνόταν στο στάδιο due diligence. Συνεπώς η πώληση ούτως ή άλλως δεν θα προχωρούσε και η εταιρεία θα καλείτο να πληρώσει €250.
  11. Περιπλέον, ο εναγόμενος αναφέρει ότι ο ενάγων αναγνώρισε τις καλές υπηρεσίες που ο ίδιος πρόσφερε στην εταιρεία, γεγονός που αναγράφεται σε ηλεκτρονικό μήνυμα που του έστειλε ο ενάγων (βλ.τεκμήριο 1 στην ένσταση). Επιπλέον, προσθέτει ότι αυτός ήταν και ο λόγος, δηλαδή η αναγνώριση, που ο ενάγων τον προσέλαβε ως σύμβουλος στην εταιρεία του στο Βερολίνο, θέση που ανέλαβε και κατείχε μεταξύ των ετών 2011 με 2014 (βλ. τεκμήρια 3 και 4 στην ένσταση). Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι στα πλαίσια της αγωγής 6832/08 ο ενάγων είναι εκείνος που εξαναγκάστηκε να πληρώσει. Παρεμβάλλω εδώ ότι αυτός ο ισχυρισμός σχολιάζεται στη συμπληρωματική δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα και πως στον εναγόμενο είναι που επιβλήθηκε υποχρέωση. Ο εναγόμενος αναφέρει ακόμη ότι ο ενάγων δεν επιθυμεί τη θέση του διευθυντή της εταιρείας και προς τούτο επικαλείται σχετική δήλωση που περιέχεται στο τεκμήριο 1 στην ένσταση. Και αυτός ο ισχυρισμός σχολιάζεται στη συμπληρωματική του ενάγοντα, όπου αναφέρεται ότι δεν είναι αυτό που εννοούσε και πως η δήλωση έγινε σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ τους. Τέλος, ο εναγόμενος αρνείται ότι ο ενάγων δεν ενημερωνόταν τακτικά, προσθέτοντας μάλιστα ότι ποτέ ο ενάγων ζήτησε ενημέρωση. Και αυτό απαντήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε ότι ζήτησε ενημέρωση, όχι όμως γραπτώς και ο λόγος δια αυτό είναι γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει εχθρικό κλίμα. Όλα τα πιο πάνω ολοκληρώνουν το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση. Είμαι όμως της γνώμης ότι χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ακόμη. Αυτό έχει σχέση με τις θεραπείες που ο ενάγων αξιώνει με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Επιβάλλεται προσδιορισμός τούτων εφόσον συναρτώνται με την προϋπόθεση σοβαρό ζήτημα και πιθανότητα επιτυχίας. Συνεπώς η αξίωση στην αγωγή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία. Τώρα, απλή και μόνο ανάγνωση όσων εκεί αναφέρονται φανερώνει ότι οι αιτούμενες θεραπείες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τον εναγόμενο και η άλλη τον εναγόμενο και την εταιρεία. Η πρώτη κατηγορία θεραπειών, δηλαδή αυτή που αφορά αποκλειστικά τον εναγόμενο, επιζητεί γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας επί δικαστηρίω (αιτητικό Α) και/ή προφορικής συμφωνίας των μελών - ενάγοντα και εναγόμενου - ότι θα ενεργούσαν από κοινού δια τις υποθέσεις και τη λειτουργία της εταιρείας (αιτητικό Γ). Αποζημιώσεις, γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές, αιτείται ο ενάγων και λόγω παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης (breach of fiduciary duty) (αιτητικό Δ). Τέλος, ο ενάγων αιτείται ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις και γι΄αυτή ακόμη τη σύγκληση της συνέλευσης, τόσο την 30.05.2016 όσο και τη 14.06.
  12. Από την άλλη, από τους δύο εναγομένους αξιώνονται αποζημιώσεις λόγω παράβασης καθήκοντος (breach of duty). Μάλιστα ζητείται και αναγνωριστικό διάταγμα ότι οι δυο εναγόμενοι έχουν παραβεί τα καθήκοντά τους. Αναγνωριστικά, διατάγματα ζητά ο ενάγων και σε σχέση με τη σύγκλιση των δύο συνελεύσεων - 30.05.2016 και 14.06.2016 καθώς και τις εκεί ληφθείσες αποφάσεις. Εν κατακλείδι, ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει την εφαρμογή απόφασης δια παύση του ενάγοντα από το αξίωμα του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας. Η αγόρευση των εναγομένων αποκαλύπτει πως δεν υποστηρίζουν ότι ουδεμία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 ισχύει. Από τα εκεί αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι η προσοχή τούτων επικεντρώνεται στην πιθανότητα επιτυχίας και το μη αναστρέψιμο της ζημίας που δυνατό να προκληθεί. Είμαι της γνώμης ότι η σοβαρότητα του πράγματος και η πιθανότητα επιτυχίας επιτρέπεται να εξεταστούν μαζί. Υποδεικνύεται συναφώς ότι όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Επιπλέον, δεν έχει σημασία ότι το κλητήριο ένταλμα βασίζεται στη Δ.2 κ
  13. Η σοβαρότητα του ζητήματος μπορεί να διαφανεί και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ, 598, 603). Στην υπόθεση Odysseos και πάλι υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης. Συνακόλουθα τέτοια διαπίστωση αποτελεί προϊόν κάποιας, έστω περιορισμένης, αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Τώρα, δεν προβληματίζει το κατά πόσο ο ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα. Αυτό γιατί οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τούτο και περιπλέον η υπόθεση Ζ & Ι Mediterranean Leisure Investments Limited κ.α. v. Iωάννας Ηλιάδη Λοϊζου
(2007)1 Α.Α.Δ. 583, που επικαλείται ο ενάγων, δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Όπως εκεί αναφέρεται (σελίδα 58)∙ «Στην παρούσα περίπτωση, πέρα από την ισχυριζόμενη παράβαση καταστατικού και Νόμου, η ενάγουσα επικαλείται και παράβαση συμφωνίας μεταξύ της και του εναγομένου 3 κατά τρόπο που να υπάγει την υπόθεση κάτω από την εξαίρεση της υπόθεσης Foss πιο πάνω. Οι ισχυριζόμενες άδικες πράξεις επηρεάζουν προσωπικά τα δικαιώματα της εναγούσης, ενώ οι αδικοπραγούντες έχουν τον έλεγχο της εταιρείας. Σε τέτοια περίπτωση είναι επιτρεπτή η καταχώρηση αγωγής εκ μέρους της μειοψηφίας γιατί διαφορετικά δεν θα υπήρχε δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο: οι αδικοπραγούντες με πλήρη έλεγχο της εταιρείας, δεν θα επέτρεπαν στην τελευταία να κινήσει τη διαδικασία. Για το θέμα βλέπε σχετικά και τις υποθέσεις Burland v. Earle [1902] A.C. 83 και Daniels and Others v. Daniels and Others [1978] 2 All E.R. 89 όπου εξετάζονται ανάμεσα στ' άλλα η έννοια του δόλου και τις περιπτώσεις όπου η πλειοψηφία στοχεύει με επιλήψιμες ενέργειες στην οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή ωφελημάτων της εταιρείας.» Συνάγεται λοιπόν ότι μέτοχος που βλέπει τα συμφέροντα του να πλήττονται, είτε γιατί αποκλείεται από τη διοίκηση της εταιρείας παρά την όποια προηγούμενη συμφωνία των μετόχων, είτε γιατί η αξία των μετοχών του απομειώνεται, έχει κάθε δικαίωμα να αποταθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει προστασία. Έχοντας αναφέρει όμως τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εκείνα που είχα την ευκαιρία να αναφέρω στην υπόθεση Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd, αιτ. 375/13 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ημερομηνίας 16.09.2016 «Επιπλέον ύψιστη σημασία προσλαμβάνουν και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Thomson v. Drysdale 1925 SC 311. εκεί ο Λόρδος Skerrington παρατήρησε ότι· «It must, however, be kept in view that this state of matters did not result from any underhand manoeuvring on the part of the respondent (who holds the 1501 shares), nor yet from any accidental circumstances. It resulted from the deliberate actings and contracts of the two shareholders, each of whom originally held a single share. Accordingly, in considering whether it is just and equitable that the company should be now would up, the court must be careful not to allow itself to be made an instrument for relieving the petitioner from the natural and lawful consequences of his own actings and contracts. On the other hand, in circumstances like the present, it behoves the shareholder who has the 1501 votes to avoid any conduct which would reasonably lead to the inference that he fails to appreciate the fact that it is his duty to use his voting power in the interests of the company as a whole, and that he must hot ignore the interest of the other shareholder or treat the company and its assets as if they were his own private property. Further, he must avoid acting in such a way as might reasonably be held to make it impossible for the other shareholder to co-operate with him in the management of the company.» Τα πιο πάνω αποσπάσματα εδραιώνουν το αυτονόητο. Η εταιρεία είναι οργανωμένο σύνολο. Το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό τούτης αποτελούν τη συμφωνία των μετόχων και το πλαίσιο λειτουργίας των διευθυντών. Όλοι οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να τιμήσουν την υπογραφή τους και κατ' επέκταση τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν. Το δε δικαστήριο δεν δικαιούται, απουσία καταπίεσης ή συμπεριφοράς απάδουσας του δικαίου και της επιείκειας, να συνδράμει τον ανυπάκουο μέτοχο ώστε να επιβάλει τη δική του άποψη. Θέματα πολιτικής της εταιρείας αποφασίζονται από τα εσωτερικά όργανα τούτης και όχι το δικαστήριο. Ο ρόλος του δικαστηρίου τίθεται σε εφαρμογή ευθύς μόλις παραβιαστούν οι άγραφοι και ηθικοί κανόνες που διέπουν τη συμβίωση της μειοψηφίας με την πλειοψηφία. Το δίκαιο και εύλογο του πράγματος αποτελεί το μέτρο κρίσης. Στην Ebrahimi, πιο πάνω, λέχθηκε· «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το δικαστήριο δεν είναι με ιδιαίτερη ευκολία που επεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα μιας εταιρείας. Η κάθε εταιρεία αποτελεί οργανωμένο σύνολο με προσυμφωνημένους κανόνες που καταγράφονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό τούτης, τους οποίους όλοι οι εμπλεκόμενοι, μέλη ή αξιωματούχοι, οφείλουν να σέβονται και να εφαρμόζουν. Από την άλλη το δικαστήριο δεν αρνείται να παρέμβει και να επαναφέρει τη νομιμότητα εκεί και όπου διαπιστώνεται αδικοπραγία. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω παρατηρώ τα εξής∙ εδώ η σχέση των διαδίκων είναι ιδιαίτερη. Γι΄αυτό και μόνο το στάδιο της διαδικασίας που η μαρτυρία δεν αξιολογείται σε βάθος, φαίνεται πως η σχέση των διαδίκων δεν σύγκειται σε αυτή και μόνο την εταιρική ιδιότητά τους. Ούτε και ο ενάγων περιορίστηκε, δικογραφικά εννοώ, σε αυτή τη σχέση. Επεκτάθηκε εν προκειμένω στη συμφωνία επί δικαστηρίω. Συνεπώς τούτη η συμφωνία επί δικαστηρίω διεκδικεί καταλυτικό ρόλο στην όποια απόφαση. Διερωτάται όμως κανείς∙ γιατί είναι τούτη η συμφωνία σημαντική. Η απάντηση είναι πως η σημασία τούτης της συμφωνίας έγκειται στο ότι σε αυτήν είναι που ο εναγόμενος στηρίζεται για την απόφαση του να καθαιρέσει τον ενάγοντα από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, λέγοντας ότι έχει ακυρωθεί, ενώ από την άλλη ο ενάγων αυτήν είναι που επικαλείται όταν δηλώνει ότι τα μέλη συμφώνησαν πως θα παρέμεναν διευθυντές της εταιρείας εφ΄όρου ζωής. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων διέρχεται μέσα από αυτό το πραγματικό και νομικό πλέγμα, δηλαδή τη συμφωνία επί δικαστηρίω. Επιβάλλεται λοιπόν να εξετάσει κανείς, έστω εν συντομία, τι εστί συμφωνία επί δικαστηρίω και ποια η ισχύς ή εφαρμογή τούτης. Η απάντηση, σημαντική όσο και αν είναι, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, καθ΄οτι έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί. Σειρά αποφάσεων, μεταξύ αυτών η Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428 και Μούχτου κ.α. v. Χείμαρου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1794, θέλουν τον κανόνα δικαστηρίου ή αλλιώς συμφωνία επί δικαστηρίω, να μην είναι τίποτα άλλο από συμφωνία των διαδίκων, η τύχη και εφαρμογή της οποίας εξαρτάται από τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν κάθε σύμβαση. Στη Georghiades συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής (σελίδες 434-435)∙ «The interpretation of a written document is, generally speaking, a matter of law for the Court. (Ashpitel v. Sercombe [1980] 5 Exch 147 Halfdan Grieg & Co. A/S v. Sterling Coal & Navigation Corporation and another
(1973)1 All E.R. 545, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499Q G.I.P. Constructions Ltd. v. Costas Assiotis
(1982)1 C.L.R. 535.) The object of interpretation of a written document is to discover the real intention of the parties as declared in the document. The construction must be as near to the minds and apparent intention at the parties as is possible and as the law permits. The cardinal presumption is that the parties have intended what they ave in fact said. so their words must be construed as they stand - (Solon Panayiotu v. Island Beach Development Ltd.
(1885)1 C.L.R. 623).» Συνεπώς το τεκμήριο 3, δηλαδή το πρακτικό του δικαστηρίου στο οποίο αποτυπώθηκε η συμφωνία των διαδίκων στην υπόθεση 6832/08, αντιμετωπίζεται όπως κάθε άλλη συμφωνία. Δεν κρίνω πρέπων να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Άλλωστε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν προσφέρεται για εξονυχιστικό έλεγχο, όπως ούτε για τελεσίδικα συμπεράσματα. Εν τούτοις δεν μπορώ να μην υποδείξω ότι η εν λόγω συμφωνία, δηλαδή το τεκμήριο 3, επιτελεί δισυπόστατο ρόλο. Αφενός ρύθμισε τη διαδικασία με την οποία ο ενάγων θα χρηματοδοτούσε την εταιρεία, μάλιστα με το ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €540.000, αφετέρου κατέστη, τουλάχιστον εν μέρει, ως συμφωνία μετόχων (shareholders agreement). Διαπιστώνεται τούτο εφόσον δηλώθηκε εκεί ότι 'ενόσω τηρείται πιστά η συμφωνία όλοι οι μέτοχοι θα είναι διευθυντές της εναγόμενης 3, δικαίωμα που θα έχουν εφ΄όρου ζωής'. Ότι η πρόθεση των μετόχων ήταν να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφορές σε σχέση με τη διεύθυνση και εν γένει έλεγχο της εταιρείας, συνάγεται από την αμέσως επόμενη αναφορά στο τεκμήριο 3, δηλαδή ότι∙ 'θα υπογραφούν μεταξύ των διαδίκων οι απαραίτητες συμφωνίες μετόχων (shareholders agreements), έτσι ώστε να απαιτείται ομοφωνία των μετόχων για τις ακόλουθες αποφάσεις της εναγόμενης 3:
(1)Αύξηση κεφαλαίου και διαφοροποίηση δικαιωμάτων κάθε τάξης μετόχων.
(2)Πώληση, αποξένωση ή άλλη διάθεση του αποθηκευτικού κέντρου «Αpollo Center».
(3)Διάλυση της εναγόμενης 3.
(4)Ενεχυρίαση ή και μίσθωση κινητής περιουσίας και υποθήκευση ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 3.
(5)Τροποποίηση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εναγόμενης 3. Νοείται ότι από σήμερα μέχρι και την υπογραφή της επίσημης συμφωνίας μετόχων, η πιο πάνω δήλωση θα είναι δεσμευτική για τα μέρη και οι διάδικοι δεσμεύονται να μην προχωρήσουν στα όσα αναφέρονται πιο πάνω στους αριθμούς
(1)έως
(5)'. Τα ανωτέρω εξετάζονται υπό το δεδομένο πάντα της τότε πρόθεσης των δύο άλλων μελών να προβούν σε έκδοση νέων μετοχών, ενέργεια δια την οποία ο ενάγων ήταν αντίθετος καθ΄ότι αδυνατούσε να καταβάλει το αναγκαίο ποσό και συνεπώς η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα εσήμαινε αυτόματη μείωση της δικής του αναλογίας. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν το πραγματικό πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύθηκε η επίδικη συμφωνία επί δικαστηρίω και συνεπώς επεξηγούν τα εκεί αναφερόμενα Είναι γι΄αυτό ακριβώς το λόγο που λέγω ότι φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, πως η εν λόγω συμφωνία λειτούργησε, εν μέρει, ως συμφωνία μετόχων, εφόσον αυτό ήταν το κύριο μέλημα του ενάγοντα. Άλλωστε αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του πως αν και η πλευρά του ετοίμασε συμφωνία μετόχων, όπως διαλαμβάνει το τεκμήριο 3, η οποία είναι το τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωσή του, ουδέποτε υπεγράφη από την άλλη πλευρά. Συνάγεται λοιπόν ότι ο ενάγων ανέκαθεν επιζητούσε διασφάλιση της θέσης του στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και συμμετοχή στον έλεγχο τούτης. Αυτό λοιπόν είναι το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας επί δικαστηρίω, πέραν δηλαδή της χρηματοδότησης της εταιρείας από τον ενάγοντα, που φαίνεται να είναι το σκέλος της συμφωνίας που εξυπηρετούσε τα άλλα δύο μέλη (εναγόμενο και Hovhannes Guevherian). ΄Εχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι δεν διέλαθαν την προσοχή μου οι αιτιάσεις των εναγομένων, δηλαδή πως η εν λόγω συμφωνία, τεκμήριο 3, έχει ακυρωθεί. Κρίνω πως δεν είναι ορθό να τοποθετηθώ οριστικά και τελεσίδικα καθ΄ότι διαισθάνομαι πως αυτό θα είναι και το κύριο ερώτημα της διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Αν είναι όμως κάτι που πρέπει να ειπωθεί, είναι πως ο ενάγων επιτέλεσε το μερίδιο της δικής του συνεισφοράς, σύμφωνα πάντα με αναμφισβήτητη μαρτυρία που θέλει τούτον να έχει καταβάλει το ποσό των €540.000 και συνεπώς παράδοξο είναι μετά τη συνεισφορά του ενός μέρους το άλλο να υπαναχωρεί. Πόσω δε μάλλον όταν η αναφορά στη συμφωνία επί δικαστηρίω πως το δικαίωμα [των μελών στη διεύθυνση της εταιρείας] θα είναι εφ΄όρου ζωής, δεν συναρτήθηκε με οιονδήποτε άλλο πραγματικό γεγονός. Δηλαδή αφ΄ης στιγμής φαίνεται ότι ο ενάγων εκπλήρωσε την όποια υποχρέωση του, δικαίως διεκδικεί το συμφωνηθέν αντάλλαγμα που είναι η παραμονή του στο διοικητικό συμβούλιο. Πέραν όμως της συμφωνίας επί δικαστηρίω και τυχόν παράβασης τούτης, η υπόθεση Pulbrook v. Richmοnd Consolidated Mining Company
(1878)9 Ch.D. 610 που αναφέρεται στην πιο πρόσφατη Re Schar (deceased) Midland Bank Executor and Trustee Co Ltd v. Damer a.o.
(1957)1 All E.R. 1069, την οποία επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα, διατυμπανίζει το δικαίωμα μετόχου δια αξίωση αποζημιώσεων όταν παράτυπα και αντιθεσμικά αποκλειστεί από τη διεύθυνση της εταιρείας, νοείται όταν άλλη ήταν η συμφωνία των μελών. Στην υπόθεση Pulbrook ο Jessel M.R. ανέφερε τα ακόλουθα∙ «Ιn this case a man is necessarily a shareholder in order to be a director, and as a director he is entitled to fees and remuneration for his services, and it might be a question whether he would be entitled to the fees if he did not attend meetings of the board. He has been excluded. Now, it appears to me that this is an individual wrong, or a wrong that has been done to an individual. It is a deprivation of his legal rights for which the directors are personally and individually liable. He has a right by the constitution of the company to take a part in its management, to be present, and to vote at the meetings of the board of directors. He has a perfect right to know what is going on at these meetings. It may affect his individual interest as a shareholder as well as his liability as a director, because it has been sometimes held that even a director who does not attend board meetings is bound to know what is done in his absence. Besides that, he is in the position of a shareholder, of a managing partner in the affairs of the company, and he has a right to remain managing partner, and to receive remuneration for his services. it appears to me that for the injury or wrong done to him by preventing him from attending board meetings by force, he has a right to sue. He has what is commonly called a right of action, and those decisions which say that, where a wrong is done to the company by the exclusion of a director from board meetings, the company may sue and must sue for that wrong, do not apply to the case of wrong done simply to an individual. There may be cases where, by preventing a director from exercising his functions in addition to its being a wrong done to the individual, a wrong is also done to the company, and there the company y have a right to complain. But in a case of an individual wrong, another shareholder cannot on behalf of himself and others, not being the individuals to whom the wrong is done, maintain an action for that wrong. That being so, in my opinion, the Plaintiff in this case has a right of action.» Ανάλογη όμως είναι και εδώ η κατάσταση. Το καταστατικό της εταιρείας μεριμνά δια αποζημίωση των συμβούλων (βλ.άρθρο 83). Περαιτέρω, μόνο τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ασκούν τις εξουσίες για δανεισμό της εταιρείας (βλ. άρθρο 86), ενώ οι εργασίες της εταιρείας διευθύνονται από το διοικητικό συμβούλιο (βλ. άρθρο 87). Τέλος, μέλος της εταιρείας που δεν μετέχει στο διοικητικό συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα επιθεώρησης των λογαριασμών ή βιβλίων της εταιρείας, πλην ως ο νόμος ορίζει (βλ. άρθρο 127). Όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται αποκαλύπτουν τη σημασία συμμετοχής στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, εξού και ο ενάγων ανέκαθεν επιθυμούσε διασφάλιση τούτης της θέσης. Άλλωστε η θέση του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, είναι πως θα διήθυναν την εταιρεία μαζί. Προφανώς γι΄αυτό το λόγο ζήτησε την ενσωμάτωση τέτοιας ρήτρας στον κανόνα δικαστηρίου. Η εισήγηση της υπεράσπισης πως ο ενάγων παραιτήθηκε από το εν λόγω δικαίωμα, λόγω όσων ανέφερε στο τεκμήριο 1 στην ένσταση (ότι είναι ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες του εναγομένου και δεν επιθυμεί θέση στο διοικητικό συμβούλιο), δεν διαφοροποιούν το πιο πάνω συμπέρασμα. Αφενός εύλογη είναι η σχετική απάντηση του ενάγοντα στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, αφετέρου πειστική η επιχειρηματολογία του. Το ίδιο το τεκμήριο 1 στην ένσταση αναδεικνύει τη διαφωνία των διαδίκων και την απόπειρα του ενάγοντα να αποκλιμακώσει την ένταση. Επ΄ουδενί εννοούσε ότι δεν ενδιαφέρεται για τη θέση του διοικητικού συμβούλου, που ούτως ή άλλως διασφάλισε εφ΄όρου ζωής με τα προηγηθέντα στο τεκμήριο 3. Απλώς επιχειρούσε να καταλαγιάσει τον τεταμένο λόγο του εναγομένου. Δεν διέλαθαν την προσοχή μου ούτε και οι αιτιάσεις περί πτωχεύσεως του ενάγοντα, όπως η υπεράσπιση διατείνεται. Εν τούτοις το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, μάλιστα δεν αμφισβητήθηκε, δεν είναι τον ενάγοντα που θέλει να βρίσκεται σε τούτη τη θέση, αλλά μια εταιρεία συμφερόντων τούτου. Κρίνω ότι υπό το φως τούτων των δεδομένων, δηλαδή ως έχουν σήμερα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο ενάγων τελεί υπό πτώχευση, ως διαλαμβάνει το άρθρο 95(β) του καταστατικού της εταιρείας (βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα). Τα πιο πάνω συνιστούν ατράνταχτα στοιχεία, πάντα για αυτό το ενδιάμεσο και πρόωρο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει μόνο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και πιθανότητα επιτυχίας. Οι δε αιτιάσεις της υπεράσπισης δεν είναι ικανές να αναχαιτίσουν το εν λόγω συμπέρασμα. Τώρα, ό,τι μένει να εξεταστεί είναι η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το τυχόν ανεπανόρθωτο της ζημιάς που θα υποστεί ο ενάγων αν δεν ήθελε εκδοθεί το διάταγμα. Για αυτή την προϋπόθεση σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011. Αναφέρθηκε εκεί ότι η εξέταση διενεργείται «κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Είμαι της γνώμης ότι όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί ισχύουν και δια αυτό το σκέλος της διερεύνησης. Όπως υποδεικνύεται στην Κυρισάββα v. Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, η χρηματική αποζημίωση δεν είναι ο μόνος παράγοντας που αποτιμάται. Μάλιστα ενίοτε η χρηματική αποζημίωση δεν είναι ικανή να επανορθώσει τη ζημιά που δυνατόν να προκληθεί. Τέτοια είναι και η υπό κρίση περίπτωση που ο ενάγων θα αποκοπεί από τη διοίκηση της εταιρείας και παράλληλα θα απωλέσει τον έλεγχο των οικονομικών της καταστάσεων. Εύστοχη εν προκειμένω είναι η παραπομπή του συνηγόρου του ενάγοντα στο σύγγραμμα, Διατάγματα, Ερωκρίτου & Αρτέμης, σελίδα 137, όπου αναφέρεται∙ «Όμως από τη νομολογία μπορούν να τεθούν ενδεικτικά και μόνο τα πιο κάτω παραδείγματα τα οποία, στην απουσία άλλων ειδικών περιστάσεων, φαίνεται να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος:- (i) Όπου η ζημιά που θα προκληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να αποζημιωθεί:- Για παράδειγμα, όπου απειλείται η στέρηση του δικαιώματος της ψήφου σε γενική συνέλευση εταιρείας ή όπου συνέταιρος σε οίκο εκδιώκεται και υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού του ονόματος του στον επιχειρηματικό κόσμο ή όπου επιδιώκεται με γενική συνέλευση η απομάκρυνση του ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο εταιρείας. ............................... (vii) Όπου υπάρχει παραβίαση όρων σύμβασης». Μάλιστα το σύγγραμμα παραπέμπει στην υπόθεση Mediterranean Leisure Investements, πιο πάνω, της οποίας τα γεγονότα είναι πανομοιότυπα με την υπό κρίση υπόθεση. Αναφέρθηκε εκεί ότι∙ «Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν του, φαινόταν, εκ πρώτης όψεως πάντοτε, ξεκάθαρη πρόθεση του εφεσείοντος 3 να απομακρύνει την εφεσίβλητη από το Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσείουσας
  1. Η μείωση, όμως, του ποσοστού της εφεσίβλητης από 18% σε 14% με αύξηση του κεφαλαίου της εφεσείουσας 1, χωρίς να ακολουθηθούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου και του Καταστατικού της εφεσείουσας 1, υποστήριζαν τη θέση της εφεσίβλητης ότι θα έπρεπε να παραμείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίουσας
  2. Η τυχόν απομάκρυνση της εφεσίβλητης από το Διοικητικό Συμβούλιο θα ενέτεινε ενδεχομένως τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα και, περαιτέρω, θα επέτρεπε, την κατ΄ισχυρισμό της εφεσίβλητης, συνέχιση της κακής διαχείρισης της εφεσείουσας 1 προς βλάβη των συμφερόντων της εφεσίβλητης τα οποία, πιθανότητα, δε θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με την καταβολή αποζημίωσης. Από την άλλη, όπως και πάλι ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι εφεσείοντες δεν επρόκειτο να υποστούν οποιαδήποτε ζημιά αν εξεδίδετο το αιτούμενο διάταγμα. Με την πλειοψηφία των μετοχών ο εφεσείων 3 μπορούσε να ενεργήσει προς πάσα κατεύθυνση για τους σκοπούς της εφεσείουσας 1 και για την προώθηση των αναπτυξιακών έργων και επενδύσεων της». Καταλήγω λοιπόν ότι και στη δοσμένη περίπτωση αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο ενάγων θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί. Η διοίκηση της εταιρείας και η δυνατότητα ελέγχου των οικονομικών της καταστάσεων δεν αποτιμούνται σε χρήμα, γεγονός που επιβεβαιώνει το ανεπανόρθωτο της ζημιάς που δυνατό να προκληθεί. Τέλος μένει να αποφασιστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επί του προκειμένου κρίνω ότι καθοριστική είναι η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Films Rover International Ltd, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 B A.A.Δ. 788,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄αποδειξει τα δικαιώματα του κατά τα δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Τα γεγονότα που πιο πάνω συνοψίζονται καθιστούν σαφές ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του ενάγοντα. Η μη απομάκρυνση του από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας διατηρεί τα πράγματα ως έχουν και παρατείνει την εκκρεμοδικία μέχρι οριστικής και τελεσίδικης απόφασης της αγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση η απομάκρυνση του ενάγοντα περιπλέκει και δυσχεραίνει την όλη κατάσταση και μάλιστα κατά τρόπο μη αναστρέψιμο. Αυτό γιατί όπως έχει ήδη αναφερθεί, αν ο ενάγων απωλέσει το δικαίωμα ελέγχου της εταιρείας δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ή να ελέγχει ό,τι σχετικό, και αυτό με δυσμενείς για τον ίδιο οικονομικές και επιχειρησιακές συνέπειες. Από την άλλη η παραμονή του στο διοικητικό συμβούλιο μέχρι εκδικάσεως της αγωγής δεν βλέπω να επηρεάζει τους δύο εναγόμενους. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, κρίνω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Ως εκ τούτου εκδίδεται προσωρινό διάταγμα ως το υπ΄αριθμό 2 και 3 της αίτησης, νοείται το υπ΄αριθμό 2 μόνο στην έκταση που αφορά εφαρμογή της απόφασης για παύση του ενάγοντα, εφόσον η απόφαση έχει ήδη ληφθεί. Το διάταγμα τελεί υπό την αίρεση ανάληψης εγγυήσεως ύψους €10.
  2. Τα δε έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2, κεχωρισμένα και αλληλέγγυα, καταβλητέα όμως με την αποπεράτωση της διαδικασίας. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.